Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Του Σικελιανού η αμείλιχτη ευθύνη...

Για μέρες πηγαινοερχόμουνα μ’ ένα βιβλίο στην τσάντα. Διάβαζα, τσάκιζα, υπογράμμιζα: τη φωνή του ποιητή να μιλάει για τη ζωή στον αιώνα του και για τα σημερινά.
Το βιβλίο: Κώστα Μπουρναζάκη «Α. Σικελιανός. Συνεντεύξεις και συνομιλίες», εκδ. Βικελαίας Βιβλιοθήκης. Σε συνέντευξη για το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, 5 Μαϊου 1945, ο Δημήτρης Φωτιάδης ρωτάει τον ιεροφάντη ποιητή: Ποια ήτανε τα συναισθήματά σας όταν αντικρύσατε τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη; Λέει ο Σικελιανός:
sikelianos
«Ασφαλώς ούτε για Σας ούτε για με, τα φοβερά αυτά χρόνια που περάσαμε είναι μια ευκαιρία συγκέντρωσης εντυπώσεων κι ανεκδότων. Ηρθαν κ’ έφυγαν για να βαθύνουνε μέσα μας μια προϋπάρχουσα πνευματική εμπειρία και να μας τονώσουνε όσο είναι δυνατό περισσότερο το αίσθημα μιας αμείλιχτης ευθύνης.
»Τον πνευματικό άνθρωπο ποτέ δεν τον προκαταλαβαίνουνε τα γεγονότα. Τα βλέπει καθαρά να ‘ρχονται, με ‘βραδυσεισμική’ ή μ’ απότομη ‘σεισμική’ εκδήλωση, μεσ’ από τη γενική πνευματική μαζί και ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και σπεύδω να Σας πω: Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ δεν ήτανε για μένα ξαφνικά και απλά ‘συμπτωματικά’ φαινόμενα ή επιφαινόμενα της εποχής μας. Τους είχε προετοιμάσει το γενικότερο πνεύμα του αιώνα μας στη Δύση. [...]
»Να τι ένιωσα και νιώθω ολοένα απ’ τη στγμή που αντίκρισα τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη στην Ελλάδα: Αγανάκτηση, αηδία κ’ ευθύνη, απροσμέτρητη πνευματική και ηθική ευθύνη για το μέλλον».
Παρακάτω. Τα Χριστούγεννα του 1952 ο Ηλίας Βενέζης γράφει στη Νέα Εστία μια ανάμνηση από τον Αγγελο Σικελιανό: πώς ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1949, σ΄ένα δείπνο φίλων, ηχογράφησαν τη φωνή του. Η ηχογράφηση ενσωματώθηκε σε δίωρο ντοκιμαντέρ των Τ. Ψαρρά-Κ. Μπουρναζάκη για τον Σικελιανό, στην ΕΤ1, και τώρα απόκειται στο ψηφιακό αρχείο της πρώην ΕΡΤ, κάπου. Γράφει ο Βενέζης:
«Δόξα σοι ο Θεός, εκείνη η ταινία με τη φωνή του σώθηκε. Σε σπάνιες ώρες, σε ώρες ανάγκης της ψυχής, παίρνω την κόρη μου κοντά μου, το παιδί γυρίζει το κουμπί στο μηχάνημα, ο Σικελιανός αρχίζει να μιλάη για τις ρίζες τις πρώτες και αν λέη στίχους. Ολα τότε γίνονται δύναμη και διάρκεια. Δύναμη και διάρκεια ελληνική. [...] Λέει η φωνή:
―Ημουνα είκοσι χρονώ παιδί. Τότε έφυγα εγώ στην Αίγυπτο, πήγα στην έρημο, και σε μια τέντα μέσα έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο σε μια βδομάδα. Πρίν φύγω στην έρημο είπα στην Εύα [Πάλμερ - σ.σ.]. Ημουν πολύ αγνός, πολύ τίμιος ώστε να ψευσθώ απέναντι ενός πράγματος που θα διαρκέσει όσο κι η ζωή μου. Της λέω: ‘Να παντρευτούμε; Ακουσε, της λέω. Εγώ τώρα γνωρίζω τη ζωή, τώρα μόλις την αναπνέω. Καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι θα κάνω πολλά πράματα που ίσως να μη σ’ αρέσουν. Νομίζω καλύτερα να μην παντρευτούμε’. Και την άφησα εκείνο το χάραμα κι έφυγα για την Αίγυπτο. Επήγα, έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο, κι όταν γύρισα ρωτώ και για την Εύα και για την αδερφή μου. [...] Η Εύα είχε πάει στη Λευκάδα σαν έφυγα στην Αίγυπτο, είχε πέσει στα γόνατα του πατέρα μου και της μητέρας μου και τους είπε: ‘Εγώ θα μείνω εδώ σα θυγατέρα σας, ωσότου θελήση καμιά φορά, μα σε δέκα, μα σε είκοσι χρόνια, να γυρίση. Δεχθήτε με να μείνω’.
Λοιπόν επήγα, έφταξα στις οχτώ η ώρα το πρωί. Η Εύα είχε γίνει πετσί και κόκκαλο. Εως τις εννιά είχε παχύνει, είχε αποχτήσει χρώμα, μια ζωντάνια απέραντη. Και κατά τις δέκα πήγαμε στον ελαιώνα της Λευκάδας…
»Ο Σικελιανός στάθηκε λίγο.
― Αυτή ήτανε η ζωή, είπε.
»Υστερα άρχισε να μιλά για τα μαλλιά της Εύας, που ήταν, λέει κοκκινωνά, και που κατέβαιναν τόσο κάτω απ΄τη φτέρνα της, και πώς τα έλουζε τα μαλλιά. Κι ύστερα, σχεδόν απότομα, άρχισε ν’ απαγγέλη απ’ το Διγενή. Το Διγενή το δικό του, θέλοντας ίσως να συνδέση την αρχή αρχή του ―τους χρόνους της Ερήμου και του Αλαφροΐσκιωτου όπου τον είχε τραβήξει η μνήμη― με τους ύστατους χρόνους του.
… Γύμνωσε ξάφνου το σπαθί
και τέτοια λάμψη είχε χυθεί
πα’ στη λεπίδα του, που λες Αρχάγγελος
απ’ τις ψηλές τις σφαίρες εκατέβαινε
να διαλαλήση αιώνιαν άνοιξη
κρατώντας μυγδαλιάς μακρί κλωνάρι …»
eva_palmer
Υστερα άρχισε να μιλά για τα μαλλιά της Εύας…

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Rage, rage against the dying of the light...



βλέμμα...

Υγρός και κρύος άνεμος ράπιζε το πρόσωπο στη λεωφόρο, έσπρωξε δάκρυα στα μάτια και τα δάκρυα κρυστάλλωσαν και διαθλούσαν φώτα, φώτα λευκά και κόκκινα, πράσινα φώτα, κίτρινα, χρυσά, φανοί πορείας, φλας και στολίδια πάσχιζαν να δώσουν χρώμα εορταστικό στον παγωμένο δρόμο, στην μουδιασμένη πόλη, στους κατηφείς ανθρώπους. Πάλευαν τα φώτα να σχίσουν το υγρό σκοτάδι, να αραιώσουν την πυκνή θλίψη που τύλιγε την πόλη, πάλευαν σιωπηλά, όπως κάθε χρόνο, μα τώρα διαφορετικά.
Τα Χριστούγεννα είναι τα φώτα τους, είναι αστέρια, καμπάνες και γιρλάντες, στέφουν τους δρόμους, αναστατώνουν πλατείες, τυλίγονται σε δέντρα, αναβοσβήνουν μουσικά σε οικιακά μπαλκόνια, σημαίνουν κρυφές χαρές πίσω από γερτές κουρτίνες. Βλέπεις τα φώτα στις βεράντες και ακούς παλμούς ενοίκων, αφουγκράζεσαι ψυχές απόντων κεκοιμημένων που ‘ρχονται φωτεινές και πεταρίζουν γύρω από κάγκελα και γλάστρες φυλλοβόλες, χτυπούν ανεπαισθήτως τον υαλοπίνακα, χνωτίζουν φευγαλέα, τόσο που να τις δουν μάτια παιδιού αθώα, σκορπούν μνήμη χρυσόσκονη και παίρνουν στεναγμούς. Τα σπίτια, η πόλη, οι άνθρωποι είναι τα φώτα τους.
Λϊγα είναι φέτος. Κι άργησαν. Τα μπαλκόνια στέκουνε βουβά, χωρίς σφυγμό, τι να μαντέψεις; Χωρίς δέντρα. Με μαδημένες γλάστρες του Δεκέμβρη. Πολλές αναχωρήσεις, παλικάρια γέροντες μεσήλικες πεταρίζουν ολοχείμωνα χλωμές φωτίτσες να συντροφεύουν και να παρηγορούν. Να σχίζουν τη σκια.
«Do not go gentle into that good night. / Rage, rage against the dying of the light.» Ο Ντύλαν Τόμας φωτίζει τις νύχτες μας, η βιβλική φωνή του έρχεται από το 1953 σ’ ένα μικρόφωνο του BBC: «Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή. / Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.» (μεταφρ. Νίκος Ράπτης).
Σαν οιακισμός κεραυνού έρχεται ο ποιητής, αιφνίδιος, συνταρακτικός, με γράμμα φίλου, με μια σελίδα του Δικτύου, και καλεί τον πατέρα να μείνει εν οργή κόντρα στο σβήσιμο, να μη χαθεί αβρός, να φύγει μαινόμενος και όρθιος. Δώσ’ μας κουράγιο ποιητή, δώσε φωνή στη νύχτα:
Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,

Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.


Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Διαπλέεις την πόλη με μια σιγαλή μοτοσικλέτα, λούζεσαι φώτα, ακούς φωνές ζώντων και νεκρών, όλοι είναι παρόντες τούτη τη νύχτα, ο πατέρας του Ντύλαν Τόμας, ο πατέρας του Γκανά σαν τον δικό μου (Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά / πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε / σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά / εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο / στις πλάτες του ν’ αχνίζει), ο Διόνυσος-Αδης παραστάτης του Σικελιανού, διαλύουν το ζόφο, τινάζουν τη θλίψη απ’ τις καρδιές, φωτίζουν τα βαριά Χριστούγεννα του 2011, θα τα θυμόμαστε τούτα τα Χριστούγεννα πάντα, σαν φώτα απ’ τα μελλούμενα.
«Ω Διόνυσε-Αδη, θείε μας παραστάτη·
συγκράτα τις καρδιές μας με το μαύρο
του πόνου σου κρασί· δυνάμωνέ τις·
προφύλαξέ τις άγγιχτες, για κείνη
την ώρα, π’ αναπάντεχα η κραυγή σου,
πιο από σεισμού βοή, θα μας σηκώσει,
με τους νεκρούς μαζί, στο θείο γιουρούσι!»

ζωγραφική: Σπύρος Παπαλουκάς

Ροη αρθρων