του Θωμα Τσαλαπατη...
Και όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. Κι όμως πρέπει να
λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε. Μέσα στη χλωρίδα και την πανίδα των
ημερών, μέσα από το ρήγμα της κρίσης, περιστρεφόμενοι τη ζαλάδα του
ξαφνιασμένου (για πόσο ακόμη;). Δερβίσηδες της αμηχανίας στα εδάφη των
πιο κακοτράχαλων εποχών. Και η διάθεση να περιφέρεται μαγκωμένη, πλωτό
εκκρεμές ανάμεσα σε συμπληγάδες.
Και όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. Κι όμως πρέπει να
λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε. Μέσα στη χλωρίδα και την πανίδα των
ημερών, μέσα από το ρήγμα της κρίσης, περιστρεφόμενοι τη ζαλάδα του
ξαφνιασμένου (για πόσο ακόμη;). Δερβίσηδες της αμηχανίας στα εδάφη των
πιο κακοτράχαλων εποχών. Και η διάθεση να περιφέρεται μαγκωμένη, πλωτό
εκκρεμές ανάμεσα σε συμπληγάδες.
Από
τη μία, η έκθεση των πιο προσβλητικών ευχολογίων, οι ιστορίες επιτυχίας
και τα ‘’το μνημόνιο είναι ευλογία για τον τόπο’’, το ξερίζωμα ως
μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός, η κατασκευή ενός μη-τόπου με
καρφιτσωμένο στο μέτωπο ένα μονίμως θετικό πρόσημο. Ένα παραπλανητικό
αρχιτεκτόνημα από πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και ανέξοδα
παραπλανητικά σχόλια, ένα χαμόγελο σταθερό τόσο ώστε να παραμορφώνει τα
χαρακτηριστικά του προσώπου κάπου ανάμεσα στη βλακεία και το θράσος. Ο
πρώτος βράχος ζητά από τη διάθεση μια υπομονή στα όρια της απάθειας, μια
ενοχή μέχρι την αυτοκατάργηση και μια υπόκλιση στα όρια του
γονατίσματος.
Και από την άλλη ο βράχος της φυσικής ροπής. Της τάσης προς την
μελαγχολία, την παραίτηση, την απόγνωση. Της φυσικής (στα όρια πια του
αντανακλαστικού) αντίδρασης απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω σου, στις
στατιστικές της απώλειας, στις εικόνες της καταστροφής, στο βίωμα της
διάλυσης. Με το αρνητικό για μετρονόμο στον ρυθμό της ήττας.