Κατά τη συνήθειά μου να σηκώνομαι νωρίς, είχα βγει χαράματα στην αβλή. Ήρεμα άνοιγε τα μάτια της η μέρα και κανένα απαίσιο σημάδι δεν προμήναγε τη θύελλα που ερχότανε. Τα μάγουλα της αβγούλας ροδίνιζαν ανάμεσα από τα σκορπισμένα σύννεφα που βόσκανε τον ουρανό. Τα κοκόρια λαλούσανε κλαγγόφωνα, το μούγκρισμα του πρώτου τραμ είχε δονήσει τον αέρα της γειτονιάς, κ' η τονάτη παιδιάτικη φωνή πρόσφερνε «ζεστά κουλούρια» στον έρημον δρόμο, όταν άξαφνα ένας ήχος, φοβερός κι αναπάντεχος συντάραξε την ήρεμη ροή της ζωής. Ούρλιαξε η σειρήνα.
Ούρλιασμα δυνατό, τραβηχτό, επίμονο, ανεβοκατέβαινε όλη τη σκάλα της φρίκης. Στο πρώτο ούρλιασμα έμπαινε δεύτερο, τρίτο, από άλλες σειρήνες, κοντινές και μακρινές, γινότανε ούρλιασμα κανόνας, ούρλιασμα φούγκα, στρίγγλικη μουσική, η μουσική πού έμελλε για χρόνια να γδέρνει τα αφτιά των κατοίκων της πολιτείας και να τους κόβει το αίμα. Γιόμιζε η στρίγγλικη βουή τα ουράνια, σαν για να ξεσηκώσει τους πεθαμένους της γης. Οι ζωντανοί πετάχτηκαν αλαφιασμένοι απ' τα κρεβάτια τους.

Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα να εμποδίσουμε έξω τη σατανική συναυλία που μας τριβέλιζε το μυαλό κι ανοίξαμε το στόμα του διαλαλητή. Αυτός σφυρίζει κλέφτικα κι η εγγαστρίμυθη φωνή του λέει: «Προσοχή, προσοχή...», σύσταση ολότελα περιττή για εκείνη ίσα-ίσα τη στιγμή, που όλη μας η ύπαρξη είχε γίνει χίλια τεντωμένα αφτιά.