Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Τα χελιδόνια να γυρνούν κι εγώ να μη γυρίζω...

Ακροβάτης...
 
- Το βλέπεις αυτό;
-Αφού δεν καθαρίζουμε εδώ και χρόνια μωρέ, τι περιμένεις;
-Δεν είναι αυτό βρωμιά, αυτό αν το καθαρίσεις, μεγάλη γρουσουζιά  θα έρθει..
-Μα τί είναι αυτό επιτέλους;
-Πού να το ξέρεις κι εσύ; Είναι φωλιά. Χειροποίητη φωλιά χελιδονιού, φτιαγμένη κλαδί κλαδί.
-Αλήθεια; Και είναι γρουσουζιά να τη χαλάς; Μα πώς να μην το κάνεις αν δεν ξέρεις τι είναι;
- Είναι. Και υπάρχει λόγος γι αυτό. Τον ξέρεις;
-Πού να τον ξέρω;
-Κάτσε να σου πω λοιπόν.

Λένε λοιπόν ότι τα χελιδόνια είναι από τα πιο παλιά πλάσματα αυτού του κόσμου. Έχουν δει πολλά με τα μάτια τους και αν είχαν ανθρώπινη λαλιά, θα είχαν πολλά να πουν. Υπάρχουν όμως και πολλές ιστορίες, οι πιο πολλές από τις οποίες ξεχάστηκαν, που κράτησαν οι άνθρωποι στη θύμισή τους γι αυτά. Η πιο γνωστή είναι η εξής:
Κάποτε τα χελιδόνια ήταν πιο πολλά και οι άνθρωποι πιο γνωστικοί,  τόσο ώστε να γνωρίζουν όλα τα πετούμενα, τα πατούμενα, τα πλεούμενα, τα ριζωμένα, τα μυστικά και τα φανερά.
Ήταν άνοιξη. Τα παιδιά έβγαιναν έξω σε δρόμους και πλατείες για να παίξουν. Ένα από αυτά  ωστόσο, που δεν ήταν και πολύ μεγάλο και δεν του άρεσε να  παίζει και να τρώει, ανέβαινε μόνο  στα πιο ψηλά σημεία, σε κλαδιά, ταράτσες και σκεπές, σε λόφους και μπαλκόνια, όπου μπορούσε να φτάσει, και καθόταν εκεί με τις ώρες και παρατηρούσε.
Κοίταζε μία κάτω τη ζωή των ανθρώπων και τα άλλα παιδιά που έπαιζαν, μία πάνω τον ουρανό, τα σύννεφα, τον καιρό, τα πετούμενα και τη ζωή τους. Τις πιο πολλές ώρες κοιτούσε ψηλά.
Αν και μικρό, ήξερε να αναγνωρίζει κάθε τι που πετούσε.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Χάρισε το όνειρο σου στο κύμα κι ας το τσακίσει: η ιστορία ενός πελάγου....


Όταν οι σπόροι πέφτουν στη γη, βλασταίνουν, μεγαλώνουν και περιμένουν τη συγκομιδή, ανανεώνοντας έτσι τον κύκλο της ζωής .Και ενώ όλος ο κύκλος φαντάζει πολύ μαθηματικός, σοφός και πανάρχαιος, εμπεριέχει έντονο το στοιχείο του τυχαίου. Ειδικά στη φάση της σποράς, είναι θέμα πιθανοτήτων το ποιοι και πόσοι θα είναι εκείνοι οι σπόροι που θα φυτρώσουν τελικά, όπως και είναι εντελώς τυχαίος ο τρόπος με τον οποίο πέφτουν στη γη. Ε, το ίδιο τυχαίο μπορεί να συναντήσει κανείς και κάπου αλλού, ακριβώς από πάνω της, κάποια έτη φωτός μακριά, στον ουρανό. Εκεί τα αμέτρητα αστέρια βρίσκονται παντού, άλλοτε φαίνονται άλλοτε όχι, όμως είναι εκεί αυτή ή έστω καποια προηγούμενη στιγμή, τοποθετημένα με ένα τυχαίο τρόπο, δείγμα ίσως μιας σποράς που  απέτυχε ή δεν έχει καρπίσει ακόμα. Το ποιος ωστόσο την έσπειρε και τι θα καρπίσει, είναι κάτι που όπως είναι γνωστό, έχει απασχολήσει τους ανθρώπους από γεννησιμιού τους. Όλοι ξέρουμε για τα άστρα που γεννούνται και πεθαίνουν, για τις ομάδες και για τους γαλαξίες, για τις φιλονικίες για την προέλευσή τους, για τα παιδιά που έκατσαν και τα μέτρησαν. Ξέρουμε επίσης για εκείνους που αρνούνται να τα κοιτάξουν, είτε γιατί τα χλευάζουν, είτε γιατί πάντα φοβούνται, αλλά και για εκείνους που το μόνο που βλέπουν είναι  προβλέψεις για το μέλλον. Μιλάνε όλοι αυτοί δε, για τους αστερισμούς, τις ομάδες εκείνες των άστρων που φτιάχνουν σχήματα γνωστά, από αυτά που βλέπει κανείς γύρω του εδώ στη Γη.  

Τον παλιό καιρό, πολύ πριν τον καιρό των ανθρώπων, η γη ήταν μονοκόμματη και γύρω υπήρχε άβυσσος. Το κουβάρι της ζωής είχε λίγο κυλήσει τότε, και τα πλάσματα που διαφέντευαν την τεράστια στεριά, ήταν ακόμα λιγοστά, τεράστια, είχαν ωστόσο μια συνήθεια πανάρχαια, που αργότερα έμαθαν και στους ανθρώπους: ζούσαν δηλαδή σε ομάδες. Υπήρχαν το λοιπόν από τότε, πλάσματα που είδαν όλον τον κόσμο μέχρι σήμερα, όπως λιοντάρια, έντομα και ελέφαντες,  πλάσματα που χάθηκαν στο χρόνο, ή άλλα που οι άνθρωποι τοποθέτησαν σε αυτό που λένε μύθο για να τα θυμούνται, όπως μεγάλες σαύρες και μονόκεροι. Κάτι αντίστοιχο υπήρχε και με τα φυτά, λίγα από τα οποία κατάφεραν να επιβιώσουν, ήταν όλα ωστόσο τεράστια και φύτρωναν παντού, κάνοντας τον τόπο μια τεράστια ζούγκλα. Έτσι η ζωή γεννιόταν, πέθαινε, έτρωγε από τα ίδια της τα σπλάχνα και ζούσε πάλι από την αρχή, ξανά και ξανά, βήμα το βήμα μέχρι το επόμενο, σε μια αβέβαιη περπατισιά που κανένας δε μπορούσε να προβλέψει. Νέα είδη γεννιούνταν, άλλα χάνονταν σε αυτό το μεγάλο πείραμα. 

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Η Ρόζα ζει. Δώστε της το χέρι πριν χαθεί...

Ακροβατης...
 
Η Ρόζα ζει.
Ζει. Περπατάει χαμένη στους δρόμους κάποιας μεγαλούπολης και κρύβεται στο πλήθος. Όταν δεν είναι έξω, χάνεται σε κάποιο δωμάτιο, πίσω από κάποια τηλεόραση, μπροστά σε κάποια τηλεόραση ή σε κάποιο καθρέφτη και κλαίει ή γελάει μόνη της.


Ποια είναι στην πραγματικότητα αυτή η Ρόζα.

Είναι σπουδαγμένη. Είχε περάσει τα χρόνια της αθωότητας. Τότε που όλοι γίνονταν γιατροί ή δικηγόροι. Τότε που η πρόβλεψη ότι καθένας θα χρειάζεται να κάνει ή να ξέρει να κάνει μία,δύο και τρεις δουλειές φάνταζε ανέκδοτο.


Όλα αυτά τα χρόνια πρόλαβε να αγαπήσει αυτό που μελετούσε, να διπλώσει και να ξεδιπλώσει τον εαυτό της πολλές φορές και να τακτοποιήσει καλά τις γωνίες. Όμως το ανέκδοτο έγινε πραγματικότητα και τα χρόνια των σπουδών της έγιναν κορνίζες στον τοίχο της, δίπλα σε φωτογραφίες από εκείνη την εποχή. Δεν είναι αυτό όμως που τη βαραίνει. Είχε μάθει να αγαπάει και να δίνεται, οπότε είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι αυτό που θα μείνει είναι ό,τι αγάπησε. Και η καρδιά της είναι αρκετά μεγάλη.Χωράει όλες τις τέχνες της, λες και ήξερε ότι θα τις είχε εκεί για να τις πιάσει, όταν θα πεινούσε, όπως λέει η γνωστή παροιμία. Ήταν από τα βασικά πράγματα που την κάνει υπερήφανη ακόμα και τώρα.

Είναι στ' αλήθεια η ίδια Ρόζα;

Δεν είναι απαραίτητα αρτίστα. Δεν έχει απαραίτητα καλλιτεχνική φύση. Άλλωστε τα θέατρα, όπως και άλλα πολλά σε αυτή την πόλη κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Όμως θυμάται τη στιγμή που άρχισε να περπατάει εδώ. Ήρθε εδώ για να βρει δουλειά. Για να κατακτήσει την πόλη αυτή. Μα όσο κι αν γυρνάει από εδώ και από εκεί, δε βρίσκει πουθενά. Πουθενά. Ούτε αυτό τη βαραίνει. Έχει τις τέχνες της, τις αναμνήσεις της, τα νιάτα, τα κατσαρά μαλλιά της και όσο από το νάζι της έχει απομείνει. Κυρίως όμως είχε ακόμα τα νύχια και τα πόδια της γερά γατζωμένα σε αυτόν τον τόπο και τον ίσκιο που αυτά άφηναν στο χώμα του. Αυτός ο ίσκιος ήταν ένα άλλο πράγμα για το οποίο καμάρωνε κρυφά κι ας μην το είχε πει σε κανέναν.

Τι είναι αυτό που τη βαραίνει πιο πολύ;
Είναι πολλοί οι δρόμοι που περπάτησε και μένουν πολλοί για να περπατήσει ακόμα. Υπήρχε όμως και ένας δρόμος  πιο εύκολος. Για την άλλη Ρόζα αυτός ήταν να χαρίσει τα νιάτα της στη ρουφιανιά, να ζει και να προδίδει και να την πληρώνει ο κάθε Τσάκαλος, τώρα αυτός κάνει τη δουλειά του αλλιώς. Και κάτι τέτοιες σαν τη Ρόζα, δεν τη θέλει εδώ. Έχει χρόνια ανακοινωθεί η απόφαση ότι αυτός ο τόπος θα προχωρήσει ερημωμένος από τα νιάτα του. Και είναι λίγοι αυτοί που έμειναν να περπατάνε στην κακούργα πόλη, ακόμα λιγότεροι αυτοί που, σαν τη δικιά μας, έχουν ακόμα μπηγμένα τα νύχια στο χώμα της. Άλλοι τα μάζεψαν και έφυγαν για τον άλλο κόσμο, άλλοι τα μάζεψαν και έφυγαν για άλλες πολιτείες. Είναι λοιπόν μόνη της από αυτή την άποψη, πολεμάει μέρα τη μέρα αυτόν τον εύκολο δρόμο, αυτό ίσως τη βαραίνει πιο πολύ από όλα. Κρατάει παρ'όλα αυτά γερά το χώμα μέσα στα χέρια της.
Όπου υπάρχει και θύμα, υπάρχει και θύτης.

Το τι ακριβώς έχει στο κεφάλι της είναι άγνωστο.Κάποιοι λένε ότι περιμένει. Κάποιοι άλλοι ότι έχει απελπιστεί. Οι περισσότεροι εκπλήσσονται όταν συζητούν το θέμα και, είτε κουνάνε το κεφάλι συγκαταβατικά, είτε προσπαθούν να αλλάξουν θέμα. Αν ζούσαμε σε μια άλλη εποχή, θα μπορούσαμε με περισσότερη ευκολία να πούμε ότι η Ρόζα είναι το μέλλον. Όμως σε τούτη την πατρίδα και σε αυτή την εποχή, οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι η Ρόζα είναι το θύμα κάποιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που άλλοι έφτιαξαν γι αυτή και για τόσες άλλες Ρόζες.  Και οι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σας όπως ακριβώς ανοίγονται και γι αυτήν. Το πιο εύκολο είναι να κάνετε πως δεν υπάρχει. Πως δεν υπάρχουν. Να γυρίσετε το βλέμμα αλλού, σιγομουρμουρίζοντας κάποια δικαιολογία από αυτές που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα. Όμως η Ρόζα υπάρχει όπως υπάρχετε κι εσείς. Υπάρχουμε. Τα νύχια μας είναι ακόμα μπηγμένα στο χώμα. Ίσα που την προλαβαίνετε. Ίσως να είναι έτοιμη για να φύγει. Ίσως να μην αντέχει άλλο. Ίσως κόντρα στο δικό σας πείσμα να τη διώξετε, παραμένει αποφασισμένη να μείνει εδώ. Σε κάθε περίπτωση δε θα ρωτήσει κανέναν για τον επόμενο δρόμο που θα περπατήσουμε. Απλώστε το χέρι πριν είναι πολύ αργά. Δώστε της το χέρι πριν χαθεί. Κάπου εκεί θα βρείτε και το δικό της.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Βρες την πιο παλιά γωνία μες της ψυχής την αγωνία....

Ακροβατης...
Είναι παράξενα πλάσματα οι άνθρώποι. Έχουν εφεύρει αυτό που λένε "βαρύτητα" και πάνε και ζουν στο ταβάνι. Κολλάνε  σε αυτό, κουτιά σε διάφορα μεγέθη και χρώματα, τα καρφώνουν και καρφώνονται και αυτοί πάνω. Και το άλλο; Αυτό που μετακινούνται στο ταβάνι; Όλη μέρα μπαίνουν και βγαίνουν στο δωμάτιο και περπατάνε, χοροπηδάνε και μετακινούνται, χωρίς να πέφτουν ούτε στιγμή.

Η πιο αστεία εφεύρεση που έχουν αυτοί οι άνθρωποι, που από τη μία εμείς οι αράχνες τη βλέπουμε και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, από την άλλη πολύ χαιρόμαστε και αν μπορούσαμε θα τους ευγνωμονίσουμε, είναι αυτό το αστείο δοκάρι που στήνουν στη μέση του πατώματος με το κομμάτι του ήλιου στην άκρη. Πρόκειται για αυτό που λένε όλοι " το φως".  Εϊναι ένα δοκάρι λεπτό, που το λένε "καλώδιο" , άλλες φορές μακρύ, άλλες φορές κοντό που καταλήγει σε μια βάση σε διάφορα σχήματα. Η βάση αυτή κρύβει συνήθως "το φως", αυτό  το κομμάτι που παίρνουν οι άνθρωποι από τον ήλιο, το οποίο μάλιστα μπορούν να το εμφανίζουν και να το εξαφανίζουν όποτε αυτοί θέλουν, Και είναι εντελώς παράλογο να στήνεις ένα κομμάτι ήλιο σε κάθε πάτωμα, αλλά μιας και μας φωτίζει και μας ζεσταίνει, εμείς είμαστε πολύ ευχαριστημένες.
Είναι και ένας άλλος λόγος που θα μιλήσω λίγο για αυτό το περιβόητο "φως". Όπως είναι φυσικό, όταν στο κρύο πάτωμα ξαφνικά προκύπτει φως και ζεστασιά, τόσο εμείς οι αράχνες, όσο και τα άλλα έντομα, αυτά που πετάνε  και κυρίως αυτά με τα οποία τρεφόμαστε μαζεύονται κοντά και στέκονται εκεί ζαλισμένες. Ε, εμείς οι αράχνες, που έχουμε πολλά μάτια και δε μας ζαλίζει τόσο πολύ το φως, περιμένουμε καρτερικά και  όλο και γραπώνουμε κάποια ζαλισμένη μύγα ή κάτι τέτοιο. Τη μαζεύουμε μετά στην άκρη στον ιστό μας, την τυλίγουμε αργά αργά και έτσι τρεφόμαστε.
Έτσι εμείς και οι άνθρωποι, αυτοί οι παράξενοι ακροβάτες, ζούμε αρμονικά. Εντάξει, υπάρχουν και στιγμές που δε ζούμε τόσο αρμονικά. Μπορεί εμείς να ζούμε στο πάτωμα και αυτοί στο ταβάνι, όμως κάποιες φορές συναντιόμαστε. Και δε συναντιόμαστε όπως θα περίμενε κανείς με ανθρώπους που παραπατάνε και πέφτουν στο πάτωμα -ποτέ δε γίνεται αυτό, μιας και αυτή η μυστήρια "βαρύτητα" είναι αυτή που τους κρατάει πάντα πάνω-, αλλά είμαστε εμείς οι αράχνες που τους παρατηρούμε όλη μέρα περιμένοντας να ανάψουν το φως για να τραφούμε και που κάποιες από εμάς, περπατάμε μέχρι αυτούς για να τους δούμε από κοντά.
Και  εδώ είναι ένα άλλο σημείο που οι άνθρωποι μας κάνουν και γελάμε πολύ, αν και είναιι ταυτόχρονα κάτι επικίνδυνο για μας. Ακούστε αυτό: οι άνθρωποι, αυτά τα μεγαλόσωμα παράξενα πλάσματα, που όπως έχω πληροφορηθεί γνωρίζετε καλύτερα από εμένα, μας φοβούνται! Μάλιστα, καλά ακούσατε. Κάποιοι από αυτούς, ειδικά αυτοί που είναι πιο μικρόσωμοι, όταν για κάποιο λόγο τους πλησιάσουμε τρέχουν να κρυφτούν από εμάς πανικόβλητοι. Μα είναι εντελώς ανήκουστο! Είναι  σαν να φοβόμαστε εμείς οι αράχνες πλάσματα πολύ μικρότερα από εμάς, όπως για παράδειγμα αυτά που τρώμε, τις σκνίπες! Έχω γελάσει πολλές φορές βλέποντας τους ανθρώπους να φοβούνται, τόσο πολύ μάλιστα που παραλίγο να πέσω από τον ιστό μου από τα γέλια. Αυτό βέβαια κάποιες φορές στοιχίζει, γιατί κάποιες φορές όπως ατσούμπαλα και άγαρμπα είναι αυτά τα πλάσματα, μας δίνουν μια και μας σκοτώνουν. Ευτυχώς εγώ δεν έχω δει κάποιο τέτοιο συμβάν.
Είναι πολλά αυτά που μπορώ να πω για τους ανθρώπους, θα πω κάποια που θεωρώ σημαντικά. Και αυτά τα υπόλοιπα που θέλω να πω, τώρα που το σκέφτομαι, πάλι είναι αυτό το "φως" που τα καθορίζει.
Κατ'αρχήν να πω ότι πάντα είχα απορία που πάνε οι άνθρωποι όταν δεν είναι στο δωμάτιο. Εμείς γεννιόμαστε στο δωμάτιο, ζούμε στο δωμάτιο, και τις περισσότερες φορές πεθαίνουμε εκεί. Και αυτό γιατί έχουμε εκεί όσα χρειαζόμαστε και δε χρειαζεται να πάμε ούτε καν στο διπλανό δωμάτιο. Ξέρουμε επίσης από μικροί ότι δεν πρέπει να βγει καμια αράχνη έξω, μιας και όπως μας λένε όσες βγήκαν είδαν εκεί "τον κόσμο ανάποδα".Όμως οι άνθρωποι λίγες ώρες στεκονται  μόνο μέσα στο δωμάτιο, πάντα θα υπάρξει μια στιγμή που θα βγουν έξω από αυτό. Έχουν δε, μια παράξενη συνήθεια που θέλω να μοιραστώ μαζί σας.
Κάθε μέρα, για κάποιες ώρες περνούν ακίνητοι στο ταβάνι χωρίς να μιλάνε, έτσι που λες ότι δεν είναι εκεί. Έχω παρατηρήσει ότι πριν το κάνουν αυτό, κλείνουν πάντα το "φως" και πέφτει σκοτάδι, λες και παίρνουν το κομμάτι του ήλιου που λέγαμε παρέα, όσο κάθονται ακίνητοι. Κανείς δεν ξέρει τι κάνουν τόσες ώρες ακίνητοι. Μόνο μια φορά παρατήρησα ότι κάποιος από αυτούς πετάχτηκε ιδρωμένος από την ακινησία, άρχισε να περπατάει γρήγορα, έτρεξε και άνοιξε πάλι εκείνο το "φως",  κοίταξε καλά καλά από εδώ και από εκεί το ταβάνι, και μετά έβαλε τα κλάμματα. Έτσι, χωρίς λόγο, χωρίς καμια μας να τον έχει πλησιάσει.
Λες να φοβούνται τελικά και άλλα πράγματα εκτός από τις αράχνες;

Ροη αρθρων