Του Δημήτρη Αρβανιτάκη*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
«Εγώ ξέρω. Εγώ ξέρω τα ονόματα των υπεύθυνων εκείνου που αποκαλείται “πραξικόπημα” […]. Εγώ ξέρω τα ονόματα των υπεύθυνων της σφαγής του Μιλάνου, στις 12 Δεκεμβρίου 1969. […] Εγώ ξέρω τα ονόματα εκείνων που έδωσαν τα μέσα και εξασφάλισαν πολιτική προστασία σε γέρους στρατηγούς (για να κρατούν, ως εφεδρεία, την οργάνωση ενός πιθανού πραξικοπήματος), σε νεολαίους νεοφασίστες ή μάλλον νεοναζιστές (για να δημιουργήσουν στην πράξη μια αντικομμουνιστική ένταση) και εντέλει σε κοινούς εγκληματίες, άγνωστους μέχρι σήμερα και ίσως για πάντα. […] Εγώ ξέρω αυτά τα ονόματα και ξέρω όλα τα γεγονότα (απόπειρες εναντίον των θεσμών και σφαγές) για τα οποία όλοι αυτοί είναι ένοχοι. Εγώ ξέρω. Αλλά δεν έχω τις αποδείξεις. Δεν έχω καν τις ενδείξεις. Εγώ ξέρω, γιατί είμαι ένας διανοούμενος, ένας συγγραφέας που πασχίζει να παρακολουθήσει όλα όσα συμβαίνουν, να μάθει όλα όσα γράφονται σχετικά, να φανταστεί εκείνα που δεν γνωρίζουμε ή εκείνα που αποσιωπούνται· που συνδυάζει ακόμα και μακρινά γεγονότα, που βάζει μαζί τα ανοργάνωτα και αποσπασματικά κομμάτια ενός πολιτικού κάδρου, που αποκαθιστά τη λογική εκεί όπου μοιάζει να βασιλεύουν το αυθαίρετο, η τρέλα και το μυστήριο».
Ετσι μιλούσε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο δύσκολος διανοούμενος, ο άβολος καλλιτέχνης, ο par excellence «αιρετικός», στις 14 Νοεμβρίου του 1974, στο άρθρο του με τίτλο «Io so», στην «Corriere della Sera». Και μην πει κανείς ότι δεν ήξερε! Πριν περάσει ένας χρόνος, στις 2 Νοεμβρίου του 1975, κράτος και παρακράτος αγκαλιασμένοι, του απάντησαν: νύχτα, μέσα στο αποκρουστικό κρύο της ερημικής και μουσκεμένης Οστια, έκαναν το κορμί του λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Λιώμα: το κορμί του, αλλά και το μυαλό του. Ενα μυαλό σαν και κείνο ενός άλλου Ιταλού, για το οποίο ο Μουσολίνι είχε πει: «Αυτό το μυαλό πρέπει να το κάνουμε να πάψει να λειτουργεί». Αυτό το άλλο μυαλό ήταν του Αντόνιο Γκράμσι.
«Εγώ ξέρω. Εγώ ξέρω τα ονόματα των υπεύθυνων εκείνου που αποκαλείται “πραξικόπημα” […]. Εγώ ξέρω τα ονόματα των υπεύθυνων της σφαγής του Μιλάνου, στις 12 Δεκεμβρίου 1969. […] Εγώ ξέρω τα ονόματα εκείνων που έδωσαν τα μέσα και εξασφάλισαν πολιτική προστασία σε γέρους στρατηγούς (για να κρατούν, ως εφεδρεία, την οργάνωση ενός πιθανού πραξικοπήματος), σε νεολαίους νεοφασίστες ή μάλλον νεοναζιστές (για να δημιουργήσουν στην πράξη μια αντικομμουνιστική ένταση) και εντέλει σε κοινούς εγκληματίες, άγνωστους μέχρι σήμερα και ίσως για πάντα. […] Εγώ ξέρω αυτά τα ονόματα και ξέρω όλα τα γεγονότα (απόπειρες εναντίον των θεσμών και σφαγές) για τα οποία όλοι αυτοί είναι ένοχοι. Εγώ ξέρω. Αλλά δεν έχω τις αποδείξεις. Δεν έχω καν τις ενδείξεις. Εγώ ξέρω, γιατί είμαι ένας διανοούμενος, ένας συγγραφέας που πασχίζει να παρακολουθήσει όλα όσα συμβαίνουν, να μάθει όλα όσα γράφονται σχετικά, να φανταστεί εκείνα που δεν γνωρίζουμε ή εκείνα που αποσιωπούνται· που συνδυάζει ακόμα και μακρινά γεγονότα, που βάζει μαζί τα ανοργάνωτα και αποσπασματικά κομμάτια ενός πολιτικού κάδρου, που αποκαθιστά τη λογική εκεί όπου μοιάζει να βασιλεύουν το αυθαίρετο, η τρέλα και το μυστήριο».
Ετσι μιλούσε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο δύσκολος διανοούμενος, ο άβολος καλλιτέχνης, ο par excellence «αιρετικός», στις 14 Νοεμβρίου του 1974, στο άρθρο του με τίτλο «Io so», στην «Corriere della Sera». Και μην πει κανείς ότι δεν ήξερε! Πριν περάσει ένας χρόνος, στις 2 Νοεμβρίου του 1975, κράτος και παρακράτος αγκαλιασμένοι, του απάντησαν: νύχτα, μέσα στο αποκρουστικό κρύο της ερημικής και μουσκεμένης Οστια, έκαναν το κορμί του λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Λιώμα: το κορμί του, αλλά και το μυαλό του. Ενα μυαλό σαν και κείνο ενός άλλου Ιταλού, για το οποίο ο Μουσολίνι είχε πει: «Αυτό το μυαλό πρέπει να το κάνουμε να πάψει να λειτουργεί». Αυτό το άλλο μυαλό ήταν του Αντόνιο Γκράμσι.