Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Partalistas...

του Γιωργου Κατσαμακη...
Είναι Δευτέρα βράδυ και στην «ούτε για πλάκα Ανατροπή» του Megaμια τηλεοπτική σεζόν κλείνει με συνέντευξη και συζήτηση ηθοποιών της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Κάτω Παρτάλι». Αν και η συζήτηση είναι δυσχερής και οι ηθοποιοί μάλλον απρόθυμοι να γεμίσουν τη διάρκεια της εκπομπής με τις κοινοτοπίες που με δυσκολία επιχειρεί να εκμαιεύσει ο δημοσιογράφος, στο τέλος επιχειρείται μια καφενειακή πολιτική συζήτηση. Οι νεαροί ηθοποιοί κατά κανόνα δεν ψήφισαν στις εκλογές. Το μήνυμά τους διόλου πρωτότυπο, αφού καλλιεργείται και προβάλλεται αυτή η άποψη από τα Μέσα με σπουδή: «δεν μπόρεσα να διαμορφώσω πολιτική άποψη, γιατί είμαι πολύ δημιουργικός και δεν προλαβαίνω να ενημερωθώ». «Δεν με πείθουν», «είναι όλοι ίδιοι, δεν λένε κάτι διαφορετικό», ήταν οι φράσεις που συνόδεψαν την απάντησή τους στην ερώτηση «πώς βλέπουν την πολιτική και τις εκλογές που έγιναν».
 
Είναι ενδιαφέρον πώς στο σύγχρονο δημόσιο λόγο η δημιουργικότητα διαχωρίζεται από την πολιτική και η πολιτική από τη δημιουργικότητα και χαρίζεται στις παρέες, τα ιδρύματα, τον εθελοντισμό, τις εταιρείες και τις προσωπικότητες. Ιδιαίτερα αυτή τη μεταβατική εποχή μια ολόκληρη γενιά, σπορά της δεύτερης φάσης της μεταπολίτευσης (πρέπει να της βρούμε ένα όνομα αυτής της δεκαετίας 1995-2005), φαίνεται να απέχει από οποιαδήποτε έκφανση συλλογικής, αμιγώς πολιτικής παρουσίας. Θα ήταν εύκολο να σταθούμε στην κριτική αυτού του δημόσιου λόγου που με περισσή ευκολία απλώνει το βερμπαλισμό του και χωρίς περαιτέρω συναίσθηση απαξιώνει την πολιτική δράση. Και άλλοι παλιότερα ισχυρίστηκαν πως δεν ήξεραν γιατί διάβαζαν.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Παρατεταμένη ελληνική εφηβεία...

 του Θωμα Τσαλαπατη...

-Γιέ μου, πόσο έχεις γεράσει!
Και οδεύει κατά το κίτρινο χρώμα για να κλάψει, γιατί με βρίσκει γηρασμένο, στην κόψη του σπαθιού, στην εκβολή του προσώπου μου. Κλαίει για μένα, θλίβεται για μένα.
Πόσο θα λείψουν τα παιδικά μου χρόνια, αν πάντα μείνω ο γιός της; Γιατί θλίβονται οι μάνες όταν βρίσκουν πως γέρασαν οι γιοί τους, αφού η ηλικία τους ποτέ δε θα φτάσει τη δική τους; Και γιατί οι γιοί, όσο πιο πολύ γερνάνε, τόσο περισσότερο πλησιάζουν τους γονείς τους; Η μάνα μου κλαίει γιατί γέρασα από το χρόνο μου και γιατί δε θα γεράσω ποτέ από το δικό της!
Αυτά γράφει ο ποιητής César Vallejo, περιγράφοντας την άλλη κλίμακα του χρόνου. Ανάμεσα σε αναμονές και παύσεις, διακεκομμένες ροές και λιμνασμένα δευτερόλεπτα, με τι βηματισμό γερνάει ο χρόνος στη σήμερα Ελλάδα;
Εδώ ο χρόνος χάνει τους αρμούς του. Τις περασμένες δεκαετίες , η έκταση της ενηλικίωσης περιεγράφηκε με συγκεκριμένες στάσεις: Σχολείο, Πανεπιστήμιο, δουλειά, οικογένεια. Μες τον συντηρητισμό της νόρμας, το σχήμα περιέγραφε έναν κανόνα, ένα μέτρο με το οποίο θα έκρινες τη συγκατάβαση ή την αντίθεσή σου, για ό, τι συνέτασσε την ταυτότητα, για ό,τι περιέγραφε την ηλικία. Μα οι δύο πρώτες στάσεις στέκουν μετέωρες στην θεσμική τους απαξίωση και οι δύο επόμενες ακυρωμένες, με το παρελθόν της ανάμνησης ενός κανόνα και το μέλλον της προσδοκίας να ξεμακραίνουν απειλητικά από το παρόν.
Η ηλικία βρίσκεται διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Εδώ τίποτα δεν γερνά και όλα είναι γερασμένα.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Η νέα χαμένη γενιά...

Με τη σημερινή κρίση και κοινωνική κατάρρευση, οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται εξ ίσου μεταξύ των κατηγοριών του πληθυσμού. Η πλειοψηφία απορρίπτεται στην ανεργία και ένδεια, ενώ κάποιοι εξακολουθούν να συσσωρεύουν εισοδήματα και περιουσίες. Στη μελέτη «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα»,
ο Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί διαπιστώνει ότι το πλουσιότερο 1% αποκομίζει όλο και περισσότερα οφέλη εις βάρος του 99% της κοινωνίας.
Με τις αυταρχικές περικοπές δαπανών και εισοδημάτων, η οικονομία καταρρέει, αλλά η διαχείρισή της αποφέρει πρόσθετα οφέλη στους ανθρώπους του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού κόσμου. Οι τελευταίοι επιβάλλουν λιτότητα και μαζική ανεργία, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι διασώζονται με χρήματα των θυμάτων τους, του Δημοσίου και των φορολογουμένων. Τα χρηματιστικά εισοδήματα εκτινάσσονται, ενώ όσα συνδέονται με την παραγωγή συρρικνώνονται χωρίς τέλος.
Για τους εμπνευστές αυτής της πολιτικής, αυτός είναι ο δρόμος της «εξυγίανσης»: όσο βαθύτερη η οικονομική και κοινωνική κατάρρευση τόσο ριζικότερη η υποθετική «εξυγίανση». Στη σημερινή κρίση, τα χρηματοπιστωτικά εισοδήματα δεν προκύπτουν από την παραγωγή, αλλά εκ μεταφοράς εις βάρος της κοινωνίας, των εργαζομένων και φορολογουμένων. Καταλυτικό συμπέρασμα του Γάλλου οικονομολόγου: με την κρίση, το καπιταλιστικό σύστημα, αντί να βαδίζει προς το μέλλον, οπισθοδρομεί ολοταχώς προς το νοσηρό παρελθόν, ο «επιχειρηματικός καπιταλισμός» εξελίσσεται σε «περιουσιακό καπιταλισμό», κατά τα πρότυπα των παρελθόντων αιώνων. Χρηματικές αποδόσεις εκτοπίζουν τις επιχειρηματικές και εργασιακές.
Ενώ η παραγωγή νέου εισοδήματος καθηλώνεται, επιταχύνεται μείζων αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου προς επάνω, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το σύνολο της κοινωνίας και χωρίς την παραμικρή ορατότητα για μέλλον. Πέραν τούτου, τα θανατηφόρα πλήγματα στον κοινωνικό ιστό δεν κατανέμονται εξ ίσου μεταξύ όλων των κατηγοριών του πληθυσμού, αλλά κατ' εξοχήν εις βάρος των νέων, που είναι οι πιο ευάλωτοι, αφού βρίσκονται στην αρχή της σταδιοδρομίας τους.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Τι Συνέβη στη Γενιά των 30 στην Ελλάδα;

Μαρία Λούκα, απο το vice.com...
Το θυμάσαι; «Γιατί , εσύ το ξέχασες;» θα μου πεις ειρωνικά. Πριν τέσσερα χρόνια ακριβώς. Ολόκληρη η χώρα αποσβολωμένη μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη. Εντάξει, δεν ήταν έκπληξη.
Η Ελλάδα φιγούραρε από καιρό στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς τύπου. Η λέξη «spread» είχε ενταχθεί στο λεξιλόγιο μας. Και το κακό δεν άργησε. Μόνο το ειδυλλιακό τοπίο δεν πρόδιδε το περιεχόμενο του μηνύματος. Στις 23 Απριλίου το 2010, ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωνε την υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο. «Έχω ήδη δώσει εντολή στον Υπουργό Οικονομικών να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες. Και οι εταίροι μας θα συνδράμουν άμεσα και αποφασιστικά, ώστε να παράσχουν στην Ελλάδα το απάνεμο λιμάνι που θα μας επιτρέψει να ξαναχτίσουμε το σκάφος μας με γερά και αξιόπιστα υλικά», είπε. Τελικά το μοναδικό «απάνεμο λιμάνι» ήταν αυτό που ο πρώην Πρωθυπουργός χρησιμοποίησε ως φόντο στο Καστελόριζο, το σκάφος έβαλε νερά και η «Ιθάκη» έγινε ένα σημείο του ορίζοντα που ακόμα κι αν το βλέπεις, ποτέ δεν το φτάνεις.
Εμείς τότε τελειώναμε το Πανεπιστήμιο. Ενηλικιωθήκαμε στη φούσκα της «ισχυρής Ελλάδας», τότε που τρέχαμε στους δρόμους με τη γαλανόλευκη πανηγυρίζοντας για την κατάκτηση του Euro, χαζεύαμε με θαυμασμό την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Δημήτρη Παπαϊωάννου και γελάγαμε με την κάπως πιο φολκλόρ εκδοχή της τελετής λήξης. Ναι, αυτών των Αγώνων που σήμερα βλαστημάμε, ρωτάμε πόσο κόστισαν και παρακολουθούμε τα ολυμπιακά ακίνητα να μαραζώνουν.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Οταν η Αριστερά δεν αγγίζει τους νέους...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Οταν η Αριστερά δεν αγγίζει τους νέους...
Βρισκόμαστε έναν μήνα πριν από το Πάσχα των Ελλήνων και δύο μήνες πριν από τις ευρωεκλογές. Η προεκλογική περίοδος περνάει μέσα από τις οθόνες των τηλεοράσεων. Η εκπροσώπηση δεν γίνεται ισομερώς. Το Ποτάμι τα πήρε όλα, το εμφανίζουν ως να είναι θεόσταλτο κι ήρθε για να μας σώσει. Από τη στιγμή που η Ελιά πριν βγάλει καρπούς άρχισε να μαραίνεται, έπρεπε να φτιαχτεί ένα ανάχωμα που θα εμποδίζει τις ψήφους να πάνε στην Αριστερά. Θεωρούνται οι ψηφοφόροι μετακινούμενοι.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Δημιουργείται στα μεγάλα κόμματα μια αβεβαιότητα. Κι όμως οι δημοσκοπήσεις είναι περίπου σταθερές. Οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι νέοι δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για τα κόμματα και τις εκλογές. Είναι που δεν συγκινούνται από τα κόμματα, τα κομματίδια, τις ομάδες, τις κινήσεις, τους ομίλους που οι ίδιοι και οι ίδιοι επαγγελματίες της πολιτικής ιδρύουν παίζοντας τον ρόλο του σωτήρα.
Είναι που ο αγώνας για την επιβίωση είναι σκληρός και δεν αφήνει περιθώρια πραγματικής συμμετοχής στην κοινωνία όπου προ πολλού έχει κοπεί ο ιστός που την ενώνει, που σημαίνει παραμερίζει η ανθρώπινη συμπεριφορά της συνύπαρξης και μεγαλώνει ο καιροσκοπισμός, ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός και το ποιος θα προλάβει να φάει τον άλλο. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυστυχώς έτσι λειτουργεί και οι συγκυβερνώντες σπρώχνουν με την ελεγχόμενη πολιτική τους από τους τροϊκανούς προς αυτή την κατεύθυνση. Τα 500 εκατομμύρια του πλεονάσματος θα ρίξουν λάδι στο καυτό πρόβλημα της απασχόλησης με την «αναλογική» μοιρασιά στους αδύναμους που θα λάβουν το φιλοδώρημα, γιατί περί φιλοδωρήματος πρόκειται και μάλιστα εφάπαξ.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Για το επείγον της ανατροπής...

του Νώντα Φλώρου, απο το barikat.gr...
Κάθε σύγκρουση με το "ατσάλι" του κράτους είναι μια σύνθετη διαδικασία που ωστόσο αποτυπώνει κάθε φορά τις αδυναμίες και τις μεταβολές στο συσχετισμό μεταξύ υποτελών και κυρίαρχων με πολύ απλό τρόπο. Την Πέμπτη η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τα φοιτητικά σχήματα της Αριστερής Ενότητας κατάφεραν να αποτυπώσουν μια τέτοια κατάσταση και να αποκαλύψουν το πρόσωπο ενός καταρρέοντος πολιτικού δόγματος. Ο βασιλιάς είναι γυμνός και στέλνει σε κάθε περίσταση τους πάνοπλους αστακούς του να το επιβεβαιώσουν.
Μια κινητοποίηση-συγκέντρωση που υπό άλλες συνθήκες και άλλες εποχές θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινότυπη σήμερα αποκτά νέα χαρακτηριστικά. Ξαφνικά βγαίνει έξω από τα όρια της συνήθειας. Αναβαθμίζεται. Όπως και η καταστολή μαζί της. Η μηδενική ανοχή, που ζούμε στα χρόνια της μνημονιακής κυριαρχίας δεν είναι επιχειρησιακό δόγμα της ΕΛ.ΑΣ. Είναι επίσημη κρατική πολιτική. Είναι απαραίτητος όρος για να -αποπειραθούμε να- ζήσουμε σε ένα περιβάλλον όπου η απαξίωση 12 νεκρών μεταναστών συνιστά θεμιτή κυβερνητική στάση και στον αντίποδα η ανάδειξη των ευθυνών και των υπευθύνων για αυτή τη φρίκη, να θεωρείται ποινικά κολάσιμη.
Δεν ζούμε μια προσπάθεια κατατρομοκράτησης μεμονωμένων ανθρώπων και αγώνων, αλλά έχουμε ολόκληρα κινήματα και πολιτικούς χώρους να στοχοποιούνται και οι συμμετέχοντες, να τιμωρούνται με πολλαπλούς τρόπους.

Δεν πρόκειται να συνηθίσουμε, δεν πρόκειται να φοβηθούμε...

Της Δανάης Λιοδάκη, απο το Red NoteBook...
Έχω την αίσθηση ότι την πιο χαρακτηριστική και αποκαλυπτική, μέσα από το συμβολισμό της, δήλωση για τον πνιγμό των 12 μεταναστών-ριων στο Φαρμακονήσι την ακούσαμε δια στόματος Πρετεντέρη («πέθαναν προφανώς αφού καβάλησαν μια βάρκα στο Αιγαίο»), καθώς και από τον υπουργό Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη («άλλοι σώθηκαν, άλλοι πέθαναν»). Οι πρόσφυγες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις χώρες προέλευσής τους περνάνε με αυτές τις δηλώσεις στη σφαίρα του εν δυνάμει νεκρού. Η επιλογή τους είναι λογικό να τους οδηγήσει στο θάνατο, επομένως η ζωή τους ίσως να μην είναι και τόσο άξια να βιωθεί. Ταυτόχρονα, η απάντηση για το πώς θα εξασφαλίσουμε την ασφάλεια της ζωής μας δίνεται και δίνεται καθημερινά, και είναι απλή: μην καβαλάτε βάρκες στο Αιγαίο, μην έρχεστε σε επαφή με τοξικοεξαρτημένους και εξαθλιωμένους καθώς αποτελούν υγειονομική βόμβα, βοηθείστε μας να πιάσουμε τους τρομοκράτες, μην υπερασπίζεστε τα δικαιώματά σας, μη διαμαρτύρεστε για την καταστροφή, με ωριμότητα και εγκαρτέρηση δεχτείτε την επίθεση και κλειστείτε σπίτια σας.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Εις λύκηθον ελληνική...

του Σταθη, απο το enikos.gr...
Είσαι 25 – 26 χρονών, είσαι άνεργος. Τι κάνεις;
Ψάχνεις για δουλειά, ρωτάς δώθε – κείθε, φίλους και συγγενείς τους έχει εξαντλήσει προ πολλού, δεν βρίσκεις τίποτα, τι κάνεις;
Τη νύχτα η αγωνία σου τρώει τα σπλάχνα. Βλέπεις ξανά, ξεχασμένους παιδικούς εφιάλτες. Αν πας 30 και είσαι ακόμα έτσι, τι κάνεις;
Είσαι 28 – 30 χρονών, σπουδαγμένος. Το «Βήμα» της Κυριακής πανηγυρίζει: «50.000 διδακτορικά και μεταπτυχιακά από το 2009 ως το 2013! Ο νέος πλούτος της Ελλάδας». Εσένα το διδακτορικό μνέσκει αργό «Οι πολυεθνικές διαλέγουν ήδη υπερεξειδικευμένους νέους για δουλειές του εξωτερικού» θαυμάζει η καλή εφημερίδα. Εμπα στο χορό, διάλεξε την ξενιτιά που σου ταιριάζει,
ήδη 200.000 νέοι έλληνες την έχουν κάνει.
Θα είσαι τυχερός να δουλέψεις για τους Ολλανδούς, τους Γερμανούς, θα πας γκασταρμπάιτερ κανονικός, περιωπής και μορφωμένος, δεν θα πας λαθρομετανάστης,  κι αν σε λένε κλέφτη Ελληνα, μην το παίρνεις κατάκαρδα σε 100 χρόνια δεν θα σε λένε.
Είσαι παιδί και πας σχολείο. Στη μέση της ημέρας πεινάς. Σφίγγεται το στομάχι σου κόμπος. Σφίξε κόμπο και την καρδιά σου κι άντεξε. Κι όταν γυρίσεις σπίτι το μεσημέρι, πες ότι όλα στο σχολείο πήγαν καλά, μη δει η Σπάρτη τη μάνα σου να κλαίει, μην ακούσεις τον γέρο σου απελπισμένον να μουγκρίζει.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Τί ερεύνησε ο ερευνητής;

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τον ντόρο που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες γύρω από ένα άρθρο τού καθηγητή Ιωάννη Χολέζα στο τεύχος Ιανουαρίου τού περιοδικού "Ελληνική Οικονομία - Μηνιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων", το οποίο εκδίδει το ΚΕ.Π.Ε. (Κέντρο Προγραμματισμού & Οικονομικών Ερευνών). Το επίμαχο άρθρο έχει τίτλο "Δράσεις για την καταπολέμηση της ανεργίας" και μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο στον παρατιθέμενο διασύνδεσμο (σελίδες 1-24). Θα πούμε κι εδώ δυο λόγια αλλά, κατ' αρχάς, ας βάλουμε τα πράγματα στην σωστή τους διάσταση.

Και πρώτα-πρώτα, ας δούμε τι είναι το ΚΕΠΕ. Το ΚΕΠΕ, λοιπόν, ιδρύθηκε το 1959, με προσωπική απόφαση του τότε πρωθυπουργού Κων/νου Καραμανλή, μετά από εισήγηση του τότε διοικητή τής Τράπεζας της Ελλάδος Ξενοφώντα Ζολώτα. Η ιδέα ήταν να συσταθεί μια ερευνητική ομάδα, η οποία θα μελετούσε τα οικονομικά προβλήματα του τόπου και θα πρότεινε επιστημονικές λύσεις. Βεβαίως, οι προτάσεις τού ΚΕΠΕ δεν είναι δεσμευτικές αλλά έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα και, συνεπώς, η πολιτική εξουσία μπορεί να μη τις λαμβάνει υπ' όψη της εφ' όσον δεν συνάδουν με τις πολιτικές επιλογές της.

Φαίνεται πως ο Καραμανλής πίστευε πως πράγματι το ΚΕΠΕ θα μπορούσε να γίνει χρήσιμο εργαλείο και ανέθεσε την οργάνωση του νεοσύστατου οργάνου στον Ανδρέα Παπανδρέου, τότε καθηγητή οικονομικών στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ των ΗΠΑ. Όμως, στην πορεία, τα πράγματα λειτούργησαν μάλλον ανάποδα: αντί το ΚΕΠΕ να συμβουλεύει την κυβέρνηση, οι κυβερνήσεις υποδεικνύουν στο ΚΕΠΕ τις συμβουλές που πρέπει να δώσει. Έτσι, το ΚΕΠΕ χρησιμοποιείται από την πολιτική εξουσία ως το επιστημονικό άλλοθι για τα κατά καιρούς αντιλαϊκά μέτρα που υλοποιούνται.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Αφήστε τους Ελληνες να δουλέψουν!

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Κάτι που ίσως συνέβη χτες...


Οι παλιοί εργάτες, αυτοί που σήμερα είναι πια συνταξιούχοι,
αξιολογούσαν -σε αντίθεση με το πάθος για την τεμπελιά της δικής μας
γενιάς, μερίδα της οποίας αποκηρύσσει τον σταχανοφισμό προβάλλοντας,
καλώς ή κακώς, την τεμπελιά ως υψηλό ιδανικό- πολυ θετικά την
εργατικότητα κάποιου.

Καλό παιδί ο τάδε, δουλευταράς, λέγαν. Αντίθετα, ο
κακός εργάτης ή -ακόμη χειρότερα- ο τεμπέλης,  ήταν σχεδόν
παλιάνθρωπος.

Κάποιοι απ' αυτούς τους γέροντες, μην έχοντας κάτι άλλο να κάνουν,
περνούν από το εργοστάσιο στο οποίο -ορισμένοι εξ αυτών- δούλεψαν σκληρα
επί 25 και 30 χρόνια, έτσι, για να πουν μια καλημέρα. Κι ας εχουν
συνταξιοδοτηθεί ή απολυθεί οι περισσότεροι παλαιοί συνάδελφοι. Κι ας
παρακμάζει το εργοστάσιο, το πάλαι ποτέ κραταιό, με σχεδόν μηδενική
παραγωγή σήμερα.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ζούμε μια ζωη εδώ και παρατηρούμε μια άλλη…

Χειμωνιάτικη Λιακάδα...
511058_taxidiotis_828204057_1
Η γενιά μας. Φυγαμε στα 25 για ενα μαστερ σε ενα fancy πανεπιστημιο του εξωτερικου. Ξετιναξαμε το budget των γονιών μας που δουλευαν τοσα χρονια. Μειναμε σε σπιτια με συγκατοικους που γίναμε αδερφια, σπουδασαμε με “ξένους” που γίνανε φίλοι και εραστές. Διαβασαμε. Το πηραμε το πτυχίο. Και φτάσαμε στη στιγμή της πρώτης επαγγελματικής μας κάρτας. Σε μια χώρα χώρις ήλιο άλλα με λεφτά. Βρηκαμε σπίτι. Μικρό τον πρωτο χρόνο. Χαλάσαμε τον πρωτο μας μισθό κερνώντας τους καινούργιους μας φιλους και αγοράζοντας παππουτσια. Και ρούχα. Και πήγαμε για ποτα “μετα τη δουλεια”. Και βγήκαμε για dinner. Εγώ δεν είχα ξαναβγει για dinner στην Αθήνα.
Με την πρώτη αυξηση αλλάξαμε σπιτι. Πηγαμε σε πιο μεγάλο. Και ξεσηκώσαμε όλο το ΙΚΕΑ της πόλης. Μαθαμε να ψωνίζουμε σε άλλη γλώσσα, αγοράσαμε λάδι απο το σουπερμαρκετ, μαγειρέψαμε φακές που δεν τρώγαμε ποτέ στο σπιτι. Κάναμε ασφάλιση και συνταξιοδοτικό. Ανοιξαμε λογαριασμούς, πληρώσαμε κοινοχρηστα, ΔΕΗ, νερα, τηλεφωνα. Πηγαμε μόνοι μας σουπερμαρκετ, τα κουβαλήσαμε 3 οροφους χωρις ασανσερ, τα βαλαμε στο ψυγειο. Είδαμε ΟΛΕΣ τις ταινίες και τις σειρές τα βραδια μετά τη δουλειά που ήμασταν κουρασμένοι. Μιλήσαμε στο SKYPE με μανα, πατερα, αδερφια, γιαγιαδες, παππουδες, ολο το σοι και χάσαμε φίλους παλιους κι αγαπημένους. Χασαμε παρτυ, γαμους, βαφτισια, κηδειες. Μιλήσαμε με τους κολλητούς απο Αθηνα, αραιώσαμε, στελναμε κανενα μηνυμα. Μπαινουμε facebook, βλέπουμε φωτογραφίες, βαζουμε φωτογραφίες.
Ζούμε μια ζωη εδώ και παρατηρούμε μια άλλη. Ερωτευόμαστε άλλους της γενιάς μας, σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες. Παίρνουμε αεροπλάνα και τραίνα όπως παίρναμε ταξι μέχρι το κεντρο. όπως παίρναμε μετρο μέχρι τον Αγιο Αντώνη. Φεύγουμε, ερχόμαστε. Βαλιτσες, βολτες, αγκαλιές, παρέες, άνθρωποι, φιλοι φιλων. Φιλοξενούμε, μας φιλοξενούν. Γυριζουμε πίσω. Αφήνουμε τη βαλίτσα απειραχτη για καμια εβδομαδα, να μας θυμίζει που είμασταν, να μυρίζει  τη μυρωδα της μάνας και οτυ σκυλου μας που της αφήσαμε να βγαζει βόλτα. Πλυντηρια, σκουπισμα και ψώνια στη λαική  το  Σαββατοκυριακο. Δε με ξυπνάει η σκούπα της μάνας μου πια. Δεν τσακώνομαι με τον αδερφό μου για τις δουλειές και το τηλεκοντρολ. Δεν περιμενω τον πατερα μου το μεσημερι να φαμε.Σκουπίζω, παω γυμναστηριο, παω για ψώνια, μαγειρεύω. Μεγάλωσα. Κοιταω τους λογαριασμούς, σκεφτομαι τι θα φορεσω τη δευτερα στο μιτινγκ. Πλησιάζει Πρωτοχρονιά κι εγώ πατάω σύντομα  τα  30.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Πρότυπα; Ποιά προτυπα;

Με αφορμή τις σκέψεις που γράφτηκαν στο blog ενός μαθητή μου προβληματίστηκα αυτές τις μέρες για τον τρόπο που σκέφτονται οι σημερινοί νέοι.
Στο blog αυτός ο νέος άνδρας αναφέρει πως ποτέ δεν είχε πρότυπα στη ζωή του και πως πορευόταν μονάχα με τις δικές του θέσεις και σκέψεις χωρίς να έχει αναφορές στα λόγια και τις πράξεις ακόμα στη μουσική μερικών ίσως φωτισμένων ανθρώπων. Ο τρόπος που ήταν γραμμένο το κείμενο φαινόταν σα να ήταν κάποιο προσωπικό κατόρθωμα που θα έπρεπε να επικροτείται, αφού η προσωπική πορεία είναι αυτή που θα έπρεπε να ενδιαφέρει και όχι η μίμηση των προτύπων. Το post πήρε αρκετά likes και σχόλια, με τα περισσότερα από αυτά, αν όχι όλα, να επιβραβεύουν τη στάση αυτ , να την επαινούν και φυσικά να την αναπαράγουν.

Παρ όλο που σε γενικές γραμμές συμφωνούσα κι εγώ, θεωρώ πως υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση. Είμαι από μια γενιά που λειτούργησαν μέσα από πρότυπα.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Παρατήσαμε τα παιδιά μας στο διαδίκτυο...

της Μπίμπαν Κίντρον, Προοδευτικη Πολιτικη...

We have abandoned our children to the internet,  ©The Guardian
 Εδώ κι ένα χρόνο μπήκα στην κουζίνα μου και ανακάλυψα μισή ντουζίνα έφηβους να κάθονται εκεί, ο καθένας απολύτως βυθισμένος σιωπηλά στην προσωπική του οθόνη. Τότε συνειδητοποίησα πως πήγαιναν μήνες από τότε που είχα δει έφηβο χωρίς υπολογιστή ή κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Αποφάσισα αυτοστιγμεί να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ για το ζήτημα αυτό. Έτσι ξεκίνησε ένα ετήσιο ταξίδι που με οδήγησε από τις οπτικές ίνες στους υπονόμους του Λονδίνου ως το να ξοδεύω ατέλειωτες άχρηστες ώρες σε υπνοδωμάτια εφήβων αγοριών που έβλεπαν πορνό.


Σχεδόν όλα τα κορίτσια με τα οποία συναντήθηκα μου μίλησαν για κοινωνική πίεση· για τις απαιτήσεις να είσαι πάντοτε σε σύνδεση· για τα προβλήματα του «unfriending» ·για το ότι βρίσκεσαι στο οπτικό πεδίο ανθρώπων που μόλις συνάντησες· και για τον απόλυτο τρόμο να κοιτάς πώς σε παρατάνε -πράγμα πολύ πιεστικότερο από αυτό που ένα κορίτσι περιέγραψε ως «εμμονή των γονιών με τα καμάκια και την πορνογραφία».


Αυτό που με εξέπληξε ήταν η οργή των εφήβων που νιώθουν παραμελημένοι από τους γονείς τους που είναι επίσης απορροφημένοι από ηλεκτρονικές συσκευές.


Ακόμα πιο σοκαριστικό ήταν η συνειδητοποίηση πως υφίσταται μια ολόκληρη βιομηχανία που συστηματικά προωθεί τους νέους στον αστραφτερό και απατηλό της κόσμο, χωρίς να δείχνει να νοιάζεται για τις παράπλευρες απώλειες. Όπως λέει ο Λιούις Βον Αν (Luis Von Ahn), ο εφευρέτης του «Captcha» και του «reCaptcha» (του λαμπρού -αν και εκνευριστικού- συστήματος ασφαλείας που σου ζητάει να πληκτρολογήσεις γράμματα σε ένα κουτί για να αποδείξεις πως είσαι ανθρώπινο ον), «όλοι όσοι φτιάχνουν στο διαδίκτυο κάτι για επαγγελματικούς λόγους επανεξετάζουν διαρκώς τους ιστοτόπους τους ώστε οι επισκέπτες τους να τους ξαναεπισκεφθούν». Παραδέχεται ανοικτά πως η βιομηχανία αυτή γνωρίζει πώς να δημιουργεί εξάρτηση, αλλά θέλει να πιστεύει πως κατά κανόνα οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτή είναι καλοί κι έχουν χρηστές αξίες. Δεν είμαι τόσο βέβαιη.


Οι συσκευές που χρησιμοποιούν τα παιδιά μας είναι παραδίδονται εκ κατασκευής με κάθε είδους ακουστικά και ηχητικά εξαρτήματα και δονήσεις να είναι έτοιμες προς λειτουργία. Κάθε νέα «εφαρμογή», ιστοσελίδα, τουιτ, και μήνυμα προσθέτει άλλο ένα επίπεδο παρείσφρησης στην προσωπική τους σφαίρα, και κάθε παρείσφρηση είναι κυνικά σχεδιασμένη να απαντηθεί, με την κάθε απάντηση να δημιουργεί την επιθυμία για μια ακόμα παρείσφρηση.


Το να ζητάς από έναν νέο να κλείσει το «Xbox» του ή να σταματήσει να κοιτάει το κινητό του, είναι σαν να ζητάς από έναν αλκοολικό να παρατήσει το ποτό του. Πίσω από τα χαρούμενα χρώματα και τα χαϊδευτικά ονόματα που αποτελούν την επιτομή των εταιρειών του διαδικτύου, κρύβεται ένας κόσμος που είναι αμείλικτα εμπορικός. Κάθε αλληλεπίδραση σημαίνει δεδομένα -δεδομένα που κοστίζουν μια περιουσία. Τα παιδιά μας χειραγωγούνται ώστε να μετατραπούν σε ιδεώδεις καταναλωτές και παραδέχονται ολοένα και πιο πρόθυμα πως νιώθουν πως έχουν «χάσει τον έλεγχο» όσον αφορά το πώς χρησιμοποιούν οι ίδιοι το διαδίκτυο.


Οτιδήποτε κάνει, λέει ή κοιτάει ένας έφηβος, οσοδήποτε πρόσκαιρο κι αν είναι αυτό, συνεισφέρει στη διαμόρφωση της ψηφιακής του προσωπικότητας, που οποτεδήποτε στο μέλλον μπορεί να ανασυρθεί, με σοβαρές επιπτώσεις στην πραγματική του ζωή. Πόσοι εξ ημών θα κρατούσαν σώες όλες τις προσωπικές τους σχέσεις ή την προσωπική τους φήμη αν κάθε παράβαση, λάθος η νεανική μας τρέλα βρισκόταν σε κοινή θέα; Πόσοι από μας επιθυμούν αυτά να στοιχεία να σώζονται και να πουλιούνται ξανά και ξανά σε επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία θα συναλλασσόμαστε για όλη μας τη ζωή;


Καθώς οι έφηβοι μαθαίνουν για το σεξ ολοένα και περισσότερο μέσω της πορνογραφίας, οι σεξουαλικές νόρμες αλλάζουν. Ρώτησα μια ομάδα αγοριών να μου πουν πού φαντασιώνονται πως εκσπερματώνουν, και χρειάστηκε να περάσουν 20' και πολυάριθμες προτροπές μου πριν φτάσουμε σε μια λέξη που παρέπεμπε στο αιδοίο. «Στο πρόσωπο», «στα βυζ...», «ψηλά στον κ...» και «στο στόμα» ήταν οι τα πρώτα που τους ήρθαν στο μυαλό κι ήταν όλοι 15 ετών. Μια νεαρή γυναίκα μου είπε πως είχε «ερωτευτεί» μόνο διαδικτυακά, αλλά εργαζόταν ως συνοδός από 17 ετών. Ήταν μια από τους πολλούς που μου εξομολογήθηκαν πως ενώ ήταν απολύτως ικανοί να εκτελέσουν με άνεση ένα σωρό σεξουαλικά κόλπα, ένιωθαν αναστολές στο να αφεθούν να εκτεθούν συναισθηματικά σε μια γνωριμία. «Τα πορνό είναι φανταστικά και τζάμπα, αλλά καταστρέφουν σε όλους μας την ικανότητα να αγαπήσουμε», μου δήλωσε στενοχωρημένο ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι.


Εξακολουθώ να διατηρώ προσδοκίες από τις δυνατότητες του διαδικτύου. Αλλά νομίζω πως η μεγαλύτερη επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες έχει πέσει στα νύχια των εμπορικών αξιών. Οι εταιρείες που συναπαρτίζουν το διαδίκτυο αξίζουν δισεκατομμύρια, αλλά σε αντίθεση με όλους τους άλλους χώρους, όπου στο κόστος της λειτουργίας τους οι επιχειρήσεις έχουν υποχρεωθεί να συνεκτιμούν την υποχρέωσή τους να παρέχουν ασφαλή προϊόντα και υπηρεσίες στους καταναλωτές τους, στο διαδίκτυο αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί θα πρέπει οι αναπάντητες κλήσεις μας, οι αγορές όλων μας, οι πόθοι μιας γενιάς, οι ταυτότητες των υβριστών και τα μυστικά όλων μας να αποτελούν αντικείμενο της ελεύθερης αγοράς και της δημοσιότητας, ακόμα κι όταν βλέπουμε τις πανθομολογούμενες ζημιές και τη διαστροφή των συλλογικών μας κανόνων που προκαλεί αυτό;


Ό,τι εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν μια ευκαιρία για απεριόριστη συμμετοχή, τελικά σκλαβώνει πολλούς ανάμεσά μας, με ένα μόνο «κλικ». Οι πληροφορίες που κοινοποιούμε είναι διαθέσιμες σε πολύ λίγους ανθρώπους, στους οποίους έχουμε παραχωρήσει ανεξέλεγκτη και απεριόριστη πρόσβαση στις πιο μύχιες πλευρές της προσωπικής ζωής των νέων μας, πριν καν αυτοί διαμορφωθούν πλήρως. Το κάνουμε αυτό αποθεώνοντας τα τεχνολογικά αντικείμενα εις βάρος της εμπειρίας, την επαφή εις βάρος της επικοινωνίας, την εικόνα εις βάρος της οικειότητας, την επιπολαιότητα εις βάρος της περίσκεψης.


Η ενηλικίωση απαιτεί μίμηση και πρότυπα, υπομονή και δοκιμές, μοναξιά αλλά και κοινωνικότητα. Αντί όλων αυτών δυστυχώς πολλά από τα παιδιά μας κρατάνε έξυπνα κινητά που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στα χέρια μας.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Greece 2021, Mars 2023...

Κιμπι...
 Το 2021 θα είμαι 60 χρονών, πατημένα. Δεν ξέρω αν θα είμαι συνταξιούχος-αυτό είναι πια για τον καθένα τόσο αβέβαιο, όσο και το αν σε οκτώ χρόνια θα είναι ζωντανός. (Κατά μία εκδοχή μόνο κατά τύχη ξυπνάμε κάθε πρωί ζωντανοί. Άλλοι το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό, άλλοι κάνουν ένα σταυρό ή λένε «ευχαριστώ» στον θεό που πιστεύουν, αν πιστεύουν).

Μέχρι το 2021, τουλάχιστον 900.000 άνθρωποι από αυτούς που σήμερα, εδώ και τώρα, είναι ζωντανοί θα έχουν αποδημήσει εις Κύριον. Άλλοι σε βαθύ γήρας, μ’ ένα τέλος φυσιολογικό, σχεδόν επιθυμητό, κι άλλοι αιφνίδια, μ’ ένα τέλος πρόωρο, ακαριαίο ή βασανιστικό. Αυτά βάσει της στατιστικής. Δεν ξέρουμε μέχρι στιγμής τι έχει προσθέσει το μνημονιακό purgatorio στη θνησιμότητά μας. Αλλά, ακόμη κι αν δεν αλλάξει τίποτα στους ρυθμούς που «αραιώνουμε», για περίπου 1 εκατομμύριο κατοίκους αυτής της χώρας ξέρουμε πως δεν έχει καμιά, μα καμιά σημασία το τι θα συμβεί σε οκτώ χρόνια.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Generation z...

του Κιμπι...
Κάποιοι μιλούν ήδη για τον «νεοκεϊνσιανό» που ξύπνησε εντός του Σόιμπλε. Οσονούπω θα δουν στη Μέρκελ μια μακρινή απόγονο της Λούξεμπουργκ, στον Ολάντ έναν Γράκχο Μπαμπέφ του 21ου αιώνα και στον Μπαρόζο τη μετενσάρκωση του «βασιλιά Λουντ», χωρίς απαραίτητα να καταστρέφει μηχανές και κομπιούτερ.
Εντάξει. Όλα αυτά είναι υπερβολές, χοντροκομμένο χιούμορ. Αλλά η αλήθεια είναι πως υπάρχει κάτι παράξενο στην ατμόσφαιρα της Ευρώπης. Μια μοβ-ροζ αιθαλομίχλη ανησυχίας. Δεν μας είχαν συνηθίσει, τουλάχιστον την τελευταία τριετία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες σε δηλώσεις ευαισθησίας για τους νέους που τους καταπίνει η ανεργία, για τον κίνδυνο να δημιουργήσουν μια χαμένη γενιά. Πολύ περισσότερο οι Γερμανοί ηγέτες, που μέχρι προ ολίγων μηνών μιλούσαν με ψυχραιμία, σχεδόν με κυνισμό για τις οδύνες που απαιτεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τώρα, ο Σόιμπλε ψελλίζει χωρίς να τραυλίζει τη λέξη «επανάσταση».

Η αλήθεια είναι ότι ούτε η Ευρωζώνη ούτε η Ε.Ε. βρέθηκαν μέχρι τώρα μπροστά σε τέτοια μεγέθη ανεργίας, ιδιαίτερα νεανικής. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκονται μπροστά σε μια αχαρτογράφητη περιοχή, με άγνωστα κοινωνικά και πολιτικά φορτία. Προφανώς κάποιες ανησυχητικές συνάψεις έχουν εντοπίσει ανάμεσα στους εξαγριωμένους νεαρούς ισλαμιστές με τις μασέτες στο Λονδίνο, τους νέους μετανάστες - πυρπολητές της Στοκχόλμης, τους σιωπηλούς νέους ανέργους της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, ακόμη και στους νέους που πυκνώνουν ανυποψίαστοι τις τάξεις νεοναζιστικών μορφωμάτων σε όλη την Ευρώπη. Το δεδομένο είναι ότι ανάμεσα σε όλους αυτούς το λεγόμενο «ευρωπαϊκό ιδεώδες», που δεν υπόσχεται πια τίποτα το ιδεώδες, ξεφτίζει επικίνδυνα και ταχύτατα. Επομένως, η ευρωπαϊκή ελίτ έχει μπροστά της κυριολεκτικά μια χαμένη γενιά. Χαμένη πολιτικά, κοινωνικά και παραγωγικά.
Στο παρελθόν, πριν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, το πρόβλημα αυτό λυνόταν δραστικά με τους πολέμους. Οι ευρωπαϊκές ολιγαρχίες, πρωτίστως η γερμανική, η γαλλική και η βρετανική, έριχναν τον περίσσιο ανθό των χωρών τους, τους νέους, στα πεδία των μαχών και καθάριζαν. 18 εκατομμύρια νεκροί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πάνω από 72 εκατομμύρια στον Β΄, με τη νεολαία να υπερβαίνει το ήμισυ του αιματηρού απολογισμού, έδωσαν τη ριζική λύση στα προβλήματα «κατάρτισης», «κινητικότητας», «απασχολησιμότητας» των νέων ανέργων και «χρηματοδότησης» των νέων θέσεων εργασίας. Οι χαμένες γενιές ξαναβρίσκονταν εις τα αιωνίους μονάς και οι επιζώντες γίνονταν η βάση της επανεκκίνησης της οικονομίας. Μπορεί, μάλιστα, βάσιμα να υποστηρίξει κανείς ότι ένα από τα κίνητρα της ευρωπαϊκής ενοποίησης μεταπολεμικά ήταν η έλλειψη φρέσκου εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα στις κεντρικές χώρες. Η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι, κατά κάποιο τρόπο, και ιστορία των τεράστιων μεταναστευτικών ρευμάτων από την περιφέρεια στο κέντρο της Ευρώπης, όπου τα κεφάλαια του Σχεδίου Μάρσαλ και της ανοικοδόμησης διψούσαν για εργατικά χέρια. Καλώς ή κακώς, αυτό εξασφάλιζε τη διαρκή μεγέθυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών με σχεδόν πλήρη απασχόληση ή οριακή ανεργία, αύξηση μισθών, κοινωνική και πολιτική συναίνεση που μόνο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 αμφισβητήθηκε ριζικά, και μάλιστα από μια νεολαία που κάθε άλλο παρά προοριζόταν για χαμένη γενιά.

Η συνθήκη αυτή που κρατούσε την Ευρώπη σε μια μακρόχρονη πολιτική και κοινωνική ισορροπία έχει αλλάξει ριζικά. Και δεν άλλαξε αυθόρμητα ή τυχαία. Αυτό που τρομάζει σήμερα τον «νεοκεϊνσιανό» Σόιμπλε ή τον «λουδίτη» Μπαρόζο είναι αποτέλεσμα της επιλογής τους να στρέψουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης από την πραγματική οικονομία στην εικονική, στη χρηματοπιστωτική. Για να κλείσουν «ειρήνη» με τις αγορές επέλεξαν τον «πόλεμο» με τις κοινωνίες. Πρωτίστως με τις νέες, χαμένες γενιές των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή που επιβλήθηκε στις χώρες του Νότου, και όχι μόνον, είναι μέγεθος ευθέως ανάλογο με την ανεργία των νέων, που μετριέται από το μέσο 25% στην Ευρωζώνη μέχρι το εξωφρενικό 65% στην Ελλάδα.
Είκοσι εκατομμύρια νέοι έως 24 ετών, με τα πτυχία και τα πιστοποιητικά υπό μάλης, περιφερόμενοι άπρακτοι και χωρίς ένα ελάχιστο σχέδιο για το μέλλον είναι ένα επικίνδυνο κοινωνικό και πολιτικό φορτίο για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες. Αλλά, ταυτόχρονα είναι και ένας μοχλός επαναδιατύπωσης του «ευρωπαϊκού ιδεώδους». Όσοι βλέπουν τον Κέινς, τον Μαρξ ή τη Ρόζα πίσω από τη ρητορική του Σόιμπλε, του Μοσκοβισί και του Μπαρόζο καλύτερα να φορέσουν τα γυαλιά πρεσβυωπίας τους. Η ανεργία ήταν πάντα μέγεθος που επηρέαζε τη διαμόρφωση του κόστους εργασίας. Τώρα, χρησιμοποιείται επιπλέον ως μέσο κοινωνικής μηχανικής για ν’ αλλάξουν τα πάντα στην αγορά εργασίας, στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά και στις σχέσεις ανάμεσα στις γενιές.

Το τρίπτυχο χρηματοδότηση, κατάρτιση και κινητικότητα που προβάλλεται ως πανάκεια για την απορρόφηση των νέων ανέργων στην Ευρώπη, οι τεχνικές της «απασχολησιμότητας» που είχε εισηγηθεί ο «εκσυγχρονιστής» Σημίτης και της flexicurity που πολύ προ της κρίσης είχε υιοθετήσει η Ε.Ε. είναι ένα γιγάντιο πείραμα «κοινωνικού προγραμματισμού» της νέας γενιάς. Θυμίζει πολύ το φανταστικό «Θαυμαστό, καινούργιο κόσμο» του Άλντους Χάξλεϊ, μόνο που εδώ λείπει ο γενετικός και βιοτεχνολογικός προγραμματισμός. Ενδεχομένως δεν θα έχουμε έμβρυα του σωλήνα προορισμένα να γίνουν ηλίθιοι σκλάβοι Ε ή πανέξυπνοι επιστήμονες και τεχνικοί Α. Αλλά ίσως η ίδια η ανεργία και η μακρόχρονη, οδυνηρή παραμονή σ’ αυτήν αποδειχθεί το «φάρμακο που θα κάνει τους ανθρώπους να λατρέψουν τη δουλικότητά τους», όπως είχε προβλέψει ο ίδιος ο Χάξλεϊ. Κι αυτούς τους νέους όρους δουλικότητας διαμορφώνουν σήμερα οι ευρωπαϊκές ελίτ, εκπαιδεύοντας μια γενιά υψηλών προσόντων και ελάχιστων απαιτήσεων.
Εμφανίζεται σαν κάτι φυσιολογικό, σαν ευκαιρία, σαν γενναιοδωρία. Αλλά δεν είναι. Νέοι επιστήμονες με βαρείς τίτλους σπουδών μεταναστεύουν. Άνθρωποι με υψηλή ειδίκευση και σημαντικές δεξιότητες επανακαταρτίζονται, κι αυτό μπορεί να τους ξανασυμβεί αρκετές φορές στη ζωή τους. Παίζουν στα δάκτυλα τις νέες τεχνολογίες, μιλούν δυο και τρεις γλώσσες, αφομοιώνουν ταχύτατα νέες μεθόδους και τεχνικές, αλλά μπορεί να περάσουν άπειρες εμπειρίες μαθητείας, από τον ένα κλάδο στον άλλο, από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Θα περάσουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του εργάσιμου βίου τους σε μια αίθουσα αναμονής, με υποαπασχόληση, mini jobs, κινητικότητα, ανασφάλεια, μισθολογική αστάθεια. Θα είναι η generation z, που θα σπρώχνει τις προηγούμενες γενιές, τις generation x και y, τη γενιά των baby boomers στην άτακτη έξοδο από την αγορά εργασίας και από την ομπρέλα ενός συστήματος κοινωνικής προστασίας όλο και χαμηλότερου επιπέδου. Η αλληλεγγύη γενεών που υποδύεται πως ζητεί από τους Ευρωπαίους ο «νεοκεϊνσιανός» Σόιμπλε και οι λοιποί «κοινωνικοί μηχανικοί» δεν είναι παρά η εγκαθίδρυση ενός ακήρυκτου, αθόρυβου κι αέναου πολέμου γενεών, με κάθε νέα γενιά να φυτοζωεί πάνω στα ερείπια της προηγούμενης.

Τώρα, αν αυτή η νέα συνθήκη «προόδου» που υπόσχεται η ευρωπαϊκή ελίτ θα σώσει τη «χαμένη γενιά» και θα αποτρέψει την «επανάστασή» της που τόσο φοβάται ο Σόιμπλε, πολύ αμφιβάλλω. Αντιθέτως, έχει όλα τα συστατικά κατακερματισμού, κοινωνικής αποδόμησης και διάλυσης της Ευρώπης.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

«Αναρωτιέμαι», είπε ο Άγριος, «γιατί ενώ μπορείτε να βγάλετε από τις φιάλες ό,τι σχεδόν θέλετε, δεν τους φτιάχνετε όλους Άλφα Δύο Συν;».
Ο Μουσταφά Μοντ γέλασε. «Διότι το θέλουμε το κεφάλι μας. Πιστεύουμε στην ευτυχία και τη σταθερότητα. Μια κοινωνία με Άλφα μόνο θα ήταν σίγουρα ασταθής και δυστυχισμένη. Για φανταστείτε ένα εργοστάσιο επανδρωμένο με Άλφα, δηλαδή άτομα καλής  κληρονομικότητας, αλλά όχι συγγενικά και έτσι προκαθορισμένα ώστε να μπορούν, σε συγκεκριμένα πλαίσια, να αποφασίζουν ελεύθερα και να αναλαμβάνουν ευθύνες. Φανταστείτε!».
Ο Άγριος προσπάθησε, δίχως να τα καταφέρει.
«Είναι εντελώς παράλογο. Ένας εμφιαλωμένος Άλφα με ανάλογα προκαθορισμένα εξηρτημένα αντανακλαστικά, αν είχε να κάνει την εργασία ενός Έψιλον Ημι-Ηλίθιου, θα τρελαινόταν, θα τα έσπαγε όλα. Οι Άλφα είναι κοινωνικοί μόνο όταν κάνουν την εργασία που τους αντιστοιχεί. Μόνο ένας Έψιλον μπορεί να κάνει τις θυσίες που κάνουν οι Έψιλον. Απλούστατα γιατί γι’ αυτόν δεν είναι θυσίες, Βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο των απαιτήσεων. Ο προκαθορισμός τού έθεσε την τροχιά της μελλοντικής του πορείας. Το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο. Αφού βγει από τη φιάλη, ουσιαστικά παραμένει εμφιαλωμένος σε μια άλλη, αόρατα σχηματισμένη από εμβρυακές καθηλώσεις. Ο καθένας φυσικά», είπε με ύφος στοχαστικό ο Διαχειριστής, «περνάει τη ζωή του μέσα σε μια φιάλη. Μόνο που για τους Άλφα είναι αναλογικά θεόρατη. Θα υποφέραμε αν τα πλαίσια ήταν πιο περιορισμένα. Δεν γίνεται να βάλουμε στις φιάλες των κατώτερων τάξεων συνθετική σαμπάνια των ανώτερων τάξεων. Το πείραμα της Κύπρου το απέδειξε».

Άλντους Χάξλεϊ, «Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος»

(Επενδυτής, 1/6/2013)

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Εναλλακτικά… ανταλλακτικά...


Κράτη, μίση και στρατοί. Σαν μια ατέλειωτη παρέλαση φτώχειας. Ένα ξέφρενο μίσος για τον άλλον που είναι κι αυτός με τη σειρά του στημένος σε μια ουρά. Υπερήφανεια (;) για την καλύβα του μπάρμπα Θωμά όπου ζει.
Δεν είναι δα και λίγοι οι νέοι που ονειρεύονται να γίνουν καταδρομείς. Φουσκώνουν σαν παγώνια όταν φοράνε στολή. Υπακούουν σε παράλογες και γελοίες διαταγές ανωτέρων που διάβηκαν σαν κι αυτούς το Ρουβίκωνα της ιεραρχίας και του καθήκοντος.
Οι άνθρωποι που προετοιμάζονται για τις μελλοντικές μάχες πιθανόν να μην μάθουν ποτέ τους μηχανισμούς που προκαλούν τις μάχες. Θα είναι αιωνίως… γάζες από μπαμπάκι -που μαζεύουν οχτάχρονα- στην πληγή ενός κόσμου όπου δεσπόζουν σοφοί ποιμενάρχες. Αυτοί που διδάσκουν το ευαγγέλιο στις τρυφερές ηλικίες μιλώντας για υπακοή και ταπείνωση. Αυτοί που εκπαιδεύουν τους μάνατζερ επιχειρήσεων για να αγοράζουν και να πουλάνε το εμπόρευμα αλλά και το ιδεολόγημα του εμπορεύματος.
Μια ατέλειωτη ακολουθία ανθρώπων-μηχανών,  προορισμένων να διαιωνίσουν την κυριαρχία. Μια αδιάκοπη διαδικασία ανακατέματος και μαγαρίσματος. Μια διαδικασία ξεδιάντροπης επιβολής τους κακού. Ενός κακού που μαγειρεύεται μεγαλειωδώς στα κανάλια, στις εκκλησίες, στις ακαδημίες και στις μη κυβερνητικές επάλξεις οργανώσεων που με τρόπο ισοπεδωτικό έχουν επιβάλει το χρήμα στο κέντρο όλων των ζωτικών συμφερόντων. Ένας σοφός διασκελισμός του συστήματος μετέτρεψε τον Δασκαλόπουλο σε επιχειρηματία και τον εκλεκτό πολιτευτή της μεσαίας τάξης σε… ευαίσθητο υπουργό που κάνει όνειρα για ανάπτυξη.
Ένας κόσμος ικανοποιητικής γελοιότητας και ξεβρακώματος, που ευτελίζει την κατεξοχήν ανθρώπινη χρήση της νόησης, την πρόβλεψη και την αντίδραση απέναντι στον άμεσο κίνδυνο. Ζώντας σαν τους κατοίκους πολιορκημένης πόλης που τους σώνονται τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά χωρίς να έχουν πια από τίποτε να πιαστούν εκτός απ’ τους ώμους κάποιου λεφτά. Θα κάνει επενδύσεις και θα πετάξει ένα ξεροκόμματο για να ξεγελάσουμε την πείνα και να περάσουμε για λίγο καλά με τα κάθε λογής όπια.
Οι κλινάμαξες που οδηγούν στην άβυσσο της εκμετάλλευσης ξεκινούν από δω, την ώρα που ανοίγουν οι πόρτες των συσσιτίων, την ώρα που ο στερημένος παζαρεύει λίγη ευτυχία, την ώρα που οι εργαζόμενοι ψάχνουν όπλα νόμιμα για… νόμιμους και ένδοξους σκοτωμούς.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Μια μεταμεσονύχτια κουβέντα…

Gil-galad, Απ'όλα (με sos)...

Όχι, δε θέλω να βάλω εικόνα για να μπορείς κι εσύ να το δεις.Βρέθηκα σε ένα κόσμο που οι εικόνες ήταν αποτυπώματα στιγμών και τώρα πια είναι δεσμοφύλακές μας. Εικόνες είμαστε που εντέχνως, με περιοδικά, καλό στάτους ζωής, εμφάνιση κι αποτυχημένους έρωτες μας έφτιαξαν. Στο Superman θυμάμαι, αυτή ντε την παλιά ταινία, η φυλακή που επέβαλαν ήταν να σε κλείσουν σε ένα θάλαμο σα φωτογραφία, σαν εικόνα. Ε, τα κατάφεραν κι εδώ κι ας είσαι ελεύθερος να περπατάς πέρα από τα εκατοστά του πλαισίου σου, είσαι φυλακισμένος μέσα σε μια εικόνα κι αν το έβλεπες καθαρά, είσαι ΙΔΙΟΣ με το διπλανό σου. Μιλάμε για Ι Δ Ι Ο Σ ! ! !
Σου έμαθαν να λες “δε βαριέσαι” και να κοιτάζεις με βλέμμα κενό, με μυαλό στέρφο, ό,τι επιθύμησες, ό,τι σε έκανε να αισθάνεσαι ζωντανός… Δε μιλάω για το καινούριο σου μηχάνημα και το ένδυμά σου που θα σε ζηλεύουν μιας και το κατέχεις. Μιλάω για τον έρωτα, μιλάω για τα όνειρα, μιλάω για το ενδιαφέρον για μια πιο δίκαιη ζωή…
Δεν κάνεις καν αναλύσεις επιπέδου γηπέδου ή καφενείου πια, μα αναλύσεις επιπέδου καφετέριας! Κάθεσαι, ΙΔΙΟΣ με το διπλανό σου και κρίνεις τους πάντες και τα πάντα με μια μόνο γαμημένα κενή φράση, “Όλοι τους ίδιοι είναι, για τον π…”. Εσύ ο σωστός, ο διαφορετικός κριτής. Εσύ που αμέσως μετά από αυτό το αδιανόητα κενό πράγμα που ξεστόμησες βλέπεις τους ΙΔΙΟΥΣ διπλανούς σου να γνέφουν καταφατικά, πριν κοιτάξουν τον κώλο της διπλανής που έχει ένα πανομοιότυπο με σένα γκόμενο.
Αδέκαστε εσύ νέε που εκτός από το να κατηγορείς τη γενιά των πατέρων σου που σε καταδίκασαν σ’αυτή την κακή μοίρα, δεν κάνεις και τίποτε άλλο πέραν του να εκτονώνεσαι σε διαδίκτυα και εφαρμογές κινητών. Εσύ που αποδέχτηκες ότι σε αυτή τη ζωή υπάρχουν μόνο αποτυχημένοι έρωτες, ή ανεκπλήρωτοι. Εσύ που αποδέχτηκες το “που πήγαν όλοι οι άντρες;” και το “δε μπορώ να δεσμεύομαι εγώ, είμαι ελεύθερο πνεύμα, πνίγομαι”. Εσύ που προτιμάς να μη σκέφτεσαι, αντί να παλεύεις για όσα αγχώνεσαι. Συμβουλεύεις τον άλλο λέγοντάς του, “έλα μην τα σκέφτεσαι τώρα”, “γράψτους στ’αρχίδια σου”, “όλοι ίδιοι είναι”. Τον συμβουλεύεις να κάνει ό,τι κάνεις κι εσύ κι έτσι να καταλήξετε ΙΔΙΟΙ. Με φράτζα, γένια, τατουάζ, i-Phone, κερατωμένοι, με κερατωμένες γκόμενες, με φίλους που δεν ξαναμιλάς γιατί είναι βαζελογαβροχανουμοβουλγαροσκουλικα, με φίλες που συστηματικά θάβεις και σε θάβουν, ίδιοι… Κι όταν σπείρεις κι εσύ το σπόρο του ίδιου και γίνεις ένα ακόμα γρανάζι στη μηχανή τους, είσαι κιόλας νεκρός. Δε θα είσαι στο χώμα, πεθαμένος, τουλάχιστον εκεί θα ήσουν κάτι. Ζωή δεν είχες και δε θα έχεις ξανά.
Είχα δει κάποτε γραμμένο σε ένα τοίχο ένα ακόμα ωραίο…
Έρωτας, όνειρα, ζωή, φιλία,
Αν βαριέσαι τα πιο πάνω τα είπε καλύτερα από μένα ο Τάσος Λειβαδίτης
Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε
Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.
Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Η Ρόζα ζει. Δώστε της το χέρι πριν χαθεί...

Ακροβατης...
 
Η Ρόζα ζει.
Ζει. Περπατάει χαμένη στους δρόμους κάποιας μεγαλούπολης και κρύβεται στο πλήθος. Όταν δεν είναι έξω, χάνεται σε κάποιο δωμάτιο, πίσω από κάποια τηλεόραση, μπροστά σε κάποια τηλεόραση ή σε κάποιο καθρέφτη και κλαίει ή γελάει μόνη της.


Ποια είναι στην πραγματικότητα αυτή η Ρόζα.

Είναι σπουδαγμένη. Είχε περάσει τα χρόνια της αθωότητας. Τότε που όλοι γίνονταν γιατροί ή δικηγόροι. Τότε που η πρόβλεψη ότι καθένας θα χρειάζεται να κάνει ή να ξέρει να κάνει μία,δύο και τρεις δουλειές φάνταζε ανέκδοτο.


Όλα αυτά τα χρόνια πρόλαβε να αγαπήσει αυτό που μελετούσε, να διπλώσει και να ξεδιπλώσει τον εαυτό της πολλές φορές και να τακτοποιήσει καλά τις γωνίες. Όμως το ανέκδοτο έγινε πραγματικότητα και τα χρόνια των σπουδών της έγιναν κορνίζες στον τοίχο της, δίπλα σε φωτογραφίες από εκείνη την εποχή. Δεν είναι αυτό όμως που τη βαραίνει. Είχε μάθει να αγαπάει και να δίνεται, οπότε είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι αυτό που θα μείνει είναι ό,τι αγάπησε. Και η καρδιά της είναι αρκετά μεγάλη.Χωράει όλες τις τέχνες της, λες και ήξερε ότι θα τις είχε εκεί για να τις πιάσει, όταν θα πεινούσε, όπως λέει η γνωστή παροιμία. Ήταν από τα βασικά πράγματα που την κάνει υπερήφανη ακόμα και τώρα.

Είναι στ' αλήθεια η ίδια Ρόζα;

Δεν είναι απαραίτητα αρτίστα. Δεν έχει απαραίτητα καλλιτεχνική φύση. Άλλωστε τα θέατρα, όπως και άλλα πολλά σε αυτή την πόλη κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Όμως θυμάται τη στιγμή που άρχισε να περπατάει εδώ. Ήρθε εδώ για να βρει δουλειά. Για να κατακτήσει την πόλη αυτή. Μα όσο κι αν γυρνάει από εδώ και από εκεί, δε βρίσκει πουθενά. Πουθενά. Ούτε αυτό τη βαραίνει. Έχει τις τέχνες της, τις αναμνήσεις της, τα νιάτα, τα κατσαρά μαλλιά της και όσο από το νάζι της έχει απομείνει. Κυρίως όμως είχε ακόμα τα νύχια και τα πόδια της γερά γατζωμένα σε αυτόν τον τόπο και τον ίσκιο που αυτά άφηναν στο χώμα του. Αυτός ο ίσκιος ήταν ένα άλλο πράγμα για το οποίο καμάρωνε κρυφά κι ας μην το είχε πει σε κανέναν.

Τι είναι αυτό που τη βαραίνει πιο πολύ;
Είναι πολλοί οι δρόμοι που περπάτησε και μένουν πολλοί για να περπατήσει ακόμα. Υπήρχε όμως και ένας δρόμος  πιο εύκολος. Για την άλλη Ρόζα αυτός ήταν να χαρίσει τα νιάτα της στη ρουφιανιά, να ζει και να προδίδει και να την πληρώνει ο κάθε Τσάκαλος, τώρα αυτός κάνει τη δουλειά του αλλιώς. Και κάτι τέτοιες σαν τη Ρόζα, δεν τη θέλει εδώ. Έχει χρόνια ανακοινωθεί η απόφαση ότι αυτός ο τόπος θα προχωρήσει ερημωμένος από τα νιάτα του. Και είναι λίγοι αυτοί που έμειναν να περπατάνε στην κακούργα πόλη, ακόμα λιγότεροι αυτοί που, σαν τη δικιά μας, έχουν ακόμα μπηγμένα τα νύχια στο χώμα της. Άλλοι τα μάζεψαν και έφυγαν για τον άλλο κόσμο, άλλοι τα μάζεψαν και έφυγαν για άλλες πολιτείες. Είναι λοιπόν μόνη της από αυτή την άποψη, πολεμάει μέρα τη μέρα αυτόν τον εύκολο δρόμο, αυτό ίσως τη βαραίνει πιο πολύ από όλα. Κρατάει παρ'όλα αυτά γερά το χώμα μέσα στα χέρια της.
Όπου υπάρχει και θύμα, υπάρχει και θύτης.

Το τι ακριβώς έχει στο κεφάλι της είναι άγνωστο.Κάποιοι λένε ότι περιμένει. Κάποιοι άλλοι ότι έχει απελπιστεί. Οι περισσότεροι εκπλήσσονται όταν συζητούν το θέμα και, είτε κουνάνε το κεφάλι συγκαταβατικά, είτε προσπαθούν να αλλάξουν θέμα. Αν ζούσαμε σε μια άλλη εποχή, θα μπορούσαμε με περισσότερη ευκολία να πούμε ότι η Ρόζα είναι το μέλλον. Όμως σε τούτη την πατρίδα και σε αυτή την εποχή, οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι η Ρόζα είναι το θύμα κάποιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που άλλοι έφτιαξαν γι αυτή και για τόσες άλλες Ρόζες.  Και οι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σας όπως ακριβώς ανοίγονται και γι αυτήν. Το πιο εύκολο είναι να κάνετε πως δεν υπάρχει. Πως δεν υπάρχουν. Να γυρίσετε το βλέμμα αλλού, σιγομουρμουρίζοντας κάποια δικαιολογία από αυτές που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα. Όμως η Ρόζα υπάρχει όπως υπάρχετε κι εσείς. Υπάρχουμε. Τα νύχια μας είναι ακόμα μπηγμένα στο χώμα. Ίσα που την προλαβαίνετε. Ίσως να είναι έτοιμη για να φύγει. Ίσως να μην αντέχει άλλο. Ίσως κόντρα στο δικό σας πείσμα να τη διώξετε, παραμένει αποφασισμένη να μείνει εδώ. Σε κάθε περίπτωση δε θα ρωτήσει κανέναν για τον επόμενο δρόμο που θα περπατήσουμε. Απλώστε το χέρι πριν είναι πολύ αργά. Δώστε της το χέρι πριν χαθεί. Κάπου εκεί θα βρείτε και το δικό της.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Το αδιέξοδο της ισχύος...

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, απο την Ελευθεροτυπια...
Η Γερμανία, με δυσώδες παρελθόν, ιδίως έναντι των χωρών που το έχουν επώδυνα υποστεί και σήμερα συνυπάρχουν με αυτήν στο κοινό νόμισμα, αποδεικνύεται ακόμη μια φορά κοιτίδα φονικής και ατελέσφορης υπερβολής όχι μόνον για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτόν της.
Σε κάθε ιστορική φάση, δεν σταθεροποιεί τον κατ' αυτήν «ζωτικό χώρο», στην ηγεμόνευση του οποίου αποβλέπει, αλλά τον υποβάλλει σε μονομερείς αφαιμάξεις, με συνέπεια περισσότερες αντιστάσεις παρά προσχωρήσεις στις ηγεμονικές φαντασιώσεις της.
Ενώ η τρέχουσα κρίση ξεκίνησε από την αμερικανική χρηματοπιστωτική φούσκα και πέρασε στις υπερεκτεθειμένες σε αυτήν γερμανικές τράπεζες, οι τελευταίες μετέφεραν την κρίση τους στον ευρωπαϊκό Νότο, ενοχοποιώντας τον για παθογένειες από το παρελθόν. Στην Αμερική, ο πρόεδρος Ομπάμα, με συνείδηση του συστημικού χαρακτήρα της κρίσης, στηρίζει την απασχόληση, τους αδύναμους και πιθανώς λιγότερο ανταγωνιστικούς, προκειμένου να σταθεροποιήσει την οικονομία και την ανάκαμψη, προϋπόθεση όχι μόνον για ισοσκέλιση του δημόσιου ελλείμματος, αλλά και για οποιαδήποτε διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Στην Ευρώπη, η γερμανική πολιτική επιλέγει ακριβώς το αντίθετο: με όραμα την «οικονομική ευγονική», ανταμείβει τους ισχυρούς και ανταγωνιστικούς, τιμωρεί τους αδύναμους και μη ανταγωνιστικούς, με συνέπεια να εκτινάσσεται η ανεργία σε μη βιώσιμα ύψη, τα ελλείμματα να διαιωνίζονται, να καθηλώνονται οι αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Με γερμανική ευθύνη, η Ευρώπη-αναμορφωτήριο αποβαίνει σήμερα κοιτίδα της παγκόσμιας ύφεσης και ανεργίας, παρ' όλο που η Γερμανία διαθέτει τα μεγαλύτερα στον κόσμο πλεονάσματα και συνεπώς τη μέγιστη ευχέρεια για να σταθεροποιεί την οικονομική και νομισματική περιοχή της.
Εκατομμύρια νέοι εγκαταλείπουν τις χώρες του Νότου σε αναζήτηση εργασίας και επιβίωσης, όμως οι Γερμανοί ιθύνοντες δεν ανησυχούν, αλλά επαίρονται για την «επιτυχία» τους. Το περιοδικό «Σπίγκελ» επιχαίρει με αυταρέσκεια και κυνισμό για τις αφίξεις στη Γερμανία των «νέων Gastarbeiter», που «δεν είναι Τούρκοι χωρικοί της Ανατολίας, αλλά μορφωμένοι Ιταλοί, Ισπανοί, Ελληνες, Πορτογάλοι, απόφοιτοι των καλύτερων πανεπιστημίων». Το μέλλον προδιαγράφεται σκοτεινό με την απογύμνωση του Νότου από νεανικούς και μορφωμένους πληθυσμούς, εν τούτοις η Γερμανία το αντιμετωπίζει με κομπασμό και εθνικιστική αναίδεια: «Η Γερμανία κοροϊδεύει τον κόσμο, αδιαφορεί για την Ευρώπη», σημειώνει η «Μοντ». Το νέο γερμανικό όνειρο, που απερίσκεπτα προσφέρεται στη γερμανική κοινή γνώμη, αποτελεί ταυτόχρονα εφιάλτη όχι μόνον για τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, συμπληρώνει η γαλλική εφημερίδα.
Η καθαρή εισροή μεταναστευτικού δυναμικού στη Γερμανία αυξήθηκε από 128.000 άτομα το 2010, σε 340.000 στο τέλος του 2012. Η συμβολή του Νότου σε αυτήν ανέρχεται σε 96.000 άτομα, τα υπόλοιπα 244.000 άτομα προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη.
Εάν οι μετακινούμενοι πληθυσμοί από τις ελλειμματικές χώρες έβρισκαν πράγματι απασχόληση στις πλεονασματικές, αυτό, μολονότι επώδυνο για τις χώρες προέλευσης, θα ήταν μέσα στους «κανόνες του παιχνιδιού», θα αποτελούσε «κάποια λύση» στο σημερινό πρόβλημα απασχόλησης των νέων. Ωστόσο, ούτε αυτό είναι βέβαιο. Η γερμανική απασχόληση κινείται στα όρια στασιμότητος, με μέση ετήσια μεταβολή την τελευταία τριετία 0,5%. Με τις περικοπές δαπανών στη χώρα των πλεονασμάτων, η γερμανική οικονομία έχει περιέλθει σε στασιμότητα, ύφεση και ανεργία από το τελευταίο τρίμηνο του 2012. Οι επενδύσεις και ο σχηματισμός κεφαλαίου καταγράφουν αρνητικές επιδόσεις. Ο αριθμός των Γερμανών ανέργων τοποθετείται στα 3,15 εκατομμύρια, 7% του ενεργού πληθυσμού και 8% για τους κάτω των 25 ετών. Σε αυτούς, προστίθενται ανά τρίμηνο 18.000 νέοι άνεργοι. Στη μεταλλουργία, 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι παραμένουν καθηλωμένοι σε συνθήκες μερικής απασχόλησης και εργασιακής ανασφάλειας. Στους ανειδίκευτους, η ανεργία υπερβαίνει το 20%. Ο Μίκαελ Ζόμερ, πρόεδρος της ομοσπονδίας DGB, καταγγέλλει: ενόσω δεν υπάρχει κατώτατος μισθός, 25% των Γερμανών «εργάζονται» με λιγότερο από 6 - 8 ευρώ την ώρα, στην ανατολική πλευρά με 4 ευρώ ή 720 ευρώ μηνιαίως.
Το χρήμα του Νότου συρρέει στη Γερμανία, οι άνεργοι το ακολουθούν κατά πόδας, ωστόσο, παρά πάσα προσδοκία, δεν το συναντούν, αφού και εκεί η προσφορά θέσεων εργασίας παραμένει κατώτερη από τη ζήτηση. Εάν αυτό συνιστά «γερμανική ισχύ», τότε πώς θα ονομαζόταν το αδιέξοδό της, που καταποντίζει εταίρους, χωρίς όμως να σταθεροποιεί την ίδια; Με τη χρεοκοπία του 2001, η Αργεντινή απώλεσε 10% του μορφωμένου πληθυσμού της, που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και Αυστραλία. Με την κρίση χρέους στον ευρωπαϊκό Νότο, εκατομμύρια νέοι ξεριζώνονται, παρ' όλο που, με τη γερμανική «αρετή» της λιτότητος, η απασχόληση καταντά «σπάνιο είδος». Εάν η απώλεια θέσεων εργασίας στις ελλειμματικές χώρες δικαιολογείται, στις πλεονασματικές παραμένει απολύτως αδικαιολόγητη. Υπάρχει κάτι νοσηρό στο Βασίλειο της Ευρώπης.
kvergo@gmail.com

Ροη αρθρων