Του Τίτους Μίλεχ, απο το Alter Thess...
Το παρακάτω κείμενο είναι η ομιλία του Τίτους Μίλεχ, συγγραφέα του βιβλίου
με τίτλο «Ο τόπος του εγκλήματος. Γερμανία, η ανοίκεια πατρίδα»,
ψυχιάτρου/ ψυχαναλυτή, στην εκδήλωση της δημοτικής κίνησης "Θεσσαλονίκη
Ανοιχτή Πόλη" με θέμα "69 χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς.
Ποτέ
πια φασισμός!" (31/1/2014).
Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα[1] αυτή, σου κόβεται η μιλιά. ( Η αυθόρμητη επιθυμία μου θα ήταν να το βάλω στα πόδια όσο πιο γρήγορα μπορώ και χωρίς να με βλέπει κανείς, να κρυφτώ κάπου και να κλάψω μέχρι που να μην έχω άλλα δάκρυα …)
Και να σκεφτεί κανείς ότι το Auschwitz, το πιο γνωστό από όλα τα στρατόπεδα, είναι μόνο μία από τις 42.500 «φυλακές», γκέτο, στρατόπεδα συγκέντρωσης, θανάτου και εργασίας που έστησαν οι Γερμανοί στην κατεχόμενη Ευρώπη[2].
Εάν προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε τα εκατομμύρια των βασανισμένων και καταδικασμένων σε θάνατο ανθρώπων και οικογενειών, φτάνουμε στα όρια του αφόρητου. Και σε μένα, ως Γερμανό, κάθε φορά που θυμάμαι ότι όλο αυτό το έκαναν ή το επέτρεψαν να γίνει οι συμπατριώτες μου, ξυπνάει – είτε το θέλω είτε όχι – το δικό μου αίσθημα ντροπής και ενοχής, αυτό το αίσθημα που υπάρχει από καιρό.
Για μένα, ως Γερμανό, είναι αδιανόητο να μην ασχοληθώ με το Ολοκαύτωμα και τα άλλα εγκλήματα των Ναζί. Παρόλ’ αυτά, άρχισε μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 (γύρω στα 40 μου) να με απασχολεί πραγματικά και εντατικά η ερώτηση «πώς ήταν δυνατόν;».
Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα[1] αυτή, σου κόβεται η μιλιά. ( Η αυθόρμητη επιθυμία μου θα ήταν να το βάλω στα πόδια όσο πιο γρήγορα μπορώ και χωρίς να με βλέπει κανείς, να κρυφτώ κάπου και να κλάψω μέχρι που να μην έχω άλλα δάκρυα …)
Και να σκεφτεί κανείς ότι το Auschwitz, το πιο γνωστό από όλα τα στρατόπεδα, είναι μόνο μία από τις 42.500 «φυλακές», γκέτο, στρατόπεδα συγκέντρωσης, θανάτου και εργασίας που έστησαν οι Γερμανοί στην κατεχόμενη Ευρώπη[2].
Εάν προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε τα εκατομμύρια των βασανισμένων και καταδικασμένων σε θάνατο ανθρώπων και οικογενειών, φτάνουμε στα όρια του αφόρητου. Και σε μένα, ως Γερμανό, κάθε φορά που θυμάμαι ότι όλο αυτό το έκαναν ή το επέτρεψαν να γίνει οι συμπατριώτες μου, ξυπνάει – είτε το θέλω είτε όχι – το δικό μου αίσθημα ντροπής και ενοχής, αυτό το αίσθημα που υπάρχει από καιρό.
Για μένα, ως Γερμανό, είναι αδιανόητο να μην ασχοληθώ με το Ολοκαύτωμα και τα άλλα εγκλήματα των Ναζί. Παρόλ’ αυτά, άρχισε μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 (γύρω στα 40 μου) να με απασχολεί πραγματικά και εντατικά η ερώτηση «πώς ήταν δυνατόν;».