Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Αριστερή χαρά, σκιές και κάποιες σκέψεις...

του Στρατη Μπουρναζου, απο την Αυγη...
Περίπτερο της Ανοιχτής Πόλης. Bράδυ Κυριακής, ώρα 10.00. Αν κάτι μπορώ να κάνω σε αυτό το σύντομο σημείωμα, είναι να μεταφέρω το κλίμα, τη θερμοκρασία, και κάποιες πρώτες σκέψεις. Θερμοκρασία (πολιτική) υψηλή, αναβρασμός. Κόσμος, πολύς, κόσμος της Αριστεράς παλιός και νεότερος. Και χαρά, μεγάλη χαρά.
Χαρά, όχι μόνο για το αποτέλεσμα, για το ότι ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης - σε πείσμα των δημοσκοπήσεων, σε πείσμα των media που προμοτάριζαν με κάθε τρόπο τον συνδυασμό Καμίνη και το έδειχναν μπροστά με κάμποσες μονάδες -είναι δίπλα-δίπλα με τον Καμίνη- ούτε μόνο για τη σαφή υπεροχή της Ρένας Δούρου - και πάλι σε πείσμα των «συνήθων υπόπτων». Αλλά και γιατί αυτή η μεγάλη πολιτική επιτυχία επιβεβαιώνει ότι μια καμπάνια μπορεί να είναι ριζοσπαστική, αριστερή, ανθρώπινη, μαχητική, κινηματική και ταυτόχρονα να κερδίζει. Μια επιτυχία λοιπόν που έρχεται ως επιβράβευση ενός αγώνα έντιμου, ωραίου, αριστερού. Και νικηφόρου. Χαρά, λοιπόν, μεγάλη χαρά, που σκιάζεται όμως. Και από τα ποσοστά Κασιδιάρη-Παναγιώταρου, αλλά και από το ότι ο σπουδαίος, ο λαμπρός αγώνας που έδωσαν οι σύντροφοι του Λιμανιού της Αγωνίας στον Πειραιά δεν δικαιώθηκε στην κάλπη, από την επέλαση Μαρινάκη, με όλο το ζοφερό σύμπλεγμα Ακροδεξιάς - χειραγώγησης - συμφερόντων.
Μερικές πρώτες σκέψεις λοιπόν:
α) Η κυβέρνηση έκανε ένα σωρό μανούβρες, με βασική την παράνομη μετάθεση των ευρωεκλογών τη δεύτερη Κυριακή, με έναν προφανή και ευτελή στόχο: να ανακόψει το προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ, εκμεταλλευόμενη τις ιδιομορφίες των αυτοδιοικητικών εκλογών. Δεν της βγήκε. Και σε αυτό συνετέλεσε αποφασιστικά η επίδοση Σακελλαρίδη και Δούρου.
β) Το ποσοστό της Χρυσής Αυγής, σε Αθήνα και Αττική, είναι ασφαλώς ανησυχητικό. Και αποτελεί μέγα πολιτικό πρόβλημα ότι παρά την ποινική της δίωξη κατέγραψε τέτοια ποσοστά, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αρκούν μόνο οι διώξεις. Δεν αρκούν, ωστόσο είναι απαραίτητες. Όχι μόνο για να μη θρηνούμε νεκρούς, αλλά και γιατί, αν σκεφτούμε το κλίμα και τη δυναμική πριν τη δολοφονία Φύσσα, η σημερινή εικόνα (με τα ισχυρά ποσοστά σε Αθήνα και Αττική, αλλά όχι πανελλαδικά) δεν έχει καμιά σχέση με τη λαίλαπα που σαρώνει τα πάντα όπως περίπου συνέβαινε πριν τον Σεπτέμβριο.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Επιστολή προς αυτοδιοικητικούς...

του Δημητρη Σεβαστακη, απο την Αυγη...
Το κρουαζιερόπλοιο θα ανοίγει την μπουκαπόρτα μπροστά στη φυσούνα. Θα ξεφορτώνει ροζ Ευρωπαίους συνταξιούχους στο μεγάλο συγκρότημα που κτίστηκε παραλιακά. Αφού κάνουν μπάνιο στις πισίνες και λουστούν ήλιο και ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας με λευκό κρασί, θα τους φορτώνουν σε διώροφα πούλμαν για βόλτα στο κέντρο της πόλης και πάλι πίσω. Ελληνική βραδιά με Κατσαρό ή Κιάμο, ύπνος, φυσούνα και δρόμο.

Αυτό το σωληνωτό τουριστικό σενάριο βλέπω μπροστά μου. Με παραλλαγές. Η πόλη είναι ο χάρτης όπου εκδηλώνονται οι συμπεριφορές, οι πολιτικές επιλογές, η ιστορία. Στην Αθήνα ιδιαίτερα, τη δεκαετία του 1950, στο κλίμα του μετεμφυλίου, έγινε η σκληρή επιλογή μιας βίαιης και ασύμμετρης εκβιομηχάνισης. Μεγάλες μονάδες διυλιστηρίων, ναυπηγεία, εργοστάσιο λιπασμάτων, τσιμεντοβιομηχανίες κ.λπ. κατέστρεψαν αμετάκλητα το αττικό τοπίο, χάθηκε οριστικά η ευκαιρία μεταλλαγής του σε διαρκή παραγωγική δύναμη μέσα από την υψηλή αισθητική του αξία.
Λογικό. Ο πεινασμένος , ο διωκόμενος, ο φτωχός δεν νοιάζεται για αισθητική, για τοπίο, για το ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο. Ζει στον λάκκο, τον ενδιαφέρει το ψωμί. Έτσι το κράτος ευνόησε την πεινασμένη αυθαιρεσία του λαού ώστε πίσω από αυτήν να αγκιστρώσει τη βουλιμική αυθαιρεσία μιας ανολοκλήρωτης, μεταπρατικής νεοαστικής τάξης. Ο λαός καταπάτησε, έχτισε, έζησε στις σχισμές του αστικού δικαίου, χωρίς να περάσει στην αντίσταση αλλά απλώς στην παράβαση (πολλοί μάλιστα νεοαριστεροί τα μπερδεύουν αυτά τα δύο).
Ο μετεμφύλιος δημιούργησε τις προϋποθέσεις μιας απόλυτης και ανοιχτής εφαρμογής όλων των βίαιων, παραβατικών και, στο βάθος του χρόνου, αντιοικονομικών επιλογών. Αντιπαροχή για να φτιαχτεί η «μοντέρνα» πόλη στα ίχνη της παλιάς παραγκούπολης ή έστω στα ίχνη των μικρών μονοκατοικιών. Μια πόλη που θα έκρυβε τον διωκόμενο στην ιδιωτική αυτοφυλάκισή του, στην αλλοτριωτική ιδιωτεία και άρα θα διευκόλυνε τον διώκτη. Κανένα μέτρο, κανένας ρυθμιστικός κανόνας, παρά μόνο η εύνοια του κράτους. Να είσαι «της καταστάσεως».

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Οι μετανάστες στην Αθήνα...

του Βασιλη Παπαδοπουλου, απο την Αυγη...
Θα πρέπει να είμαστε από την αρχή ξεκάθαροι: Οι μετανάστες δεν είναι το πρόβλημα. Και θα πρέπει να το πούμε αυτό στον Δήμο της Αθήνας, στο κέντρο της ελληνικής κοινωνίας, που, καλώς ή κακώς, βιώνει το φαινόμενο της μετανάστευσης με τον πλέον εμφανή τρόπο.

Θα πρέπει να πούμε στους κατοίκους της Αθήνας να μην ντρέπονται να παραδεχθούν ότι ξενίζονται από τις μαντίλες, τις κελεμπίες, τα καπελάκια που φορούν οι Άραβες, οι μουσουλμάνοι και οι Αφρικανοί που όλο και πιο συχνά εμφανίζονται στους δρόμους της πόλης μας.
Πρέπει να τους πούμε ότι είναι φυσιολογικό να ξενίζονται από ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμό, με διαφορετικά ήθη και έθιμα. "Έλα Ηπείρου κι Αχαρνών να σε γιουχαΐσω" τραγουδούσε ο Σαββόπουλος και τώρα πια εκεί οι Πακιστανοί, οι Αφρικανοί και οι Άραβες είναι περισσότεροι από τους Ρουμάνους και τους Αλβανούς που κατοικούν στην περιοχή. Πού πήγαν οι Έλληνες; Μα στα βόρεια προάστια ή στις καινούργιες περιοχές κατοικίας του κέντρου (Κεραμεικός, Βοτανικός, Γκάζι), όπου, παρεμπιπτόντως, εκτόπισαν τους μουσουλμάνους κυρίως του Έβρου, που εγκαταστάθηκαν εκεί τις δεκαετίες του '70 και του '80, κάτι που ενθάρρυνε η ελληνική πολιτική για να κρατήσει τα σύνορα εθνοτικά ή γενετικά καθαρά.
Καλά, εσύ θα έμενες στον Άγιο Παντελεήμονα; Και δεν βλέπεις το μικρό γκέτο που έχει σχηματιστεί πίσω από το δημαρχείο της Κοτζιά έως την Πειραιώς, και δεν βλέπεις την εγκληματικότητα στους δρόμους γύρω από το κέντρο της Αθήνας; Ναι, τα βλέπω, αλλά δεν φταίνε οι μετανάστες που κατακλύζουν την περιοχή. Στις περιοχές γύρω από την Ομόνοια κυριαρχούσε τα χρόνια του '80 έως και του '90 η μικρή βιοτεχνική παραγωγή ρούχων και παπουτσιών που πλέον έχει εγκαταλειφθεί, καθώς τα είδη αυτά παράγονται ασύγκριτα φθηνότερα στις περιοχές από όπου ακριβώς προέρχονται οι μετανάστες, το σύγχρονο φθηνό εργατικό δυναμικό που τροφοδοτεί τη δυτική οικονομία.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Εφιαλτικές δηλώσεις Γερμανού γιατρού για Αθήνα: "Είναι σπαρακτικό αυτό που είδαμε"...

the Insider...
110213220547_7802
«Μόνο κάποιος που διαβάζει Bild θα αρνούνταν τη σκληρή πραγματικότητα που ζουν οι Έλληνες αυτή την περίοδο» αναφέρει ο γερμανός γιατρός Κρίστιαν Χάασεν, ο οποίος μαζί με επτά συναδέλφους του, έκανε τετραήμερη περιοδεία σε ελληνικά νοσοκομεία, ιατρεία του ΕΟΠΥΥ και κοινωνικά ιατρεία. «Είναι σπαρακτικό αυτό που είδαμε στην Αθήνα» δήλωσε, μιλώντας στην Εφημερίδα των Συντακτών.
 
«Εικόνες μίας μέχρι χτες ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που μετατρέπεται ταχύτατα σε τριτοκοσμική πόλη. Είδαμε ασθενείς με φυματίωση κι άλλους που ακρωτηριάζονται γιατί δεν θεραπεύτηκε έγκαιρα το διαβητικό τους πόδι» αναφέρει «εντυπωσιασμένος» από την εμφάνιση στη χώρα μας «ξεχασμένων» ασθενειών.
 
«Ο υπουργός Υγείας κλείνει με το έτσι θέλω τα ιατρεία του ΕΟΠΥΥ και αφήνει εκατομμύρια πολίτες ακάλυπτους τουλάχιστον για έναν μήνα. Την ίδια ώρα υποτίθεται ότι θα τους εξυπηρετήσουν τα νοσοκομεία τα οποία καταρρέουν λόγω των μέτρων λιτότητας», προσθέτει.

«Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι το δημόσιο σύστημα υγείας στην Ελλάδα δούλευε άψογα και δεν χρειαζόταν αλλαγές, όμως εδώ οι πολιτικοί σας ενσυνείδητα το καταστρέφουν, αυτό είναι ανήθικο» τονίζει.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ο αστικός εξωραϊσμός είναι ανάπτυξη;

Είναι φορές που αναρωτιέσαι; Μα είναι δυνατόν η παραγόμενη πολιτική πράξη να είναι τόσο προβλέψιμα αλυσιτελής, τόσο κοινότοπα ανούσια; Τόσο επιζήμια ή διάφορη για το κοινό συμφέρον; Τόσο δειλή και αναίσθητη στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες; Ειδικά στην παρούσα συγκυρία ιστορικής δυσκολίας.
Το σκέφτηκα αυτές τις μέρες που μαζί με την αναγελλία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, και την τελική ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του Μεγάρου Μουσικής από το κράτος, ύψους 230 εκατ. ευρώ.
Εύλογα αναρωτιέται ο υπερφορολογούμενος ή άνεργος πολίτης: Αυτό το έργο αστικής ανάπλασης φιλοδοξεί να μεταμορφώσει το ιστορικό κέντρο με συνοπτικές διαδικασίες και μηδαμινή κοινωνική νομιμοποίηση. Εστω. Ποια ανάπτυξη όμως θα πυροδοτήσει στο βομβαρδισμενο αθηναϊκό κέντρο, ποια ανακούφιση θα προσφέρει στους άνεργους και στους κατεστραμμένους εμπόρους των φαλιρισμένων καταστημάτων; Γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι ένα από τα βασικά εργαλεία καταπολέμησης της κρίσης, σύμφωνα με την κεϋνσιανή προσέγγιση: δημιουργείται απασχόληση, κυκλοφορεί χρήμα, παράγεται πλούτος. Αλλά η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η πολλοστή ανάπλαση της Κοραή και της πολύπαθης Ομόνοιας ή της πλατείας Δικαιοσύνης, με ποιο τρόπο θα ζωντανέψουν τη ρημαγμένη Σταδίου και τα Χαυτεία; Αναρωτιέμαι, δεν έχω απάντηση.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Το πάθος της προσφοράς...


του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
Είναι συγκινητικό το ενδιαφέρον των κομματικών στελεχών να υπηρετήσουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ιδίως όταν πρόκειται για δήμους ή περιφέρειες με κάποια αίγλη. Οφείλουμε να το ομολογήσουμε, αποσύροντας ταυτοχρόνως ένα τμήμα των βελών που συνηθίζουμε να εκτοξεύουμε εναντίον τους· ας τα φυλάξουμε για άλλη περίσταση. Οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε ότι αυτό το ωραίο αυτοδιοικητικό πάθος, ένα πάθος προσφοράς και αδιαφορίας για κόπους και πιθανές πίκρες, ανταγωνίζεται επάξια το ευρωπαϊκό πάθος, με όπλο το οποίο οι πολιτευτές μας διεκδικούσαν μέχρι τώρα μία από τις προνομιούχες θέσεις στη λίστα του κόμματός τους για την Ευρωβουλή.

Από φθόνο και μόνο, και από μικροψυχία, υποστήριζαν οι συνήθεις κακοήθεις ότι οι μισοί τουλάχιστον απ’ όσους επέλεγαν να αντικαταστήσουν τα υψηλά του Κολωνακίου με τα χαμηλά του Βελγίου, την πανάρχαιη Αθήνα με τις προχθεσινές Βρυξέλλες, που δεν υπήρχαν ούτε καν τον καιρό του «Αστερίξ στους Βέλγους», το έκαναν επειδή, καταπονημένοι από το προς την πατρίδα χρέος, χρειάζονταν ένα ψυχοχαλαρωτικό διάλειμμα, ώστε να επανέλθουν σφριγηλοί. Είναι ο ίδιος φθόνος που τους παρακινεί να ψέγουν ασύστολα την επιλογή των εν εξουσία κομμάτων να προσφέρουν καίρια δημόσια πόστα, γενικές γραμματείες, προεδρεία οργανισμών κτλ. σε αποτυχόντες υποψηφίους τους, ακόμα και κατ’ επανάληψη αποτυχόντες. Τι δηλαδή. Ενας άνθρωπος που άντεξε σε προεκλογικές φουρτούνες, να πολεμάει πρώτα τους μανιασμένους ομοϊδεάτες του κι έπειτα τους φρενιασμένους αντιπάλους του, δεν είναι κατάλληλος για να εμφυσήσει νέο πνεύμα, αγωνιστικό, σε μια γενική γραμματεία;

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Καταστρέφοντας το χριστουγεννιάτικο πνεύμα...

Without reason or rhyme....
Αυτοί οι τύποι που ασχολούνται με την, εσχάτως δυστυχώς διάσημη μόδα του yarn bombing, είναι επιεικώς για πέταμα.
Δεν υπάρχει επιχείρημα υπέρ μιας ομάδας ανθρώπων που ενώ α) τους αρέσει το πλέξιμο και β) θέλουν να φτιάξουν διάφορα ωραία πράγματα, επιλέγουν αντί να φτιάξουν πουλόβερ για τους αστέγους, να ντύσουν δέντρα. Άνθρωποι οι οποίοι, έστω και σε επίπεδο φιλανθρωπίας, έστω και χωρίς καμία πολιτική σκέψη, έχουν την δυνατότητα να βοηθήσουν κάποιους λίγους να κρυώνουν λιγότερο, επιλέγουν να ντύσουν δέντρα.  Η πραγματικότητα μας τρολλάρει κανονικά τελευταία. Θα ήταν χαλαρά για γέλια, αν δεν ήταν για κλάματα.
Οι τύποι αυτοί προτιμούν βιτρίνα από ουσία. Δεν θέλουν να προσφέρουν, θέλουν να χωθούν στα φράγκα. Αν ήθελαν να προσφέρουν, θα έκαναν το χόμπι τους και το κέφι τους φτιάχνοντας ρούχα για κόσμο που δεν έχει. Δεν το κάνουν. Επέλεξαν να στολίσουν τα δέντρα. Άλλωστε στην Ελλάδα, η σχέση της λαμογιάς και της δεξιάς με τα δέντρα είναι παλιά. Αφού κάποτε μπόρεσαν και ψήφησαν, δεν θα κρυώνουν κιόλας;
Όχι όμως, να στήσουμε με το ζόρι γιορτή. Έχεις δεν έχεις, πεινάς δεν πεινάς, κρυώνεις δε κρυώνεις, θα γιορτάσεις. Έτσι λοιπόν, ντύνονται τα δέντρα και κρυώνουν οι άνθρωποι. Ένας κόσμος ανάποδα.
Ένας κόσμος που την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια την εξασκεί  σε δεδομένες ημερομηνίες μόνο, ένας κόσμος που με το ζόρι στήνει βιτρίνες ομορφιάς, που θέλει γιορτή για να θυμηθεί τους «άτυχους συνανθρώπους μας». Τέτοιες μέρες «χαράς» και «αγάπης» ήταν που τα ΜΜΕ θυμήθηκαν έναν άγνωστο άστεγο στην Πάτρα, που το μόνο που κατάφερε να τον κάνει ορατό έστω και για λίγο, ήταν ο θάνατος του. Αλλιώς θα ήταν ένας από τους πολλούς για τους οποίους λέγονται μεγάλα λόγια και χύνονται μαύρα απο τη μάσκαρα δάκρυα, αλλά ο αριθμός τους τους μεταθέτει στην σφαίρα της συνήθειας, της καθημερινότητας. Ένας κόσμος ανάποδα είναι αυτός που θεωρεί θέμα τον θάνατο ενός αστέγου, όχι την ζωή του ως άστεγος.
Πορευόμαστε όλοι κατασκευάζοντας μικροκόσμους, μέσα στους οποίους κλεινόμαστε για να μην βλέπουμε τι συμβαίνει γύρω από αυτούς. Σαν τα κάστρα του Μεσαίωνα, όταν σηκώνεται η γέφυρα της πύλης και απομένει η τάφρος γεμάτη νερό, τίποτα δεν μπαίνει και δεν βγαίνει. Απλά, κρεμάμε γιρλάντες στα τείχη, σημαίες και κόκκινα χαλιά στους διαδρόμους για να κάνουμε αυτό τον μικρόκοσμο λίγο πιο όμορφο, λίγο πιο ανεκτό. Ακριβώς ότι κάνουν οι yarn bombers στολίζοντας δέντρα και παγκάκια, δίπλα σε αστέγους και εξαθλιωμένους.
Το καμένο δέντρο του 2008, η κραυγή κάποιου που σπάει την βιτρίνα για να αποκαλύψει την πραγματικότητα, αντιμετωπίστηκε από τους yarn bombers και τους υπόλοιπους νεοχαρούμενους εναλλακτικούς ως η ύψιστη ιεροσυλία. Λογικό είναι, η εξέγερση του 2008 ήταν η βίαιη εισβολή της πραγματικότητας στα σπίτια τους, και το να καίς το δέντρο των Χριστουγέννων σε δημοσία θέα είναι σαν να αρνείσαι την προτεραιότητα των γιορτών σε όλα τα άλλα θέματα, που τόσο πολύ προσπαθούν αυτοί οι άνθρωποι να θάψουν για να μην μιαίνεται ο μικρόκοσμος τους.
Το χριστουγεννιάτικο πνεύμα είναι μια βιτρίνα γεμάτη Κοκακόλες, χοντρούς αγιοβασίληδες   και την καλή πράξη της χρονιάς, στηριγμένη σε ένα πλαίσιο μιας ψεύτικης ευδαιμονίας με ημερομηνία λήξης το τέλος των διακοπών, που πρέπει να εμπεδωθεί από όλους όσους έχουν να ψωνίσουν. Οι υπόλοιποι είναι αδιάφοροι έως και ενόχληση, στο σημείο που η ίδια τους η ύπαρξη έρχεται σε αντιπαραβολή με την επίπλαστη ευμάρεια. Σπάσε μια βιτρίνα τράπεζας, και θα δείς από πίσω τους σεκιουριτάδες να φυλάνε τα κλειδαμπαρωμένα εκατομμύρια. Κάψε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, και θα δείς τους μπάτσους να το φυλάνε και τους αστέγους να απομακρύνονται. Ντύσε 100 δέντρα, και θα εξαφανίσεις την πραγματικότητα των χιλιάδων ζωών στο περιθώριο. Αν δεν τις βλέπουμε άλλωστε, είναι σαν να μην υπάρχουν. Εξάλλου, δεν θέλουμε θλιμμένους στην γιορτή μας, που είναι πολύ μικρή για να είναι θλιβερή.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

«Δεν θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας»...

Του Πετρου Κατσακου, απο το left.gr...
«Λευκές νύχτες» καταναλωτισμού και πουλόβερ καλλιτεχνικής μυωπίας στα δέντρα θα συνοδεύσουν το εορταστικό κλίμα της πόλης που ζει και κινείται παράλληλα με την σκληρή πραγματικότητα της «άλλης» Αθήνας.
Η φωτογραφία από τη σχετική με τα φετινά Χριστούγεννα σελίδα του δήμου Αθηναίων
Ιδωμένη μέσα από τα παραμορφωτικά γυαλιά μιας επίπλαστης χαράς, η πρωτεύουσα ντυμένη τα γιορτινά της βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά στο πένθος των περιττών και των εξοστρακισμένων. «Δεν θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας» τραγουδούν με τις φάλτσες τους φωνές οι εραστές της φτιασιδωμένης αισιοδοξίας και σέρνουν τον χορό της «θετικής δράσης».
Δράσεις ζωγραφισμένες στα χρώματα του ουράνιου τόξου που σχηματίζει την αψίδα της δημιουργικής αντίστασης στην γκρίνιας μιας επικίνδυνης τσογλανοπαρέας που έχει βαλθεί να ξεπαστρέψει το πνεύμα των Χριστουγέννων.
«Φιλάνθρωπες Κυρίες» φέρνουν την ανθρωπιστική άνοιξη μέσα στο καταχείμωνο της ανέχειας μοιράζοντας κρέας στους φτωχούς και σύζυγοι επιχειρηματιών πραγματοποιούν bazaar στήριξης γι αυτούς που απολύθηκαν από την οικογενειακή επιχείρηση.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ο Νοέμβριος του Χίλια Εννιακόσια Εβδομήντα Τρία. Ο Νοέμβριος του…

του κ. Γιωργου Πηττα, απο το TVXS...
Ο χρόνος είναι μία έννοια τεχνητή –συγκλίνουν πια φυσικοί και στοχαστές.Αν κάποιος μπορούσε να σταθεί σε μία γωνιά έξω από το σύμπαν, θα έβλεπε όλες τις φάσεις τις ζωής του σαν σταματημένα στην αιωνιότητα καρέ, χωρίς χθες σήμερα και αύριο.  Το διάβαζα τις προάλλες αυτό κάπου, σε ένα εξαιρετικά καλογραμμένο άρθρο εκλαϊκευμένης επιστήμης και από τη μια μεριά μου προκαλούσε μέθη για τα πόσα δεν ξέρουμε και δεν καταλαβαίνουμε αλλά, από την άλλη, ταυτόχρονα με έκανε να νιώθω έντονα το συγκεκριμένο σταματημένο καρέ στο οποίο η ζωή μου έχει κάνει pause. Και δεν έχει καθαρή εικόνα αυτό το καρέ.
Είναι γκρίζο με κόκκο διάστικτο και έντονο τόσο, που το αποτυπωμένο στιγμιότυπο είναι θολό και χυμένο.
Σαν κάνω όμως μια ισχυρή  μεγέθυνση θα βρω μέσα στους γκρίζους κόκκους, στα pixels όπως λέμε σήμερα, χρώματα έντονα, χρώματα πυρά και εκτυφλωτικά.
Το βράδυ του Πολυτεχνείου, εκείνο το τελευταίο βράδυ- Παρασκευή ήταν, ακριβώς 40 χρόνια από σήμερα που σημειώνω αυτές τις αράδες ήταν γεμάτο από φώτα αυτοκινήτων σταματημένων, από κίτρινα τρόλεϊ με τις κεραίες κατεβασμένες, από πρόσωπα που έλαμπαν πιο έντονα και από τα φώτα των ασθενοφόρων που  σταματούσαν να μαζέψουν τραυματίες.
Τα φανάρια της τροχαίας στο κόκκινο, όλα με το χρώμα τους να χύνεται ή να αντικατοπτρίζεται στην άσφαλτο για να συναντήσει λίγο μετά, το αίμα.
Ένα πλήθος που κουνιόνταν σε μια φευγαλέα χορογραφία ανάκατοι νέοι και μεσήλικες χαφιέδες και περίεργοι, τραμπούκοι και επίδοξοι αρχηγοί, απορημένοι και συνειδητοί.
Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ και θα με συνοδεύσουν μέχρι το τέλος.
Το ένα, είναι η πορεία του πλήθους που ξεκίνησε αργά το απόγευμα από το Πολυτεχνείο με κατεύθυνση τη Βουλή. Μπορεί τότε να μας φάνηκε μεγάλο το πλήθος, αλλά δεν ήταν, δεν ήταν αυτό που έπρεπε.
Θυμάμαι τους αθηναίους που είχαν βγει σε μπαλκόνια και παράθυρα και χειροκροτούσαν την πορεία, αλλά η πορεία δεν χάρηκε, απάντησε με θυμό, με δικαιολογημένο θυμό με ένα εν χορώ «κατεβείτε κάτω-κατεβείτε κάτω-κατεβείτε κάτω» .

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Επιστρέφουμε;

Της Ελένης Πορτάλιου, απο το Red NoteBook...

Άφωνη η κοινωνία παρακολουθεί να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια της, καρέ-καρέ σαν εφιαλτική ταινία τρόμου, η δράση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, που μέχρι πρότινος μεσουρανούσε στο τηλεοπτικό, δημοσκοπικό και πολιτικό στερέωμα, απολαμβάνοντας την ασυλία εντιμότατων δημοσιογράφων και κυβερνητικών στελεχών.

Η Χρυσή Αυγή ξεκίνησε από τον Άγιο Παντελεήμονα και τις λαϊκές γειτονιές - από την πλατεία Βάθη μέχρι τη Βικτώρια, την Κυψέλη, τα Πατήσια, τις πλατείες Αττικής και Αγίου Νικολάου. Για πρώτη φορά πήρε ένα σημαντικό ποσοστό (5,29%) στις εκλογές του 2010 στο δήμο Αθηναίων, εκλέγοντας τον αρχηγό της Μιχαλολιάκο δημοτικό σύμβουλο.

Ο ίδιος δεν προσήλθε παρά ελάχιστες φορές στις συνεδριάσεις. Πρόλαβε, όμως, μέχρι ν’ αντικατασταθεί από τον επόμενο στο ψηφοδέλτιο, να χαιρετήσει ναζιστικά και να αποδώσει εγγράφως προς το σώμα την απουσία του στον κίνδυνο για τη ζωή του, επειδή είχε, κατά δήλωσή του, στοχοποιηθεί από την επικεφαλής της Ανοιχτής Πόλης.

Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν μέσα στο δημοτικό συμβούλιο. Η 5η και 6η δημοτική κοινότητα και περιοχές της 1ης κοινότητας αποτέλεσαν τον προνομιακό χώρο δράσης της συμμορίας. Με το πολιτικό σκέλος των «αγανακτισμένων κατοίκων» που κατηγορούσαν τους μετανάστες ως υπαίτιους υπαρκτών και ανύπαρκτων προβλημάτων της πόλης, και το στρατιωτικό σκέλος των οπλισμένων Χρυσαυγιτών με ρόπαλα, στιλέτα και γκλομπς,

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Η πρώτη εμφάνιση της Χρυσής Αυγής στην Αθήνα και οι αντιφασιστικές αντιστάσεις...



Της Ελένης Πορτάλιου*, απο την Αυγη...

Από την Αριστερά και το ευρύτερο αντιφασιστικό κίνημα η Χρυσή Αυγή αντιμετωπίστηκε ιδεολογικά και πολιτικά στο γενικό επίπεδο, αλλά πολύ λιγότερο εκ του συστάδην, δηλαδή εκεί όπου ζει και εργάζεται ή περιφέρεται άνεργος ένας κόσμος δυνάμει υποστηρικτών της οργάνωσης. Ως Ανοιχτή Πόλη είχαμε, όπως και άλλες οργανώσεις, μια εμπειρία αντιφασισμού in situ, ήδη από το 2009.
Η Χρυσή Αυγή ξεκινώντας εστίασε στον ρατσισμό, ενοχοποιώντας τους μετανάστες για όλα τα δεινά των κατοίκων σε περιοχές όπου η δημοτική φροντίδα του δημόσιου χώρου και η επάρκεια των κοινωνικών δομών πάσχουν σοβαρά. Η υποβάθμιση αυτή και η απαξίωση της κατοικίας ή της επαγγελματικής στέγης και δραστηριότητας αποδόθηκαν στη συσσώρευση αλλοδαπών και το αίτημα ήταν να φύγουν. Με κάθε τρόπο; Δεν το έλεγαν καθαρά αλλά αρκετοί κάτοικοι το εννοούσαν.
Εν τω μεταξύ στις περιοχές αυτές αναπτύχθηκαν παράνομες δραστηριότητες, όπως διακίνηση ναρκωτικών, καταναγκαστική πορνεία, λαθρεμπόριο, προστασία, γενικά δραστηριότητες μαύρου χρήματος, στις οποίες εμφανίζεται μεγάλη και μικρή παραβατικότητα. Τέθηκε, λοιπόν, θέμα ασφάλειας, την οποία σταδιακά ανέλαβε η Χρυσή Αυγή που εμπλεκόταν ταυτόχρονα στις παραπάνω μαφίες. Τα πυροτεχνήματα περί διανομής τροφίμων μόνο για Έλληνες και υποστήριξης φοβισμένων ηλικιωμένων δεν είχαν καμία πραγματική βάση, γίνονταν ελάχιστες φορές, μόνο για προπαγανδιστικούς σκοπούς και ήταν σχεδόν πάντα κατασκευασμένα.
Τούτων δεδομένων, η βία εναντίον μεταναστών, κυρίως αλλόθρησκων, πήρε διαστάσεις πογκρόμ. Το αστυνομικό τμήμα του Αγίου Παντελεήμονα, της περιοχής που αποτέλεσε το πρώτο κέντρο των χρυσαυγιτών, ήταν εμφανώς διαπλεκόμενο μαζί τους και ο διοικητής του, όπως αποδείχθηκε, πολλαπλά ποινικά βεβαρημένος. Ο Δήμος Αθηναίων έκλεισε οριστικά την παιδική χαρά στην πλατεία της εκκλησίας μετά από βίαια επεισόδια, στα οποία με δυσκολία διασώθηκαν παιδιά και μεγάλοι από τους χρυσαυγίτες, ενώ ο ιερέας που περιέθαλπε Αφγανούς πρόσφυγες εξεδιώχθη.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Κυψέλη-Καλιφόρνια: να κλαίν' τη νύχτα για νερό...

Γαλάτσι: διαμαρτυρία έξω από την ΕΥΔΑΠ

Μεντότα, Καλιφόρνια. Συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τις περικοπές
στο νερό.

Tι σχέση έχουν η Κυψέλη, το Γαλάτσι και το Πέραμα με τη Σέντραλ Βάλεϊ, την Κεντρική Πεδιάδα της Καλιφόρνιας; Κι εκεί κι εδώ το νερό έγινε ακριβοθώρητο νεράκι... όχι βέβαια για όλους, αλλά για τους πιο φτωχούς, για τους «αόρατους» ανθρώπους.


Σε εκατοντάδες νοικοκυριά έχει διακοπεί η παροχή νερού, ενώ στις 30 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας των «κομμένων» στα κεντρικά γραφεία της ΕΥΔΑΠ με σύνθημα «Κανένα σπίτι χωρίς νερό».
Πορεία διαμαρτυρίας για το νερό κάνουν και οι μετανάστες Μεξικανοί στη Σέντραλ Βάλεϊ, όπως βλέπουμε στις εικόνες που έχει τραβήξει ο εξαιρετικός φωτογράφος Ματ Μπλακ, ο οποίος είναι γέννημα θρέμμα της περιοχής και, εδώ και 15 χρόνια, φωτογραφίζει τις παραγκουπόλεις όπου ζουν οι εργάτες γης.
Ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά: «Σ’ αυτή τη χειρότερη οικονομική κρίση μετά το Κραχ του ΄29, ελάχιστες περιοχές έχουν υποφέρει τόσο όσο η Κεντρική Πεδιάδα στην Καλιφόρνια, όπου η ύφεση και η τριών χρόνων ξηρασία έχουν σπείρει την καταστροφή. Σε ορισμένες κοινότητες, η ανεργία ξεπέρασε το 40% ενώ οι κατασχέσεις σπιτιών έφτασαν τις 40 την ημέρα. Χιλιάδες εκτάρια αγροτικής γης μένουν ακαλλιέργητα εξαιτίας της έλλειψης νερού [...] Η πεδιάδα αυτή είναι μια αγροτική αυτοκρατορία δίχως προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η έκτασή της είναι μεγαλύτερη από ό,τι 10 αμερικανικές πολιτείες κι εδώ βρίσκονται μερικές από τις πλουσιότερες φάρμες στον κόσμο. Κάθε χρόνο εδώ παράγονται λαχανικά και φρούτα αξίας 20 δισ. δολαρίων, σχεδόν η μισή ποσότητα των αγροτικών προϊόντων της εγχώριας κατανάλωσης. Αν και αυτός ο πλούτος προέρχεται από τη γη, ο τρόπος παραγωγής του δεν έχει τίποτα το φυσικό. Η Κεντρική Πεδιάδα, που κάποτε είχε κυματιστούς λόγους, έχει ισοπεδωθεί: φράγματα έχουν υψωθεί στα ποτάμια και οι λίμνες που δημιουργήθηκαν έχουν αποξηρανθεί. Σε μερικές φάρμες η εργασία είναι τόσο αυτοματοποιημένη που τα τρακτέρ καθοδηγούνται μέσω δορυφόρου. Μερικές φορές η καλλιεργήσιμη γη είναι τόσο εκτεταμένη και μονότονη που χιλιάδες μέλισσες, οι οποίες βρίσκονται στην εποχή της γονιμοποίησης, πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή δεν μπορούν να βρουν το δρόμο για να επιστρέψουν στις κυψέλες τους. Τόσο πολύ νερό έχει αντληθεί από τον υδροφόρο ορίζοντα που σε οριμένες περιοχές το έδαφος έχει κατεβεί μέχρι και 15 μέτρα».
«Το πιο σημαντικό είναι ότι η σπορά, η συγκομιδή και η φροντίδα των αγροκτημάτων γίνεται από μετανάστες που τους κουβαλούν εδώ με φορτηγά: ελάχιστοι κερδίζουν πάνω από 10.000 δολάρια το χρόνο, οι 8 στους 10 είναι χωρίς χαρτιά ενώ σχεδόν κανείς δεν ξέρει το όνομα του εργοδότη του!
«Μέσα από τις ρίζες αυτού του αφύσικου πλούτου ξεπροβάλλει μια δυσλειτουργική κοινωνία, κοινότητες με χρόνια υψηλή ανεργία και ενδημική φτώχεια που γεννούν κοινωνικά δεινά τα οποία συνήθως συνδέουμε με τις μεγάλες πόλεις. Ο αλκοολισμός και η χρήση ναρκωτικών έχουν πάρει τερατώδεις διαστάσεις, τα ποσοσά εφηβικής εγκυμοσύνης είναι από τα υψηλότερα στη χώρα, ενώ η εγκληματικότητα και οι συμμορίες είναι στοιχεία της καθημερινότητας.
«... Η Κεντρική Πεδιάδα είναι μια σύχρονη αργοτική δυστοπία, ένα τοπίο πλούσιο και ταυτόχρονα εξαθλιωμένο, βιομηχανοποιημένο αλλά αγροτικό, κατοικημένο αλλά χωρίς αστικό ιστό: ένα βασίλειο της σκόνης που θρέφει εκατομμύρια ανθρώπους και, ταυτόχρονα, τρώει τα σωθικά του».
Και στην Αθήνα, μικρές παραγκουπόλεις είναι κρυμμένες μες στην «κανονική», την αναπτυγμένη πόλη. Βασικές υποδομές, που συνδέονται με την πόλη, όπως το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα, γίνονται απαγορευμένες για χιλιάδες νοικοκυριά που αναγκάζονται να ζουν σε τριτοκοσμικές συνθήκες. Η διαφορά τους από τις κοινότητες της Καλιφόρνιας είναι ότι οι κατοικίες εδώ είναι από μπετόν και σίδερο και όχι από υλικά κατεδαφίσεων και περιβάλλονται από ένα ωκεανό πολυκατοικιών και όχι από αχανή αγροκτήματα.


Πορεία διαμαρτυρίας για τις περικοπές στο νερό. Μεντότα, Καλιφόρνια.


Παραγκούπολη στο Φρέσνο, Καλιφόρνια.

Το νερό το κουβαλάνε από το ποτάμι.


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Αθήνα, πόλη της κρίσης...

groucho marxism...
’ Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας. Οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων.’’ (Ίταλο Καλβίνο, από την εισαγωγή του στο βιβλίο Οι αόρατες πόλεις )

Πως βρεθήκαμε εδώ; Σε αυτό το εδώ, σε αυτό το τώρα. Αν υπάρχει ένα σημείο στη σύγχρονη Ελλάδα όπου η κρίση κατοικεί με όλη της την ένταση και όλη της την απλωμένη άνεση αυτό είναι η Αθήνα. Βολεύοντας τον εαυτό της καταχρηστικά, απλώνοντας το απειλητικό της σώμα στους καναπέδες κάθε σαλονιού της πόλης.
Πρωτεύουσα που συγκεντρώνει και πολλαπλασιάζει κάθε κομμάτι της χώρας, σημείο που μάζεψε όλες τις παραγωγικές δυνάμεις,  τις παλιές ελπίδες και τις προσδοκίες που τώρα παρατά ορφανές. Η Αθήνα της κρίσης, μια πόλη στενή ανάμεσα σε δύο αναστεναγμούς. Πόλη χτισμένη στη βιασύνη ενός αιώνα, έφερε εδώ ανθρώπους από κάθε άκρη της χώρας, μιλώντας για ένα οικονομικό θαύμα με τους αριθμούς να φουντώνουν απότομα.
Και η ζωή απλώθηκε σε έναν νεόκτιστο κόσμο που τώρα καταρρέει. Ένα τοπίο που εκτείνει τις φλέβες του χωρίς ρυμοτομία , αυθαίρετα στον χρόνο και το χώρο. Ένας υποδοχέας επιθυμιών που τώρα τρέφονται από το άδειο. Μες την βιασύνη των δρόμων όλα συνορεύουν: ρεκλάμες και Παρθενώνες, νεοκλασικά και ερειπωμένες βιτρίνες, παρατημένες οικοδομές και σπασμένες κολώνες.
Η πόλη αυτή μοιάζει να μην έχει παρελθόν, μόνο ιστορία. Χωρίς δική της ντοπιολαλιά να την μιλά ξέχωρα από τις άλλες πόλεις, χωρίς παραδοσιακές συνταγές να χορταίνει τη δική της μοναδικότητα, χωρίς θρύλους και παραδόσεις να ιστορούν τι υπήρξε πριν το τσιμέντο.
Όχι παρελθόν, μόνο ιστορία. Και οι πρόσφατες περιοχές να αλλάζουνε όνομα, τα τοπωνύμια να ξαναβαφτίζονται από μια αρχαιοπρεπή χειρονομία, ή από μια απαίτηση εθνικής καθαρότητας,  καλύπτοντας την απόσταση από τα Λιόσια στο Ίλιον, από τις Κουκουβάουνες στη Μεταμόρφωση, από το Τουρκολίμανο στο Μικρολίμανο. Και ο ποιητής περπατά ακόμα στους λερούς, ασήμαντους δρόμους με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους…
Πόλη που στεγάζεις δανεικές αναμνήσεις. Χωρίς κατοίκους μόνο με μόνιμους επισκέπτες. Στα ονόματα των οδών και στις ταμπέλες σου, θα συναντήσουν τους τόπους καταγωγής τους και ίσως ένα ξεχασμένο Θυμάμαι. Χωριά, βουνά και νησιά αναμένοντας την σύντομη καλοκαιρινή επιστροφή, ενώ το παρελθόν μεταναστεύει στο μέλλον.
Κέντρο της απώλειας και πρωτεύουσα των μνημονίων εδώ θα μεταφέρεις τους μετανάστες σου, κατευθείαν από τις γραμμές των συνόρων, στοιβαγμένους σε νυχτερινά λεωφορεία παρατώντας τους σε ένα ξενόγλωσσο κέντρο. Χωρίς λέξεις, χωρίς ονόματα και οδούς να τους υπενθυμίζουν από πού ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
 Στα σπασμένα σου πεζοδρόμια θα στοιβαχτεί η ανεργία σου, μια αδιάκοπη βιασύνη γύρω από το τίποτα, μια σιωπή ανάμεσα σε δύο παύσεις. Πώς ξεριζωθήκαμε όλοι; Όλοι μας Εσωτερικοί Μετανάστες, ταξιδεύοντας ακίνητοι, ταξιδεύοντας μαζί με την πόλη προς το μέσα των σπλάχνων, ακίνητοι στην ξενιτιά του χρόνου. Πόλη φτιαγμένη για καλοκαίρι, χωρίς υπόστεγα, ανοιχτή σε κάθε καταιγίδα. Τα ποτάμια σου είναι σκεπασμένα και οι κοίτες τους μπαζωμένες.
Που θα εκβάλει απόψε  η απελπισία του καθενός;  Και όλο μας το Εμείς διάτρητο, βομβαρδισμένο, με τα Εγώ του σκορπισμένα άναρχα σε μια επιφάνεια χωρίς πολεοδομία.( ‘’Εχθές το βράδυ στο μετρό/αγγίζονταν χιλιάδες σώματα/ κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα/ ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο/κάτι/ ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα’’* ).
Και καθώς η νύχτα επιστρέφει, τα φανάρια είναι σπασμένα, τα μισά γράμματα των φωτεινών επιγραφών σβηστά τα ονόματα των μαγαζιών ακατάληπτα. Στο μισοσκόταδο το συναίσθημα κατοικεί εγκλωβισμένο, σαν σκυλί στα μπαλκόνια της Κυψέλης. Τη νύχτα η κούραση είναι ανηφόρα και όλη η πόλη κάθετη.
Στις κορυφές του χειμώνα της ανεβαίνει ο καπνός απ τις σόμπες. Έρχεται από άλλες εποχές, άλλους τόπους. Σήμερα, άλλοι θα κάψουν ξύλα και άλλοι κάρβουνα, άλλοι μοναξιά και κάποιοι ίσως ερωτήσεις. Πως από τόσους δρόμους βρεθήκαν όλα εδώ; Σε μια βιαστική και ακαριαία χειρονομία του χρόνου. Τι σημαίνει τελικά Κρίση; Και που κατοικεί τελικά η Αθήνα;

*Το ποίημα είναι του Γιάννη Στίγκα, από την συλλογή  ‘’ Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο’’

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ο Μπιντές, το τζάκι και άλλες ιστορίες...

Διασκευη για την Λεσχη, Δημήτρης Γράψας...
Όποιος αγαπάει τον Μάριο Χάκκα, αγαπάει και την Αθήνα. Την πραγματική Αθήνα, την Καισαριανή, το κέντρο, τα δυτικά προάστια, τις φτωχογειτονιές του Πειραιά. Αυτό είναι το σκηνικό που διαλέγει ο Χάκκας να γίνεται ένα με τις ιστορίες του, να παίρνει μέρος στη πλοκή, να ‘ναι βασικό κομμάτι της εικόνας που στο τέλος σου αφήνουν.
Τούτες τις μέρες η βαρβαρότητα και ο μεσαίωνας στη Πρωτεύουσα, ντύθηκαν στα ρούχα της αιθαλομίχλης. Είναι τόσο έντονες και παραστατικές οι εικόνες που αντικρίζουμε, σαν από πικρό διήγημα του Χάκκα. Αυτές μας οδήγησαν στην παρακάτω διασκευή του «μπιντέ».
Ο Μπιντές, το τζάκι και άλλες ιστορίες

Eίχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνο το τζάκι με τα προσεγμένα πυρότουβλα, τη γύψινη διακόσμηση, το σιδερένιο προστατευτικό με τα λουλουδάκια, τα μπρούτζινα εργαλεία, το «σπρωχτήρι», το «ανακατευτήρι» και τα άλλα δυο, η καθαρισμένη καπνοδόχος, όλα εκεί, παρατεταγμένα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, μας κάψανε σιγά σιγά τα μέσα μας, όπως η φωτιά το καυσόξυλο, και τώρα νιώθαμε στάχτη.
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δυάρι χωρίς θέρμανση. Υπήρχε βέβαια μια παλιόσομπα στη μέση του σαλονιού – ή καλύτερα «σαλονιού», αλλά ζέσταινε μονάχα τον εαυτό της και το στενό της περίγυρο. Και για να το κάνει αυτό, κάπνιζε όλο το σπίτι και μένα μαζί και μου’ δινε για δώρο ένα τριήμερο πονοκέφαλο, για να το σκεφτώ καλά πριν την ξαναχρησιμοποιήσω. Επειδή όμως δεν άντεχα τα κρύα βρακιά και παντελόνια το πρωί, την άναβα έτσι λίγο πριν πάω στη δουλειά και τά βαζα πάνω να ζεσταθούν. Μα ένα πρωί που με ξαναπήρε ο ύπνος και  ξύπνησα απ’τη μυρωδιά του καμένου, είδα το παντελόνι μου να καίγεται. Πετάχτηκα και το έλουσα με μια λεκάνη νερό, μα το κακό είχε γίνει. Βγήκα έξω, περίγελος κανονικός. Με βρεμένο παντελόνι και με μια τρύπα να, με το συμπάθιο. Θα θυμάστε βέβαια πολλές τέτοιες τρύπες στα παντελόνια της εποχής. Έτσι οδυνηρά κατάλαβα από πού προέρχονται.
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.
Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.
Μόνο στη θέρμανση καθυστερήσαμε. Η γυναίκα μου γκρίνιαζε πως έρχεται κανένας επισκέπτης και δε λέει να βγάλει το πανωφόρι του γιατί αυτή σόμπα των εφηβικών μου χρόνων, που βρισκόταν και πάλι καταμεσίς τους σαλονιού μου, χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά, δεν έκανε τίποτα. Της πέφτανε τα μούτρα όταν τους έβλεπε να τουρτουρίζουν. Έτσι, φώναξα ένα χωριανό μου υδραυλικό και μου ‘κανε εγκατάσταση καλοριφέρ. Όμως εμένα το μεράκι μου ήταν άλλο: το τζάκι.
Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τζακιού. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.
«Κάποτε θα ‘ρθει και του τζακιού η ώρα», έλεγα στον εαυτό μου, που του χε μείνει απωθημένο. Ήθελα να ‘μαι και γώ μπροστά στο τζάκι, όπως οι ζόρικοι όταν ρίχνουν τις ωραίες στα έργα. Να διαβάζω βιβλία πλάι στη φλόγα. Τι κι αν είχα καμιά δεκαριά χρόνια να διαβάσω άλλο από εφημερίδα; «Τι το θές το τζάκι», έλεγε η γυναίκα μου, «μόνο για διακόσμηση θα είναι, αφού έχουμε πετρέλαιο». Αλλά εγώ εκεί, ανένδοτος.  Κι άλλωστε, τι ήταν πια το τζάκι εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στο τζάκι πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον:  Έβαλα υλικά πανάκριβα, πήρα τα καλυτερα εργαλεία, έσιαξα μια καμινάδα άλφα ποιότητας και ξέφυγα από όλους τους κατεργάρηδες που θέλαν να μου πουλήσουν παλιόξυλα. Στο σπίτι μου θα έκαιγα μόνο ελιά.
Τα χρόνια πέρασαν και τα λεφτά του κοσμάκη σώθηκαν. Τώρα το τζάκι από πολυτέλεια έγινε ανάγκη και μου το αναγνωρίζει και η γυναίκα μου, ότι έπραξα σωστά που το έφτιαξα. Μα δε μπορώ να το φχαριστηθώ.  Είναι αυτή η φλόγα, που απ’ την αρχή ένιωθα σα να με ειρωνεύεται.  Και τούτο το κακό τώρα τελευταία έχει παραγίνει. Κι έτσι όπως περνάω και πολλές ώρες μπροστά της, γιατί το αφεντικό με γύρισε  4ωρο –λόγω κρίσης-, μου φαίνεται πια να με κοροϊδεύει ανοικτά.  Όταν ρουφιέται και μετά πετιέται, όταν κρύβεται πίσω από την οξιά που-τώρα πια- καίμε και αναγκάζομαι να σηκωθώ για να μετακινήσω τα ξύλα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές μου μουρμουρίζει μα γω φοβάμαι να το πω στη κυρά μη με περάσει για τρελό. «Είδες πως σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτοήρθες από το χωριό τι λεβέντης ήσουνα; Πως έμπλεξες έτσι κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή για ένα σπίτι, για ένα σπίτι με τζάκι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να βλέπεις τη ζωή σου να καίγεται. Είδες που σε έφερα;»
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κωλόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτό το τζάκι, είκοσι χρόνια μου κάψε η ψωροφωτιά του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στημένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα τζάκι. Και τώρα που γυρνάει τούμπα η ζωή, προσπαθώ να με πείσω, η ζεστασιά του να μου φαίνεται ένα κάποιο καταφύγιο.
Με τέτοιες σκέψεις πέταξα τη γόπα του τσιγάρου μου στη φωτιά  και μετά πήγα στο παράθυρο ν’ αναπνεύσω λιγάκι, ν’ ακούσω τον ήχο της πόλης. Μα δε μπορούσα να δω άλλο τίποτα παρά ομίχλη. Δεν ήταν ο καπνός των αυτοκινήτων, μήτε κανονική ομίχλη σαν αυτή των παιδικών μου χρόνων. Άλλου είδους αυτή: Σα να έρχεται από μια τεράστια φωτιά που καίει τα πάντα στο πέρασμά της.  Στάθηκα ώρα με γουρλωμένα τα μάτια και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο τζάκι κι είχαμε καθίσει όλοι μπροστά και  βλέπαμε να καίγονται όλα: Όνειρα, σχεδία και προσδοκίες, ζωές , πάθη και έρωτες , ενώ εκατοντάδες ενεργειακά τζάκια με πυρότουβλα τελευταίας τεχνολογίας, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.
Ένιωσα να πνίγομαι απ’ τον καπνό και τις σκέψεις. Κάτι πρέπει να γίνει σκέφτηκα, αλλά από ποιόν, από μένα, εγώ δε μπορώ, έχω το ψαράκι στη γυάλα να φροντίσω. Τότε με σφαλιάρισε από πίσω ο 20χρονος εαυτός μου. «Δε σ’ αφήνω να λες και να κάνεις άλλες μαλακιές», μου πε άγαρμπα κι εμφατικά. «Μα δεν υπάρχει ελπίδα, δε το βλέπεις» του πα εγώ κι αν μ’ έβλεπε η κυρά έτσι να μονολογώ, θα φοβόταν ότι στα αλήθεια έχω τρελαθεί.
«Κι όμως υπάρχει», μου απάντησε. «Να, εκεί, πίσω απ’ την αιθαλομίχλη».

Μάριος Χάκκας,«Ο μπιντές» (διήγημα), Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1978
Για τη διασκευή Δημήτρης Γράψας

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Οι γα­ζίες στην πλα­τεία Βά­θη...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...
Και ’κει που προ­σπα­θείς να δια­φύ­γεις μια ώ­ρα αρ­χύ­τε­ρα, να γί­νε­ται το θαύ­μα: να φτά­νει στο δί­κυ­κλο, α­πό μπαλ­κό­νι της πλα­τείας Βά­θη, έ­ντο­νο το ά­ρω­μα γα­ζίας στο γκρί­ζο και λε­κια­σμέ­νο πε­ζο­δρό­μιο του α­πό­κο­σμου κό­σμου μας.
Πώς ξαφ­νι­κά το τρέ­μου­λο ζωής (ή τα προ­εόρ­τια θα­νά­του ε­κα­το­ντά­δων ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νων στα δί­χτυα της τρόι­κας, που προ­στά­ζει κι άλ­λες πε­ρι­κο­πές),
η δια­πο­μπευ­μέ­νη πορ­νεία στα κα­νά­λια της δη­μο­κρα­τίας και στις υ­πη­ρε­σίες του Δέν­δια, η φτώ­χεια, η έκ­δη­λη θλί­ψη στα πρό­σω­πά μας, ο φό­βος των χει­ρό­τε­ρων που πε­ρι­μέ­νου­με (και μας προ­ε­τοι­μά­ζουν άλ­λοι γκε­μπε­λι­κά κι άλ­λοι χαι­ρέ­κα­κα), να γί­νε­ται ά­ρω­μα στην πιο υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νη πε­ριο­χή της Αθή­νας. Εκεί που άλ­λο­τε περ­νού­σε ο δρό­μος του Με­νι­δίου –α­π’ ό­που έ­φτα­ναν οι Αχαρ­νείς του Αρι­στο­φά­νη– μέ­σα α­π’ την κοί­τη του ρέ­μα­τος Κυ­κλο­βό­ρου, που χρειά­στη­κε να μπα­ζω­θεί για να α­πο­λαμ­βά­νου­με σή­με­ρα την ο­μορ­φιά της ο­δού Μάρ­νη. Διό­λου ά­χρη­στη ση­μείω­ση: η γνω­στό­τε­ρη ως «Πλα­τεία Βά­θη», πα­ρα­κα­λώ ό­χι τε­λι­κό σίγ­μα, ο­νο­μά­στη­κε ε­πι­σή­μως πλα­τεία «Ανε­ξαρ­τη­σίας» προς τι­μήν της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της χώ­ρας α­πό τον τουρ­κι­κό ζυ­γό.
Φαί­νε­ται πως φτά­νει η στιγ­μή να με­το­νο­μα­στεί σε πλα­τεία «Υπο­τέ­λειας». Άλλω­στε, δια­κρί­νε­ται σε υ­πο­δο­μή εμ­ψύ­χων και α­ψύ­χων ό­ντων. Και μη ό­ντων. Δη­λα­δή α­νύ­παρ­κτων. Πώς το μα­θαί­να­με στα λα­τι­νι­κά; «res», «πράγ­μα». Σαν τα παι­διά που χτύ­πα­γαν στο α­στυ­νο­μι­κό τμή­μα της κο­ντι­νής Ομό­νοιας, τα βα­σα­νι­στή­ρια που α­πο­κα­λύ­πτο­νται μέ­σω …Γκάρ­ντιαν, τα χη­μι­κά και τη βία που α­να­κα­λύ­πτου­με στις δια­δη­λώ­σεις, τις προ­σα­γω­γές, τις κλού­βες, τις α­σπί­δες, τα ΜΑΤ που μπή­καν στη ζωή μας και τη φυ­λά­κι­σαν στο ό­νο­μα της δι­κής μας α­σφά­λειας. Έτσι συ­νη­θί­σα­με την κλει­στή Καλ­λι­δρο­μίου, τις φρου­ρές στη Ζωο­δό­χου Πη­γής, στη Μπου­μπου­λί­νας –το ’χει το κάρ­μα του δρό­μου να βιά­ζε­ται α­πό α­σφα­λί­τες–, στην Ακα­δη­μίας, στα άλ­λο­τε και νυν γρα­φεία του σο­σια­λι­στι­κού κόμ­μα­τος –ού­τε η Βέρ­μα­χτ να ’τα­νε– στο Μου­σείο… Εθι­στή­κα­με στη Ζή­με­νς, το Βα­το­πέ­δι, τους κου­μπά­ρους, τις υ­πο­κλο­πές, τα δο­μη­μέ­να, τον Ζα­χό­που­λο, το λα­θρε­μπό­ριο καυ­σί­μων, τα πα­ρα­δι­κα­στι­κά κυ­κλώ­μα­τα, τις υ­πε­ξαι­ρέ­σεις και τις α­τα­σθα­λίες στους δή­μους, τα με­θεόρ­τια των Πο­λι­τι­στι­κών πρω­τευου­σών, τους προ­στά­τες και την προ­στα­σία, την ε­ξα­γο­ρά της ψή­φου, τις λί­στες της Λα­γκάρ­ντ, το ι­δρω­κό­πη­μα του Βε­νι­ζέ­λου χά­ρη της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, τα φλα­σά­κια, τη βιο­μη­χα­νία έκ­δο­σης προ­ε­δρι­κών δια­ταγ­μά­των –λες και πρό­κει­ται για την «ε­θνο­σω­τή­ριο» του Πα­πα­δό­που­λου–, τις αυ­το­κτο­νίες, τους θα­νά­τους στις δια­δη­λώ­σεις, τις ελ­βε­τι­κές τρά­πε­ζες. Ο Μι­θρι­δα­τι­σμός, η α­νο­χή ο­λό­κλη­ρης της κοι­νω­νίας που δη­λη­τη­ριά­ζε­ται τμη­μα­τι­κά για να α­ντέ­χει. Μό­νο που το δη­λη­τή­ριο δεν ε­ξα­σφα­λί­ζει τη δι­κή μας α­νο­σία αλ­λά τη δι­κή τους ε­πι­βο­λή.
Άργη­σα πο­λύ να τη μά­θω, δε λέω για την πε­ριο­χή της πλα­τείας Βά­θη, που πέ­ραν των άλ­λων ση­μα­το­δό­τη­σε τη μου­σι­κή παι­δεία του γιου μου με τις σπου­δές του στο Εθνι­κό Ωδείο (ι­δρύ­θη­κε το 1926 α­π’ τον Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη, στε­γα­σμέ­νο έ­κτο­τε στο νε­ο­κλασ­σι­κό του, Μαι­ζώ­νος και Μά­γερ 18). Χρό­νια περ­νά­γα­με α­π’ το δρό­μο που πή­ρε τ’ ό­νο­μα του Ελβε­τού, αλ­λά φι­λέλ­λη­να (δε σχε­τί­ζο­νται ό­λοι με κα­τα­θέ­σεις), για­τρού  Ιά­κω­βου Μά­γε­ρ, εκ­δό­τη και διευ­θυ­ντή στο πο­λιορ­κη­μέ­νο Με­σο­λόγ­γι, α­πό τον Γε­νά­ρη του 1824 της ε­φη­με­ρί­δας «Ελλη­νι­κά Χρο­νι­κά». Που κρά­τη­σε ζω­ντα­νή τη φλό­γα των πο­λιορ­κη­μέ­νων μέ­χρι την Έξο­δο, τη νύ­χτα του Σαβ­βά­του του Λα­ζά­ρου, προς ξη­με­ρώ­μα­τα Κυ­ρια­κής των Βαΐων, με­τα­ξύ 10ης και 11ης Απρι­λίου του 1826. Μάλ­λον προ­δό­θη­κε στον Ιμπραήμ το σχέ­διο της ε­ξό­δου με α­πο­τέ­λε­σμα να σφα­για­στούν και να αιχ­μα­λω­τι­στούν χι­λιά­δες Έλλη­νες. Μό­νο 1.500 κα­τά­φε­ραν να δια­φύ­γουν. Έκτο­τε και ο πα­τέ­ρας μου τι­μού­σε σιω­πη­ρά κά­θε Κυ­ρια­κή των Βαΐων τους συ­μπα­τριώ­τες του, ή μή­πως την «Έξο­δο» που ου­δέ­πο­τε τόλ­μη­σε;– ε­νώ χρη­σι­μο­ποιού­σε πε­ρή­φα­να τον πε­ρι­φρα­στι­κό προσ­διο­ρι­σμό «η ιε­ρά πό­λις του Με­σο­λογ­γίου» ο­σά­κις α­να­φε­ρό­ταν στη γε­νέ­τει­ρά του.
Από τη μια ο Μά­γερ και η ε­φη­με­ρί­δα του α­γώ­να, της α­ντί­στα­σης στο πο­λιορ­κη­μέ­νο Με­σο­λόγ­γι, η η­ρωι­κή Έξο­δος –έ­στω και κα­τα­δι­κα­σμέ­νη, και η πλα­τεία Ανε­ξαρ­τη­σίας. Από την άλ­λη οι γα­ζίες και τ’ α­ρώ­μα­τά της. Μι­κρά α­σή­μα­ντα κί­τρι­να χνου­δω­τά μπι­λά­κια που τα ’φερ­νε ο Δη­μή­τρης στις ψυ­χρές κα­τα­σκό­τει­νες σά­λες του κε­ντρι­κού κα­τα­στή­μα­τος της Εθνι­κής. Να νιώ­σου­με την ευω­διά και να χα­θού­με, να ξε­χα­στού­με στα ε­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα της ε­λευ­θε­ρίας μας.
Δύ­σκο­λα χρό­νια, σκο­τει­νά, κυ­μαι­νό­με­να σαν το δεί­κτη του χρη­μα­τι­στη­ρίου, τη μεί­ξη ελ­πί­δας κι α­πελ­πι­σίας, τα συ­νή­θως α­νεκ­πλή­ρω­τα ό­νει­ρα, την ε­πα­νά­στα­ση που δε βλέ­πα­με, τα κομ­μα­τι­κά γρα­φεία με τους μα­κριά νυ­χτω­μέ­νους και γι’ αυ­τό αι­σιό­δο­ξους, το δί­χρω­μο πε­λα­τεια­κό πα­ρα­κρά­τος. Η νο­θεία, η λα­γνεία των μά­ταιων το­πο­θε­τή­σεων στα διοι­κη­τι­κά συμ­βού­λια, α­φού τα πράγ­μα­τα ε­τοι­μά­ζο­νταν υ­περ­γείως στα γρα­φεία της διοί­κη­σης και υ­πο­γείως ό­που φυ­λάσ­σο­νταν κάλ­πες. Οι  με­γά­λες α­περ­γίες και η φθί­νου­σα πο­ρεία. Οι προ­τά­σεις του προ­ε­δρείου. Οι α­γκυ­λώ­σεις. Οι α­γκι­στρώ­σεις.
Εμείς με­γα­λω­μέ­νοι να συ­να­ντιό­μα­στε στις δια­δη­λώ­σεις, στα Εξάρ­χεια, στις πο­ρείες, να α­νταλ­λάσ­σου­με ελ­πί­δες και πα­ρο­τρύν­σεις. Να δια­χει­ρι­ζό­μα­στε το χρό­νο. Με την ελ­πί­δα της α­να­τρο­πής, ή την ψυ­χραι­μία της δια­χεί­ρι­σης;
Έζη­σα, έ­γρα­φε ο Μά­ριος Χάκ­κας στην «Πε­ρί­πτω­ση Θα­νά­του» (α­πό τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτ­λο «Ο Μπι­ντές»), χω­ρίς να ’χω του­λά­χι­στον τρεις πή­χες χα­σέ, τα πουρ­μπουάρ των τραυ­μα­τιο­φο­ρέων, κι έ­να κα­λό στί­χο στο στό­μα για να δεί­ξω στην πύ­λη».
Ας προ­σθέ­σου­με και την ε­πα­νά­στα­ση, ή έ­στω την η­ρωι­κή μας Έξο­δο. Κι αν δεν α­ξιω­θού­με μιας λαϊκής ε­ξέ­γερ­σης, του­λά­χι­στον ας ζή­σου­με σε μια χώ­ρα της ο­μορ­φιάς και των α­ρω­μά­των. Για­τί δε μπο­ρεί και στη Δρέσ­δη, κά­που στα ε­ρεί­πια της ι­σο­πέ­δω­σης θα φύ­τρω­ναν κρί­να. Άνθη στο ι­σο­πε­δω­μέ­νο Βε­ρο­λί­νο. Οι γα­ζίες της πλα­τείας Βά­θη γεν­νούν ελ­πί­δες, α­κό­μα και σε μας, τους ξο­φλη­μέ­νους.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Θραύσματα εικόνων της μνημονιακής Αθήνας ...

Η Αυγή online...

ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΚΟΡΩΝΑΚΗ*

Απόγευμα Τετάρτης, λίγο πριν τις 8, ξεκινάω με ταξί από την Κυψέλη για τον Κεραμεικό. Προορισμός μου τα εγκαίνια του εκλογικού μας περιπτέρου στην περιοχή. Το περίπτερο πριν από μερικές μέρες καταστράφηκε από μέλη της Χρυσής Αυγής που υπέγραψαν την πράξη τους. Η δημοσκοπική άνοδος της εγκληματικής συμμορίας των νοσταλγών του Χίτλερ ήδη αλλάζει τα «μέσα» της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Αφού ο ακροδεξιός λόγος νομιμοποιήθηκε μέσω του ΛΑΟΣ, αφού ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. κάτω από τον φόβο των εκλογών και με τον φόβο των κινητοποιήσεων συγκυβέρνησαν μαζί με τον Βορίδη και τον Άδωνη, αφού, για να μην πάει ο κόσμος στις εκλογές έχοντας στο μυαλό του τα προβλήματά του, υιοθετήθηκε από τα κόμματα του Μνημονίου μια σκληρά συντηρητική και ρατσιστική ατζέντα. Τώρα ζούμε τις συνέπειες της πολιτικής του μίσους και του φόβου, περιμένοντας να δούμε τον φασισμό να στρογγυλοκάθεται στα βουλευτικά έδρανα.
Ο δρόμος είναι άδειος και η Αθήνα μοιάζει περίεργη. Μόλις έχει πάρει να νυχτώνει κι επικρατεί μια ησυχία που ξενίζει. Σαν να είναι Κυριακή ή κάποιο τριήμερο που οι Αθηναίοι έχουν εκδράμει. Η πραγματικότητα είναι πως η πολιτική των Μνημονίων μάς έχει κλείσει όλους μέσα στα σπίτια μας. Η Αθήνα μοιάζει εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της. Γεμάτη λακκούβες, με τα μισά φώτα να μην ανάβουν και τις κοινωνικές υπηρεσίες κλειστές, πορεύεται μέσα στην κρίση ανοχύρωτη. Η Πατησίων δεν είναι πια ο εμπορικός δρόμος με τον κόσμο να περπατάει στα πεζοδρόμια, να χαζεύει βιτρίνες και να πίνει καφέ. Στην Πατησίων πια κυριαρχούν τα λουκέτα, οι άδειες βιτρίνες και το ημίφως. Η κλούβα των ΜΑΤ στην ΑΣΟΕΕ με τις ασπίδες στοιβαγμένες μοιάζει ετοιμοπόλεμη, ποιος ξέρει για ποιον λόγο. Ίσως και για κανέναν λόγο, απλά προειδοποιητικά, για να θυμίζει πως θα 'ναι εκεί στην επόμενη κινητοποίηση εργαζομένων.
Διασχίζουμε την Ομόνοια, την Αγίου Κωνσταντίνου και μπαίνουμε στην Πειραιώς. Η απόλυτη δυστυχία. Πόρνες, ναρκομανείς, άστεγοι στον πυρήνα της πόλης χαράζουν την ταυτότητά της. Γι' αυτό έχουν φαγωθεί με τις "σκούπες", με την καθαριότητα. Δεν θέλουν να λύσουν κανένα πρόβλημα, θέλουν να μη φαίνεται, γιατί κάνει κακό στον τουρισμό και την επιχειρηματικότητα. Αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους σαν σκουπίδια και την πόλη σαν βιτρίνα. Μα ποιος δεν ξέρει πως είναι η φτώχεια που γεννάει τους φτωχοδιάβολους. Ποιος δεν ξέρει πως ο κόσμος που στρατολογείται στα δίκτυα της εγκληματικότητας σπρώχνεται από την εξαθλίωση και τη φτώχεια.
Κατεβαίνουμε την Πειραιώς, περνάμε το Γκάζι και στρίβουμε δεξιά προς την πλατεία. Βρισκόμαστε σε μια εικονική πραγματικότητα. Λαμπερές καφετέριες, γυαλιστερά εστιατόρια και τρέντι κόσμος πίνει το ποτάκι του αμέριμνος. Τζιπ, που κυκλοφορούσαν πολύ συχνότερα τα προηγούμενα χρόνια, είναι παρκαρισμένα στο πλάι να τα χαίρεται ο ιδιοκτήτης τους. Μοιάζει σαν απόσπασμα από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Σαν να μπήκαμε σε μια γυάλα όπου δεν υπάρχει πια Μνημόνιο, μειώσεις μισθών, φτώχεια και ανεργία. Είμαστε μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από την Ομόνοια και, αν και τα μαγαζιά δεν είναι ασφυκτικά γεμάτα, η μεγάλη αντίθεση μας ξαφνιάζει, μοιάζει με ταξίδι στον χρόνο.
Κατεβαίνω από το ταξί στην κάτω πλευρά της πλατείας και βλέπω τους συντρόφους που ξανάφτιαξαν υπομονετικά το περίπτερό τους και είναι εκεί, μάχιμοι. Οι σκέψεις χάνονται κάπως στην κουβέντα για το πώς θα τα πάμε, με τελευταία ρεπορτάζ από τις απογευματινές περιοδείες. Φοβάμαι πως το ερώτημα που έχουμε να απαντήσουμε και στις εκλογές αλλά και μετά είναι πιο σημαντικό από το ποσοστό του κάθε κόμματος. Το ερώτημα είναι αν θα σταματήσουμε την εξαθλίωση και τον εκφασισμό της κοινωνίας, αν θα νικήσει η ελπίδα και η αλληλεγγύη ώστε η κοινωνία να βγει από την κρίση πατώντας στα πόδια της ή αν θα παραδοθούμε στην άβυσσο του μίσους, του φόβου και της καταστροφής.

* Ο Τ. Κορωνάκης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ, υποψήφιος βουλευτής Α' Αθήνας

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Οι αθλιοι των Αθηνων και οι ελεεινοι των καναλιων...

Χιώτικη Σφίγγα...

του Δημήτρη Λαβατσή


(Όταν το τέρας δεν μας ενοχλεί αρχίζει να μας μοιάζει.
Μάνος Χατζιδάκις)

…. Κυριαρχεί ένα πρωτοφανές μπουρδούκλωμα των αιτιών και αποτελεσμάτων για τα δεινά της καθημερινής ζωής. Οι ελεεινοί των καναλιών και ειδικά αυτού που βλέπω, γράφοντας αυτές τις γραμμές, φροντίζουν γι αυτό. Δεν έχω την αντοχή να συγχύζομαι από τόση μισανθρωπία και τόσο ψέμα που εκπέμπουν όλα τα κανάλια-το MEGA είναι ασφαλής δείκτης των τηλεσκουπιδιών. Αυτό με δυσκολεύει να ιεραρχήσω ανάμεσα σε τόσα σημαντικά. Τι να προτάξω: την δημοκρατία και τα δικαιώματα που θυμίζουν «Βαϊμάρη 1930»;την οικονομική εξαθλίωση και την κοινωνική καταστροφή που θυμίζουν «Βαϊμάρη 1930»; την στοχοποίηση των Μεταναστών που θυμίζει την στοχοποίηση των Εβραίων από τους Ναζί στην ετοιμόρροπη δημοκρατία της Βαϊμάρης το 1930; τα μέτρα για την οικονομία που θυμίζουν και αυτά «Βαϊμάρη 1930»;
Συγκεκριμένα στο παραπάνω χθες το μεσημέρι οι ειδήσεις είχαν την εξής δομή: Ένα λεπτό Τόμσεν που μας είπε, όπως σε όλα τα δελτία του τελευταίου καιρού, ότι πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί και γι αυτό πρέπει να μειώσουμε και άλλο τους μισθούς και τις συντάξεις στα επίπεδα της Βουλγαρίας. Μετά ο ατσαλάκωτος τραπεζίτης-δικτάτωρ επανέλαβε για χιλιοστή φορά, ότι χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές, δηλαδή να μειωθούν οι μισθοί και να μην υπάρχουν εμπόδια όπως δικαιώματα και άλλα τέτοια που εμποδίζουν την πρόοδο και έτσι θα γίνει ανάπτυξη. Αυτός χρειάστηκε δύο λεπτά.
Και μετά, επί μισή ώρα είχαμε Χρυσοχοίδη. Εκεί ακούστηκε γύρω στις σαράντα φορές η λέξη «λαθρομετανάστες», άλλες τόσες η λέξη «εγκληματικότητα» και 20 φορές η έκφραση «υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας».
Γράφω αυτές τις γραμμές ενώ το ρολόι δείχνει 2.05 νύχτα 4ης Απριλίου. Πριν από λίγο μπήκα στη σελίδα chiosopinion και διαπίστωσα ότι τα φασιστοειδή για πολλοστή φορά έκαναν ζημιά, έχουν ρίξει την ύλη και στην πρώτη σελίδα έχουν βάλει τις αηδίες που μόνο αυτοί θα μπορούσαν. Παραποιημένες σημαίες και τα σύμβολα της καφρίλας τους.
Οι Ναζήδες της Χίου είναι μια πραγματικότητα. Όπως και η απόπειρα εκφασισμού της κοινωνίας μας. Δια μέσω του φόβου. Αυτού που παραλύει τη σκέψη.
Οι άθλιοι πολιτικάντηδες της εξουσίας ξέρουν ότι αν οι εκλογές διεξαχθούν δημοκρατικά, δηλαδή αν αναπτυχθεί δημοκρατικός διάλογος με θέμα τα εκρηκτικά προβλήματα της καθημερινότητας, για τις αιτίες και τις πρέπουσες απαντήσεις που θα επαναφέρουν το ζήτημα της κοινωνικής αξιοπρέπειας, ξέρουν ότι αν γίνουν έτσι οι εκλογές, έχουν χάσει κατά κράτος.
Γι αυτό μετά το σφύριγμα του Δασκαλόπουλου του προέδρου του ΣΕΒ που κατηγόρησε την αριστερά για όλα τα δεινά του τόπου όπως εργατικά δικαιώματα, κοινωνικές κατακτήσεις και αγώνες για αξιοπρέπεια ο προεκλογικός αγώνας ξεκίνησε. Ξεκίνησε από τα κυβερνητικά κόμματα με τον μόνο τρόπο που αυτοί ξέρουν όταν η εξουσία τους κινδυνεύει και είναι γυμνοί από επιχειρήματα. Με την άνοδο του τέρατος, με την προπαγάνδα του φόβου: Με την φασίζουσα αστυνομία να κάνει σκούπες στο κέντρο της Αθήνας σκουπίζοντας ανθρώπους, με σχεδιασμό στρατοπέδων συγκέντρωσης και με κατατρομοκράτηση του τηλεβαρεμένου πληθυσμού με πλάνα στημένα από το κέντρο της Αθήνας. Εδώ να διευκρινίσουμε τα παρακάτω: Ναι πράγματι το κέντρο της Αθήνας είναι υποβαθμισμένο εδώ και 22 χρόνια. Γι αυτόν τον λόγο , επειδή ήταν η πιο φτηνή περιοχή, οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν σε αυτό..Και έτσι διάφοροι πατριώτες ελληναράδες βρήκαν την ευκαιρία για τρελή κονόμα. Νοικιάζανε και νοικιάζουν τα τριάρια ή τεσσάρια τους σε 10-20 δυστυχείς χωρίς χαρτιά και μπορούν να καθαρίζουν 1500-2500 ευρώπουλα το μήνα αφορολόγητα μάλιστα! Μαγκιά ε;
Η κατάσταση αυτή είναι γνώριμη σε όλους και αφόρητη σε αυτούς που ζουν στην περιοχή του κέντρου εδώ και πολλά χρόνια .Και πιο πολύ για τους ίδιους τους μετανάστες και τις μετανάστριες. Αυτοί είναι στον πάτο του πάτου. Έρμαια της εκμετάλλευσης των κυκλωμάτων συμπατριωτών μας, που συνεπικουρούμενοι από μετανάστες αρκούντως μέσα στα κόλπα, δηλαδή επαρκώς ελληνοποιημένους και με την συνεργασία των χρήσιμων ανθρώπων που βρίσκονται στις κρίσιμες θέσεις, τους στέλνουν για παραεμπόριο, εκπόρνευση ,κλοπές κα.
Πράγματι για πολύ κόσμο στο κέντρο η ζωή είναι δύσκολη. Έτσι του την έφτιαξαν οι κυβερνήσεις με την υποβάθμιση του κέντρου ήδη από την δεκαετία του 80 (πριν έρθουν οι πολλοί μετανάστες).Έτσι την επιδείνωσαν οι κυβερνήσεις με την απουσία μιας στοιχειωδώς πολιτισμένης μεταναστευτικής πολιτικής που δεν θα άφηνε να εξαθλιώνονται και να γίνονται αγρίμια κάποιες χιλιάδες διπλανοί μας επειδή είναι μετανάστες. Γιατί γίνεσαι αγρίμι άμα έχεις φάει το ξύλο της αρκούδας επανειλημμένα, σε έχουν χλευάσει, κλέψει, εκμεταλλευτεί, απάνθρωπα. Άμα σου έχουν καταστρέψει κάθε δυνατότητα να μείνεις στη χώρα σου, χώρα ρημαγμένη από φτώχεια και πολέμους και δεν σου αφήνουν ούτε μια χαραμάδα ζωής. Ναι έτσι γίνεσαι αγρίμι. Και χιμάς στον διπλανό σου εναπομείναντα κάτοικο μιας υποβαθμισμένης περιοχής ο οποίος με τη σειρά του γίνεται και αυτός αγρίμι. Ο εναπομείνας κάτοικος. Κι αυτός, θύμα της αδιαφορίας της εξουσίας αντί να στραφεί εναντίον της στρέφεται εναντίον του διπλανού του. Του άλλου θύματος, του πρόσφυγα ,του μετανάστη.
Χρόνια τώρα ίσως και 15, η κατάσταση με εξάρσεις και υφέσεις ήταν αυτή! Καθόλου καλύτερη! Και κανένας δεν μιλούσε. Γιατί βόλευε και τους ιδιοκτήτες που νοίκιαζαν σπίτια, και τους νταβατζήδες, και τους λαθρεμπόρους και τα κυκλώματα μέσα στην αστυνομία και τους εργοδότες που είχαν τζάμπα θύματα και τον ελληναρά που είχε στη διάθεσή του φρέσκο, νεανικό. γυναικείο κρέας στα κολόμπαρα. Βόλευε και το επίσημο κράτος που μπορούσε να εκβιάζει στην αγορά εργασίας .
¨Όμορφος κόσμος!!!
Και στο σωτήριο 2012 έρχεται ο λογαριασμός όχι σε όλους: Στους μετανάστες και τους πρόσφυγες που δεν χρωστάνε, σε εμάς τους εργαζόμενους τους άνεργους τους συνταξιούχους που δεν χρωστάμε. Για τα αφεντικά και τους ανθρώπους τους, τους παρατρεχάμενους των αστικών κομμάτων, και τα λαμόγια επώνυμα και ανώνυμα είναι μια τεράστια ευκαιρία ή ένας τεράστιος κίνδυνος. Ανάλογα με το πώς θα αντιδράσουμε τα επόμενα χρόνια. Ερχόμαστε λοιπόν στις ανάγκες του σήμερα. Εν όψει εκλογών η ανάγκη των αφεντικών είναι μία: να μην ασχοληθούμε με τους πραγματικούς εχθρούς της ζωής μας. Να μην αμφισβητήσουμε την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων για να μην την ανατρέψουμε. Να χάψουμε το παραμύθι ότι κινδυνεύουμε όλοι από αυτά που συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας. Να μην σκεφτόμαστε αιτίες και αποτελέσματα. Και να μολυνθούμε στα αλήθεια από την ηλιθιότητα του πολίτη που κατάντησε ιδιώτης και έγινε οπαδός του μίσους. Η Χρυσή Αυγή ανεβαίνει .Ας προσέχουμε: η ηλιθιότητα είναι μεταδοτική.Nα σηκωθούμε λοιπόν όσο είναι καιρός: Για να ανατρέψουμε την ελληνική «δημοκρατία της Βαϊμάρης» πριν επικρατήσει η συνέχειά της, ο σύγχρονος φασισμός. Για να αποκαταστήσουμε την ΙΣΟΤΗΤΑ την Κοινωνική Δικαιοσύνη την Αλληλεγγύη. Ότι αποτελεί την ουσία της δημοκρατίας δηλαδή.

Δημήτρης Λαβατσής

Υ.Γ. Επειδή από τα παραπάνω προκύπτει το ερώτημα: «Και τι μπορούμε να κάνουμε συγκεκριμένα και άμεσα;» πολύ σύντομα θα γράψουμε για το τι μπορούμε να κάνουμε για να μην ντρεπόμαστε σαν δημοκράτες και σαν άνθρωποι. Για να εξανθρωπίζουμε την ζωή όλων όσων δοκιμάζονται πάνω στο έδαφος αυτής της χώρας, ανεξαρτήτως καταγωγής.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Απλώς ανατριχιαστικό!

//ΠαραλληλοΓράφος//...

Γράφει η Δέσποινα Κουτσούμπα

“Τα πράγματα είναι απλά: όταν στο σπίτι σου μπαίνουν κατσαρίδες, δεν τρέχει όλη η οικογένεια να τις κυνηγάει μία μία. Κάνεις απεντόμωση. Το ίδιο και στο κέντρο της Αθήνας. Πρέπει να διώξουμε όλους τους λαθρομετανάστες”…
Τάδε έφη η γνωστή ξανθιά κυρία, μέλος της Χρυσής Αυγής, που παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της επιτροπής κατοίκων Αγ. Παντελεήμονα.
Σημερινό, από τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας με θέμα τα μέτρα για το ιστορικό κέντρο, όπου παραβρέθηκα.
Προσπαθώ πολλή ώρα να το ξεχάσω, αλλά δεν γίνεται. Άλλωστε, το σωστό δεν είναι να το ξεχάσω. Το σωστό είναι να το μοιραστώ με όλους -αφού ακόμη δεν το βλέπω σε κανένα από τα μέσα των οποίων οι δημοσιογράφοι επίσης άκουγαν, εξίσου έντρομοι.
Άνθρωποι και κατσαρίδες. Συμμορίες που αναγκάζονται να τρέχουν να πατάνε μία μία τις κατσαρίδες γιατί δεν κάνει καλά τη δουλειά του το κράτος, να τους μαζέψει όλους και να τους εξαφανίσει (τι να κάνει και η καημένη κυριούλα με ένα μικρό φουρνάκι; κατά το γνωστό ανέκδοτο…)
Υπάρχουν αυτοί οι υπάνθρωποι. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Βγαίνουν και μιλούν στα πρωινάδικα, ως καθόλα αξιοπρεπείς πολίτες. Όπως άλλωστε και τόσοι κλέφτες, λωποδύτες, μπράβοι, μαχαιροβγάλτες, προαγωγοί -επίσημοι και μη…
Κι όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν ήταν το θράσος της να παρομοιάσει τους κυνηγημένους της ζωής με κατσαρίδες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η πολιτική της κυβέρνησης και του Δημάρχου-υπαλλήλου της, που επικεντρώνουν το πρόβλημα της Αθήνας στην εξαφάνιση των μεταναστών και κάθε κοινωνικά αποκλεισμένου.
Διά στόματος Άννας Νταλάρα: “Δεν θα μας επιβάλλει η ακροδεξιά την πολιτική μας. Από μόνοι μας πρέπει να διώξουμε όλους τους λαθρομετανάστες από την Αθήνα”.
Διά στόματος Καμίνη: “Το θέμα είναι να δημιουργηθούν χώροι όπου θα συγκεντρώνονται όλοι οι μετανάστες προς απέλαση, και αυτό να γίνει σε όλους τους Δήμους, όχι να συγκεντρώνονται όλοι στην Αθήνα”.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε τις προτάσεις Καμίνη για το Κέντρο της Αθήνας. Αξίζει, ειδικά για όσους ψηφίσαν τον “ανεξάρτητο” Συνήγορο του Πολίτη (νυν: του Πρωθυπουργού). Φαντάζομαι ότι αύριο, που θα συναντηθεί με τον αρμόδιο για το θέμα Αντιπρόεδρο Πάγκαλο, θα μπορέσουν να τις εξειδικεύσουν σε συγκεκριμένα μέτρα: πόσους, από ποιους δρόμους και με ποιο τρόπο θα… εξολοθρεύσουν. Απεντόμωση, δηλαδή! (Μήπως να τους πουλάγαμε και τα όργανα, ρε παιδιά, να κάνουμε απόσβεση; Έμαθα ότι οι αστυνομικές επιχειρήσεις κοστίζουν πια…).
Το πολιτικό κλίμα μυρίζει Γερμανία του ’30. Όχι παντού. Σίγουρα όμως στο κέντρο της πρωτεύουσας. Εκεί που η φτώχεια και η εξαθλίωση εντείνονται, εκεί που οι άστεγοι σκοτώνονται για ένα παγκάκι, εκεί που οι γυναίκες εκδίδονται υπό την απειλή του όπλου.
Γίναμε λοιπόν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα! Αυτό δεν ήθελαν; Τόσα χρόνια μας πιπιλάνε το μυαλό για τις ελληνικές “ανορθογραφίες”: την (υποτιθέμενη) τεμπελιά, την οικογενειακή αλληλεγγύη, τη φιλοξενία, την προστασία της εργασίας, τα σωματεία… Ε λοιπόν, όταν κάνεις ότι μπορείς για να εξαφανιστούν όλα αυτά, μαζί τους εξαφανίζονται οι ζωντανές γειτονιές, τα γεμάτα καφενεία, τα παιδιά που παίζουν στους δρόμους, τα μαγαζιά της γειτονιάς, τα θερινά σινεμά, η δυνατότητα να γυρνάς μόνος στο σπίτι ότι ώρα θες χωρίς να φοβάσαι. Μπράβο σας, καλά τα καταφέρατε! Μας κάνατε επιτέλους Ευρώπη!
Συνεχίζω να μένω στο κέντρο της Αθήνας. Να έχω το ψιλικατζίδικό μου, που παίρνω βερεσέ τσιγάρα. Να γνωρίζω τις πωλήτριες στο σούπερ μάρκετ. Να κάνω παρέα με όλες τις μαμάδες της γειτονιάς, ανεξαρτήτως χρώματος. Να χαιρετάω τους απο πάνω στο ασανσέρ. Να θεωρώ τύχη για το παιδί μου να φοιτά σε πολυεθνική τάξη. Να μαθαίνω τα προβλήματα των γειτόνων μου και να τους βοηθάω όσο μπορώ. Να κατεβαίνω μαζί τους στην απεργία, στην πλατεία, στο αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο. Να αντιστέκομαι στη λαίλαπα του Μνημονίου, όχι μόνο στις πανεργατικές απεργίες, αλλά στην καθημερινότητά μου.
Να πάρουμε πίσω τις γειτονιές, μόνο έτσι θα νικήσουμε τον φόβο, έτσι θα τους νικήσουμε.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Η ηθογραφία ως δυστοπία...

kathimerini.gr...
Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Παρατηρώ το χτίσιμο: πέτρες δεμένες με πλίνθους και κουρασάνι. Ρωμαϊκό, βυζαντινό. Αγκαλιάζω τη χαρίεσσα φόρμα. Χαμηλώνω το βλέμμα. Στο πεζούλι του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένας (μία;) μικροπωλητής, συνήθως άφαντος, έχει απλώσει την πραμάτειά του: εικονίτσες, βίους αγίων, την Αγία Μαρκέλα, τον Αγιο Κυπριανό, θρησκευτικά ημερολόγια, λιβάνι, βραχιολάκια, κομπολόγια, ένα CD με Λόγους Μετανοίας. Στην άκρη απιθωμένο ένα πλαστικό κύπελλο του καφέ. Ενας γενειοφόρος Πρόδρομος, νωδός, διαλαλεί ψευδά τα λαχεία του «τι σου ’χω σήμερα, σε γλιτώνω!». Πιο πάνω, άλλος σαλός με άδειο βλέμμα, λευκογενειοφόρος με πατημένα παπούτσια σαν παντόφλες, κουνάει ένα άδειο κουτί «πεινάω» προς παγερά αδιάφορους διαβάτες, είναι αόρατος. Στο πεζοδρόμιο της Αθηνάς, ένας άντρας έχει ανοίξει ένα χαρτόκουτο και επιδεικνύει καρδερίνες, λούγαρους και φλώρια, έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άντρες σαράντα-πενήντα χρόνων, χαζεύουν και καπνίζουν, ένας σαν κράχτης κάνει ότι ψωνίζει και βάζει σε ένα σακβουαγιάζ ένα πουλάκι. Στις παρυφές της Ερμού, επί της Αρεως, ένας αστυνομικός με μπλε εξάρτυση καλεί έναν Ινδοασιάτη μικροπωλητή για έλεγχο, αυτός κρατάει μια γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή και τέσσερις–πέντε κλειστές σε νάιλον, το βάζει στα πόδια, ξεφορτώνεται το εμπόρευμα στο δρόμο, τρέχει με τη γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή, ο νεαρός αστυνομικός τον προλαβαίνει, του βάζει τις φωνές, ο Πακιστανός χαμογελάει διαρκώς και στριφογυρίζει ψηλά την ανοιχτή ομπρέλα, κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο ένας σκουρόχρωμος σαλεπιτζής παρακολουθεί διακριτικά.
Κανείς δεν παραξενεύεται με αυτές τις εικόνες στο κέντρο των Αθηνών. Ολοι προσπερνούν αποτραβηγμένοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί, κοιτάνε πέρα, μακριά, πολύ μακριά από τον τρέχοντα ζόφο. Βαλκανίλα και Κάιρο μυρίζει. Και παλιά Αθήνα του ’60, όταν οι ζητιάνοι συνωστίζονταν στα σκαλιά των εκκλησιών κάθε Κυριακή, απλώνοντας εικονίτσες και άδεια χέρια κάτω από τις μύτες των νοικοκυραίων, κι όταν μαυροντυμένες κοσμοκαλόγριες με μπόγους γυρνούσαν πόρτα πόρτα πουλώντας μοσχολίβανο και καρβουνάκια. Εικόνες απόμακρες, καταχωνιασμένες, ακατανόητες σήμερα, κι όμως επιστρέφουσες μαζικά, ορμητικά: η επαιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του βίου, ως μια φυσικότατη εκδήλωση της διάχυτης πενίας· οι μικροπωλητές που περιφέρουν εμπόρευμα–σαβούρα σε χαρτόκουτα ή κρεμασμένο στο λαιμό τους· οι παπατζήδες στο δρόμο και οι λοταριατζήδες στα καφενεία· οι μπανανοπώλες με καρότσια μπεμπέ· οι υπαίθριοι ψήστες κοκορετσιού· οι πωλητές χύμα χλωρίνης, ελαιολάδου, φυτίνης και γιαουρτιού πόρτα πόρτα· οι δοσάδες με είδη προικός στη βαλίτσα.Το ’50 και το ’60 εισβάλλουν βίαια στο 2012. Δεν φέρουν κανένα φολκλόρ, δεν ξυπνούν καμιά νοσταλγία, δεν περιέχουν αισθητική και καλαμπούρια, όπως αυτή που ξυπνούσαν έως πρόσφατα οι ασπρόμαυρες φαρσοκωμωδίες. Ποιος νοσταλγεί την αυλή με τη σκάφη και τον κοινό απόπατο; Αυτά ήταν για να τα βλέπουν σε Plasma 40 ιντσών και να γελάνε χορτάτοι επίγονοι, παιδιά και εγγόνια αυτών των παράξενων Ελλήνων με τα τριμμένα ντρίλια και τα παλτά της αμερικανικής βοήθειας.
Δεν θα γυρίσουμε στη σκάφη. Αλλά σε πολλά διαμερίσματα φέτος δεν άναψαν καλοριφέρ· τα αυτοκίνητα στέκουν ακίνητα, χωρίς πανάκριβη βενζίνη· στα γραφεία κολατσίζουν από τάπερ σπιτικά.
Γυρνάμε στη φτώχεια· δεν γυρνάμε όμως και στην αθωότητα της παλαιάς ηθογραφίας της. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, συνοικίες και αστικές ζώνες ολόκληρες έχουν μπει στα κόκκινα, οι πολυκατοικίες χτυπιούνται κάθε βράδυ, κάθε ώρα και μία διάρρηξη, αλαφιασμένοι μικρομεσαίοι προσθέτουν κλειδαριές και σίδερα.
Ο πόλισμαν της ηθογραφίας, με το γκρίζο κοστούμι–στολή και το πηλήκιο, εξαφανίστηκε· στις φυλασσόμενες ζώνες με τράπεζες και πολιτικά κτίρια στέκονται πάνοπλοι ειδικοί φρουροί με περικνημίδες και οπλοπολυβόλα. Η επιτήρηση, ο ατομικός οπλισμός και οι αυτοδικούσες μιλίτσιες προβάλλουν ως μόνες απαντήσεις στη φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανισότητα. Ζητιάνοι, πρεζάκια, μικροπωλητές, αξύριστοι άντρες στα πεζοδρόμια, και φρουροί με οπλοπολυβόλα. Λείπουν οι προφήτες.
Η ηθογραφία διαστρωματώνεται και αλλάζει. Και λουπάρει. Ηταν η αυλή, γεράνια, πατριάρχες άντρες, μεγαλοκοπέλες, έρωτες, ένας ορισμένος νεορεαλισμός, υποβασταζόμενος από το όραμα της διαρκούς προόδου. Κατόπιν ήρθε το διαμέρισμα, κοστούμια, γαλλικούλια, κούρσες, ροκ εν ρολ, μπλουτζίν και καμπάνες, χουντοπόπ. Μετά, δημοκρατία και φενάκη αναδιανομής, μαζική παιδεία, πλησμονή, νεοπλουτισμός, προωθητικός φθόνος, θαυμαζόμενη ανομία, κατανάλωση, τηλεόραση, μάζα, σκυλοπόπ. Ευρώπη – όραμα και φενάκη. Η τελευταία στοιβάδα ηθογραφίας αναπαράγει διαθλασμένα, σαρκαστικά, ένα παλαιότερο πρόσωπό της, παραμορφωμένο, απεχθές, μια αστυνομική πτωχοκρατία. Η ηθογραφία εξελίσσεται: σαν δυστοπία.

Πείτε μας τη γνώμη σας

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Να μην αντέξεις...

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
του Σπύρου Παπαδόπουλου (“Bυτίου”)
Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com
Έγραφε πριν λίγους μήνες ο Ν. Ξυδάκης στην Καθημερινή: «Εφόσον γράφεις δημοσίως, οφείλεις πάραυτα να αφηγηθείς την κρίση: πώς επελαύνει και μορφοποιείται σταδιακά ως μόνιμο χαρακτηριστικό του βίου, πώς αλλάζει την πολιτική ατζέντα, πώς αλλάζει τις εννοιολογήσεις, πώς κλονίζει τις βεβαιότητες, πώς πυροδοτεί παθιασμένες ή απελπισμένες συζητήσεις, ακόμη και πώς διαιρεί παρέες και ανθρώπινα σύνολα». Τρεις μήνες μετά, το ερώτημα («πώς γράφουμε για την κρίση;») μεταβάλλεται, αλλάζει και αγγίζει τον πυρήνα της περίφημης καθημερινότητας. Πώς ζούμε στην κρίση;
Αριστεροί, αριστεριστές και ανένταχτοι συμπαθούντες, βρίσκονται μπροστά στους πιο ιλιγγιώδεις γκρεμούς. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Ο αριθμός των ανέργων, των φτωχών, των άστεγων. Ειδήσεις για απολυμένους, για γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα και νοσοκομεία γιατί δεν μπορούν να τα φροντίσουν, για αυτοκτονίες. Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο αμείλικτη. Δυσκολεύεσαι να περπατήσεις στο κέντρο. Όχι γιατί φοβάσαι ίσως, όχι γιατί κινδυνεύεις ίσως, αλλά γιατί κάθε βόλτα πια αποβαίνει αφόρητη. Στο Πανεπιστήμιο, χυμένοι άνθρωποι ανάμεσα στα σκαλιά. Σφιγμένα μπράτσα με λάστιχο. Πόδια που έχουν αφεθεί στο έλεος κάποιας παλιάς πληγής. Άστεγοι ξαπλωμένοι σε στενά πεζοδρόμια, μισοκοιμισμένοι ή μισολιπόθυμοι, με απλωμένο το χέρι. Παιδιά κοιμούνται στην Ακαδημίας. Και πέρα απ’ τα προφανή δράματα. Στα τραπέζια μετριόμαστε να δούμε πόσοι ψάχνουν για δουλειά. Ύστερα πόσοι είναι ανασφάλιστοι. Στο τέλος πόσοι είναι καλά.
Διστάζω να διαβάσω Μιχάλη Κατσαρό. Στην πραγματικότητα, «παραμένω εν πλήρη συγχύσει ένοχος». Σφαλιάρες πέφτουν με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων στα πρόσωπά μας. Πόσα πενηντάλεπτα να δώσεις; Σε πόσες κινήσεις πολιτών να συμμετάσχεις; Σε πόσες συνελεύσεις γειτονιών να πάρεις μέρος; Πόσα ρούχα να βγάλεις απ’ την ντουλάπα; Πόσες αναλύσεις να διαβάσεις; Σε πόσες απεργίες να πάρεις μέρος;
Τίποτα δεν μοιάζει αρκετό, μπροστά σ’ αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν, αν και το όποιο λίγο μπορεί να δώσει ο καθένας είναι «πολύ» μπροστά στο τίποτα που έχει αυτός που το λαμβάνει. Ωστόσο, τίποτα δεν ανακουφίζει, όταν πια ξέρεις καλά, όταν αντικρίζεις με όλες σου τις αισθήσεις την κοινωνική εξαθλίωση.
«Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα» (Ε. Σιοράν).
Δίνεις δάκρυα μετασχηματισμένα σε αλληλεγγύη, φιλανθρωπία, ανθρωπιά, αγάπη, καθήκον, συνήθεια, ιδεολογία. Όλα μαζί ανακατεμένα και ξεχωριστά. Στέκουμε με ένα σάστισμα και μια φωνή έτοιμη να εκραγεί. Κριτικάρουμε τις δηλώσεις ενός υπουργού, στηλιτεύουμε άλλη μια περικοπή, οργανωνόμαστε απέναντι σε ένα εντελώς άδικο χαράτσι, καταδεικνύουμε τις θεσμικές εκτροπές. Μας λείπει ένα φρένο αληθινό, κάτι που θα σταματήσει την πτώση.
Επέμενε ένα μέρος του ευρύτερου αριστερού χώρου να φωνάζει ότι δεν υπάρχει κανένα τέλος της ιστορίας, ότι δεν έχουμε φτάσει στο τέλος των αναζητήσεων και σωστά. Μόνο που τελικά, αυτοί που εσωτερίκευσαν το παραμύθι περισσότερο από κάθε άλλον, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Οι αντιδράσεις μας, δυσανάλογα μετριοπαθείς, με την κυρίαρχη σκληρότητα και τον καλοδιατυπωμένο κυνισμό του επίσημου λόγου, κάτι τέτοιο δείχνουν.
Ξέρουμε καλά, πως ένα μετά το άλλο, τα «έκτακτα» μέτρα μετριούνται εδώ και τώρα με φτώχεια, εξαθλίωση και απομόνωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ξέρουμε καλά, πως η αστυνομική βία και αυθαιρεσία δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά ή παρεκκλίσεις συγκεκριμένων οργάνων, παρά πάγια πρακτική. Ξέρουμε καλά, πως μετανάστες, «παρεκκλίνοντες» και κάθε λογής περιθωριακοί αντιμετωπίζονται συστηματικά με τον πιο βάναυσο τρόπο. Ξέρουμε καλά, βλέπουμε καθαρά την αργή αλλά σταθερή πορεία προς τον αυταρχισμό και την εκλεπτυσμένη εκτροπή. Κι όμως επιμένουμε να επικαλούμαστε αφηρημένες έννοιες, να πνιγόμαστε στον καθωσπρεπισμό, να νομίζουμε πως αυτή η κατηφόρα σταματάει με κάποια εκλογική αναμέτρηση (με ένα εκλογικό νόμο και ΜΜΕ στα μέτρα τους). Επιμένουμε να επικαλούμαστε μια συνθήκη, την οποία η άλλη πλευρά έχει αφήσει επιδεικτικά πίσω. Όταν ο τεχνοκράτης, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός τονίζει δημοσίως ότι δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, εμείς υιοθετούμε στάση αναμονής και δοκιμάζουμε την αντοχή μας. Αυτή τη στιγμή σε πολλά σημεία της Ευρώπης υπάρχει η πιο λεπτή πιθανή επίφαση δημοκρατίας και εμείς διστάζουμε να ονομάσουμε την κατάσταση εξαίρεσης, πόσο μάλλον να ερμηνεύσουμε το παρόν με βάση αυτή.
Είναι ο καιρός τέτοιος πια και μοιάζει τόσο λάθος η αγαπημένη ποιήτρια του ανιψιού του πρώην εθνάρχη και πρώην πρωθυπουργού. «Ν’ αντέξεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις». Κι όμως, δεν χρειαζόμαστε άλλη αντοχή. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένστικτο επιβίωσης, άλλη καρτερικότητα . Χορτάσαμε αντοχή. Τώρα είναι η ώρα του μη περαιτέρω, η ώρα του στένσιλ που γεμίζει τα κτίρια της Πανεπιστημίου: «Παλέψτε, Αντισταθείτε, Μην Γκρινιάζετε».
Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος, που ζει μέσα στην ιστορία κι όχι σε κάποιο φανταστικό τέλος της, τρέχει μπροστά απ’ όλες τις ηγεσίες, απ’ όλες τις αναλύσεις, απ’ όλες τις θεσμικές δομές. Αυτοοργανώνεται, παλεύει, παραλύει, ορθώνει ότι έχει μείνει απ’ το ανάστημά του, απελπίζεται και ανασαίνει. Όπως θα έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, «αν αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε, πάνω σ’ αυτό το έδαφος πρέπει να αναμετρηθεί εναντίον της, η πολιτική, που θέλει να είναι συστατική πράξη της ελευθερίας».
Ενάντια στη σιγουριά της πρόσκρουσης, ενάντια στη σωτηρία του έθνους και την καταστροφή των ανθρώπων, μένει μόνο η συνάντηση με αυτόν τον κόσμο που δεν κουράστηκε να επιμένει. Να σταθείς στην πλατεία Συντάγματος με τις λέξεις της Ρένας Χατζηδάκη στα χέρια:
«θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους»
Ο Σπύρος Παπαδόπουλος διατηρεί το μπλογκ «το βυτίο» http://tovytio.wordpress.com/)
Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Ροη αρθρων