Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Tα «δημιουργικά» βασανιστήρια της εξουσίας: Χριστός, Μίσσιος, Λειβαδίτης...

Του Χρήστου Αβραμίδη

Όπως είναι γνωστό, στις 21 Απριλίου επιβλήθηκε η χούντα των Συνταγματαρχών. Τόνοι μελάνης θα χυθούν, για ακόμα μια φορά, ενάντια σε αυτή τη βάρβαρη εξουσία. Οι καθεστωτικές εφημερίδες θα χύσουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους για τα βασανιστήρια, ίσως οι πιο διψασμένες για πωλήσεις θα αναπαράγουν και τις μαρτυρίες ανθρώπων που αντιστάθηκαν. Είναι τέτοια η εμπορική ανάλωση του θέ(α)ματος που σου δίνει την εντύπωση πως για να περιγράψει κανείς τι ήταν τελικά η χούντα δεν μπορεί να καταφέρει πολλά αν δεν μπλέξει τον λόγο του με την τέχνη, για να δείξει σαν μεγεθυντικός φακός, όπως έλεγε και ο Μαγιακόφσκι, το παρανοϊκό νουάρ που παίχτηκε εκείνα τα χρόνια σε αυτή τη μικρή γωνιά της γης. Παρανοϊκό όσο οι χούντες της Λατινικής Αμερικής και παρακμιακό, όσο ένα υπόγειο μπουρδέλο της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας. Θα παραθέσουμε, λοιπόν, ένα απόσπασμα του Χρόνη Μίσσιου, που αναδεικνύει ποιος ήταν αυτός ο κόσμος της δεξιάς που ανήλθε στην εξουσία.
«Μου λεγε ένας φιλαράκος φοιτητής, όταν τον βασάνιζε ένας λοχίας της ΕΣΑ, και στα διαλείμματα του έκανε κατήχηση, τού λεγε, είσαι βλάκας, ρε, που κάνεις και το μορφωμένο. Από δω ρε μαλάκα, είναι ο μαρξισμός, ίσον προδοσία της πατρίδος και δε συμμαζεύεται. Από κει, ρε κόπανε, είναι οι ακρογιαλιές με τους κώλους και τα κωλαράκια ξαπλωμένα στην αμμουδιά. Με ποιους θα πας, ρε, άμα δεν είσαι μαλάκας; Τρισχιλιετής πολιτισμός να σου φύγει το καφάσι».

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Ο Χρό­νης, ο Χρό­νος και άλ­λες ι­στο­ρίες για αν­θρώ­πους ...

Τώ­ρα που κα­τα­κά­θι­σε ο κουρ­νια­χτός, ας ξα­να­πιά­σου­με το νή­μα της α­φή­γη­σης α­πό κει που το έ­πια­νε πά­ντα κι ο ί­διος: α­πό τα τρί­σβα­θα της ψυ­χής.
Στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά, πά­νω α­πό το αρ­χι­φυ­λα­κείο, στρί­βο­ντας δε­ξιά στο πλα­τύ­σκα­λο ό­που κο­ντο­στέ­κε­ται η τσι­με­ντό­σκα­λα πριν συ­νε­χί­σει για το δεύ­τε­ρο ό­ρο­φο, στο πρώ­το κε­λί α­ρι­στε­ρά με­τά τις σι­δε­ρέ­νιες μπά­ρες του κι­γκλι­δώ­μα­τος που χω­ρί­ζει τις δυο «α­χτί­νες», ζει ο κλει­δο­κρά­το­ρας των Αφη­γή­σεων –α­πό τις κα­πνερ­γα­το­γει­το­νιές της Κα­βά­λας, εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια φυ­λα­κές και ε­ξο­ρίες, φορ­τω­μέ­νος με ό­λα τα ά­δι­κα που έ­χουν σκα­ρώ­σει οι δυ­να­τοί ε­νά­ντια στους α­δύ­να­τους, α­πό το «πε­ρί συ­στά­σεως ε­πι­τρο­πών ε­πί της δη­μο­σίας α­σφα­λείας» διά­ταγ­μα του 1924 και το βε­νι­ζε­λι­κό «ι­διώ­νυ­μο» του 1929 με την ποι­νι­κο­ποίη­ση «ι­δεών σκο­πών ε­χου­σών την διά βιαίων μέ­σων α­να­τρο­πήν του κρα­τού­ντος κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος», μέ­χρι τον 509 του 1947 «πε­ρί α­πο­σπά­σεως μέ­ρους εκ του ό­λου της Επι­κρα­τείας» και το Γ΄ Ψή­φι­σμα του 1949 «πε­ρί μέ­τρων ε­θνι­κής α­να­μορ­φώ­σεως». Ο Χρό­νης ο Μίσ­σιος, ο φύ­λα­κας του Αστέ­ρευ­του Νε­ρού της Μνή­μης, που ό­ποιος το γευ­τεί μια, πο­τέ δε λη­σμο­νεί τα νιά­τα του.
Ρώ­τη­σε, να σ’ το βε­βαιώ­σει, ό­ποιον θέ­λεις α­π’ την πα­ρέα των Χα­μέ­νων Αγο­ριών στη Χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά. Ζουν στα πα­ρα­δι­πλα­νά κε­λιά α­ρά­δα, στον ί­διο ό­ρο­φο, τον πρώ­το ό­ρο­φο του «Πα­ραρ­τή­μα­τος» των φυ­λα­κών Αβέ­ρω­φ, πί­σω α­π’ τα Κε­ντρι­κά, το πε­τρό­χτι­στο κτί­ριο με τη φρου­ρια­κή πρό­σο­ψη, ό­πως βλέ­πεις α­πό τη λεω­φό­ρο Αλε­ξάν­δρας, λο­ξά κι α­πέ­να­ντι α­π’ τον Πα­να­θη­ναϊκό: ο Θα­νά­σης Αθα­να­σίου, ο Παύ­λος Κλαυ­δια­νός, ο Νί­κος Κιά­ος, ο Ανδρέ­ας Σαβ­βά­κης, ο Νί­κος Γιαν­να­δά­κης, ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, ο Νι­κη­φό­ρος Στα­μα­τά­κης, ο Γιώρ­γος Μποτ­ζά­κης, ο Αρί­στος Θε­ο­δω­ρί­δης, ο Αντώ­νης Μαρ­γα­ρί­της, ο Κω­στής Γιούρ­γος. Πέ­ντε χρό­νια άλ­λος, ο­κτώ χρό­νια, δέ­κα χρό­νια άλ­λος, δε­κά­ξι, εί­κο­σι χρό­νια άλ­λος, πλη­ρώ­νουν σε νιά­τα και παίρ­νουν σε α­πό­σταγ­μα αυ­το­γνω­σίας, ε­γκαρ­τέ­ρη­σης και σο­φίας.
Νέ­ος εί­σαι, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βεις σου σκιά­ζει κα­μιά φο­ρά το βλέμ­μα η λα­χτά­ρα για τη ζωή που κυ­λά­ει έ­ξω α­π’ τους τοί­χους της φυ­λα­κής, κι ε­σύ δεν εί­σαι ε­κεί ν’ α­κού­σεις να σου πει «γεια» έ­να ξε­χω­ρι­στό κο­ρί­τσι. Σε βλέ­πει έ­τσι σκε­φτι­κό και στε­να­χω­ρε­μέ­νο ο Χρό­νης και…
–Μη στε­να­χω­ριέ­σαι, ρε! Τώ­ρα εί­μα­στε στην κοι­λιά του κύ­μα­τος. Θά ’ρθει και­ρός, θα γυ­ρί­σει το πρά­μα, θα βρε­θού­με κα­βά­λα στην κορ­φή. Θα ι­δείς.
Το γυρ­νάς κι ε­σύ στην πλά­κα τό­τε.
–Τι να ι­δώ, ρε Χρό­νη; Σε λί­γο θα μας πεις πως θα προ­λά­βου­με και σο­σια­λι­σμό.
–Πά­ψε! Δεν ξέ­ρεις τι σου εί­ναι η ζωή…
Γυ­ρί­ζει τώ­ρα στο σο­βα­ρό η κου­βέ­ντα. Έχου­νε, στο με­τα­ξύ, μπει και τα ρώ­σι­κα ταν­κς στην Πρά­γα… Αύ­γου­στος 1968, ε;
–Και για­τί δε θα στρα­βώ­σει και σε μας το πρά­μα, ρε Χρό­νη;
–Μην σκιά­ζε­στε, δε θα πά­ει στρα­βά ο δι­κός μας σο­σια­λι­σμός.
–Ο δι­κός μας; Για­τί ό­χι ο δι­κός μας, δη­λα­δή;
–Για­τί ε­μείς κι ε­κεί α­ντι­πο­λί­τευ­ση θα εί­μα­στε!
–Δη­λα­δή, ά­μα εί­σαι α­ντι­πο­λί­τευ­ση δεν κά­νεις λά­θη;
–Κά­νεις, κι ε­γκλή­μα­τα εξ α­με­λείας κά­νεις, ό­λοι κά­νου­με. Αλλά μην πιά­σου­με τώ­ρα την κου­βέ­ντα για τα λά­θη, και τί ’ναι λά­θος και τα ρέ­στα, και μας πά­ει στη φι­λο­σο­φία…
–Ας μας πά­ει.
Και μας πά­ει. Και α­πλώ­νε­ται η κου­βέ­ντα στα αν­θρώ­πι­να και σε τυ­λί­γει μια ζε­στα­σιά, μια κα­τα­νό­η­ση και μια κα­λο­σύ­νη κι ό­λα σαν να βρί­σκουν την α­πά­ντη­σή τους.
Ο Χρό­νης εί­ναι δά­σκα­λος να σε μα­θαί­νει να μι­λάς με ει­κό­νες α­π’ τη ζωή.
«Εγώ έ­να έ­χω κα­τα­λά­βει. Τα λά­θη του ο άν­θρω­πος δεν πρέ­πει να τα πε­ρι­φρο­νά, τα λά­θη του ο άν­θρω­πος πρέ­πει να τα νοιά­ζε­ται. Τα λά­θη, σαν τα νό­θα, έ­χουν α­νά­γκη την ί­δια κα­τα­νό­η­ση κι α­γά­πη με τα νό­μι­μα, μη σου πω και πε­ρισ­σό­τε­ρη, κα­τά­λα­βες; Απ’ τα λά­θη, ρε, μα­θαί­νου­με! Τι νό­μι­σες;»
Τι να νο­μί­σεις ε­σύ, και τι να κα­τα­λά­βεις; Πό­σο ξέ­ρεις α­πό ζωή, πό­σα λά­θη πρό­φτα­σες να πά­θεις και να μά­θεις ε­σύ, εί­κο­σι δυο χρο­νών παι­δί, άλ­λο έ­να α­μάλ­λια­γο α­π’ την πα­ρέα των Χα­μέ­νων Αγο­ριών στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά; Αλλά, θα πε­ρά­σου­νε χρό­νια και θα κα­τα­λά­βεις…

Αυ­τά στο κρυ­φό σχο­λείο του πρώ­του ο­ρό­φου, πά­νω α­π’ το αρ­χι­φυ­λα­κείο. Για­τί υ­πάρ­χει και το άλ­λο, στο προ­αύ­λιο κά­τω, στον πλά­τα­νο –«Ακα­δη­μία Πλά­τα­νος» τη λέ­νε χα­ρι­το­λο­γώ­ντας ο Θα­νά­σης, ο Παύ­λος, οι Νι­κο­λή­δες, ο Ανδρέ­ας, ο Νι­κη­φό­ρος, οι Κω­στα­ντή­δες, ο Γιώρ­γης, ο Αρί­στος, ο Αντώ­νης.
Εδώ, λοι­πόν, Ακα­δη­μία Πλά­τα­νος, στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά, ξε­τυ­λί­γει τις δι­κές του ι­στο­ρίες –ό­μως ό­χι στο κε­λί του αυ­τός, ε­πά­νω, στο δεύ­τε­ρο ό­ρο­φο, αλ­λά στον ί­σκιο α­π’ το πλα­τά­νι, που το πε­ζού­λι, χτι­σμέ­νο ο­λο­τρί­γυ­ρα στη ρί­ζα του, φτιά­χνει τη ρη­χή στερ­νί­τσα με τα πέ­ντε χρυ­σό­ψα­ρα– ο Αϊ Βα­σί­λης ο Δο­λα­ψής. Από τη Μι­κρα­σία ναυα­γός αυ­τός, σαλ­τα­δό­ρος της ζωής να κυ­νη­γά­ει τη μπου­κιά το ψω­μί α­πό παι­δά­κι, κά­τι μι­κρο­κλε­ψιές α­πό ’δώ, δυο δρά­μια –δρά­μια ή­τα­νε πα­λιά– χα­σί­σι α­πό κει. Πώς μπλέ­κεις πριν το κα­τα­λά­βεις, ά­μα εί­σαι α­πό­κλη­ρος και πα­λεύεις να ζή­σεις λί­γη ζωή κι ε­σύ. Ξέ­ρει. «Ποιος εί­πε πως ο ντου­νιάς εί­ναι μο­ντα­ρι­σμέ­νος δί­καια, ρε;». Μπαι­νο­βγαί­νει στις φυ­λα­κές με κά­μπο­σα άρ­θρα κι άλ­λες τό­σες πα­ρα­γρά­φους του Ποι­νι­κού Κώ­δι­κα στην κα­μπού­ρα του κά­θε φο­ρά αυ­τός. «Τι τα θες, στη λά­θος με­ριά γεν­νη­θή­κα­με», λέει και γε­λά­νε τα μου­στά­κια του –και τα γέ­νια του, κά­τι γέ­νια ψα­ρά και φου­ντω­τά, ώς ε­δώ. Γι’ αυ­τό τον λέ­με Αϊ Βα­σί­λη. Απο­στό­λης εί­ναι το ό­νο­μά του, αλ­λά το Βα­σί­λης τού ‘μει­νε α­πό τα υ­πό­γεια της Μπου­μπου­λί­νας. Εκεί του το κόλ­λη­σε ο Αντρέ­ας ο Λε­ντά­κης, ό­ταν μια μέ­ρα πή­ρε κλε­φτά το μά­τι του το πρό­σω­πό του να ξε­προ­βά­λει, ό­λο γέ­νια και μου­στά­κια, μια στιγ­μή στο πα­ρα­θυ­ρά­κι του κε­λιού της α­πο­μό­νω­σης, που του το ά­νοι­ξε ο φύ­λα­κας της βάρ­διας. Μπά­τσος αυ­τός, κα­λό παι­δί, ναι. Φο­ρού­σε στο α­ρι­στε­ρό έ­να δα­χτυ­λί­δι με μιαν ε­πί­χρυ­ση δραχ­μή ε­πά­νω με το προ­φίλ του Κων­στα­ντί­νου, που τον εί­χε διώ­ξει η χού­ντα κά­τι μή­νες πριν πια­στού­με η πρώ­τη φουρ­νιά του «Ρή­γα Φε­ραίου»… Kα­λό παι­δί αυ­τός, εί­πα­με, έ­τσι τον θυ­μά­μαι, δε μας που­λού­σε ζο­ρι­λί­κια. Του ά­νοι­ξε, που λες, μια στιγ­μή το πα­ρα­θυ­ρά­κι ο φύ­λα­κας και τον εί­δε φευ­γα­λέα ο Λε­ντά­κης τον μπάρ­μπα Απο­στό­λη, έ­τσι με τα ψα­ρά τα φου­ντω­τά τα γέ­νια, κι έρ­χε­ται και μας λέει, «Ρε παι­διά, αυ­τοί οι α­θεό­φο­βοι έ­χου­νε πιά­σει και τον Αϊ Βα­σί­λη!» Γε­λά­σα­με! Πού Αϊ Βα­σί­λης; Πά­σχα ή­τα­νε, σκέ­ψου, Πά­σχα του ’68. Μαύ­ρο Πά­σχα στα υ­πό­γεια της Ει­δι­κής Ασφά­λειας, ό­μως γε­λά­σα­με. Παι­διά...
Εκεί, που λες, στη στερ­νί­τσα του πλά­τα­νου, στο πά­νω προ­αύ­λιο –πέ­ντε μέ­τρα α­π’ τον ψη­λό μα­ντρό­τοι­χο α­νά­με­σα στο «Εφη­βείον Αβέ­ρωφ» και τις γυ­ναι­κείες φυ­λα­κές δί­πλα– ε­κεί μα­ζευό­μα­στε τα ζε­στά α­πο­γεύ­μα­τα του κα­λο­και­ριού οι νε­ο­λαίοι και βου­τά­με, κα­θι­σμέ­νοι έ­να γύ­ρο, τσα­λα­βου­τά­με τα πό­δια στο νε­ρό, κι έρ­χο­νται τα χρυ­σό­ψα­ρα, ξε­θαρ­ρε­μέ­να, και τσι­μπο­λο­γά­νε τις γυ­μνές πα­τού­σες, και τ’ αυ­τιά μας κρέ­μο­νται ορ­θά­νοι­χτα α­π’ το στό­μα του μπαρ­μπα-Βα­σί­λη να λέει την ι­στο­ρία, που μια φο­ρά στο Μο­να­στη­ρά­κι βού­τη­ξε μια χλαί­νη α­πό έ­να πα­λιατ­ζή κι «έ­σπα­σε κα­τα­κά­τω, προς Θη­σείο με­ριά» τρέ­χο­ντας την Ηφαί­στου…
–Κι α­πά­νω που σκε­φτό­μου­να, δο­ξα τω θεώ τη γλύ­τω­σα, κι έ­χω στρα­φεί κα­τα­πί­σω να δω τι συμ­βαί­νει στο κα­τό­πι μου, πέ­φτω α­πά­νω σ’ έ­ναν ε­μπο­ρο­μα­νά­βη –σαν τρί­φυλ­λη ντου­λά­πα, ο κε­ρα­τάς– και μου σβου­ρά­ει μια στη μά­πα, που εί­δα το Χρι­στό φα­ντά­ρο!.. Κι ε­τσι­δά τσα­λα­κω­μέ­νο με πα­ρα­δί­νει στον μπα­λιατ­ζή, που ’χει προ­φτά­ξει στο α­να­με­τα­ξύ, και με στρώ­νου­νε κι οι δυο –το Χρι­στό σου, τη Μπα­να­γία σου!– στις μά­πες και στα κλω­τσί­δια, να μην ξέ­ρω πού να φύ­γω και πού να μεί­νω. Πά­ει, λέω μέ­σα μου, τώ­ρα θα με πα­ρα­δώ­σου­νε και σε κα­νέ­να μπο­λι­τσι­μά­νο κι ά­ντε μια α­π’ τα ί­δια! Και πώς κά­νω, πώς γί­νε­ται, τρα­βάω, έ­τσι μια, το χέ­ρι μου, τους μέ­νει το μα­νί­κι, αλ­λά ε­γώ εί­μαι κιό­λας στου Ψυρ­ρή. Τρέ­χου­νε αυ­τοί ξω­πί­σω, χώ­νο­μαι ’γω, χά­νο­μαι μες στα στε­νά­κια!
Εί­ναι κει­δά, στην ο­δό Λε­πε­νιώ­τη θαρ­ρώ, έ­να υ­πό­γειο, έ­να χο­ντρο­μπα­κά­λι­κο, έ­νας Να­ξώ­της που το­νε ξέ­ρω –κά­τι πα­τά­τες φέρ­νει αυ­τός ε­κεί, κά­τι κρομ­μύ­δια, ξε­ρά φα­σό­λια, ντο­μά­τες, κρα­σί, ξε­ρω­γω­τί– πάω χώ­νο­μαι κει­πε­ρα­μέ­σα. Τσου­βά­λια, πα­λιο­λι­νά­τσες μες στον κουρ­νια­χτό, κρα­σο­βά­ρε­λα, λου­φά­ζω, βα­στάω την α­νά­σα μου… Ένα τσι­γά­ρο, ρε παι­διά! Αα, ω­ραία… Ε, πέ­ρα­σε ώ­ρα, ξε­ρω­γω­τί, κα­τε­βαί­νει κά­τω ο Να­ξώ­της, μα­κα­ρί­της τώ­ρα αυ­τός, μι­λά­με σα­ρα­ντα­εν­νιά, πε­νή­ντα, να πυ­ρο­βο­λάς τη δε­κά­ρα… Ανέ­βα α­πά­νω, ρε, μου λέει, πά­ει, φύ­γα­νε αυ­τοί! Ανε­βαί­νω. Και τι έ­κα­νες πά­λι, ρε που­στα­ριό; Ε, σαν τι νά ’κα­να; Εί­χα κι άλ­λο να κά­νω; Να τη σκο­τώ­σω την πή­ρα τη χλαί­νη, μα βλέ­πεις… Ας εί­ναι, τη γλύ­τω­σα κεί­νη τη φο­ρά, τε­λο­σπά­ντων, αλ­λά η μά­πα μου, μην το συ­ζη­τάς… Όλο τέ­τοια, δε βα­ριέ­σαι…».
Τι­νά­ζει προ­σε­κτι­κά με το μι­κρό δά­χτυ­λο την καύ­τρα α­π’ το τσι­γά­ρο του ο Άγιος Βα­σί­λειος ο Δο­λα­ψής και φυ­λά­ει ευ­λα­βι­κά τη γό­πα στο τσε­πά­κι τού κο­ντο­μά­νι­κου.
–Ε, αύ­ριο πά­λι. Έρχε­ται, ό­που να ’ναι, και το συσ­σί­τιο, πα’ να φέ­ρω τη γκα­ρα­βά­να.
«Όλο τέ­τοια, δε βα­ριέ­σαι», α­σή­μα­ντες ι­στο­ρίες, ι­στο­ρίες που δεν εί­ναι για στε­νό­καρ­δους. Δεν ξέ­ρεις, να κλά­ψεις, να γε­λά­σεις, τι;… Μα­θαί­νεις… Με­γά­λο σχο­λειό, θα το θυ­μη­θείς με και­ρό…
Το βρά­δυ, με­τά το κλεί­δω­μα, θα το πω του Χρό­νη.

Από­ψε θα μεί­νω στου Χρό­νη. Έτσι κά­νου­με συ­χνά, αλ­λά­ζου­με κε­λί το βρά­δυ, αλ­λά­ζου­με πα­ρέα, να μη μα­ρα­ζώ­σου­με, να λέ­με ι­στο­ρίες α­πό τον έ­ξω κό­σμο, να μι­λά­με, να γε­λά­με. Οι φύ­λα­κες, ό­λοι σχε­δόν, κά­νουν τα στρα­βά μά­τια. Με τους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους έ­χου­νε το κε­φά­λι τους ή­συ­χο, ξέ­ρου­νε πως δεν θα τους βγει κα­μιά στρα­βή. Δε­νό­μα­στε έ­τσι με­τα­ξύ μας, μι­λά­με με τις ώ­ρες για έ­ρω­τες που δεν έ­χου­με γνω­ρί­σει οι μι­κροί, για α­γά­πες που γεύ­τη­καν οι με­γά­λοι, δια­φω­νού­με μι­κροί με­γά­λοι, στα σο­βα­ρά, αν η συ­ντρο­φι­κό­τη­τα εί­ναι πιο ση­μα­ντι­κή α­π’ τη φι­λία ή το α­ντί­θε­το, και, λί­γο λί­γο, α­πό σύ­ντρο­φοι γι­νό­μα­στε φί­λοι. Φί­λοι που ό­πο­τε θα συ­να­ντιού­νται «ό­λα τα χρό­νια με­τά», θα λέ­νε «σύ­ντρο­φε» και θα κολ­λά­ει το στό­μα τους.
– Χρο­νά­ρα, σή­με­ρα στο πλα­τά­νι, το και το ο Αϊ Βα­σί­λης ο Δο­λα­ψής.
Και του διη­γού­μαι.
Βά­ζει τα γέ­λια. Εκεί­νο το γέ­λιο τού Χρό­νη, α­νοι­χτό­καρ­δο, με τα μά­τια του να στε­νεύου­νε χα­ρού­με­να πί­σω α­π’ τους φα­κούς των γυα­λιών. Πώς λέ­με, γε­λά­νε και τα μου­στά­κια του; Ε, έ­τσι!
– Σας έ­χει διη­γη­θεί, ρε μπα­γά­ση­δες, το άλ­λο με τα χα­λιά;
Για­τί ο Χρό­νης δεν πο­λυέρ­χε­ται στο πά­νω μέ­ρος του προ­αυ­λίου και στον πλά­τα­νο. Προ­τι­μά στο κά­τω προ­αύ­λιο, το πε­ζού­λι κο­ντά στις βρύ­σες, α­πέ­να­ντι α­πό το αρ­χι­φυ­λα­κείο, να κά­θε­ται ε­κεί τα δρο­σε­ρά α­πο­γεύ­μα­τα και να παί­ζει σκά­κι με το Βα­σί­λη το Νε­φε­λού­δη. Πο­δό­σφαι­ρο δεν παί­ζει μα­ζί μας ο Χρό­νης, δεν τον βά­ζου­με στις ο­μά­δες, εί­ναι κομ­μά­τι ά­τσα­λος με τη μπά­λα, σαν να του ζε­μα­τά­ει τα πο­δά­ρια, τε­λο­σπά­ντω­ν… Παί­ζει ό­μως βό­λεϊ!
– Ποιο άλ­λο με τα χα­λιά; Όχι!  
– Το κόλ­πο με το χα­λί, ντε, και με τη γά­τα. Όχι; … Να του πεί­τε να σας την πει την ι­στο­ρία.
– Έλα ρε Χρό­νη, α­φού την ξέ­ρεις!
Πες πες, πιά­νει ο Χρό­νης να διη­γεί­ται, πώς μια φο­ρά ο μπάρ­μπα Απο­στό­λης, νέ­ος τό­τε, εί­δε νά ’χει μια νοι­κο­κυ­ρά α­πλω­μέ­νο στο μπαλ­κό­νι της έ­να κα­λό χα­λί να α­ε­ρι­στεί και πώς τό ’βα­λε στο μά­τι και πώς σκαρ­φι­στή­κα­νε με έ­να φί­λο του τρό­πο να το κα­τε­βά­σου­νε και πώς πα­ρα­μο­νέ­ψα­νε μια μέ­ρα που βρέ­θη­κε πά­λι το χα­λί στο μπαλ­κό­νι να α­ε­ρί­ζε­ται τι­ναγ­μέ­νο και πώς εί­χα­νε φέ­ρει μα­ζί τους μια γά­τα και πώς, την ώ­ρα που δεν έ­βλε­πε κα­νείς, πε­τά­ξα­νε τη γά­τα α­πά­νω στο χα­λί και πώς γα­ντζώ­θη­κε η γά­τα α­π’ το χα­λί να μην πέ­σει και το πή­ρε μα­ζί της πέ­φτο­ντας και πώς το βου­τή­ξα­νε, πώς το τυ­λί­ξα­νε μά­νι μά­νι, και πώς βγή­κε στο μπαλ­κό­νι η υ­πη­ρέ­τρια και «Κα­λέ κυ­ρία, κα­λέ κυ­ρία, τρε­χά­τε, αχ το χα­λί, πά­ει το χα­λί, βοή­θεια! Βοή­θεια κό­σμε, κα­λέ κυ­ρία Φώ­φη, κύ­ριε Νώ­ντα, βοή­θεια!». Πά­ει το χα­λί, νά ’ταν κι άλ­λο…
Σαν να το εί­χε ζή­σει ο ί­διος. Το έ­χει αυ­τό το τα­λέ­ντο ο Χρό­νης. Σαν να τα έ­χει ζή­σει ο ί­διος.
Τον κοι­τάω λο­ξά.
– Ρε συ Χρό­νη, τό­σο κα­λά που τη λες, μπας κι εί­ναι δι­κιά σου η ι­στο­ρία;
–Τι; Να την κα­τέ­βα­σα α­π’ το νου μου;
–Όχι, να την έ­ζη­σες…
Γε­λά­ει.
–Έλα στα σύ­γκα­λά σου, συ­ντρο­φά­κι!
Συ­ντρο­φά­κια μας λέει, πά­ντα με α­λη­θι­νή τρυ­φε­ρό­τη­τα, ο Χρό­νης. Πά­ντα. Τό­σο πά­ντα, που δε θυ­μού­μαι πό­τε, έ­τσι ξαφ­νι­κά –ί­σως α­πό την πρώ­τη κιό­λας στιγ­μή, που μας α­γκά­λια­σε με α­γά­πη μπαί­νο­ντας ε­μείς κα­τα­τσα­κι­σμέ­νοι α­π’ τη Μπου­μπου­λί­νας στου Αβέ­ρω­φ–, κα­τα­λά­βα­με ό­τι κι ε­μείς τον α­γα­πού­σα­με α­πό πά­ντα.
–Έλα στα σύ­γκα­λά σου, συ­ντρο­φά­κι! Και να ’θε­λα ε­γώ, πό­τε να προ­λά­βω να βγω στο κουρ­μπέ­τι;
Έλα ντε, πό­τε να προ­λά­βει, και να ’θε­λε;

Ο Χρό­νης ξε­κί­νη­σε να έρ­θει στη χώ­ρα του Κά­πο­τε και του Πα­ντο­τι­νά κλει­δο­κρά­το­ρας των Ιστο­ριών και φύ­λα­κας της Μνή­μης, α­π’ την Κα­βά­λα, το 1930, το τρί­το παι­δί μιας ερ­γα­τι­κής οι­κο­γέ­νειας. Κα­πνερ­γά­της ο πα­τέ­ρας του, Ανα­στά­σης, κα­πνερ­γά­τρια κι η μά­να του, Ανα­στα­σία – μό­νη της α­νά­στη­σε το Χρό­νη, ο ά­ντρας της πέ­θα­νε πριν γεν­νη­θεί το μι­κρό. Κα­πνερ­γά­της κι ο πα­τριός του, κα­πνερ­γά­της και στρα­τευ­μέ­νος κομ­μου­νι­στής, δρα­πέ­της α­π’ του «Παύ­λου Με­λά», α­ντάρ­της με τον Ε­ΛΑΣ στο Βέρ­μιο. Επί ξύ­λου κρε­μά­με­νη στη Θεσ­σα­λο­νί­κη η οι­κο­γέ­νεια ε­πί Κα­το­χής.
–Να σου πω κα­μιά φο­ρά την ι­στο­ρία που που­λού­σα, στην προ­κυ­μαία στο Λευ­κό Πύρ­γο, τσι­γά­ρα στους γερ­μα­νούς φα­ντά­ρους ξε­ρω­γω­τί, και μου ρί­χνει έ­νας τους μια κλω­τσιά –μάς πε­ρι­φρο­νά­γα­νε σαν νά ’μα­σταν σκου­λή­κια– κι έ­πε­σα μα­ζί με το ντα­βλά στη θά­λασ­σα και πά­νε τα τσι­γά­ρα, πά­ει ο κό­πος μου, πάω κι ε­γώ κλα­μέ­νος μου­σκε­μέ­νος στην έρ­μη τη μά­να μου… Επί ξύ­λου κρε­μά­με­νοι, ά­μα σου λέω…
Πεί­να, θα­να­τι­κό, παίρ­νει ο Ερυ­θρός Σταυ­ρός το Χρό­νη, μα­ζί με άλ­λα παι­δά­κια, σε χω­ριά στα Γιαν­νι­τσά να μην τα φά­ει η πεί­να. Και βρί­σκε­ται ο Χρό­νης σε μια οι­κο­γέ­νεια, ό­που του α­να­θέ­του­νε, δε­κα­τριώ χρο­νώ παι­δί, να φυ­λά­ει πρό­βα­τα.
–Δώ­δε­κα, δε­κα­τριώ χρο­νώ παι­δί. Μο­νά­χο μες στις ε­ρη­μιές και μέ­σα στα σκο­τά­δια, και να κά­νει έ­να κρύο… Με μό­νη συ­ντρο­φιά και πα­ρη­γό­ρια έ­να σκυ­λί. Σαν τώ­ρα το φέρ­νω στο μυα­λό μου, κα­λό σκυ­λί. Τού ’χα­νε έ­να πέ­τσι­νο κο­λά­ρο στο λαι­μό, έ­τσι πλα­τύ, και με καρ­φιά, να κοι­τά­νε οι μύ­τες τους προς τα έ­ξω. Με­τά κα­τά­λα­βα πως ή­τα­νε για τους λύ­κους, στην αρ­χή δε μού ’πα­νε τί­πο­τε για λύ­κους. Για να μην το αρ­πά­ξει ο λύ­κος α­π’ το λαι­μό και το πνί­ξει. Πά­λευε με τους λύ­κους αυ­τό, γεν­ναίο σκυ­λί. Τους έ­νιω­θες τις νύ­χτες να ζυ­γώ­νου­νε στο μα­ντρί, ά­κου­γες την α­νά­σα τους, το σκυ­λί όρ­θιο στα τέσ­σε­ρα, με ση­κω­μέ­νη την τρί­χα στη ρά­χη. Από τό­τε θαρ­ρώ τ’ α­γά­πη­σα τό­σο τα σκυ­λιά. Θα ξα­νά­χω σκυ­λί μια μέ­ρα…
Αυ­τά πριν το 1944, για­τί, με­τά α­πό έ­να γερ­μα­νι­κό μπλό­κο, βρέ­θη­κε «στο βου­νό», σύν­δε­σμος του 16ου Συ­ντάγ­μα­τος του Ε­ΛΑΣ.
–Ύστε­ρα α­κο­λού­θη­σαν ό­λα τ’ άλ­λα, μια ζωή… Που δε φτά­νει μια ζωή να τη διη­γη­θείς.
Δε φτά­νει, φτά­νει;
–Όμως, πώς γνω­ρι­στή­κα­με με το Ρη­νά­κι σού ’χω πει; Δε σού ’χω; Άκου να δεις, το λοι­πόν!
Πό­σο την α­γα­πά­ει, σκέ­φτο­μαι α­κού­γο­ντας. Και πώς να ’ναι, τά­χα μου, αυ­τή η Ρη­νιώ; Να ’ναι στ’ α­λή­θεια έ­τσι ξαν­θή και γα­λα­νή «Σουλ­τά­να μ’ Σου­φλιου­τού­δα μ’», ό­πως την τρα­γου­δά­ει ο Χρό­νης, τό­σο πια γλυ­κιά και ό­μορ­φη ό­πως την παι­νεύει; Και θα τον α­γα­πά­ει, βέ­βαια, κι ε­κεί­νη το ί­διο, ε; Γί­νε­ται αλ­λιώς; Άρα­γε θα μ’ α­γα­πή­σει κι ε­μέ­να κά­πο­τε μια Ρη­νιώ;
–Ε, συ­ντρο­φά­κι, πού τρέ­χει ο νους σου; Σου μι­λώ τό­σην ώ­ρα κι ε­σύ δε μ’ α­κούς!
Σ’ α­κούω σύ­ντρο­φε. Πά­ντα θα σ’ α­κούω.
Πα­ντο­τι­νά.


Κω­στής Γιούρ­γος

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Σκονάκια...

του Μιχαλη Αποστολιδη απο την Parallaxi...

«Δεν έχει σημασία από πού σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία»  ξεκινάει με φόρα ο Χρόνης Μίσσιος το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς».
Το επικίνδυνο ασφαλώς δεν είναι να γράφεις αλλά να γράφεις για να εκδικηθείς. Να μη φοβάσαι το δίκιο σου. Να χαϊδεύεις αυτιά αντί να τα τραβάς. Τα στρατόπεδα είχαν ανέκαθεν συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας. Δεν υποδέχονται πάρα μόνο καμικάζι αυτοκτονίας. Αν δεν είσαι προπαγανδιστής του συστήματος, αριστερίζεις στον αλφαμίτη από ανάγκη. Κερδίζεις την καρδιά του αναγνώστη. Καθησυχάζεις τον εαυτό σου. Και συνήθως, δε λες τίποτα.

Το διάβασα από μία χρήστη στο Τουίτερ. Ένα μικρό κορίτσι είπε σε κάποιον να μην ενοχλεί τις λέξεις αν δεν έχει τι να πει. Το ίδιο έχει γράψει κάπου κι ένας Κύπριος ποιητής, ο Κώστας Μόντης, σύμπτωση που μάλλον κολακεύει τον τελευταίο. Τις λέξεις στη χώρα, στα σοβαρά τουλάχιστον, φαίνεται να τις ενοχλεί μόλις ένα 8% του πληθυσμού. Αυτό διαβάζει περίπου δέκα βιβλία το χρόνο, μεταξύ των οποίων η έρευνα δεν διευκρινίζει αν συμπεριλαμβάνεται ή όχι το: «Ποιοι δολοφόνησαν τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο». Μεγαλύτερο ποσοστό φαίνεται πως υποστηρίζει στις δημοσκοπήσεις τη Χρυσή Αυγή. Γίνεται επομένως να αφήσεις τη γλώσσα ανυπεράσπιστη; Οι λέξεις, καθότι τυφλές, πάντα περιμένουν κάποιον να τις πάρει από το χέρι και να τις περάσει απέναντι.
Αν γράψουμε κάτι όπως είναι ωστόσο, ακριβώς όπως είναι, τρία χρόνια σχεδόν μετά το πρώτο μνημόνιο, αρχίζουμε να το εμποδίζουμε. Σε μια παλιά συνέντευξή του, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, δήλωνε πως στο σινεμά οι εικόνες είναι ζωή και τα κείμενα θάνατος. Φοβάμαι δηλαδή πως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου οι αποκαλύψεις δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να θολώνουν το τοπίο. Τα πολλά λόγια φτώχυναν τον τόπο. Τα πρόσωπα παραμορφώθηκαν από όσα είπαν κι όσα άκουσαν. Ο καθένας γνωρίζει την αλήθεια του καλύτερα από οποιονδήποτε προσπαθεί να του την υποδείξει. Η πλευρά που έχει για σημαία της την Τρέμη, αρχίζει να ξεμένει από πρόθυμα χέρια. Τόσο καιρό, τα δικά μας, μόνο σταυρωμένα δεν έμειναν. Φυλλομέτρησαν τις αναλύσεις του Βαρουφάκη, τις προφητείες του Καζάκη, τα άρθρα γνώμης που σπονσοράρει το καθεστώς και αντί να θυμώσουν, αντί να γίνουνε γροθιές, βυθίστηκαν σε τσέπες και στο βαρύ πένθος του καναπέ. Ακόμα και τα υβριστικά σχόλια λιγόστεψαν στο Διαδίκτυο. Γίναμε, όπως ήταν αναμενόμενο, σαν εκείνον τον ήρωα του Μπόρχες που επειδή θυμόταν τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, αδυνατούσε να σκεφτεί.
Προσθέσαμε λέξεις, ησυχία δε βρήκαμε. Ο θάνατος περίσσεψε, μια συλλογική μάχη να χάσουμε δεν επινοήσαμε. Οι καλύτεροι από μας είναι είτε αφανείς ήρωες είτε μεγάλοι θεατρίνοι. Κι η Αριστερά, εδώ ακριβώς, κάτι φαίνεται πως δεν λαμβάνει υπόψη της. Με το:« Ή εμείς ή αυτοί» στήνει μια φάκα που δύσκολα θα αποφύγει. Ο καπιταλισμός , παντοδύναμος, της φράζει το δρόμο. «Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εμείς». Καλά το λέει ο Μπαμπασάκης. Με αυτούς θα έχει να κάνει την επόμενη μέρα της εκλογικής νίκης της που οι περισσότεροι εύχονται να μην αποδειχτεί οδυνηρή. Από την άλλη, το ότι δεν υπάρχει ελπίδα, είναι η μεγαλύτερη ανοησία που μπορεί να ειπωθεί σε μια χώρα όπου οι ποιητές και τα παιδιά της ακόμη ταυτίζονται. Η ελπίδα γεννιέται από την πρόθεσή σου και μόνο να τη δημιουργήσεις. Αποφαίνεσαι μεν ότι είναι νεκρή, οι λέξεις ωστόσο που ξοδεύεις, ανεξαρτήτως εντέλει νοήματος, την ανανεώνουν.
«Η οικονομική κρίση είναι ένα μεγάλο παλούκι που έχουν οι καπνέμποροι στον κώλο τους  και θέλουν να το βγάλουν από το δικό τους κώλο και να το βάλουν στον δικό σας». Τόσο απλά δίνει τον ορισμό της ο Μίσσιος. Ένας επαναστάτης. Ό,τι δεν είναι οι περισσότεροι που συνηθίζουν να μιλούν. Τα μοιρολόγια τους δε θα αναστήσουν κανένα. Η σιωπή, ό,τι κι αν της χρεώνουν, έχει νόημα όταν σκοπεύεις να τη σπάσεις. Ο λόγος παίρνει αξία από τις παύσεις. Τι πιο αστείο εξάλλου από κάποιον που μας καλεί καθημερινά σε εξέγερση; Δε λέω, δε μ’αρέσει, δε λέω. Στις γροθιές μου είναι κρυμμένα τα σκονάκια. Τι μπορούμε να κάνουμε μ’αυτά, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα.


Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Ρούσσος Βρανάς, Χρόνης Μίσσιος...

του Κωστα Καναβουρη απο την Αυγη...
Τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι. Ο Ρούσσος Βρανάς, που έφυγε στα 62 του, και ο Χρόνης Μίσσιος, που τον ακολούθησε λίγες μέρες αργότερα, στα 82 του αυτός. Τους χώριζαν ηλικιακά 20 χρόνια. Τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι. Γιατί τους ένωναν οι ίδιες λαχτάρες για τον άνθρωπο και για τον κόσμο, το ίδιο ανυποχώρητο πείσμα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Είχα την ευλογία να τους γνωρίσω και τους δύο. Λιγότερο τον Χρόνη Μίσσιο (παρ' ότι με συγκλονίζει η κοινότητα της γενέθλιας πόλης, της Καβάλας), περισσότερο τον Ρούσσο Βρανά, με τον οποίο κάναμε και παρέα πριν αποτραβηχτεί (αν και τέτοιοι άνθρωποι δεν "αποτραβιούνται" ποτέ) στην αγαπημένη μου Σύρο. Από τη μια ο νεότερος: ο Ρούσσος Βρανάς. Γαλήνιος, ευγενής (και όχι ευγενικός απλώς), εξαιρετικά πολυμαθής, χωρίς να το επιδεικνύει, γενναιόφρων στην κατανόηση του όλου άλλου, γόνος μιας πολύτιμης σιωπής που κατακτήθηκε με κόπο, αλλά και με ιδιοσυστασία χαρακτήρα, γενναίος στο να αφήνει χώρο και τρόπο στον άλλον, με λίγα λόγια ένα κόσμημα του ανθρώπινου γένους. Το να συμπληρώσω ότι υπήρξε σέμνυμα και εγκαύχημα της δημοσιογραφικής ιδιότητας, μοιάζει με αξιολογική μιζέρια, σχεδόν χυδαία μέσα στην ολιγότητά της. Α, ναι. Να μην ξεχάσω το βλέμμα του. Αυτό το βλέμμα της διεισδυτικής γλυκύτητας και της υψηλής ποιότητας καλοσύνης. Αυτό το ήσυχο βλέμμα της απέραντης αυτάρκειας, χωρίς ίχνος αυταρέσκειας. Ο Ρούσσος Βρανάς ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος με συνείδηση κεραυνού.
Κι από την άλλη ο συμπατριώτης μου, ο Χρόνης Μίσσιος. Άλλη στόφα. Μάτι τσακμακόπετρα και γνώμη λεπίδι. Άμεσος. Έξω άνθρωπος. Με το πείσμα εκείνου που τόσα χρόνια "έσω" εγκλεισμού δεν κατάφεραν να λυγίσουν το "έξω" της ύπαρξής του. Πιτσιρικάδες και οι δυο με τον Ρούσσο, όταν τους έκλεισαν στη φυλακή. Στα 17 του ο Χρόνης, στα 18 του ο Ρούσσος. Απλώς, σε διαφορετικές τραγωδίες, με τον Χρόνη να υπερέχει κατά πολύ σε χρόνια εγκλεισμού. Χρόνια, όχι χρόνο. Γιατί είναι άλλη η διάσταση του καιρού κι άλλη η διάσταση του χρόνου. Άλλωστε ο Χρόνης Μίσσιος υπήρξε θανατοποινίτης. Κι αυτή η διάσταση του χρόνου, έστω για μια μέρα μόνο, δεν γίνεται να περιγραφεί και να αντικατασταθεί με όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μεγάλωσα με τέτοιους ανθρώπους και υποψιάζομαι, απλώς υποψιάζομαι, ότι ξέρω τι λέω. Απλό παράδειγμα: ο Χρόνης Μίσσιος αναφέρει τον Μανόλη Αναγνωστάκη, πως του έμαθε γράμματα το διάστημα που ήταν θανατοποινίτες στο Γεντή Κουλέ. Εκείνο το διάστημα, επίσης 18 χρόνων, καταδικασμένη κι αυτή σε θάνατο, στην ίδια μεγάλη δίκη του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, ήταν η καλύτερη φίλη της μητέρας μου, Ελένης Αγγελίδου - Καναβούρη, μετέπειτα παιδίατρός μου και μέχρι σήμερα πολύτιμος άνθρωπος στη ζωή μου, Μαίρη Γεωργοπούλου - Ιωαννίδου. Συμπληρώνω ότι με τη μητέρα μου, που δεν ζει πια, γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν με φιλία ολόκληρης ζωής μέσα στη φυλακή. Γερή σκευή της αλληλίας των ανθρώπων, που τους χρειάστηκε πολλές φορές. Η ίδια σκευή χρειάζεται και σήμερα (και ίσως περισσότερο αύριο), αλλά το θέμα είναι το κατά πόσο τη διαθέτουμε, πέρα από εξαγγελίες, προγραμματικές δηλώσεις και πολιτικές επάρκειες. Ας είναι άλλης συζήτησης θέμα.
Λοιπόν, ο Χρόνης Μίσσιος. Ένα μέγεθος. Πέρα και από τα συγκλονιστικά που έγραψε. Μια οντότητα -θέλω να πω σύγκρισης- ώστε να προκύψει κρίση και επομένως γνώση και επομένως θεωρία και επομένως πράξη και επομένως πάλι από την αρχή σ' αυτόν τον ατελεύτητο αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο με την οδύνη τόσου και τόσου έρωτα που άλλοτε λέγεται σώμα, άλλοτε σωματικό μαρτύριο κι άλλοτε μοναξιά μέσα στο σώμα σαν το σκυλί το πεινασμένο για φεγγάρι στη χάση του. Δηλαδή, αν κάτι καίριο και αρίφνητο μας άφησε ο Χρόνης Μίσσιος, είναι η επιτομή του όρου λαϊκότητα. Μια λαϊκότητα που απολύτως δεν στέργει στις χυδαιοποιήσεις της και στους ταξικούς ανασκολοπισμούς της άλλοτε από τα δεξιά και άλλοτε -ναι, ο Χρόνης γενναία το είπε- δυστυχώς από τα αριστερά. Με άλλα λόγια, αν κάποτε τα πράγματα αποκτήσουν την πραγματική τους υπόσταση και την πραγματική τους διάσταση στο κοινώς εννοείν τον κόσμο, ο Χρόνης Μίσσιος θα είναι ένας μεγάλος λαϊκός συγγραφέας και ένας μεγάλος λαϊκός άνθρωπος. Ως υψηλή αισθητική κατηγορία εννοώ και όχι ως παρηγορητική αστική θωπεία υποτιμητικής αξιολόγησης. Αλλά ώς τότε χρειάζεται αγώνας. Μέσα κι έξω. Πολύς, ακραία πολύς, αγώνας.
Αυτόν τον ίδιο αγώνα, από τη δική του οπτική, έδωσε ο Ρούσσος Βρανάς. Διανοούμενος εξαιρετικά υψηλής ποιότητας. Άνθρωπος πολιτικής εμπροσθοφυλακής που προκύπτει από αισθητική και ηθική ορθοφροσύνη και σπάνια ορθοστασία σε όλους τους όρθρους και τους γλυκύτατους εσπερινούς της αχειροποίητης σκέψεως. Ένας άνθρωπος υγρός και ευθυτενής.
Ας είναι ανέσπερο το χώμα τους. Κι όσο για μας; Ας προσπαθήσουμε πολύ, πάρα πολύ, ώστε κάποτε στ' αλήθεια να μας λείπουν. Αυτό -λέω- θα ήταν μια λύπη αντάξια.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Μνημη Χρονη Μισσιου (1930 - 20/11/2012)...

Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σ’ αυτό να με αλλάξει.

Από τους αγνότερους εκπροσώπους μιας γενιάς που οραματίστηκε το θρίαμβο του σοσιαλισμού επί της βαρβαρότητας, ξαπόστειλε θαρραλέα το ωραίο όνειρο όταν αποδείχτηκε εφιάλτης, αφήνοντας τις «κόκκινες» πολιτείες για τις «πράσινες»: H ολιστική οικολογία και τα εναλλακτικά δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης είναι, λέει, η μόνη μας βιώσιμη ελπίδα απέναντι στον «χρηματιστηριακό ιμπεριαλισμό» που σαρώνει τον πλανήτη. Και, πάνω απ’ όλα, ο έρωτας – «πολιτισμό και προϋπόθεση ελευθερίας» τον χαρακτηρίζει, κι αν τον ακούσεις να μιλά γι’ αυτόν μαγεύεσαι.  Συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου στον Θοδωρή Αντωνόπουλο για το περιοδικό "Υποβρύχιο"

Εμφύλιος, φυλακές, βασανιστήρια, αγώνες, διώξεις, εξορίες... Μια ζωή σαν παραμύθι, κι όμως, εντελώς πραγματική, αποτυπωμένη σε κάθε ρυτίδα του προσώπου αυτού του λεβεντάνθρωπου. Σήμερα, στα ογδόντα τόσα χρόνια του, ο συγγραφέας τού «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παραμένει μαχητής («Δεν άλλαξα το σύστημα, αλλά ούτε εκείνο θα με αλλάξει»), εξακολουθεί να γράφει, αν και αναρωτιέται πού να τοποθετήσει τους ήρωές του «αφού θα κινδυνεύουν διαρκώς με σύλληψη, ξύλο ή απέλαση!», και μένει σε ένα νοικοκυρεμένο αγρόκτημα στο Μικροχώρι Καπανδριτίου απ’ όπου δίνει, λέει, «την ύστατη μάχη της ζωής του». Δεν κατεβαίνει Αθήνα, δεν έχει καν Internet –κι όμως, στη σελίδα που του έφτιαξαν στο facebook «μετρά» πολυάριθμους «φίλους»!– και μοιράζεται τις μέρες του με τη Ρηνιώ, τα βιβλία, τα δέντρα και τα δυο σκυλιά του: η καλύτερη πατρίδα για έναν αληθινό «σύντροφο».

Η Ελλάδα χρεοκοπημένη, στο έλεος της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των διεθνών αγορών. Περιμένατε, αλήθεια, μια τέτοια εξέλιξη;

Όχι, βέβαια. Το ίδιο, νομίζω, ισχύει και για τον μέσο Έλληνα. Η κοινωνία όλη έπαθε εγκεφαλικό... Στην εποχή, βλέπετε, του καταιγισμού της πληροφορίας ο πολίτης παραμένει τραγικά απληροφόρητος. Και… καλά αυτός, οι τύποι που ορκίστηκαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της χώρας και του λαού της τι διάολο κάνανε τόσα χρόνια; Ή είναι παντελώς ανίκανοι ή πράκτορες ξένων συμφερόντων. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα - κυβέρνηση, κόμματα συνδικάτα...

Δεν φέρει, όμως, κι ο μέσος Έλληνας μια κάποια ευθύνη;

Φυσικά, στο βαθμό που ανέχτηκε κι εκμεταλλεύτηκε κάποιες καταστάσεις. Αλλά, καθώς είπα, υπήρξε και απληροφόρητος. Χάρη στην κρίση αντιληφθήκαμε επιτέλους ότι περάσαμε στο χρηματιστηριακό στάδιο του καπιταλισμού. Βρισκόμαστε μπροστά σε πολλές δικτατορίες. Ένας χρηματιστηριακός ιμπεριαλισμός σαρώνει τον πλανήτη. Και δεν παράγει πλούτο (παρά μόνο για τους λίγους), παράγει όμως «φούσκες». Η τοκογλυφία καθορίζει τη μοίρα λαών, αλλάζει κυβερνήσεις, κλέβει πόρους.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Είμαι, διότι βλέπω, δυστυχώς, να τρεμοσβήνει η σπίθα που μεταμορφώνει τον άνθρωπο από σκλάβο σε επαναστάτη, από οπαδό σε πολίτη. Στην εποχή μου η εξουσία ασκούσε βία στο κορμί μας. Σήμερα κάνει «λοβοτομή», μας καθιστά άβουλα αντικείμενα παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων. Την οποία κατανάλωση βεβαίως προωθεί η διαφήμιση, ένα καρκίνωμα που καβαλά σε κάθε δημιουργία τσαλαπατώντας την ανθρώπινη σκέψη. Ένα παρασιτικό, χυδαίο φαινόμενο, που ουδείς ενοχλείται γιατί κρατά απ’ το λαιμό τα ΜΜΕ.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ελπίδα;

Καμιά χώρα σήμερα δεν μπορεί να ονειρεύεται ένα ελεύθερο μέλλον. Πώς να πείσεις την Τουρκία, π.χ., να μη χτίσει πυρηνικά εργοστάσια που σε περίπτωση ατυχήματος θα κάνουν όλους τους γείτονές της «ραδιενεργούς»; Και μην ακούτε τα περί ασφαλούς πυρηνικής ενέργειας, κολοκύθια στο πάτερο είναι! Ή πώς να πείσεις την BP να μην κάνει γεωτρήσεις στον Κόλπο του Μεξικού, όταν το μόνο που τη νοιάζει είναι πόσα σεντς θα κοστίσει την ώρα η αποκατάσταση της τεράστιας διαρροής; Η κοινωνία, βεβαίως, μεταβάλλεται – και μέσα στην κρίση η σπίθα που λέγαμε μπορεί να γίνει φλόγα, ανεβάζοντας το λαό στο επίπεδο της ιστορικής του συνείδησης. Έτσι, ναι, ίσως υπάρξει ελπίδα. Από πεφωτισμένους ηγέτες και σωτήρες χορτάσαμε!

Τι να κάνουμε με το χρέος της χώρας, να το πληρώσουμε ή όχι;

Δεν ξέρω, δεν είμαι οικονομολόγος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, χρειάζεται να αλλάξουμε. Να αποσυμφορήσουμε την Αθήνα, να τονώσουμε την επαρχία, να ξαναβρούμε τις αξίες τού ευ ζην, να στραφούμε σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Ήδη ακούω για πρωτοβουλίες νέων αγροτών στη Θεσσαλία και αλλού, που έχουν καταργήσει το χρήμα κι ανταλλάζουν προϊόντα και υπηρεσίες.

«Η αστική δημοκρατία είναι ένας σκελετός» είχατε πει. Υπάρχει, όμως, αξιόπιστη εναλλακτική;

Κοιτάξτε, το σύστημα δεν ανατρέπεται συνολικά. Σπάει, όμως, σε μικρά κομμάτια κι έτσι μπορεί να το ελέγξουμε. Το πρόβλημα δεν είναι να κατακτήσουμε πολλές μικρές ελευθερίες, όπως έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά να ανατρέψουμε κατ’ αρχήν το κομμάτι του συστήματος που έχουμε εσωτερικεύσει. Μόνη διέξοδος είναι η ολιστική οικολογική σκέψη, φιλοσοφία, συμπεριφορά. Η πραγματική οικολογία καταργεί την εξουσία, προωθεί την άμεση δημοκρατία, την αποκέντρωση, τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες, την εναλλακτική τεχνολογία.

Με τους έλληνες Πράσινους έχετε επαφές;

Είχα, αλλά διαφωνούμε – γιατί η οικολογία, πιστεύω, αξίζει μόνον ως αυθόρμητο κίνημα, διαφορετικά ενσωματώνεται στο σύστημα. Καλός ο ακτιβισμός, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής του καθενός. Και, κατ’ αρχήν, οικολογία και ανθρωποκεντρισμός δεν συμβιβάζονται.

Η Αριστερά;

Δεν ξέρω τι σημαίνει πια Αριστερά. Οι ταμπέλες; Τα λάβαρα; Η Αριστερά που γνώρισα πάλευε με τον πολιτισμό και, όταν χρειάστηκε, με το τουφέκι. Πάλευε, έστω, με τα λάθη της. Σήμερα, όμως, δεν παράγει τίποτε. Στον Συνασπισμό τριάντα χρόνια τώρα σκοτώνονται – ξεφτίλα. Στο ΚΚΕ βγαίνει η Αλέκα και μιλά λες και διαβάζει έκθεση της β’ λυκείου...

Έχουμε, όμως, ακόμα «αντάρτικο» – πόλεων...

Το «αντάρτικο» αυτό, η τρομοκρατία που λέμε, πιθανόν να χρησιμοποιείται από κάποιους κύκλους, πιθανόν να είναι απλώς κάποια τρελόπαιδα – δεν εννοώ, βέβαια, τους δολοφόνους. Αλλά δεν είμαστε στον 19ο αιώνα. Αν είστε μάγκες, αντί να σπάτε βιτρίνες και να βάζετε γκαζάκια, κατακτήστε την τεχνολογία, σπάστε τους κωδικούς των τραπεζών και μοιράστε τα λεφτά στον κόσμο.


Είπατε κάποτε «ευτυχώς που δεν νικήσαμε», αναφερόμενος στον Εμφύλιο.

Ναι, γιατί αλλιώς θα ήμασταν πολλές δεκαετίες πίσω – και όσοι σκεφτόμαστε διαφορετικά θα βλέπαμε τα ραδίκια ανάποδα! Θυμάμαι τους καθοδηγητές… καθίκια σκέτα. Αυτοί υπουργοί; Θεός φυλάξοι!


«Ο έρωτας είναι το πιο προσωπικό καταφύγιο του ανθρώπου, η πιο απελευθερωτική του διαδικασία» έχετε πει. Θα μας έσωζε, πιστεύετε, ο έρωτας;

Στα χρόνια της χολέρας πού να τον βρεις τον έρωτα! Σεξ βρίσκεις άφθονο, πορνό επίσης, έρωτα όμως... Ο άνθρωπος γίνεται μονοσήμαντος, αποσυναισθηματοποιείται, αποξηραίνεται εσωτερικά από το άγχος μιας βάρβαρης, ανήθικης πραγματικότητας. Το σύστημα καθαγιάζει τη βία και τον πόλεμο και ενοχοποιεί τον έρωτα, τη φωτιά της ζωής… έγραφε ο Μπορίς Βιάν. Είναι, βλέπεις, αντιπαραγωγικός και δυνάμει ανατρεπτικός. Η σεξουαλική απελευθέρωση κατάντησε ένα καταναλωτικό αλισβερίσι, το σεξ έγινε εμπόρευμα, όπως και η αμφισβήτηση – δες τον Τσε...


Ελάχιστοι παλιοί αριστεροί ύμνησαν τον έρωτα όπως εσείς. Είχατε «τολμήσει» να μιλήσετε ακόμα και στο περιοδικό «Κράξιμο» της τραβεστί Πάολας...

Ναι, υπήρξαν εποχές που η Αριστερά υπήρξε συντηρητική, σεμνότυφη. Εγώ δεν έγινα κομπλεξικός, γιατί από μικρό με αγαπούσαν οι γυναίκες! Με τη Ρηνιώ είμαστε μαζί 47 χρόνια κι ακόμα αγαπιόμαστε. Ούτε χαλιόμουνα ποτέ με το πώς τη βρίσκει ο καθένας, ο έρωτας είναι παντού και πάντα ίδιος. Ο ερωτευμένος ανθίζει, μεταβάλλεται, ο έρωτας είναι πολιτισμός και προϋπόθεση ελευθερίας, θέλει όμως χώρο σε μυαλό και ψυχή για να υπάρξει.

Τι σας κράτησε, αλήθεια, ζωντανό τα χρόνια της φυλακής;

Η πεποίθηση ότι συμμετείχα σε ένα παγκόσμιο όνειρο. Νομίζαμε πως πλάθαμε ιστορία. Ήμασταν πλούσιοι σε ψευδαισθήσεις, βλέπαμε ακόμα και τους βασανιστές με επιείκεια. Αυτή η ιδεολογία ως άρωμα ενός νέου κόσμου με κράτησε άνθρωπο. Δίχως κακία, δίχως μίσος, αλλά με κάποια σοφία, που ωστόσο μοιάζει άχρηστη πλέον... Γι’ αυτό και απελπίζομαι βλέποντας σημερινά παιδιά να αντιγράφουν πολιτικά τη γενιά μου – μα τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει;

Δορυφόροι-κατάσκοποι, συστήματα παρακολούθησης, κάμερες παντού... Βαδίζουμε, λέτε, σε μια κοινωνία οργουελιανή;

Μα έχουμε ξεπεράσει ήδη τον Όργουελ. Ο Χάξλεϊ ακούγεται πιο προχωρημένος, γιατί στη δική του δυστοπία τα βιβλία δεν καίγονται – απλώς δεν ενδιαφέρουν πια τους ανθρώπους.

Με την επίσημη πολιτική δεν ασχολείστε πια;

Όχι, αλλά μήτε έχω αποσυρθεί, όπως με αγένεια μου είπαν κάποτε. Δίνω πλέον την ύστατη μάχη μου. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σ’ αυτό να με αλλάξει. Με ρωτούν άλλοτε πώς αντέχω τη μοναξιά εδώ στο χωριό. Θρασύτατη ερώτηση – η πραγματική μοναξιά είναι στις πόλεις! Έχω τη Ρηνιώ, τους φίλους, τα σκυλιά μου, τα δέντρα και μια κόλλα χαρτί που μπορεί να σε ανοίξει σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι...
Η συνεντευξη δοθηκε στο TVXS...

Ροη αρθρων