Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, απο τα Ενθεματα...
Όμως το
αγόρι τη γλιτώνει και προλαβαίνει να πετάξει πάνω απ’ την πόλη, προτού
ξημερώσει, σαν όνειρο. Βρίσκει το γάλα που χρειάζονται οι αρτοποιοί και
τους το προσφέρει (το γάλα δεν είναι μαύρο). Οι τρεις αρτοποιοί
ευχαριστούν το αγόρι. Και οι τρεις τους έχουν τη μουτσούνα του Όλιβερ
Χάρντι, του Χοντρού, με το χιτλερικό μουστακάκι. Φτιάχνουν λοιπόν το
πρωινό γλύκισμα και το αγόρι επιστρέφει στο κρεβάτι του. Αυτά συμβαίνουν
Στη νυχτερινή κουζίνα (1970) του παιδικού εικονογράφου Μόρις Σέντακ που πέθανε τέτοια εποχή, πρόπερσι.
Ο Σέντακ
ήταν Αμερικανός πολωνοεβραϊκής καταγωγής και οι συγγενείς του χαθήκανε
στο Ολοκαύτωμα, γεγονός που επηρέασε τον ίδιο και το σχέδιό του, ένα
ανακάτεμα σκοτεινής τρυφερότητας και υποδόριας απρέπειας, παιγνιώδες και
προκλητικό μαζί, όπως ένα παιδί που βγάζει τη γλώσσα του μπροστά στους
μεγάλους για να τους περιγελάσει. Και ο Σέντακ με τη σειρά του, σ’ αυτό
το βιβλίο, είναι σαν να περιγελά τους φασίστες: «Αν δεν υπάρχει Άουσβιτς
για εσάς, δεν υπάρχει ούτε Χίτλερ για εμάς. Άρα, δεν υπάρχετε ούτε
εσείς. Το πολύ-πολύ να υπάρχει μόνο Τσάπλιν», δηλαδή μια φωτεινή κουκίδα
που, καθώς περπατά ατσούμπαλα, αναδημιουργεί ολόκληρη την πόλη
φωτίζοντάς την.
Δυστυχώς υπήρξε Άουσβιτς και υπάρχουν ακόμα φασίστες.