Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Γιούργος Κωστής, απο την Αυγη...
Το 2014 είναι παρόν, η χρονιά που η σημασία και η κρισιμότητά της τόσο συζητήθηκαν τον περασμένο χρόνο είναι εδώ. Σεβόμενοι όλους τους λόγους που επικαλείται σ' ένα νεανικό του κείμενο ο Γκράμσι εξηγώντας γιατί «κάθε πρωινό θέλω να 'ναι για μένα και μια Πρωτοχρονιά, κάθε μέρα να κάνω κι έναν προσωπικό απολογισμό και να ανανεώνομαι κάθε μέρα»,1 πρέπει να παραδεχτούμε, ωστόσο, ότι, στην περίπτωσή μας, σε αντίθεση με τις προηγούμενες περίπου 560 κατά Γκράμσι Πρωτοχρονιές από τις εκλογές της 17 Ιουνίου 2012, η Πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου 2014 τους όρους τους επιβάλλει η ίδια. Προχθές ακόμη, το 2014 ήταν το «αύριο» από το οποίο μπορούσαμε να ζητούμε και να παίρνουμε πίστωση χρόνου. Την επομένη κιόλας των εορτών, ο χρόνος άλλαξε βηματισμό, επιταχύνθηκε. Τέλος η πίστωση, καλώς ορίσατε στο πολυσυζητημένο 2014.
Το βράδυ της 17ης Ιουνίου 2012, ανάμεσα στην κοινωνία και τη ριζοσπαστική Αριστερά συνάφθηκε ένα άτυπο αλλά βαρυσήμαντο συμβόλαιο.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Ο Χρό­νης, ο Χρό­νος και άλ­λες ι­στο­ρίες για αν­θρώ­πους ...

Τώ­ρα που κα­τα­κά­θι­σε ο κουρ­νια­χτός, ας ξα­να­πιά­σου­με το νή­μα της α­φή­γη­σης α­πό κει που το έ­πια­νε πά­ντα κι ο ί­διος: α­πό τα τρί­σβα­θα της ψυ­χής.
Στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά, πά­νω α­πό το αρ­χι­φυ­λα­κείο, στρί­βο­ντας δε­ξιά στο πλα­τύ­σκα­λο ό­που κο­ντο­στέ­κε­ται η τσι­με­ντό­σκα­λα πριν συ­νε­χί­σει για το δεύ­τε­ρο ό­ρο­φο, στο πρώ­το κε­λί α­ρι­στε­ρά με­τά τις σι­δε­ρέ­νιες μπά­ρες του κι­γκλι­δώ­μα­τος που χω­ρί­ζει τις δυο «α­χτί­νες», ζει ο κλει­δο­κρά­το­ρας των Αφη­γή­σεων –α­πό τις κα­πνερ­γα­το­γει­το­νιές της Κα­βά­λας, εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια φυ­λα­κές και ε­ξο­ρίες, φορ­τω­μέ­νος με ό­λα τα ά­δι­κα που έ­χουν σκα­ρώ­σει οι δυ­να­τοί ε­νά­ντια στους α­δύ­να­τους, α­πό το «πε­ρί συ­στά­σεως ε­πι­τρο­πών ε­πί της δη­μο­σίας α­σφα­λείας» διά­ταγ­μα του 1924 και το βε­νι­ζε­λι­κό «ι­διώ­νυ­μο» του 1929 με την ποι­νι­κο­ποίη­ση «ι­δεών σκο­πών ε­χου­σών την διά βιαίων μέ­σων α­να­τρο­πήν του κρα­τού­ντος κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος», μέ­χρι τον 509 του 1947 «πε­ρί α­πο­σπά­σεως μέ­ρους εκ του ό­λου της Επι­κρα­τείας» και το Γ΄ Ψή­φι­σμα του 1949 «πε­ρί μέ­τρων ε­θνι­κής α­να­μορ­φώ­σεως». Ο Χρό­νης ο Μίσ­σιος, ο φύ­λα­κας του Αστέ­ρευ­του Νε­ρού της Μνή­μης, που ό­ποιος το γευ­τεί μια, πο­τέ δε λη­σμο­νεί τα νιά­τα του.
Ρώ­τη­σε, να σ’ το βε­βαιώ­σει, ό­ποιον θέ­λεις α­π’ την πα­ρέα των Χα­μέ­νων Αγο­ριών στη Χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά. Ζουν στα πα­ρα­δι­πλα­νά κε­λιά α­ρά­δα, στον ί­διο ό­ρο­φο, τον πρώ­το ό­ρο­φο του «Πα­ραρ­τή­μα­τος» των φυ­λα­κών Αβέ­ρω­φ, πί­σω α­π’ τα Κε­ντρι­κά, το πε­τρό­χτι­στο κτί­ριο με τη φρου­ρια­κή πρό­σο­ψη, ό­πως βλέ­πεις α­πό τη λεω­φό­ρο Αλε­ξάν­δρας, λο­ξά κι α­πέ­να­ντι α­π’ τον Πα­να­θη­ναϊκό: ο Θα­νά­σης Αθα­να­σίου, ο Παύ­λος Κλαυ­δια­νός, ο Νί­κος Κιά­ος, ο Ανδρέ­ας Σαβ­βά­κης, ο Νί­κος Γιαν­να­δά­κης, ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, ο Νι­κη­φό­ρος Στα­μα­τά­κης, ο Γιώρ­γος Μποτ­ζά­κης, ο Αρί­στος Θε­ο­δω­ρί­δης, ο Αντώ­νης Μαρ­γα­ρί­της, ο Κω­στής Γιούρ­γος. Πέ­ντε χρό­νια άλ­λος, ο­κτώ χρό­νια, δέ­κα χρό­νια άλ­λος, δε­κά­ξι, εί­κο­σι χρό­νια άλ­λος, πλη­ρώ­νουν σε νιά­τα και παίρ­νουν σε α­πό­σταγ­μα αυ­το­γνω­σίας, ε­γκαρ­τέ­ρη­σης και σο­φίας.
Νέ­ος εί­σαι, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βεις σου σκιά­ζει κα­μιά φο­ρά το βλέμ­μα η λα­χτά­ρα για τη ζωή που κυ­λά­ει έ­ξω α­π’ τους τοί­χους της φυ­λα­κής, κι ε­σύ δεν εί­σαι ε­κεί ν’ α­κού­σεις να σου πει «γεια» έ­να ξε­χω­ρι­στό κο­ρί­τσι. Σε βλέ­πει έ­τσι σκε­φτι­κό και στε­να­χω­ρε­μέ­νο ο Χρό­νης και…
–Μη στε­να­χω­ριέ­σαι, ρε! Τώ­ρα εί­μα­στε στην κοι­λιά του κύ­μα­τος. Θά ’ρθει και­ρός, θα γυ­ρί­σει το πρά­μα, θα βρε­θού­με κα­βά­λα στην κορ­φή. Θα ι­δείς.
Το γυρ­νάς κι ε­σύ στην πλά­κα τό­τε.
–Τι να ι­δώ, ρε Χρό­νη; Σε λί­γο θα μας πεις πως θα προ­λά­βου­με και σο­σια­λι­σμό.
–Πά­ψε! Δεν ξέ­ρεις τι σου εί­ναι η ζωή…
Γυ­ρί­ζει τώ­ρα στο σο­βα­ρό η κου­βέ­ντα. Έχου­νε, στο με­τα­ξύ, μπει και τα ρώ­σι­κα ταν­κς στην Πρά­γα… Αύ­γου­στος 1968, ε;
–Και για­τί δε θα στρα­βώ­σει και σε μας το πρά­μα, ρε Χρό­νη;
–Μην σκιά­ζε­στε, δε θα πά­ει στρα­βά ο δι­κός μας σο­σια­λι­σμός.
–Ο δι­κός μας; Για­τί ό­χι ο δι­κός μας, δη­λα­δή;
–Για­τί ε­μείς κι ε­κεί α­ντι­πο­λί­τευ­ση θα εί­μα­στε!
–Δη­λα­δή, ά­μα εί­σαι α­ντι­πο­λί­τευ­ση δεν κά­νεις λά­θη;
–Κά­νεις, κι ε­γκλή­μα­τα εξ α­με­λείας κά­νεις, ό­λοι κά­νου­με. Αλλά μην πιά­σου­με τώ­ρα την κου­βέ­ντα για τα λά­θη, και τί ’ναι λά­θος και τα ρέ­στα, και μας πά­ει στη φι­λο­σο­φία…
–Ας μας πά­ει.
Και μας πά­ει. Και α­πλώ­νε­ται η κου­βέ­ντα στα αν­θρώ­πι­να και σε τυ­λί­γει μια ζε­στα­σιά, μια κα­τα­νό­η­ση και μια κα­λο­σύ­νη κι ό­λα σαν να βρί­σκουν την α­πά­ντη­σή τους.
Ο Χρό­νης εί­ναι δά­σκα­λος να σε μα­θαί­νει να μι­λάς με ει­κό­νες α­π’ τη ζωή.
«Εγώ έ­να έ­χω κα­τα­λά­βει. Τα λά­θη του ο άν­θρω­πος δεν πρέ­πει να τα πε­ρι­φρο­νά, τα λά­θη του ο άν­θρω­πος πρέ­πει να τα νοιά­ζε­ται. Τα λά­θη, σαν τα νό­θα, έ­χουν α­νά­γκη την ί­δια κα­τα­νό­η­ση κι α­γά­πη με τα νό­μι­μα, μη σου πω και πε­ρισ­σό­τε­ρη, κα­τά­λα­βες; Απ’ τα λά­θη, ρε, μα­θαί­νου­με! Τι νό­μι­σες;»
Τι να νο­μί­σεις ε­σύ, και τι να κα­τα­λά­βεις; Πό­σο ξέ­ρεις α­πό ζωή, πό­σα λά­θη πρό­φτα­σες να πά­θεις και να μά­θεις ε­σύ, εί­κο­σι δυο χρο­νών παι­δί, άλ­λο έ­να α­μάλ­λια­γο α­π’ την πα­ρέα των Χα­μέ­νων Αγο­ριών στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά; Αλλά, θα πε­ρά­σου­νε χρό­νια και θα κα­τα­λά­βεις…

Αυ­τά στο κρυ­φό σχο­λείο του πρώ­του ο­ρό­φου, πά­νω α­π’ το αρ­χι­φυ­λα­κείο. Για­τί υ­πάρ­χει και το άλ­λο, στο προ­αύ­λιο κά­τω, στον πλά­τα­νο –«Ακα­δη­μία Πλά­τα­νος» τη λέ­νε χα­ρι­το­λο­γώ­ντας ο Θα­νά­σης, ο Παύ­λος, οι Νι­κο­λή­δες, ο Ανδρέ­ας, ο Νι­κη­φό­ρος, οι Κω­στα­ντή­δες, ο Γιώρ­γης, ο Αρί­στος, ο Αντώ­νης.
Εδώ, λοι­πόν, Ακα­δη­μία Πλά­τα­νος, στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά, ξε­τυ­λί­γει τις δι­κές του ι­στο­ρίες –ό­μως ό­χι στο κε­λί του αυ­τός, ε­πά­νω, στο δεύ­τε­ρο ό­ρο­φο, αλ­λά στον ί­σκιο α­π’ το πλα­τά­νι, που το πε­ζού­λι, χτι­σμέ­νο ο­λο­τρί­γυ­ρα στη ρί­ζα του, φτιά­χνει τη ρη­χή στερ­νί­τσα με τα πέ­ντε χρυ­σό­ψα­ρα– ο Αϊ Βα­σί­λης ο Δο­λα­ψής. Από τη Μι­κρα­σία ναυα­γός αυ­τός, σαλ­τα­δό­ρος της ζωής να κυ­νη­γά­ει τη μπου­κιά το ψω­μί α­πό παι­δά­κι, κά­τι μι­κρο­κλε­ψιές α­πό ’δώ, δυο δρά­μια –δρά­μια ή­τα­νε πα­λιά– χα­σί­σι α­πό κει. Πώς μπλέ­κεις πριν το κα­τα­λά­βεις, ά­μα εί­σαι α­πό­κλη­ρος και πα­λεύεις να ζή­σεις λί­γη ζωή κι ε­σύ. Ξέ­ρει. «Ποιος εί­πε πως ο ντου­νιάς εί­ναι μο­ντα­ρι­σμέ­νος δί­καια, ρε;». Μπαι­νο­βγαί­νει στις φυ­λα­κές με κά­μπο­σα άρ­θρα κι άλ­λες τό­σες πα­ρα­γρά­φους του Ποι­νι­κού Κώ­δι­κα στην κα­μπού­ρα του κά­θε φο­ρά αυ­τός. «Τι τα θες, στη λά­θος με­ριά γεν­νη­θή­κα­με», λέει και γε­λά­νε τα μου­στά­κια του –και τα γέ­νια του, κά­τι γέ­νια ψα­ρά και φου­ντω­τά, ώς ε­δώ. Γι’ αυ­τό τον λέ­με Αϊ Βα­σί­λη. Απο­στό­λης εί­ναι το ό­νο­μά του, αλ­λά το Βα­σί­λης τού ‘μει­νε α­πό τα υ­πό­γεια της Μπου­μπου­λί­νας. Εκεί του το κόλ­λη­σε ο Αντρέ­ας ο Λε­ντά­κης, ό­ταν μια μέ­ρα πή­ρε κλε­φτά το μά­τι του το πρό­σω­πό του να ξε­προ­βά­λει, ό­λο γέ­νια και μου­στά­κια, μια στιγ­μή στο πα­ρα­θυ­ρά­κι του κε­λιού της α­πο­μό­νω­σης, που του το ά­νοι­ξε ο φύ­λα­κας της βάρ­διας. Μπά­τσος αυ­τός, κα­λό παι­δί, ναι. Φο­ρού­σε στο α­ρι­στε­ρό έ­να δα­χτυ­λί­δι με μιαν ε­πί­χρυ­ση δραχ­μή ε­πά­νω με το προ­φίλ του Κων­στα­ντί­νου, που τον εί­χε διώ­ξει η χού­ντα κά­τι μή­νες πριν πια­στού­με η πρώ­τη φουρ­νιά του «Ρή­γα Φε­ραίου»… Kα­λό παι­δί αυ­τός, εί­πα­με, έ­τσι τον θυ­μά­μαι, δε μας που­λού­σε ζο­ρι­λί­κια. Του ά­νοι­ξε, που λες, μια στιγ­μή το πα­ρα­θυ­ρά­κι ο φύ­λα­κας και τον εί­δε φευ­γα­λέα ο Λε­ντά­κης τον μπάρ­μπα Απο­στό­λη, έ­τσι με τα ψα­ρά τα φου­ντω­τά τα γέ­νια, κι έρ­χε­ται και μας λέει, «Ρε παι­διά, αυ­τοί οι α­θεό­φο­βοι έ­χου­νε πιά­σει και τον Αϊ Βα­σί­λη!» Γε­λά­σα­με! Πού Αϊ Βα­σί­λης; Πά­σχα ή­τα­νε, σκέ­ψου, Πά­σχα του ’68. Μαύ­ρο Πά­σχα στα υ­πό­γεια της Ει­δι­κής Ασφά­λειας, ό­μως γε­λά­σα­με. Παι­διά...
Εκεί, που λες, στη στερ­νί­τσα του πλά­τα­νου, στο πά­νω προ­αύ­λιο –πέ­ντε μέ­τρα α­π’ τον ψη­λό μα­ντρό­τοι­χο α­νά­με­σα στο «Εφη­βείον Αβέ­ρωφ» και τις γυ­ναι­κείες φυ­λα­κές δί­πλα– ε­κεί μα­ζευό­μα­στε τα ζε­στά α­πο­γεύ­μα­τα του κα­λο­και­ριού οι νε­ο­λαίοι και βου­τά­με, κα­θι­σμέ­νοι έ­να γύ­ρο, τσα­λα­βου­τά­με τα πό­δια στο νε­ρό, κι έρ­χο­νται τα χρυ­σό­ψα­ρα, ξε­θαρ­ρε­μέ­να, και τσι­μπο­λο­γά­νε τις γυ­μνές πα­τού­σες, και τ’ αυ­τιά μας κρέ­μο­νται ορ­θά­νοι­χτα α­π’ το στό­μα του μπαρ­μπα-Βα­σί­λη να λέει την ι­στο­ρία, που μια φο­ρά στο Μο­να­στη­ρά­κι βού­τη­ξε μια χλαί­νη α­πό έ­να πα­λιατ­ζή κι «έ­σπα­σε κα­τα­κά­τω, προς Θη­σείο με­ριά» τρέ­χο­ντας την Ηφαί­στου…
–Κι α­πά­νω που σκε­φτό­μου­να, δο­ξα τω θεώ τη γλύ­τω­σα, κι έ­χω στρα­φεί κα­τα­πί­σω να δω τι συμ­βαί­νει στο κα­τό­πι μου, πέ­φτω α­πά­νω σ’ έ­ναν ε­μπο­ρο­μα­νά­βη –σαν τρί­φυλ­λη ντου­λά­πα, ο κε­ρα­τάς– και μου σβου­ρά­ει μια στη μά­πα, που εί­δα το Χρι­στό φα­ντά­ρο!.. Κι ε­τσι­δά τσα­λα­κω­μέ­νο με πα­ρα­δί­νει στον μπα­λιατ­ζή, που ’χει προ­φτά­ξει στο α­να­με­τα­ξύ, και με στρώ­νου­νε κι οι δυο –το Χρι­στό σου, τη Μπα­να­γία σου!– στις μά­πες και στα κλω­τσί­δια, να μην ξέ­ρω πού να φύ­γω και πού να μεί­νω. Πά­ει, λέω μέ­σα μου, τώ­ρα θα με πα­ρα­δώ­σου­νε και σε κα­νέ­να μπο­λι­τσι­μά­νο κι ά­ντε μια α­π’ τα ί­δια! Και πώς κά­νω, πώς γί­νε­ται, τρα­βάω, έ­τσι μια, το χέ­ρι μου, τους μέ­νει το μα­νί­κι, αλ­λά ε­γώ εί­μαι κιό­λας στου Ψυρ­ρή. Τρέ­χου­νε αυ­τοί ξω­πί­σω, χώ­νο­μαι ’γω, χά­νο­μαι μες στα στε­νά­κια!
Εί­ναι κει­δά, στην ο­δό Λε­πε­νιώ­τη θαρ­ρώ, έ­να υ­πό­γειο, έ­να χο­ντρο­μπα­κά­λι­κο, έ­νας Να­ξώ­της που το­νε ξέ­ρω –κά­τι πα­τά­τες φέρ­νει αυ­τός ε­κεί, κά­τι κρομ­μύ­δια, ξε­ρά φα­σό­λια, ντο­μά­τες, κρα­σί, ξε­ρω­γω­τί– πάω χώ­νο­μαι κει­πε­ρα­μέ­σα. Τσου­βά­λια, πα­λιο­λι­νά­τσες μες στον κουρ­νια­χτό, κρα­σο­βά­ρε­λα, λου­φά­ζω, βα­στάω την α­νά­σα μου… Ένα τσι­γά­ρο, ρε παι­διά! Αα, ω­ραία… Ε, πέ­ρα­σε ώ­ρα, ξε­ρω­γω­τί, κα­τε­βαί­νει κά­τω ο Να­ξώ­της, μα­κα­ρί­της τώ­ρα αυ­τός, μι­λά­με σα­ρα­ντα­εν­νιά, πε­νή­ντα, να πυ­ρο­βο­λάς τη δε­κά­ρα… Ανέ­βα α­πά­νω, ρε, μου λέει, πά­ει, φύ­γα­νε αυ­τοί! Ανε­βαί­νω. Και τι έ­κα­νες πά­λι, ρε που­στα­ριό; Ε, σαν τι νά ’κα­να; Εί­χα κι άλ­λο να κά­νω; Να τη σκο­τώ­σω την πή­ρα τη χλαί­νη, μα βλέ­πεις… Ας εί­ναι, τη γλύ­τω­σα κεί­νη τη φο­ρά, τε­λο­σπά­ντων, αλ­λά η μά­πα μου, μην το συ­ζη­τάς… Όλο τέ­τοια, δε βα­ριέ­σαι…».
Τι­νά­ζει προ­σε­κτι­κά με το μι­κρό δά­χτυ­λο την καύ­τρα α­π’ το τσι­γά­ρο του ο Άγιος Βα­σί­λειος ο Δο­λα­ψής και φυ­λά­ει ευ­λα­βι­κά τη γό­πα στο τσε­πά­κι τού κο­ντο­μά­νι­κου.
–Ε, αύ­ριο πά­λι. Έρχε­ται, ό­που να ’ναι, και το συσ­σί­τιο, πα’ να φέ­ρω τη γκα­ρα­βά­να.
«Όλο τέ­τοια, δε βα­ριέ­σαι», α­σή­μα­ντες ι­στο­ρίες, ι­στο­ρίες που δεν εί­ναι για στε­νό­καρ­δους. Δεν ξέ­ρεις, να κλά­ψεις, να γε­λά­σεις, τι;… Μα­θαί­νεις… Με­γά­λο σχο­λειό, θα το θυ­μη­θείς με και­ρό…
Το βρά­δυ, με­τά το κλεί­δω­μα, θα το πω του Χρό­νη.

Από­ψε θα μεί­νω στου Χρό­νη. Έτσι κά­νου­με συ­χνά, αλ­λά­ζου­με κε­λί το βρά­δυ, αλ­λά­ζου­με πα­ρέα, να μη μα­ρα­ζώ­σου­με, να λέ­με ι­στο­ρίες α­πό τον έ­ξω κό­σμο, να μι­λά­με, να γε­λά­με. Οι φύ­λα­κες, ό­λοι σχε­δόν, κά­νουν τα στρα­βά μά­τια. Με τους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους έ­χου­νε το κε­φά­λι τους ή­συ­χο, ξέ­ρου­νε πως δεν θα τους βγει κα­μιά στρα­βή. Δε­νό­μα­στε έ­τσι με­τα­ξύ μας, μι­λά­με με τις ώ­ρες για έ­ρω­τες που δεν έ­χου­με γνω­ρί­σει οι μι­κροί, για α­γά­πες που γεύ­τη­καν οι με­γά­λοι, δια­φω­νού­με μι­κροί με­γά­λοι, στα σο­βα­ρά, αν η συ­ντρο­φι­κό­τη­τα εί­ναι πιο ση­μα­ντι­κή α­π’ τη φι­λία ή το α­ντί­θε­το, και, λί­γο λί­γο, α­πό σύ­ντρο­φοι γι­νό­μα­στε φί­λοι. Φί­λοι που ό­πο­τε θα συ­να­ντιού­νται «ό­λα τα χρό­νια με­τά», θα λέ­νε «σύ­ντρο­φε» και θα κολ­λά­ει το στό­μα τους.
– Χρο­νά­ρα, σή­με­ρα στο πλα­τά­νι, το και το ο Αϊ Βα­σί­λης ο Δο­λα­ψής.
Και του διη­γού­μαι.
Βά­ζει τα γέ­λια. Εκεί­νο το γέ­λιο τού Χρό­νη, α­νοι­χτό­καρ­δο, με τα μά­τια του να στε­νεύου­νε χα­ρού­με­να πί­σω α­π’ τους φα­κούς των γυα­λιών. Πώς λέ­με, γε­λά­νε και τα μου­στά­κια του; Ε, έ­τσι!
– Σας έ­χει διη­γη­θεί, ρε μπα­γά­ση­δες, το άλ­λο με τα χα­λιά;
Για­τί ο Χρό­νης δεν πο­λυέρ­χε­ται στο πά­νω μέ­ρος του προ­αυ­λίου και στον πλά­τα­νο. Προ­τι­μά στο κά­τω προ­αύ­λιο, το πε­ζού­λι κο­ντά στις βρύ­σες, α­πέ­να­ντι α­πό το αρ­χι­φυ­λα­κείο, να κά­θε­ται ε­κεί τα δρο­σε­ρά α­πο­γεύ­μα­τα και να παί­ζει σκά­κι με το Βα­σί­λη το Νε­φε­λού­δη. Πο­δό­σφαι­ρο δεν παί­ζει μα­ζί μας ο Χρό­νης, δεν τον βά­ζου­με στις ο­μά­δες, εί­ναι κομ­μά­τι ά­τσα­λος με τη μπά­λα, σαν να του ζε­μα­τά­ει τα πο­δά­ρια, τε­λο­σπά­ντω­ν… Παί­ζει ό­μως βό­λεϊ!
– Ποιο άλ­λο με τα χα­λιά; Όχι!  
– Το κόλ­πο με το χα­λί, ντε, και με τη γά­τα. Όχι; … Να του πεί­τε να σας την πει την ι­στο­ρία.
– Έλα ρε Χρό­νη, α­φού την ξέ­ρεις!
Πες πες, πιά­νει ο Χρό­νης να διη­γεί­ται, πώς μια φο­ρά ο μπάρ­μπα Απο­στό­λης, νέ­ος τό­τε, εί­δε νά ’χει μια νοι­κο­κυ­ρά α­πλω­μέ­νο στο μπαλ­κό­νι της έ­να κα­λό χα­λί να α­ε­ρι­στεί και πώς τό ’βα­λε στο μά­τι και πώς σκαρ­φι­στή­κα­νε με έ­να φί­λο του τρό­πο να το κα­τε­βά­σου­νε και πώς πα­ρα­μο­νέ­ψα­νε μια μέ­ρα που βρέ­θη­κε πά­λι το χα­λί στο μπαλ­κό­νι να α­ε­ρί­ζε­ται τι­ναγ­μέ­νο και πώς εί­χα­νε φέ­ρει μα­ζί τους μια γά­τα και πώς, την ώ­ρα που δεν έ­βλε­πε κα­νείς, πε­τά­ξα­νε τη γά­τα α­πά­νω στο χα­λί και πώς γα­ντζώ­θη­κε η γά­τα α­π’ το χα­λί να μην πέ­σει και το πή­ρε μα­ζί της πέ­φτο­ντας και πώς το βου­τή­ξα­νε, πώς το τυ­λί­ξα­νε μά­νι μά­νι, και πώς βγή­κε στο μπαλ­κό­νι η υ­πη­ρέ­τρια και «Κα­λέ κυ­ρία, κα­λέ κυ­ρία, τρε­χά­τε, αχ το χα­λί, πά­ει το χα­λί, βοή­θεια! Βοή­θεια κό­σμε, κα­λέ κυ­ρία Φώ­φη, κύ­ριε Νώ­ντα, βοή­θεια!». Πά­ει το χα­λί, νά ’ταν κι άλ­λο…
Σαν να το εί­χε ζή­σει ο ί­διος. Το έ­χει αυ­τό το τα­λέ­ντο ο Χρό­νης. Σαν να τα έ­χει ζή­σει ο ί­διος.
Τον κοι­τάω λο­ξά.
– Ρε συ Χρό­νη, τό­σο κα­λά που τη λες, μπας κι εί­ναι δι­κιά σου η ι­στο­ρία;
–Τι; Να την κα­τέ­βα­σα α­π’ το νου μου;
–Όχι, να την έ­ζη­σες…
Γε­λά­ει.
–Έλα στα σύ­γκα­λά σου, συ­ντρο­φά­κι!
Συ­ντρο­φά­κια μας λέει, πά­ντα με α­λη­θι­νή τρυ­φε­ρό­τη­τα, ο Χρό­νης. Πά­ντα. Τό­σο πά­ντα, που δε θυ­μού­μαι πό­τε, έ­τσι ξαφ­νι­κά –ί­σως α­πό την πρώ­τη κιό­λας στιγ­μή, που μας α­γκά­λια­σε με α­γά­πη μπαί­νο­ντας ε­μείς κα­τα­τσα­κι­σμέ­νοι α­π’ τη Μπου­μπου­λί­νας στου Αβέ­ρω­φ–, κα­τα­λά­βα­με ό­τι κι ε­μείς τον α­γα­πού­σα­με α­πό πά­ντα.
–Έλα στα σύ­γκα­λά σου, συ­ντρο­φά­κι! Και να ’θε­λα ε­γώ, πό­τε να προ­λά­βω να βγω στο κουρ­μπέ­τι;
Έλα ντε, πό­τε να προ­λά­βει, και να ’θε­λε;

Ο Χρό­νης ξε­κί­νη­σε να έρ­θει στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά κλει­δο­κρά­το­ρας των Ιστο­ριών και φύ­λα­κας της Μνή­μης, α­π’ την Κα­βά­λα, το 1930, το τρί­το παι­δί μιας ερ­γα­τι­κής οι­κο­γέ­νειας. Κα­πνερ­γά­της ο πα­τέ­ρας του, Ανα­στά­σης, κα­πνερ­γά­τρια κι η μά­να του, Ανα­στα­σία – μό­νη της α­νά­στη­σε το Χρό­νη, ο ά­ντρας της πέ­θα­νε πριν γεν­νη­θεί το μι­κρό. Κα­πνερ­γά­της κι ο πα­τριός του, κα­πνερ­γά­της και στρα­τευ­μέ­νος κομ­μου­νι­στής, δρα­πέ­της α­π’ του «Παύ­λου Με­λά», α­ντάρ­της με τον Ε­ΛΑΣ στο Βέρ­μιο. Επί ξύ­λου κρε­μά­με­νη στη Θεσ­σα­λο­νί­κη η οι­κο­γέ­νεια ε­πί Κα­το­χής.
–Να σου πω κα­μιά φο­ρά την ι­στο­ρία που που­λού­σα, στην προ­κυ­μαία στο Λευ­κό Πύρ­γο, τσι­γά­ρα στους γερ­μα­νούς φα­ντά­ρους ξε­ρω­γω­τί, και μου ρί­χνει έ­νας τους μια κλω­τσιά –μάς πε­ρι­φρο­νά­γα­νε σαν νά ’μα­σταν σκου­λή­κια– κι έ­πε­σα μα­ζί με το ντα­βλά στη θά­λασ­σα και πά­νε τα τσι­γά­ρα, πά­ει ο κό­πος μου, πάω κι ε­γώ κλα­μέ­νος μου­σκε­μέ­νος στην έρ­μη τη μά­να μου… Επί ξύ­λου κρε­μά­με­νοι, ά­μα σου λέω…
Πεί­να, θα­να­τι­κό, παίρ­νει ο Ερυ­θρός Σταυ­ρός το Χρό­νη, μα­ζί με άλ­λα παι­δά­κια, σε χω­ριά στα Γιαν­νι­τσά να μην τα φά­ει η πεί­να. Και βρί­σκε­ται ο Χρό­νης σε μια οι­κο­γέ­νεια, ό­που του α­να­θέ­του­νε, δε­κα­τριώ χρο­νώ παι­δί, να φυ­λά­ει πρό­βα­τα.
–Δώ­δε­κα, δε­κα­τριώ χρο­νώ παι­δί. Μο­νά­χο μες στις ε­ρη­μιές και μέ­σα στα σκο­τά­δια, και να κά­νει έ­να κρύο… Με μό­νη συ­ντρο­φιά και πα­ρη­γό­ρια έ­να σκυ­λί. Σαν τώ­ρα το φέρ­νω στο μυα­λό μου, κα­λό σκυ­λί. Τού ’χα­νε έ­να πέ­τσι­νο κο­λά­ρο στο λαι­μό, έ­τσι πλα­τύ, και με καρ­φιά, να κοι­τά­νε οι μύ­τες τους προς τα έ­ξω. Με­τά κα­τά­λα­βα πως ή­τα­νε για τους λύ­κους, στην αρ­χή δε μού ’πα­νε τί­πο­τε για λύ­κους. Για να μην το αρ­πά­ξει ο λύ­κος α­π’ το λαι­μό και το πνί­ξει. Πά­λευε με τους λύ­κους αυ­τό, γεν­ναίο σκυ­λί. Τους έ­νιω­θες τις νύ­χτες να ζυ­γώ­νου­νε στο μα­ντρί, ά­κου­γες την α­νά­σα τους, το σκυ­λί όρ­θιο στα τέσ­σε­ρα, με ση­κω­μέ­νη την τρί­χα στη ρά­χη. Από τό­τε θαρ­ρώ τ’ α­γά­πη­σα τό­σο τα σκυ­λιά. Θα ξα­νά­χω σκυ­λί μια μέ­ρα…
Αυ­τά πριν το 1944, για­τί, με­τά α­πό έ­να γερ­μα­νι­κό μπλό­κο, βρέ­θη­κε «στο βου­νό», σύν­δε­σμος του 16ου Συ­ντάγ­μα­τος του Ε­ΛΑΣ.
–Ύστε­ρα α­κο­λού­θη­σαν ό­λα τ’ άλ­λα, μια ζωή… Που δε φτά­νει μια ζωή να τη διη­γη­θείς.
Δε φτά­νει, φτά­νει;
–Όμως, πώς γνω­ρι­στή­κα­με με το Ρη­νά­κι σού ’χω πει; Δε σού ’χω; Άκου να δεις, το λοι­πόν!
Πό­σο την α­γα­πά­ει, σκέ­φτο­μαι α­κού­γο­ντας. Και πώς να ’ναι, τά­χα μου, αυ­τή η Ρη­νιώ; Να ’ναι στ’ α­λή­θεια έ­τσι ξαν­θή και γα­λα­νή «Σουλ­τά­να μ’ Σου­φλιου­τού­δα μ’», ό­πως την τρα­γου­δά­ει ο Χρό­νης, τό­σο πια γλυ­κιά και ό­μορ­φη ό­πως την παι­νεύει; Και θα τον α­γα­πά­ει, βέ­βαια, κι ε­κεί­νη το ί­διο, ε; Γί­νε­ται αλ­λιώς; Άρα­γε θα μ’ α­γα­πή­σει κι ε­μέ­να κά­πο­τε μια Ρη­νιώ;
–Ε, συ­ντρο­φά­κι, πού τρέ­χει ο νους σου; Σου μι­λώ τό­σην ώ­ρα κι ε­σύ δε μ’ α­κούς!
Σ’ α­κούω σύ­ντρο­φε. Πά­ντα θα σ’ α­κούω.
Πα­ντο­τι­νά.


Κω­στής Γιούρ­γος

Ροη αρθρων