Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Occupy Wall Street. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Occupy Wall Street. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Πώς το FBI σε συνεργασία με τις τράπεζες κατέστειλε το κίνημα Occupy...

της Ναόμι Γουλφ, απο τα ενθεματα...
8aTελικά, η πραγματικότητα απεδείχθη ανώτερη κάθε φαντασίας. Στοιχεία που μόλις είδαν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι η βίαιη καταστολή του κινήματος Occupy Wall Street, το φθινόπωρο του 2011 –τόσο σκοτεινήτότε–, δεν συντονίστηκε απλώς από το FBI, το DHI (Τμήμα Εσωτερικής Ασφάλειας) και τις τοπικές αστυνομίες. Την επιχείρηση καταστολής (η οποία περιελάμβανε, όπως ίσως θυμάστε, βίαιες συλλήψεις, διάλυση ομάδων, εκτόξευση δακρυγόνων στα κεφάλια των διαδηλωτών, δέσιμό τους με χειροπέδες τόσο σφιχτά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό τους, τον ασφυκτικό αποκλεισμό τους για ώρες, χωρίς να μπορούν καν να ικανοποιήσουν τις σωματικές τους ανάγκες) συντονίστηκε από το FBI και το DHI, σε συνεργασία με τις μεγάλες τράπεζες.
Το Partnership for Civil Justice Fund (PCJF) πέτυχε μια πρώτης τάξης δημοσιογραφική επιτυχία, εξασφαλίζοντας τα τεκμήρια αυτά. Και, βέβαια, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης θα έπρεπε να ντρέπονται, καθώς αποδείχθηκε, για άλλη μια φορά, ότι οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι οι μόνοι φορείς πληροφόρησης που αναδεικνύουν ζητήματα καταπάτησης της ελευθερίας και των πολιτικών δικαιωμάτων στην Αμερική. Το έγγραφο (βλ. goo.gl/eC95C) αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός τρομακτικού δικτύου, στο οποίο συμμετείχαν το DHS, το FBI, η αστυνομία, αντιτρομοκρατικά κέντρα για τη δίωξη του οικονομικού και πολιτικού εγκλήματος, επιχειρήσεις και υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα — και όλοι οι παραπάνω φορείς ανέπτυξαν τόσο στενή επαφή και συνεργασία μεταξύ τους, ώστε τελικά να δημιουργηθεί μια νέα τερατώδης οντότητα, η οποία, σε κάποιες περιπτώσεις, είχε και όνομα: Domestic Security Alliance Council. Το έγγραφο αποκαλύπτει ότι το έργο αυτής της νέας οντότητας σχεδιαζόταν σε κεντρικό επίπεδο και υλοποιούνταν κατά τόπους. Με λίγα λόγια, τα τεκμήρια δείχνουν πώς η αστυνομία και το DHS εργάζονταν, για λογαριασμό των τραπεζών, και σε συνεργασία μαζί τους, για να εντοπίσουν, να συλλάβουν και να εξουδετερώσουν πολιτικά Αμερικανούς πολίτες που κινητοποιούνταν και διαμαρτύρονταν ειρηνικά.
Τα τεκμήρια, που είδαν το φως της δημοσιότητας τη βδομάδα μεταξύ των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αποκαλύπτουν ένα οργουελικής σύλληψης και πλοκής σχέδιο που ξετυλίγεται σε όλη την επικράτεια, στη μία πόλη μετά την άλλη: σε έξι αμερικανικά πανεπιστήμια, η πανεπιστημιακή αστυνομία έδινε πληροφορίες στο FBI για τους φοιτητές που μετείχαν στο Οccupy, εν γνώσει των πανεπιστημιακών αρχών· τράπεζες συνεργάζονταν με αξιωματούχους του FBI, για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με διαδηλωτές που είχαν συλληφθεί από υπαλλήλους της ιδιωτικής ασφάλειας των τραπεζών· το FBI εκπονούσε, στην αρχή κάθε μήνα, σχέδια για τη διάλυσητων διαδηλώσεων και άλλων εκδηλώσεων του Occupy και τα κοινοποιούσε στους εκπροσώπους των τραπεζών και των άλλων οργανισμών τους οποίους έθεταν στο στόχαστρό τους οι διαδηλωτές· υπήρχαν ακόμα και απειλές δολοφονίας των ηγετών του Occupy Wall Street από πυρά ελεύθερων σκοπευτών –από ποιους; πού–, που παρέμειναν άγνωστες, σε αντίθεση με την πάγια τακτική του FBI να ενημερώνει όσους κινδυνεύουν, στις περιπτώσεις απειλής εναντίον κάποιου πολιτικού ηγέτη.
Όπως είπε η Mara Verheyden-Hilliard, διευθύντρια του PCJF, τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι, εξαρχής, το FBI –αν και αναγνώριζε ότι το ΟWS ήταν, στην πραγματικότητα, ένα μη βίαιο κίνημα– παρ’ όλα αυτά το χαρακτήρισε επανειλημμένα “τρομοκρατική απειλή”. Και επεσήμανε τη στενή συνεργασία των τραπεζών, του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και τουλάχιστον ενός τοπικού παραρτήματος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ με το FBI και το DHS. “Τα έγγραφα αυτά, που εμείς θεωρούμε ότι αποτελούν απλώς την κορυφή του παγόβουνου, ανοίγουν μια χαραμάδα, από την οποία μπορούμε να δούμε πώς το FBI οργάνωσε, σε εθνικό επίπεδο, μια επιχείρηση επιτήρησης, παρακολούθησης και φακελώματος ειρηνικών διαδηλωτών, που μετείχαν στο κίνημα Occupy.Τα έγγραφα αυτά δείχνουν επίσης ότι οι υπηρεσίες του FBI λειτουργούν, de facto, ως το μακρύ χέρι της Wall Street και της επιχειρηματικής Αμερικής”.
Τα έγγραφα αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή γκάμα: στο Ντένβερ του Κολοράντο, το τοπικό γραφείο του FBI και μια “Ομάδα Εργασίας για την Καταπολέμηση της Τραπεζικής Απάτης” συναντήθηκαν με αντικείμενο την παρακολούθηση του κινήματος. Το τοπικό παράρτημα της Κεντρικής Τράπεζας στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, με την ιδιωτική του υπηρεσία ασφαλείας, παρακολουθούσε το Occupy Tampa και την Ένωση Βετεράνων της Τάμπα για την Ειρήνη, διοχετεύοντας τις πληροφορίες που συγκέντρωνε στο τοπικό γραφείο FBI του Ρίτσμοντ, το οποίο, με τη σειρά του, κατέτασσε τις δραστηριότητες του Occupy στην κατηγορία της “εσωτερικής τρομοκρατίας”. Η Αντιτρομοκρατική Ομάδαστο Άνκορατζ της Αλάσκας παρακολουθούσε το Occupy Anchorage. Στο Τζάκσον του Μισισίπι, η Αντιτρομοκρατική εξέδωσε ένα επείγον σήμα “αντιτρομοκρατικής ετοιμότητας” για τη δραστηριότητα που ανέπτυσσε το Occupy στους κόλπους των φοιτητών. Και πάλι στο Τζάκσον, το FBI και η Ομάδα Ασφαλείας Τραπεζών –φτιαγμένη από πολλές ιδιωτικές τράπεζες– συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν την “Ημέρα Καθιστικής Διαμαρτυρίας εναντίον της Ασυδοσίας των Τραπεζών” — και, αν θυμάστε, η αντιμετώπιση ήταν βίαιη. Το FBI της Βιρτζίνια έστειλε, με τη σειρά του, αυτές τις κρατικές πληροφορίες για μέλη του κινήματος Occupy στο κέντρο αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Το FBI του Μέμφις παρακολουθούσε το ΟWS στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής του ομάδας. Και πάει λέγοντας, για 100 σελίδες. [...]
Έχουμε λοιπόν μια νέα εξέλιξη: η στενή συνεργασία του επιχειρηματικού τομέα, του DHS και του FBI σημαίνει ότι οποιοσδήποτε από εμάς μπορεί να έχει την τύχη των WikiLeaks. [...] Το γεγονός ότι η παρακολούθηση των οικονομικών δραστηριοτήτων και η καταστολή όσων έχουν διαφορετική άποψη συνδέονται και εκπορεύονται από κοινά κέντρα ανοίγει μια τεράστια πληγή για τα δικαιώματα των και την κοινωνία των πολιτών, καθώς τα στοιχεία για το εισόδημα των πολιτών και άλλα οικονομικά στοιχεία, που διαθέτουν πλέον οι τράπεζες, τίθενται τώρα στην υπηρεσία της παρακολούθησης της διαφορετικής άποψης.
Ας θυμηθούμε ότι το 90% από τις δωρεές για τα WikiLeaks μπλοκαρίστηκαν — εξαιτίας του τρόπου που λειτουργεί το Pay Pal και της παρέμβασης του DHS. Είναι αρκετά περίπλοκο να ποινικοποιήσεις και να διώξεις τη διαφωνία. Πόσο απλό, αντίθετα, είναι να βάλεις την ταμπέλα “τρομοκρατική οργάνωση” και να καταπνίξεις ένα κίνημα, στερώντας του κάθε χρηματοδότηση!
Γιατί λοιπόν όλη αυτή η τεράστια πίεση για τη δημιουργία κέντρων αντιμετώπισης της τρομοκρατίας με σύμπραξη ιδιωτών και κράτους, τη στρατιωτικοποίηση των αστυνομικών τμημάτων που προωθεί το DHS κ.ο.κ.; Ο λόγος δεν είναι, και δεν ήταν ποτέ, η αντιμετώπιση των “τρομοκρατών”. Ούτε καν η αντιμετώπιση της πολιτικής αναταραχής. Ο λόγος είναι ότι, αυτή τη στιγμή, συντε λούναι τεράστια εγκλήματα που μπορεί να αποκαλυφθούν από πολίτες — κι αυτό μας αφορά όλους.
Η Naomi Wolf είναι συγγραφέας του βιβλίου “The Beauty Myth and Give Me Liberty: A Handbook for American Revolutionarie”. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην “Guardian”, στις 29.12.2012

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: ένας προστάτης άγιος του Occupy Wall Street ...

Η Αυγή online...
Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: ένας προστάτης άγιος του Occupy Wall Street
Ημερομηνία δημοσίευσης: 23/10/2011
της Nina Martyris
Ενόσω οι διαδηλώσεις του κινήματος Occupy Wall Street ανθίζουν σε όλη την Αμερική, θα τις παρακολουθεί, αναμφίβολα, από ψηλά, ο προστάτης άγιος της πολιτικής ανυπακοής της χώρας. Ο Μπάρτλεμπυ, ήρωας του έργου Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: Μια ιστορία της Γουόλ Στριτ, αυτής της βαθιά αμφίσημης ωδής του Μέλβιλ στην παθητική αντίσταση που εκδόθηκε στα 1853, δεν έκρουσε τα κύμβαλα, δεν ντύθηκε χίπικα ούτε διαδήλωσε στο Μανχάταν, κρατώντας μια πικέτα που έγραφε «Eat the Rich». Εντούτοις, κατέλαβε όντως τη Γουόλ Στριτ. Και την κατέλαβε ήσυχα, με την επιμονή της ηρεμίας του και χωρίς την παραμικρή τηλεοπτική κάμερα τριγύρω.
Αλλά ενώ ο Μπάρτλεμπυ είναι ένας πρόσφυγας που δραπετεύει από το Αμερικάνικο Όνειρο, ο μέσος διαδηλωτής του Occupy Wall Street αποζητά απεγνωσμένα να του δώσουν πίσω αυτό το Όνειρο. Οι σημερινοί διαδηλωτές θα μπορούσαν να μάθουν κάτι από την ιστορία του Μπάρτλεμπυ, ακόμα και αν, εν τέλει, το μοντέλο αντίστασής του είναι ανεπαρκές.
Οι αναγνώστες πρωτογνωρίζουν τον Μπάρτλεμπυ όταν ένας εύπορος δικηγόρος της Γουόλ Στριτ προσλαμβάνει έναν «πελιδνά άμεμπτο, θλιβερά σεβαστό, αθεράπευτο μόνο» άνδρα [μετ. Μένης Κουμανταρέας] εν είδει ανθρώπινου φωτοτυπικού μηχανήματος. Αρχικά, ο υπάλληλος αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός αντιγραφέας, τόσο επιμελής που διατρέχει τον κίνδυνο να βλάψει ανεπανόρθωτα τα χέρια και την όρασή του. Ανεξήγητα όμως, όταν ο δικηγόρος του ζητά να κάνει οτιδήποτε εκτός από το να αντιγράφει σημειώματα (όπως π.χ. κάποια θελήματα), ο Μπάρτλεμπυ, πολύ ευγενικά, το αρνείται με τη φράση: «Θα προτιμούσα όχι».
Σε μεγάλο βαθμό, η πεμπτουσία της εργασιακής του ηθικής συνοψίζεται σε αυτή την αρνητική επωδό. Τελικά, προτιμά να μην κάνει την παραμικρή δουλειά. Δεν επικαλείται κανέναν λόγο γι’ αυτή του την αντίσταση, δεν προβάλλει το παραμικρό αίτημα, και σπαταλά όλη του τη μέρα ρεμβάζοντας, με το βλέμμα του καρφωμένο στον τούβλινο τοίχο που στέκει έξω από το παράθυρό του. Μετατρέπεται πρακτικά σε άστεγο, ο οποίος κοιμάται στο γραφείο και δεν εγκαταλείπει ποτέ το χώρο. Οι άλλοι υπάλληλοι πιέζουν το αφεντικό να τον απολύσει, αλλά ο δικηγόρος, που αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του ανθρωπιστή (αν οι εταιρείες είναι άνθρωποι, γιατί όχι και οι δικηγόροι;), καταλήγει να μην μπορεί να αντιδράσει. Αντίθετα, αναπτύσσει έναν υφέρποντα σεβασμό γι’ αυτό το στωικό μουλάρι, φτάνοντας σε σημείο να τον παρακαλέσει να μείνει σπίτι μαζί του, πράγμα το οποίο ο Μπάρτλεμπυ φυσικά «θα προτιμούσε όχι».
Στο τέλος, ο δικηγόρος, που τον έχει στοιχειώσει όλη αυτή η υπόθεση, σηκώνεται και βρίσκει ένα καινούργιο γραφείο. Το Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης, χωρίς χρήση πέπερ σπρέι οδηγεί τον Μπάρτλεμπυ στη φυλακή για επαιτεία. Στη φυλακή, ο Μπάρτλεμπυ αρνείται την τροφή, εξασθενεί και πεθαίνει κάτω από ένα δέντρο. Το μοναδικό κλειδί για τη συμπεριφορά του εμφανίζεται στο τέλος της ιστορίας, όταν οι αναγνώστες μαθαίνουν πως ο απόμακρος γραφέας είχε προηγουμένως εργαστεί στο Γραφείο Ανεπίδοτων Επιστολών του Ταχυδρομείου, κάνοντας μια δουλειά ακόμα πιο εκμηδενιστική από το να αντιγράφει έγγραφα για πλούσιους έχοντας για μοναδική θέα έναν τούβλινο τοίχο από τούβλα.
Είναι αρκετά δύσκολο να προσδιορίσουμε τι είχε στο μυαλό του ο Μέλβιλ όταν δημιουργούσε τον πρώτο παθητικό ακτιβιστή της Αμερικής· ωστόσο, στην παθητική επιθετικότητα του χαρακτήρα του υποβόσκει μια καταλυτική κριτική της Γουόλ Στριτ. Στον Μπάρτλεμπυ βλέπουμε έναν άνθρωπο που υποφέρει από πνευματικό καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Δεν επιθυμεί να είναι χρήσιμος -- κάτι τέτοιο θα έτρεφε απλώς και μόνο την ασθένεια. Η απόσυρσή του σε έναν εσωστρεφή αυτοκαταστροφικό λαβύρινθο αντιπροσωπεύει τη σταδιακή υποθήκευση της ηθικής φαντασίας σε έναν κόσμο όπου η ύλη είναι ιερή. Είναι η τέλεια αντιγραφική μηχανή που εν ευθέτω χρόνω θα αντικατασταθεί από μια πραγματική μηχανή με προσαρμοσμένους γυαλιστερούς αμφιβληστροειδείς, κατασκευασμένους στην Κίνα από εργαζόμενους σε ανήλιαγα εργοστάσια που περιστοιχίζονται από τούβλινους τοίχους. Έτσι, μετατρέπεται σε λουφαδόρο, το πιο μισητό υποκείμενο για τον καπιταλισμό. Επιλέγοντας μια ταπεινωτική γι’ αυτόν έξοδο από το σύστημα, προκαταλαμβάνει την αθωότητά του ως προς αυτό, βγάζοντας τη γλώσσα στη δύναμή του.
Ο γραφέας Μπάρτλεμπυ συνιστά έναν πολύπλοκο λογοτεχνικό πρόγονο του σημερινού Αντι-Γουόλ Στριτ Γούντστοκ. Η μοναχική του αντίσταση αντικαθρεφτίζει μια βαθύτερη σήψη που κατατρώει τον καπιταλισμό και της οποίας μετάσταση υπήρξε ο χρηματοπιστωτικός χουλιγκανισμός που προκάλεσε το κραχ του 2008. Εάν η ασκητική αποστασιοποίηση του Μπάρτλεμπυ βρίσκεται στο ένα άκρο του φάσματος, στο αντίθετο άκρο του οποίου τοποθετείται το «Η απληστία είναι καλό πράγμα» των Ευαγγελιστών, το Occupy Wall Street, το οποίο θέλει να κοινωνικοποιήσει την απληστία, βρίσκεται κάπου στο μέσον. Οι σημερινοί διαδηλωτές προτιμούν η επιδίωξη της ευτυχίας ή να μην πατεντάρεται ως αποκλειστικό προνόμιο κάποιων, όμως η επιδίωξη αυτή ακόμα τους ενδιαφέρει.
Το κίνημα Occupy Wall Street, ήδη στην τέταρτη εβδομάδα του, δεν έχει ακόμα καταφέρει να διατυπώσει και να προβάλλει Ένα Αίτημα. Το να εξαγάγει κανείς ένα ξεκάθαρο μανιφέστο από το μουτζουρωμένο μέτωπο της απουσίας δικαιοσύνης δεν είναι εύκολο. Η κατάσταση του Κινήματος συνηχεί με την εντυπωσιακή έλλειψη σκοπού του Μπάρτλεμπυ. Ο Μπάρτλεμπυ δεν είχε κανένα αίτημα, επειδή γνώριζε ότι για την ασθένεια που κατέτρωγε την ψυχή του ήταν ανώφελα όλα τα ανταλλάγματα που θα του προσέφερε ένας πλούσιος δικηγόρος. Προσέγγισε το πρόβλημα καθιστώντας σαφές όχι αυτό που ήθελε, αλλά αυτό που δεν ήθελε και στο οποίο δεν ήθελε να συμμετάσχει. Αρνούμενος στο σύστημα το μόνο πράγμα επάνω στο οποίο είχε απόλυτη εξουσία --τη συναίνεση του-- διατήρησε τον ανθρωπισμό και την ηθική του ακεραιότητα.
Η συναίνεση είναι το νόμισμα του καπιταλισμού. Η ισχύς του Όχι είναι ό,τι ακριβώς θα έπρεπε να δρέψουν οι διαδηλωτές του Οccupy Wall Street. Το μποϋκοτάρισμα ορισμένων τραπεζών ή πολυεθνικών είναι σίγουρα ένας τρόπος μέσω του οποίου αυτό το μαζικό κίνημα, με την τεράστια αγοραστική δύναμη, εκλογική επιρροή, και «παρενοχλητική» του αξία μπορεί να μετατρέψει σε πυροτέχνημα τις ματαιοδοξίες της Γουόλ Στριτ. Ακόμα, θα μπορούσε να επιβάλει την απαγόρευση χορηγιών στους πολιτικούς υποψήφιους που λαμβάνουν χρήματα από τη Γουόλ Στριτ. Δεδομένου ότι τόσο πολλοί από τους διαδηλωτές μοιάζουν να θέλουν να αποτελέσουν τμήμα ενός πιο δίκαιου κοινωνικού συμβολαίου και φιλοδοξούν για ένα ευρύτερα διαθέσιμο Αμερικάνικο Όνειρο, οι διαμαρτυρίες τους θα έπρεπε να αφορούν περισσότερα πράγματα από την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα.
Το κίνημα του 99% μπορεί ίσως να αρχίσει αλλάζοντας το ανούσιο άβαταρ που έχει στο Facebook: να βάλει, στη θέση της μπαλαρίνας που ακροβατεί επάνω στην πλάτη ενός ταύρου, έναν γραφέα. Με μία και μόνη κίνηση, θα προέβαλλε την εικόνα ενός καταξιωμένου προγόνου και συμπατριώτη -- ενός μορφωμένου αλλά άστεγου χορτοφάγου (ο Μπάρτλεμπυ έτρωγε μόνο τζίντζερ), που περιφρονεί ξέπνοα τον Μαμμωνά, ο οποίος προσπάθησε αλλά απέτυχε να τον τιθασεύσει. Αν το ξανασκεφτόταν βέβαια κανείς, ίσως ο Μπάρτλεμπυ, όσον αφορά μια τέτοια αλλαγή, να «προτιμούσε όχι».


Μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Ροη αρθρων