Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά περισσότερα. Ο Hicks, έζησε στα χρόνια της κυριαρχίας του «αμερικάνικου ονείρου», σε μια κοινωνία που λάτρευε τους ατσαλάκωτους αστέρες του Hollywood, ακολουθούσε πιστά ηγέτες σαν το Ρήγκαν και το Μπούς (τον senior), γέλαγε με τις κρυάδες τύπων σαν τον Letterman και ταυτόχρονα κατανάλωνε σαν μανιακή.
Ο ήρωας μας, δεν άνηκε στην διαχρονική ελίτ των αντισυστημικών αστέρων που ζει και βασιλεύει στις ΗΠΑ και ανα περιόδους βγάζει μερικά αξιόλογα φυντάνια για να αυτοαναγορεύονται σε φωνές ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, την ίδια στιγμή που οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από αυτούς των «εχθρών» τους.
Ο Hicks, δεν διεκδίκησε ποτέ να είναι η φωνή της σιωπηρής πλειοψηφίας. Ήξερε πολύ καλά ότι η πλειοψηφία ήταν απέναντι του. Το ήξερε, δεν το υπέθετε. Το έζησε στα πρώτα του χρόνια όταν η φήμη ενός τύπου που λέει «ωραία αστεία», απλωνόταν στις επαρχιακές πολιτείες των ΗΠΑ. Οι παραστάσεις του σε μπαρ, στριπτιζάδικα, ταβέρνες και σε ελάχιστες περιπτώσεις θέατρα, του Νότου κατέληγαν σε καυγά ή ακόμα και σε προπηλακισμό όταν ο Hicks άρχιζε την ενότητα για τους rednecks. Kοινώς, όλους αυτούς τους τύπους που πίστευαν βαθιά ότι οι μαύροι δεν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος, η γυναίκα υπάρχει μονάχα για να διαιωνιστεί το θλιβερό είδος τους και οι κομμουνιστές παραφυλάνε στα σύνορα της πολιτείας τους ή έχουν ήδη μπει ως πράκτορες στο επιτελείο των Δημοκρατικών.
