Κατά τη συνήθειά μου να σηκώνομαι νωρίς, είχα βγει χαράματα στην αβλή. Ήρεμα άνοιγε τα μάτια της η μέρα και κανένα απαίσιο σημάδι δεν προμήναγε τη θύελλα που ερχότανε. Τα μάγουλα της αβγούλας ροδίνιζαν ανάμεσα από τα σκορπισμένα σύννεφα που βόσκανε τον ουρανό. Τα κοκόρια λαλούσανε κλαγγόφωνα, το μούγκρισμα του πρώτου τραμ είχε δονήσει τον αέρα της γειτονιάς, κ' η τονάτη παιδιάτικη φωνή πρόσφερνε «ζεστά κουλούρια» στον έρημον δρόμο, όταν άξαφνα ένας ήχος, φοβερός κι αναπάντεχος συντάραξε την ήρεμη ροή της ζωής. Ούρλιαξε η σειρήνα.
Κατά τη συνήθειά μου να σηκώνομαι νωρίς, είχα βγει χαράματα στην αβλή. Ήρεμα άνοιγε τα μάτια της η μέρα και κανένα απαίσιο σημάδι δεν προμήναγε τη θύελλα που ερχότανε. Τα μάγουλα της αβγούλας ροδίνιζαν ανάμεσα από τα σκορπισμένα σύννεφα που βόσκανε τον ουρανό. Τα κοκόρια λαλούσανε κλαγγόφωνα, το μούγκρισμα του πρώτου τραμ είχε δονήσει τον αέρα της γειτονιάς, κ' η τονάτη παιδιάτικη φωνή πρόσφερνε «ζεστά κουλούρια» στον έρημον δρόμο, όταν άξαφνα ένας ήχος, φοβερός κι αναπάντεχος συντάραξε την ήρεμη ροή της ζωής. Ούρλιαξε η σειρήνα.