Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Όμορφοι, άθλιοι καιροί...

 του Θωμα Τσαλαπατη...
Και όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε. Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε. Μέσα στη χλωρίδα και την πανίδα των ημερών, μέσα από το ρήγμα της κρίσης, περιστρεφόμενοι τη ζαλάδα του ξαφνιασμένου (για πόσο ακόμη;). Δερβίσηδες της αμηχανίας στα εδάφη των πιο κακοτράχαλων εποχών. Και η διάθεση να περιφέρεται μαγκωμένη, πλωτό εκκρεμές ανάμεσα σε συμπληγάδες.
 
Από τη μία, η έκθεση των πιο προσβλητικών ευχολογίων, οι ιστορίες επιτυχίας και τα ‘’το μνημόνιο είναι ευλογία για τον τόπο’’, το ξερίζωμα ως μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός, η κατασκευή ενός μη-τόπου με καρφιτσωμένο στο μέτωπο ένα μονίμως θετικό πρόσημο. Ένα παραπλανητικό αρχιτεκτόνημα από πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και ανέξοδα παραπλανητικά σχόλια, ένα χαμόγελο σταθερό τόσο ώστε να παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου κάπου ανάμεσα στη βλακεία και το θράσος. Ο πρώτος βράχος ζητά από τη διάθεση μια υπομονή στα όρια της απάθειας, μια ενοχή μέχρι την αυτοκατάργηση και μια υπόκλιση στα όρια του γονατίσματος. 
 
Και από την άλλη ο βράχος της φυσικής ροπής. Της τάσης προς την μελαγχολία, την παραίτηση, την απόγνωση. Της φυσικής (στα όρια πια του αντανακλαστικού) αντίδρασης απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω σου, στις στατιστικές της απώλειας, στις εικόνες της καταστροφής, στο βίωμα της διάλυσης. Με το αρνητικό για μετρονόμο στον ρυθμό της ήττας.
 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ΜΟΥ­ΝΤΙΑΛ ΒΡΑ­ΖΙ­ΛΙΑΣ 2014: Κου­τσαί­νο­ντας στο κόκ­κι­νο χορ­τά­ρι...

Του Θωμα Τσαλαπατη...
Iσως να μην εί­ναι τό­σο πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νος ο συλ­λο­γι­σμός πως κά­θε κου­βέ­ντα για το πο­δό­σφαι­ρο α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή χροιά ύ­στε­ρα α­πό τις πρό­σφα­τες δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα στον Βό­λο και τον Πει­ραιά.
Όχι για­τί πε­ρά­σα­με α­πό μια ε­πο­χή α­θωό­τη­τας σε μια δια­φο­ρε­τι­κή ε­πο­χή εκ­με­τάλ­λευ­σης, με­τά­φρα­σης του πο­δο­σφαί­ρου σε ά­με­σα και συ­γκε­κρι­μέ­να κέρ­δη και ο­φέ­λη. Αλλά για­τί υ­πάρ­χου­σες πα­θο­γέ­νειες, ο­ρα­τές α­πό και­ρό, α­πό­κτη­σαν ε­ξω­στρέ­φεια, πε­ρι­γρά­φη­καν ως α­ρε­τές και τε­λι­κά ε­πι­κρά­τη­σαν σε έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πε­δίο, α­νοί­γο­ντας ά­γνω­στες και ε­πι­κίν­δυ­νες προο­πτι­κές. Τα ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, η πο­λι­τι­κή, η δια­φθο­ρά, οι δια­δρο­μές της νύ­χτας, οι ο­πα­δι­κοί στρα­τοί, τα τάγ­μα­τα ε­φό­δου και η εκ­κλη­σία σε ρό­λο α­να­πλη­ρω­μα­τι­κού δε­ξιού εξ­τρέμ συ­να­ντιού­νται στη σέ­ντρα του γη­πέ­δου, σε ζω­ντα­νή με­τά­δο­ση, σε έ­να α­γώ­να χω­ρίς διαι­τη­τές. Προ­βάλ­λο­ντας με τον κυ­νι­σμό του μό­νι­μου πρω­τα­θλη­τή τα μελ­λο­ντι­κά κύ­πελ­λα της πιο λα­ο­φι­λούς δυ­στο­πίας.
Η α­πλό­τη­τα και η α­φέ­λεια που υ­πάρ­χουν ως προϋπό­θε­ση για την δια­δι­κα­σία πα­ρα­κο­λού­θη­σης κά­θε θεά­μα­τος που προ­σφέ­ρε­ται α­πλά για μια πρό­χει­ρη τέρ­ψη, μοιά­ζουν με μα­κρι­νό α­νέκ­δο­το. Και το πο­δό­σφαι­ρο, ά­θλη­μα πιο κρί­σι­μο και α­πό τη ρω­σι­κή ρου­λέ­τα. Η φρά­ση «ά­ντε ψη­φί­σα­με, πά­με τώ­ρα να δού­με Μου­ντιάλ», η ο­ποία α­κού­στη­κε συ­χνά ως ε­πω­δός στις διά­φο­ρες πο­λι­τι­κές συ­ζη­τή­σεις, ε­νώ εί­χε ως πρό­θε­ση την ε­πι­τα­γή παύ­σης του πο­λι­τι­κού, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­κο­λου­θώ­ντας μια τε­θλα­σμέ­νη δια­δρο­μή ε­μπε­ριεί­χε ταυ­τό­χρο­να την άρ­ση της ε­πι­τα­γής αυ­τής. Όχι μο­νά­χα λό­γω των α­πο­τε­λε­σμά­των που προέ­κυ­ψαν α­πό τις ε­κλο­γές, αλ­λά και λό­γω των γε­γο­νό­των που προ­η­γή­θη­καν και συ­νο­δεύουν τη διε­ξα­γω­γή του Μου­ντιάλ στην Βρα­ζι­λία.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Αναμένοντας το τέλος της αναμονής (Θυμάσαι τις πλατείες;)

Του Θωμα Τσαλαπατη...
 Και έτσι μένουμε εδώ, μετεκλογικοί, μετέωροι ανάμεσα σε χαρές και φόβους ντόπιους ή ευρωπαίους, θωρακισμένοι στην αδράνεια που έπεται της έντασης, αναμένοντας το τέλος της αναμονής. 
 
Μένουμε εδώ, παρακολουθώντας άλλο ένα κεφάλαιο του ιστορικού μετασχηματισμού που έφερε η κρίση, κοιτάζοντας ταυτόχρονα προς τον ευρωπαϊκό Βορρά, το δικό μας ακυρωμένο ενδεχόμενο, την επικράτηση μιας ξενοφοβικής δεξιάς, με τον σημερινό της ευρωσκεπτικισμό να μεταφράζεται σε αυριανό ρατσισμό και μεθαυριανή μισαλλοδοξία . Γιατί η επικράτηση της αριστεράς σε μία χώρα δεν αποτελεί απλά ένα παράδοξο του χάρτη. Προσφέρει μια εναλλακτική εκδοχή απέναντι στις διάφορες μισαλλόδοξες πρωτιές, τοποθετεί την κρίση και τις επιπτώσεις της στο κέντρο της ευρωπαϊκής κατάστασης και περιγράφει το πώς μια χώρα -με το ιδικό βάρος που της προσφέρει η πρωτιά στην κρίση - μπορεί να ανταλλάξει τον ρόλο του θύματος με αυτόν του διεκδικητή.
 
Ο ακροδεξιός ευρωσκεπτικισμός, μοιάζει να μην είναι φρούτο της Μεσογείου. Ακόμα και ο σκεπτικισμός του Γκρίλο διαφέρει κατά πολύ από τον αντίστοιχο π.χ. του Φάρατζ, αφού δεν έχει ξενοφοβικά χαρακτηριστικά ενώ σε μια σειρά κοινωνικών διεκδικήσεων (π.χ. γάμοι ομοφυλοφίλων, οικολογικά θέματα κ.α.) η πολιτική του κινήματος είναι μάλλον αριστερόστροφη. Αυτό που παρατηρείται στις χώρες του νότου είναι μια κίνηση στον χώρο της αριστεράς. Στην Πορτογαλία, με την κυβερνητική συμμαχία να μειώνει κατά πολύ τα ποσοστά της, τα κόμματα της αριστεράς κατάφεραν ένα συνολικό 17%. Στην Ιταλία οι συνθήκες είναι σαφώς πιο σύνθετες. Ο προεκλογικός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, άφθαρτος και γεμάτος υποσχέσεις κέρδισε ένα 40,8%. Το 4% της αριστεράς, αν και φαινομενικά πολύ μικρό, αποτελεί επιτυχία. Όχι μονάχα γιατί κατάφερε να εκλέξει τρεις ευρωβουλευτές, αλλά γιατί για την Ιταλική αριστερά με τις παλινωδίες, την κρίση ταυτότητας και τις διασπάσεις να διαδέχονται η μία την άλλη από το 1991 μέχρι σήμερα, η ύπαρξη της είναι από μόνη της επιτυχία.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Παρατεταμένη ελληνική εφηβεία...

 του Θωμα Τσαλαπατη...

-Γιέ μου, πόσο έχεις γεράσει!
Και οδεύει κατά το κίτρινο χρώμα για να κλάψει, γιατί με βρίσκει γηρασμένο, στην κόψη του σπαθιού, στην εκβολή του προσώπου μου. Κλαίει για μένα, θλίβεται για μένα.
Πόσο θα λείψουν τα παιδικά μου χρόνια, αν πάντα μείνω ο γιός της; Γιατί θλίβονται οι μάνες όταν βρίσκουν πως γέρασαν οι γιοί τους, αφού η ηλικία τους ποτέ δε θα φτάσει τη δική τους; Και γιατί οι γιοί, όσο πιο πολύ γερνάνε, τόσο περισσότερο πλησιάζουν τους γονείς τους; Η μάνα μου κλαίει γιατί γέρασα από το χρόνο μου και γιατί δε θα γεράσω ποτέ από το δικό της!
Αυτά γράφει ο ποιητής César Vallejo, περιγράφοντας την άλλη κλίμακα του χρόνου. Ανάμεσα σε αναμονές και παύσεις, διακεκομμένες ροές και λιμνασμένα δευτερόλεπτα, με τι βηματισμό γερνάει ο χρόνος στη σήμερα Ελλάδα;
Εδώ ο χρόνος χάνει τους αρμούς του. Τις περασμένες δεκαετίες , η έκταση της ενηλικίωσης περιεγράφηκε με συγκεκριμένες στάσεις: Σχολείο, Πανεπιστήμιο, δουλειά, οικογένεια. Μες τον συντηρητισμό της νόρμας, το σχήμα περιέγραφε έναν κανόνα, ένα μέτρο με το οποίο θα έκρινες τη συγκατάβαση ή την αντίθεσή σου, για ό, τι συνέτασσε την ταυτότητα, για ό,τι περιέγραφε την ηλικία. Μα οι δύο πρώτες στάσεις στέκουν μετέωρες στην θεσμική τους απαξίωση και οι δύο επόμενες ακυρωμένες, με το παρελθόν της ανάμνησης ενός κανόνα και το μέλλον της προσδοκίας να ξεμακραίνουν απειλητικά από το παρόν.
Η ηλικία βρίσκεται διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Εδώ τίποτα δεν γερνά και όλα είναι γερασμένα.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Καθώς ο συγγραφέας αποχαιρετά τον Λαβύρινθό του: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες 1927- 2014...

του Θωμα Τσαλαπατη...
‘’Μια μέρα σαν την σημερινή ο δάσκαλός μου Ουίλιαμ Φώκνερ είπε, εδώ σ’ αυτό το μέρος: ’’ Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου’’. Δεν θα ένιωθα άξιος να σταθώ και εγώ σ΄ αυτό το βήμα, αν δεν είχα πλήρη συνείδηση ότι για πρώτη φορά από τη γένεση της ανθρωπότητας η κολοσσιαία τραγωδία που εκείνος αρνήθηκε να δεχτεί πριν από τριάντα δύο χρόνια, σήμερα δεν αποτελεί παρά μια επιστημονική πιθανότητα.
Μπροστά σ αυτή την φοβερή αλήθεια, που από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος ίσως φαινόταν ουτοπία, εμείς οι παραμυθάδες, που πιστεύουμε τα πάντα, αισθανόμαστε ότι έχουμε το δικαίωμα να πιστέψουμε πως δεν είναι ακόμη πάρα πολύ αργά για να δημιουργήσουμε μια αντίθετη ουτοπία. Μια καινούργια και απόλυτη ουτοπία ζωής, όπου κανείς δεν θα μπορεί ν αποφασίζει για τους άλλους, ούτε και για το πώς θα πεθάνουν, όπου η αγάπη θα είναι πραγματικότητα και η ευτυχία εφικτή, και όπου οι φυλές, οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς, θα έχουν επιτέλους, και για πάντα, μια δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.’’
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Η μοναξιά της Λατινικής Αμερικής (ομιλία κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ το 1982)
Ο θάνατος μοιάζει συχνά με στιγμή που συνοψίζει τη ζωή. Περιγράφει το αποτύπωμα που αφήνει πίσω του το σώμα του ανθρώπου που φεύγει. Έτσι, ακόμα και αν το τελευταίο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες εκδόθηκε το 2004 (Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου), ακόμη και αν ο καρκίνος στους λεμφαδένες -ο οποίος διαγνώστηκε ήδη από το 1999- έφθειρε σε τέτοιο βαθμό τον συγγραφέα ώστε να δηλώσει πως το 2005, ‘’ήταν η πρώτη χρονιά της ζωής του που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή’’, ακόμη και αν το 2012 ο αδερφός του επιβεβαίωνε πως ο Μάρκες έπασχε από άνοια και πως η κατάστασή του ήταν μη αναστρέψιμη, ήταν το γεγονός της 17ης Απριλίου, που στοιχειοθέτησε το τέλος ενός παρατεταμένου αποχαιρετισμού και την αρχή ενός άλλου, λιγότερου πικρού και ντυμένου με το χειροκρότημα του ύμνου. Ο αποχαιρετισμός έμοιαζε με την ανάταση που προκαλεί η αναγνώριση της συμβολής.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Μες τα ταξί της κρίσης...

του Θωμα Τσαλαπατη...
Θυμάσαι πότε κατάλαβες πως έφτασε η κρίση; Δεν ήταν τα δελτία, οι τίτλοι, οι πολιτικές δηλώσεις. Ήταν αυτό το καθημερινό που ένιωσες να μετακινείται. Ελαφρά στην αρχή κι ύστερα λίγο ακόμη, μετατοπίσεις να ενώνονται να φτιάχνουν μια στροφή και ύστερα μια παύση. Ήταν τα πρώτα μαγαζιά στη γειτονιά που έκλεισαν, οι πρώτοι απολυμένοι, ήταν τα όρνια που αγόραζαν χρυσό, τα μαγαζιά με τα hot dog που πλήθαιναν (ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί) η προσφορά στην τυρόπιτα και στον καφέ.

Γέμισαν οι δρόμοι πιάτσες ταξί. Σκαρφαλωμένες πρόχειρα σε όποιο πεζοδρόμιο, ευθείες κίτρινες μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Το ένα αμάξι να διαδέχεται το άλλο, να προχωρούν αργά σαν ουρά σε δημόσια υπηρεσία, ώρα την ώρα, για να μην καεί το πετρέλαιο, περισσότερα σταθμευμένα παρά σε κίνηση. Παρέλαση ομοιοχρωμίας, κίτρινος πυρετός αναμονής.

Μα και στα μέσα του αμαξιού κάτι έχει αλλάξει. Δεν θα ακούσεις πια για σεξουαλικά κατορθώματα σπαρμένα απλόχερα σε κάθε γειτονιά που θα διασχίσεις (παλιά ήταν μία στις δύο συζητήσεις). Τώρα ακούς μόνο για δάνεια, δανεικά για όσους μας έχουν γονατίσει. Οι διπλοκούρσες χάθηκαν και το ταξί έγινε πολυτέλεια (στις μέρες μας συχνά η πολυτέλεια κοστολογείται στα 3,20 ευρώ). Μικρές ιστορίες της κρίσης, κοινότοπες, επαναλαμβανόμενες μα με την αξιοπρέπεια της αυτοτέλειάς τους, την μοναδικότητα της πληγής που αν και την μοιράζεσαι με τόσες περιπτώσεις, εσένα σε χτυπά ξεχωριστά.  Όπως όμοια συμβαίνει σε κάθε επιδημία.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου*...

 του Θωμα Τσαλαπατη...
12 νεκροί. 3 γυναίκες, 9 παιδιά. Τα γεγονότα στο Φαρμακονήσι δεν είναι η δική μας Λαμπεντούζα, είναι το δικό μας Φαρμακονήσι. Μοναδικό στην αυτοτέλεια της φρίκης, χωρίς παραλληλισμούς, χωρίς μεταφορές και σχήματα λόγου. Απόλυτα κυριολεκτικό, ειπωμένο με τον κάθετο τρόπο του θανάτου. 

 3 γυναίκες, 9 παιδιά. Υπάρχει κάτι που θρηνεί, κάτι βαθύ, από την ρίζα του ανθρώπου. Σχεδόν από τα μέσα της γης. Κάτι βαθύ και άρρητο, πέρα απ τον χώρο και τον χρόνο και πέρα από τις λέξεις. Γιατί ποιες λέξεις μπορείς να υψώσεις μπρος στο μέγεθος του λυγμού, πως να διατυπώσεις το προσωπικό της απώλειας, τον σπασμό του προσώπου; Υπάρχει κάτι που θρηνεί και ένα στραμπούληγμα όταν δεν μπορείς να προσφέρεις ανακούφιση, παραμυθία, όταν δεν μπορείς να ψιθυρίσεις τον θρήνο του άλλου.

Τα γεγονότα στο Φαρμακονήσι δεν αποτελούν  απλά άλλη μια εκδοχή και μια έκφραση της συγκεκριμένης πολιτικής που γεννάει τραγωδίες. Αποτελούν την διαπραγμάτευση ενός ανθρώπινου ορίου. Ενός ορίου που μοιάζει να υπερβαίνουμε. Γιατί αν από την μία μεριά βρίσκεται η καταγραφή των συμβάντων, η σαδιστική και δολοφονική στάση των ταγμάτων εφόδου του λιμενικού, τα πρόσωπα και οι μαρτυρίες, από την άλλη βρίσκεται η διαχείριση τους από τον κυρίαρχο λόγο και από την κυβέρνηση. 

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η κιβωτός της άλλης αφήγησης...


του Θωμα Τσαλαπατη...

“Η Ελλάδα πεθαίνει, τουλάχιστον ας πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο.”
Ο Θανάσης Βέγγος στο Βλέμμα του Οδυσσέα

Στις 24 του Γε­νά­ρη, συ­μπλη­ρώ­νο­νται δύο χρό­νια α­πό το
θά­να­το του Θό­δω­ρου Αγγε­λό­που­λου. Το έρ­γο του μέ­νει στα­θε­ρό
μέ­σα στο χρό­νο, κου­βα­λώ­ντας κρί­σεις, βρα­βεία, α­ντιρ­ρή­σεις α­πό
το 1970 της Ανα­πα­ρά­στα­σης, μέ­χρι και το σή­με­ρα της
α­πο­τί­μη­σης. Ενώ, ό­μως, η η­με­ρο­μη­νία του Γε­νά­ρη το­πο­θε­τεί
με τον πιο α­πό­λυ­το τρό­πο το τέ­λος στην ε­ξέ­λι­ξη ε­νός έρ­γου που
διήρ­κε­σε 13 ται­νίες, αυ­τό που συ­νε­χί­ζει α­μείω­το εί­ναι η
με­τάλ­λα­ξη του έρ­γου αυ­τού μέ­σα στο χρό­νο, οι νέες ση­μα­σίες και
τα φορ­τία που κου­βα­λά για ε­μάς στο πα­ρόν, το άλ­λο βλέμ­μα που
έρ­χε­ται να δια­μορ­φώ­σει το βλέμ­μα μας.


Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Προτάσεις για χριστουγεννιάτικα δώρα και γιορτινές αγορές...

του Θωμα Τσαλαπατη...
Λοιπόν, σου έφτιαξα έναν μικρό κατάλογο όπως σου είχα υποσχεθεί, για να μην χάνεις χρόνο στα μαγαζιά, στις προσφορές και στις εκπτώσεις. Κατάλογο χάρτινο, λίγο από σιωπή και λίγο από καπνό, όπως άλλωστε όλες οι ειλικρινείς χειρονομίες.
Πάρε όλα τα προηγούμενα Χριστούγεννα των ανθρώπων τυλιγμένα σε συσκευασία δώρου, βαλμένα κάτω από ένα δέντρο που φέτος δεν στολίστηκε. Την σπασμένη σολ μιας κιθάρας που κάποτε είπε τα κάλαντα σε κάποια γειτονιά,   την μίζερη φάτνη στην άδεια σχολική αίθουσα, την κουτσουρεμένη εξωστρέφεια του  στολισμού στο δημαρχείο και την δημόσια υπηρεσία.  Πάρε εκείνη την αίσθηση όταν η μάνα σου εφημερεύει παραμονή πρωτοχρονιάς, τον παιδικό πυρετό εκείνη την πρωτοχρονιά της ίωσης και κυρίως το δέντρο υπέροχα να καίγεται στην πλατεία εκείνο τον Δεκέμβρη (έτσι όμορφα να καίγεται κάθε χρόνο). Πάρε τα Χριστούγεννα του 1999 λίγο πριν το 2000 μπουκωμένα σαν γαλοπούλα με την πιο κενή αισιοδοξία. Τους γείτονες που πάντα τα Χριστούγεννα σουβλίζουνε αρνί, τσουγκρίζουν αυγά και εύχονται ‘’ Ευτυχισμένος ο καινούργιος Πάσχας!’’
Πάρε τον Αι Βασίλη που ο λύκος τον έφαγε επειδή τον μπέρδεψε με την κοκκινοσκουφίτσα. 

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

EMOYA HOTEL: Η φτώχεια ως προϊόν πολυτελείας...

του Θωμα Τσαλαπατη...
Το πολυτελές ξενοδοχείο Emoya βρίσκεται στην καρδιά της Νότιας Αφρικής κοντά στην πόλη Μπλουμφοντέιν. Οι παροχές και οι εικόνες του δεν διαφέρουν και πολύ από τις πολύχρωμες φωτογραφίες με τα χιλιάδες θαυμαστικά και τα πολύχρωμα πλαίσια στις σελίδες των ταξιδιωτικών διαφημίσεων. Ένας προορισμός που χαζεύει κανείς όταν θέλει να φάει τα περισσευούμενα λεφτά του σε ποια καινούργια εξπίριανς (ουάου!), ή απλά θέλει να φάει το χρόνο του με πρόχειρα όνειρα μιας χρήσης ξεφυλλίζοντας τυχαίες χαζομάρες και ξεχνώντας τες αμέσως μετά. Το ξενοδοχείο προσφέρει ιδιωτικές διασκεδάσεις, συνεδριακό κέντρο, σπα, ταξίδια στην άγρια φύση όπου ο ταξιδιώτης μας μπορεί να παίξει άφοβα με καμηλοπαρδάλεις, πουλιά, πάπιες, ρινόκερους, τσίταχ και λιοντάρια ή να φάει αγγλικό πρωινό σε παραδοσιακά εστιατόρια που θυμίζουν τη θαλπωρή του πολέμου των Μπόερς. «Απολαύστε ένα ηλιοβασίλεμα που θα σας κόψει την ανάσα συνοδεύοντάς το με ένα ποτήρι κρασί ή καθίστε στην πολυτελή μας βεράντα δίπλα στη φωτιά κοιτάζοντας τα αστέρια, ακούγοντας τα τσακάλια να ουρλιάζουν και τα λιοντάρια να βρυχώνται. Μπορείτε να τα έχετε όλα…» μας πληροφορεί το διαφημιστικό του ξενοδοχείου.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι ΠΑΣΟΚ;

του Θωμά Τσαλαπάτη, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Κάθε τέλος είναι και μια στιγμή απολογισμού. Σήμερα που το ΠΑΣΟΚ στέκει συρρικνωμένο μέχρι την εξαφάνιση, ένα μεταμοντέρνο ΚΟΔΗΣΟ σε έναν αγώνα δρόμου από το σήμερα του ενεστώτα στο χθες του αορίστου, είναι ίσως ο κατάλληλος χρόνος να αναλογιστούμε: Τι είναι ΠΑΣΟΚ; Οχι τις πολιτικές, τα πρόσωπα, την ιστορία. Αλλά τις ανεπαίσθητες πινελιές που έβαψαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες την καθημερινότητά μας. Οχι απλά τα στοιχειωμένα ζιβάγκο, τα θερισμένα μουστάκια και τον ίλιγγο των ζεϊμπέκικων, αλλά την κληρονομιά του βαθύτερου τραύματος, αυτού που δεν φαίνεται αλλά αιμορραγεί σιωπηλά. Τι είναι λοιπόν ΠΑΣΟΚ; [Σημείωση: Κάποια σημεία ανήκουν στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ και άλλα στο εκσυγχρονιστικό (ελάχιστα στο βραχύβιο γεωργακικό). Αυτό όμως που είναι ΠΑΣΟΚ περισσότερο απ’ όλα είναι η εγκλωβιστική συνύπαρξη των δύο.]

ΠΑΣΟΚ είναι οι κοιλάδες της ρόκας-παρμεζάνας. ΠΑΣΟΚ είναι η τηλεόραση στην κουζίνα. Η φράση: Η γυναίκα μου πήρε εισιτήρια για το Μέγαρο (επίσης το Μέγαρο). Να κατεβάζεις το παράθυρο του αυτοκινήτου και να λες: Πατριώτη, για (εκεί) καλά πάω; ΠΑΣΟΚ είναι το νέφος και ο καύσωνας. Το Παλέ ντε Σπορ και το Πόρτο-(κάτι). Ο Γιακούμπ, το πάθος για τα Ελγίνεια και η λέξη «μεζονέτα». Οι αεροσυνοδοί και τα καναπεδάκια. ΠΑΣΟΚ είναι να λες τη Heineken πράσινη. Το μπαράκι, η ταβερνούλα και κυρίως το κουτουκάκι. Τα τιμημένα γερατειά, τα δρακόντεια μέτρα, ο φόβος πως θα σου ρίξουν ναρκωτικά στο ποτό. Το: Καλά, εσύ είσαι πολύ ροκ. Το κόκκινο για τη ροδιά, το πράσινο για τα παιδιά, η πιλοτή, το τροχόσπιτο, τα ρεβεγιόν. Το να πηγαίνεις στον φούρνο και να αγοράζεις κουλουράκια, κριτσίνια, βουτήματα και να ξεχνάς να πάρεις ψωμί.

ΠΑΣΟΚ είναι να πηγαίνεις σε ένα σπίτι και να λες πως πας επίσκεψη. Επίσης να τους πηγαίνεις Μπαλαντάινς. Το να τρως σούσι και μετά βρόμικο. Η οικειότητα προς τον Ηγέτη και τους λοιπούς (τον Ανδρέα, τον Μένιο, τον Γιωργάκη, τον Βαγγέλη).

Ο Εγκέλαδος είναι ΠΑΣΟΚ. Ο γνωστός του γνωστού είναι ΠΑΣΟΚ. ΠΑΣΟΚ είναι τα πιάνο-μπαρ, το Ρεξόνα του Αναστόπουλου και τα ραμφίσματα του Ράμφου. ΠΑΣΟΚ είναι να μη φοβάσαι τίποτα παρά μόνο τον φόβο. ΠΑΣΟΚ είναι η τελευταία συναυλία των Πυξ Λαξ, τα ουφάδικα, η Ελούντα, το διάφανο σκέπασμα λεκάνης με τα ψαράκια. Το εγώ θα πληρώσω-όχι εγώ θα πληρώσω-μα σε παρακαλώ εγώ θα πληρώσω-μα θα μαλώσουμε.

ΠΑΣΟΚ είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους (πλάκα κάνω). Ο Ντέταρι, οι πρώην Κωστόπουλοι, ΠΑΣΟΚ είναι ο κοτσαδόρος χωρίς βάρκα, το άσπρο πουκάμισο μέσα απ’ το παντελόνι, το τσιγάρο πίσω από το αυτί, οι αδερφοί Κατσιμίχα που τους εχθρεύονται οι Εβραίοι, ο πυροσβεστήρας στο αμάξι. Το «έχω και μια μπλούζα Τσε Γκεβάρα…». ΠΑΣΟΚ είναι το Ιλιον (άκλιτο), τα αποσιωπητικά στη μέση κάποιου τίτλου εφημερίδας, η φράση: Μανίτσα; Γαύρο; Η διαφήμιση του Nescafe (σ’ έναν κόσμο μαγικόοοο), τα σινθεσάιζερ και οι πάνω Διόσκουροι. ΠΑΣΟΚ είναι οι αερόσολες, η λέξη «Ζιγκολό», οι ανθισμένες φακές στο κεσεδάκι του γιαουρτιού, η Κάρμινα Μπουράνα να ηχεί στην ελληνική επαρχία. Αφού η οικογένεια φάει: «Να τα πάρουμε πακέτο. Δεν είναι για μας, είναι για τον σκύλο». ΠΑΣΟΚ είναι το να λες το τηλεκοντρόλ κομπιούτερ, το «τούτο δω μακέτο;», το Αντίρριο Ντε Τζανέιρο και ΠΑΣΟΚ είναι η κιθάρα του Νταλάρα. Το χαμόγελο του Γιάννου, τα σαρδάμ των διαδόχων, τα γέρνοντα υποβρύχια, οι Τσάροι της οικονομίας και τα φουντούνια.

ΠΑΣΟΚ είναι τρεις δεκαετίες, τέσσερις κυβερνήσεις και κάποιες δεκάδες ανασχηματισμοί. Ο τόκος που το παρόν πληρώνει σε ό,τι μας έφερε μέχρι εδώ. Μια φάλτσα αισιοδοξία, μια κάλπικη επιτυχία και μια θορυβώδης πτώση. Ενα χθες και κάποιο παρελθόν…

(Ο κατάλογος αυτός δεν έχει τέλος. Ή μάλλον θα τελειώσει μόλις το ΠΑΣΟΚ μείνει μια ανάμνηση, ξεχασμένη, ξεθωριασμένη, όμοια με μετεμφυλιακό κόμμα ή πορτρέτο μεσοπολεμικού βουλευτή. Καλείστε να τον συμπληρώσετε υποκειμενικά και κατά βούληση.)

http://tsalapatis.blogspot.gr/

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Δηλαδή,πρέπει να γίνουμε βουλευτές για να μας αφορίσετε;

του Θωμα Τσαλαπατη...
Όταν ο ε­πί­σκο­πος τον α­φό­ρι­σε, κά­ποιος πή­γε να τον ε­πι­σκε­φθεί για να του το α­να­γ­γεί­λει «Τα έ­μα­θες σιο­ρ-Ανδρέα, ο ε­πί­σκο­πος σε α­φό­ρι­σε» και τό­τε ο Λα­σκα­ρά­τος του α­πα­ντά: «Ευ­χα­ρι­στώ τον ε­πί­σκο­πο για τον α­φο­ρι­σμό, α­λ­λά θα τον πα­ρα­κα­λού­σα πο­λύ να μου α­φο­ρί­σει και τα πα­πού­τσια των παι­διών μου, για να μη λιώ­σου­νε οι σό­λες τους και υ­πο­βά­λ­λο­μαι σε έ­ξο­δα».



Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε πρό­σφα­τα η πα­ρέ­μ­βα­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραιώς Σε­ρα­φείμ σε σχέ­ση με τη διεύ­ρυ­ν­ση του συ­μ­φώ­νου συ­μ­βίω­σης για τα ο­μό­φυ­λα ζευ­γά­ρια.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Για τους άλλους φοιτητές...

του Θωμα Τσαλαπατη...
 Είναι κοινός τόπος – τις ημέρες της κρίσης αλλά ήδη από αρκετά παλαιότερα- πως σε κάθε περίπτωση διεκδίκησης ενός κλάδου, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης θα υπερτονίσουν ή θα εφεύρουν επιπτώσεις, θα ανακαλύψουν θύματα και θα εστιάσουν σε επιπτώσεις σε προσωπικό επίπεδο ώστε να γενικεύσουν τηλεοπτικά, ορίζοντας το  επιμέρους ως γενικό κανόνα.
Έτσι, το βασικό αποτέλεσμα των πορειών στο κέντρο είναι τα κλειστά μαγαζιά και το πρόσωπο ο καταστηματάρχης που βλέπει την επιχείρησή του να πέφτει έξω, στις Σκουριές βασικό αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων είναι η απουσία και η καθυστέρηση των επενδύσεων και βασικό πρόσωπο ο εργάτης που δεν μπορεί να δουλέψει στα μεταλλεία και μάταια περιμένει την ευλογία της εξόρυξης, στις απεργίες του μετρό ο ταλαίπωρος Αθηναίος πολίτης που δεν μπορεί να μετακινηθεί, στις απεργίες των ναυτεργατών ο επιχειρηματίας του τουριστικού κλάδου κτλ.
Αφού πρώτα η αντίθετη (και σε συντριπτική πλειοψηφία κυρίαρχη) άποψη λοιδορείται, στην συνέχεια αποσιωπάται σε προσωπικό επίπεδο. Όταν θα ανασυρθεί από την παύση βασικό της μέλημα θα είναι να απολογηθεί για κάθε προσωπικό δράμα που κατασκευάστηκε ή υπερτονίστηκε. Πίσω από τα λακόστ δάκρυα της Τρέμη και των Πρετεντέρηδων, υπάρχει πάντα μια σαφής και προσεκτικά διαρθρωμένη τακτική: περιγράφουμε την κάθε διαμαρτυρία ως εγωιστικό συντεχνιασμό,  στρέφουμε την μία ομάδα ενάντια στην άλλη και τελικά προσπαθούμε να στρέψουμε ολόκληρη την κοινωνία ενάντια σε κάθε έναν που διεκδικεί τα δικαιώματα του. Μιλώντας πάντα σαν ταπεινοί εκπρόσωποί σας, μιλώντας σαν να είμαστε ένας από εσάς.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Η μαλακία του Άδωνι...

του Θωμα Τσαλαπατη...

  ‘’Να ζητήσεις συγνώμη για την δήλωσή σου αυτή, είναι χειρότερη από το ‘’μαζί τα φάγαμε’’ του Πάγκαλου. Να ζητήσεις συγνώμη, είπες μεγάλη μαλακία, πολύ μεγάλη μαλακία.’’  Έτσι σχολίασε στην ραδιοφωνική του εκπομπή ο Νίκος Χατζηνικολάου τις δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη σε τόνο αρκετά διαφορετικό από τις συνήθεις εκφορές πολιτικής νηνεμίας που επιλέγει.
‘’ Αν υπάρξουν απολύσεις γιατρών στον ΕΟΠΥΥ, σάς παρακαλώ αυτό δεν θέλω να το χρεωθεί η τρόικα, δεν θέλω να μου παίρνει τη δόξα ο Τόμσεν για τα αυτονόητα. Οι αποφάσεις είναι δικές μου’’. Αυτά δήλωσε ο ακροδεξιός υπουργός με το όνομα γυμναστηρίου πριν το επίθετό του. Η χαιρεκακία για την καταδίκη του άλλου, δεν περιγράφει απλά το ήθος του ανδρός, περιγράφει και τη διαστροφική απόλαυση  της εξουσίας κατά την άσκηση της, το μέτρημα του μεγέθους της στο μέτρημα των θυμάτων της, την επιβεβαίωση της στην επιβολή της.
Είναι λογικό, στην Ελλάδα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, της εξαθλίωσης και της διαπόμπευσης μόνο ένας μισάνθρωπος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος για την περίθαλψη των ανθρώπων. 
Γιατί ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν απαξιώνει απλά τους θεσμούς, είναι ο ίδιος η απόδειξη της απαξίωσης των θεσμών. (‘’Η δόξα λέγεται με την έννοια της ευθύνης όχι με την έννοια της φήμης’’ προσπάθησε να δικαιολογηθεί αργότερα και να αποδείξει πόσο αρχαίος Έλληνας είναι. Πως συνδέονται τα δύο δεν μας εξήγησε, πάντως η δόξα στα αρχαία ελληνικά μαθαίναμε πως σημαίνει γνώμη). 
‘’Βόλευε την κυβέρνηση και τη ΝΔ όταν η Χρυσή Αυγή καθάριζε τους αλλοδαπούς από τις γειτονιές, χωρίς να χρεώνονται το πολιτικό κόστος η αστυνομία και η ίδια η κυβέρνηση’’. Δήλωσε ο βουλευτής της ΝΔ, Μιχάλης Ταμήλος, μιλώντας στο τηλεοπτικό σταθμό ‘’Action24’’.
Στο σημείο αυτό δεν ξέρεις με τι να πρωτοανατριχιάσεις: το περιεχόμενο της δήλωσης; Την αφοπλιστική αφέλεια; Το ότι ο βουλευτής δεν μοιάζει να καταλαβαίνει τι σημαίνει εκείνο το ‘’καθάριζε’’ (ακόμα χειρότερα αν καταλαβαίνει).
Περιμένουμε την Νέα Δημοκρατία να κατηγορήσει τη Χρυσή Αυγή πως της κλέβει τη δόξα για τις εκκαθαρίσεις των μεταναστών. Και στο σημείο αυτό -άσχετα με οποιαδήποτε κυριολεξία- η ‘’δόξα’’ ταυτίζεται με την ευθύνη, όπως το αίμα ταυτίζεται με το αίμα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Αντώνης Σαμαράς: το πορτραίτο ενός ηγέτη (που ναι ψηλός και όμορφος και τον αγαπάμε όλοι)...

του Θωμα Τσαλαπατη...
‘’Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μια λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιον τρόπο που η σκέψη να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές. Ιδού που για πρώτη φορά η λειτουργία αυτή σταμάτησε. Είμαστε πανέτοιμοι για τη βλακεία.’’

     Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο


Ήταν πολλοί αυτοί που ξαφνιάστηκαν από την παρουσία του πρωθυπουργού στην βουλή την περασμένη Κυριακή κατά της συζήτησης για την πρόταση μομφής. Κατ’ αρχήν από το ίδιο το γεγονός. Ήταν μόλις η τρίτη  φορά που ο κ. Σαμαράς καταδέχτηκε να περάσει τις πύλες του ‘’ναού της δημοκρατίας’’ κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του. Αυτό όμως που εντυπωσίασε ήταν  ο τρόπος με τον οποία συγκροτήθηκε η παρουσία του, η ταύτιση της αντιπαράθεσης με την απαξία,  η υποβάθμιση του λόγου στα επίπεδα του γάργαρου βρυχηθμού ή του ρεψίματος.  Η διατύπωση του συγκεκριμένου πολιτικού ήθους με τους όρους του συγκεκριμένου ρητορικού ύφους.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ο φασισμός ως μεταφορά...


«Όσο περισσότερο αναπτύσσεται μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες ο Ναζισμός και ο Χίτλερ να μπουν ως επιχειρήματα στην κουβέντα»
Νόμος του Godwin



Μαζί με τα ατελείωτα ρεπορτάζ, τις υποκριτικές εκπλήξεις και τα δημοκρατικά αυτομαστιγώματα, η ναζιστική τηλεοπτική παρέλαση (η οποία μοιάζει να καταλαγιάζει) έφερε στο προσκήνιο μια συνεχή ροή ερωτημάτων γύρω από την φύση και τα αίτια της ανόδου του φασισμού, ερωτήματα κατατεθειμένα προς μελλοντική πολιτική χρήση. Μια ακατάσχετη ψυχολογικοποίηση, μια στρεβλή ιστορικοποίηση και κυρίως διαγράμματα, μετρήσεις και τικ στα ερωτηματολόγια της Αλήθειας. Στην τηλεοπτική του διαδρομή, ο φασισμός δεν άργησε να ταυτιστεί με τη βία και αυτή με την σειρά της να ανοίξει χώρο γα συζητήσεις σχετικά με τη βία της αριστεράς, τις αντιστάσεις στις Σκουριές, τη βία στα πανεπιστήμια, το ταπεραμέντο του Έλληνα, το στραβό γρανάζι της φυλής. Μέσα στη φλυαρία της δημόσιας φωνασκίας και των ίσων λόγων κανένα λογικό οικοδόμημα δεν μπορεί να στηθεί. Ο επιστημονικός λόγος καταλαμβάνει όσο χώρο του παραχωρείται ανάμεσα σε δημοσιογραφικές ηθικολογίες, παρεϊστικες αποψάρες και αναλύσεις της πιάτσας. Ο θόρυβος γίνεται συμπέρασμα. Στα λιβάδια της ασάφειας, η πολιτική δεν διαχειρίζεται απλά τις απαντήσεις. Είναι αυτή που τις προσδιορίζει, ακριβώς για να τις διαχειριστεί σύμφωνα με την δική της βούληση.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Η περίπτωση των οροθετικών γυναικών και η αρρώστια της μνήμης...


Σπασμένες φωνές, σώματα εκτεθειμένα, ενθύμια φρίκης με κρατική παροχή, ξερίζωμα της ανθρώπινης υπόστασης με υπουργική σφραγίδα. Σειρήνες, εξαγγελίες ενός εγκληματικού ηθικισμού που αγνοεί στοιχεία επιδεικτικά, άκαμπτα πρόσωπα τηλε-κριτών, ιεροεξεταστών της δεκάρας, διακομιστών διαπόμπευσης. Και συ απέναντι να αλλάζεις συνεχώς στάση στο σώμα σου, αναδευόμενος στην αγανάκτηση, προσπαθώντας να μαζέψεις τις λέξεις που ανεβαίνουν, τη φωνή που πυκνώνει στο σώμα, μια κραυγή που άργησε να βγει,  μια κραυγή για αξιοπρέπεια στις πιο εγκληματικές εποχές.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Μαθαίνοντας τα νέα από μακριά...

του Θωμα Τσαλαπατη...
‘’Υπομονή. Θα πήξει το δάκρυ, θα γίνει νησί.’’
Ε.Χ. Γονατάς, Ανασκαφή


Το καλοκαίρι στάζει ρετσίνι απ’ την πληγή στην πληγή σου, σκεπάζει και επουλώνει. Μα φέτος η κρούστα σπάει πριν απλωθεί και η πληγή δεν κλείνει. Φέτος όλα στέκουν απότομα στον χρόνο και όλος ο Σεπτέμβρης (που δεν είχε φτάσει ακόμα) σπρώχνει τον Αύγουστο έξω από το σώμα. Πόσο λίγη η ξεκούραση φέτος, πόσο λίγη η διακοπή.
Στο νησί δεν έχει ειδήσεις. Σήμα πουθενά για κινητά και οι Κυριακάτικες εφημερίδες στο χωριό φτάνουν Τετάρτη. Ακόμα και τον 15Αύγουστο οι ευχές εξάγονται αγκομαχώντας, σ’ έναν ουρανό άδειο από αποστολές.  Καλύτερα ίσως, είναι κι αυτό μια διακοπή. Αρκετά επικοινωνήσαμε για φέτος. Τόσους μήνες ανάμεσα σε ringtones, ενημερώσεις καταστάσεων, κοινοποιήσεις, όντα επικοινωνιακά υπό το βλέμμα των άλλων, σπαταλώντας τον εαυτό στις οθόνες. Αυτό κι αν είναι διακοπή…

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Δίπλα στη μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων...

‘’ Και πράγματι, υπάρχουν χιλιάδες από δαύτους, σε κάθε γωνιά της συφιλιασμένης  χώρας, σε μαγαζιά, γραφεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, αυτοκίνητα, σπίτια, παμπ-
οι Εντός Νόμου τύποι σαν εσάς κι αυτούς, που όλοι τους παραφυλάνε τους Εκτός Νόμου τύπους σαν εμένα κι εμάς- και περιμένουν να τηλεφωνήσουν στους μπάτσους μόλις κάνουμε κάποια στραβοτιμονιά. Και θα είναι πάντα έτσι, σας το λέω από τώρα, γιατί δεν τέλειωσα ακόμα τις στραβοτιμονιές μου, και τολμώ να πω πως δεν πρόκειται να τις τελειώσω πριν τινάξω τα πέταλα.’’




(Άλαν Σίλιτοου, Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, εκδ. γράμματα, μτφρ Θέμης Μιχαήλ)
Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, όταν το βάρος του ήλιου επιβάλλει θερινή σιωπή, μπορείς να ακούσεις το λαχάνιασμα του δρομέα μεγάλων αποστάσεων , του δρομέα που περνά και από τους δικούς μας δρόμους. Ψιλόλιγνος, με τα ψαρά μαλλιά των 17 του χρόνων και χωρίς ούτε ένα ξεροκόμματο στο στομάχι του,  ο δρομέας, ένα άγαλμα σε κίνηση, όπως τον λάξεψε  η ανάγκη στο πιο τυχαίο σώμα, βγαλμένος από άλλους χρόνους και άλλους τόπους, βγαλμένος από μακρινά συλλογικά στραμπουλήγματα, τρέχει στην Αθήνα του σήμερα. 
Θα τρέξει στους δρόμους με τη ζεστή άσφαλτο κάπου στο κέντρο, περνώντας δίπλα στους σκελετούς των άδειων μαγαζιών, εδώ που κοιμούνται οι επαίτες, οι εξαρτημένοι, οι άστεγοι και οι ακυρωμένες προσδοκίες δεκαετιών. Ανάμεσα στους δρόμους όπου σε κάθε γωνία Αγοράζεται Χρυσός και στα πεζοδρόμια όπου μια ξυρισμένη κεφαλή ακονίζει τον ναζισμό της. Δίπλα από τα σπίτια με τους στοιβαγμένους μετανάστες, δίπλα στους ανθρώπους που σπρώχνουν  κομμάτια σίδερο σ ένα καρότσι σούπερ μάρκετ, δίπλα στις δίκυκλους ενστόλους με ύφος ‘’ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;’’. Και καθώς η  νύχτα πέφτει, όλοι οι ανεμιστήρες της πόλης –εξάρτημα απαραίτητο για όποια μοναξιά ξέμεινε πίσω- θα στρέψουν το κεφάλι τους ταυτόχρονα προς την τροχιά της διαδρομής του.
Και μαζί του θα τρέχει – έστω νοερά- το πλήθος που έμαθε την τέχνη της ταχύτητας από το κυνηγητό. Άλλωστε ο ίδιος μας το ομολογεί, πως έμαθε να τρέχει για να ξεφύγει από την αστυνομία. Ο πυροβολισμός σε κάθε αφετηρία, σε κάθε ξεκίνημα, σε κάθε αγώνα δρόμου, βγαίνει από όπλο αστυνομικού.  Και ο δρομέας μας τρέχει καλύτερα από τον καθένα και μπορεί να κάνει το γύρο των πέντε μιλίων καλύτερα απ όλους όσους ξέρει. Και έτσι όλοι ποντάρουν στο δρομέα μεγάλων αποστάσεων: ο διευθυντής του σωφρονιστηρίου   στο οποίο κρατείται έγκλειστος, οι φύλακες που αλυσοδένουν την αχνιστή του ανάσα, οι τοπικοί παράγοντες, οι βουλευτές και όλοι οι γουρλομάτες κοιλαράδες που ήρθαν να παρακολουθήσουν το Παμβρετανικό Κύπελλο Ανώμαλου Δρόμου των Αναμορφωτηρίων, όλοι ποντάρουν σ’ ένα παιδί που πέταξαν με τυπικές διαδικασίες στους Άλλους, στους Χωρίς Φωνή, στους Εκτός Νόμου. Και μαζί με τις προσδοκίες τους ανεμίζουν  μπροστά στο πρόσωπό του την ανταμοιβή του. Μια καλύτερη ζωή, λιγότερους μήνες στο αναμορφωτήριο, ίσως μια θέση στους Ολυμπιακούς, ίσως μια θέση στους Εντός Νόμου. Μα ο Δρομέας μας πατάει το ‘’Εμείς’’ και το ‘’Αυτοί’’ σε κάθε βήμα του, σε κάθε βήμα που τον φέρνει επικεφαλής της διαδρομής. Γιατί ο Δρομέας τρέχει μια κούρσα για τον εαυτό του, διεκδικώντας την δική του τιμιότητα κόντρα στην τιμιότητα των άλλων, μια κούρσα ενάντια σε όλους αυτούς που ποντάρουν πάνω μας σαν να είμαστε άλογα του ιπποδρόμου. Και έτσι ο επικεφαλής βάζε τα δυνατά του για να χάσει, να χάσει μια κούρσα επιδεικτικά και να κερδίσει ολόκληρη την κοινωνία των άλλων.
Πριν από το τέλος της διαδρομής, ο ήρωας μας θα σταματήσει σε κάποιο βιβλιοπωλείο του αθηναϊκού κέντρου,   θα διαβάσει το ‘’ Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων’’, του Άλαν Σίλιτοου (σε ελληνική μάλιστα μετάφραση), γραμμένη σε κάποια Αγγλία κάποιου 1959. Το βράδυ θα δει την ομώνυμη ταινία του Τόνυ Ρίτσαρντσον, με την κέρινη φιγούρα του Tom Courtenay να πρωταγωνιστεί μοιράζοντας απλόχερη περιφρόνηση στην κοινωνία  που τον εγκλωβίζει, γιορτάζοντας με ένα μειδίαμα την θριαμβευτική του ήττα. Και ίσως τη νύχτα περνώντας από κάποιο μπαρ να πετύχει το τραγούδι ‘’ Alright Now’’ με τους Chumbawamba να επαναλαμβάνουν τα λόγια του ή ίσως το ‘’Where are they now?’’ των Kinks. Και τότε ίσως και αυτός να επαναλάβει τους στίχους: ‘’ Που βρίσκονται τώρα όλοι οι Οργισμένοι Νέοι;/ ο Μπάρστοου και ο Όσμπορν, ο Γουάτερχαουζ και ο Σίλιτοου/ που στην ευχή πήγαν και που είναι όλα τα τραγούδια διαμαρτυρίας τους;’’. Αυτά θα ψιθυρίσει φεύγοντας μέσα στη νύχτα, ψάχνοντας τους οργισμένους νέους και τα τραγούδια του σήμερα.
Μα το πλήθος ήδη ζητωκραυγάζει, οι επίσημοι αγκαλιάζονται και ο κόσμος γιορτάζει γιατί ο δρομέας μας φτάνει στην τελική ευθεία και προηγείται τόσο που είναι αδύνατο να χάσει. Μα αυτό που δεν γνωρίζουνε οι φωνασκούντες, είναι πως σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, ο μόνος τρόπος να κερδίσεις είναι χάνοντας. Και μπροστά σε όλους ο δρομέας μας θα μειώσει την ταχύτητά του, σχεδόν θα μείνει στάσιμος στην τελική ευθεία και με μια περήφανη χειρονομία θα αφήσει τον δεύτερο να τον προσπεράσει, κερδίζοντας έτσι όποιον πόνταρε υπέρ του, όποιον του ζήτησε εκεχειρία και συνδιαλλαγή, όποιον καταδίκασε αυτόν και τους ομοίους του σε μια χαραγμένη διαδρομή. Και ύστερα η καταδίκη, τα καψώνια, οι τιμωρίες. Μα τη σημασία έχει; Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, χαράσσει μια διαδρομή που εκτείνεται από το τότε μέχρι εκείνο το σημείο στο σήμερα, όπου φωλιάζει ο πιο αναιδής θρίαμβος.

(στην εφημερίδα των συντακτών)

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Λίγο πριν, λίγο μετά τα 30...

groucho marxism...


* Στην Ελλάδα της κρίσης η ηλικία αυτή μασάει πράσινο και φτύνει μαύρο



Παλίρροια

Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο
(Γιώργος Πρεβεδουράκης,
στιγμιόγραφο, εκδοσεις Πλανόδιον 2011)



Τι μπορεί να περιγράψει ένας αριθμός; Ποιες εμπειρίες, ποια βιώματα και ποια άγχη συνοψίζονται, λίγο πριν, λίγο μετά τον αριθμό 30; Τι μοιραζόμαστε; Τι φεύγει; Τι πλησιάζει;
-Απλά μεγαλώνουμε, αυτό είναι όλο. Πάντα γινότανε και πάντα θα γίνεται. Κάθε εποχή, κάθε φορά το ίδιο είναι.
Κι όμως, δεν είναι το ίδιο.
Η ηλικία των 30 στην Ελλάδα της κρίσης μας μιλά για τον διαψευσμένο μέλλοντα του παρελθόντος μας, για την ενατένιση ενός ορίζοντα που πνίγηκε στα επιτόκια, τα χρεολύσια, τους δείκτες της καθόδου. Μας μιλά για μια παρατεταμένα κλεμμένη ενηλικίωση. Στην Ελλάδα της κρίσης η ηλικία αυτή μασάει πράσινο και φτύνει μαύρο.
Ζούμε φρακαρισμένοι ανάμεσα σε μια βιολογία που σπρώχνει την ηλικία μπροστά, με τρόπο σταθερό και απόλυτο και μια πραγματικότητα που την τραβάει απότομα πίσω επιβάλλοντας παύση. Γιατί η ανεργία του 60% δεν σημαίνει απλά έλλειψη δουλειάς, δεν ξηλώνει απλά τις όποιες τσέπες ζορίζοντας τη μέρα και τη νύχτα. Είναι η γόμα που σβήνει την όποια γραμμή αφετηρίας, φορτώνει βαρίδια στην όποια τυφλή αναμονή, ζωγραφίζει το ξερίζωμα του εαυτού και των γύρω.
-Τα γραφεία της εταιρείας έκλεισαν. Η Ελένη θα φύγει. Της έδωσαν δουλειά στα κεντρικά στο Λουξεμβούργο. Θα πάει. Εδώ τι να κάνει;
-Και συ;
-Ίσως να πάρω άδεια σε λίγους μήνες. Θα δούμε.
Και ενώ αραιώνουν τα μαλλιά και πληθαίνουν τα σφραγίσματα, οι φίλοι σηκώνουν τα τηλέφωνα όλο και πιο αραιά ακόμα πιο αραιά τηλεφωνούν. (-Πρέπει να φύγω ξυπνάω χαράματα). Το σώμα λασκάρει, τα βράδια μικραίνουν, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί οι νεότεροι και τι είναι αυτό που νυχτώνει;  Πού βρίσκεται ο κόσμος που θα σου δινόταν; Δόθηκε τελικά κοψοχρονιά σ' έναν συλλέκτη, αγορασμένος σ’ ένα κατάστημα με μεταχειρισμένα. Και ο φίλος που περιπλανήθηκε σε νοίκια, ταξίδια, σπουδές έξω, ευρύχωρα όνειρα και απόλυτες διατυπώσεις, γυρνά πίσω στο παιδικό δωμάτιο στο σπίτι των γωνιών. Το παιδικό κρεβάτι όλο και μικραίνει, ενώ κανείς δεν μεγαλώνει.    
Γερνάς σημαίνει συνηθίζεις στο να θυμάσαι. Πια η ανάμνηση πάει αγκαλιά με την αθωότητα, εξιδανικεύει, μεταμορφώνει σε γλυκό γεγονός την παλιά κάθε μέρα. Και συ πιάνεις τον εαυτό σου να χαζεύει φωτογραφίες, να ψάχνει παλιές παιδικές σειρές στα διαδίκτυα, να αναμασά παλιά, πολύ παλιά, αστεία. Και θυμάσαι πόσο απάτητοι έμοιαζαν τότε οι πρώτοι δρόμοι και τον ενθουσιασμό για κάτι το οτιδήποτε, και πως τα ποτήρια γεμίζαν με το τίποτα –τώρα καταπίνουν λαίμαργα την υπερβολή– και τις νύχτες που ξέχασες το όνειρο ξεσκέπαστο και τώρα ξυπνάει παγωμένο. Στην παλινδρόμηση των ηλικιών το εκκρεμές χτυπάει πάντα στα 30, πάνω απ την παλίρροια των ετών.
[Η Χριστίνα παράτησε να διαβάζει το άρθρο σε αυτό ακριβώς το σημείο. Την πήραν τηλέφωνο για μία θέση. Πωλήτρια αρωμάτων σε αλυσίδα καταστημάτων. Ίσως αύριο να χει δουλεία. Η Χριστίνα που τέλειωσε τη φιλοσοφική και ένα μεταπτυχιακό σε κάποια Σορβόνη.]
Η κρίση βαθαίνει και συ πάτησες τα 30. Για πολλούς σαν και σένα το άγχος της ηλικίας και το άγχος της γύρω κατάστασης χτυπούν στην ίδια ταχυκαρδία. (Κοιτάς τους γύρω σου συγγενείς, γονείς, αγνώστους μιας μεγάλης ηλικίας και σκέφτεσαι: ας μην τρελαθούμε δεν είναι αυτό γερατειά, έχει δρόμο. Ναι έχει δρόμο, μα είναι τα γερατειά της παιδικής ηλικίας.)  Και οι μέρες περνούν κλέβοντας ίντερνετ, κλέβοντας βιβλία, κλέβοντας χρόνο. Κατεβαίνουμε ακόμα σε πορείες, παθιαζόμαστε ακόμα σε κουβέντες, επαναλαμβάνουμε  τις πρόχειρες ιεροτελεστίες της συνήθειας. Συνηθίζουμε αυτό το «ως εδώ όλα καλά, ως εδώ όλα καλά». Άλλοι προχωρούν και άλλοι μένουν πίσω. Άλλοι στήνουν οικογένειες, άλλοι πρόλαβαν να τις διαλύσουν. Οι περισσότεροι ελπίζουμε, φτιάχνουμε, περιμένουμε, χαμογελούμε διακριτικά. Άλλοι απλά μοιράζονται τα τραπέζια. Δίπλα σου ακούς: «Μην ζητήσεις τίποτα, τίποτα από αυτούς. Κουτσά στραβά μεταξύ μας. Μαζί θα το προσπαθήσουμε. Μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις.»  Και έρχονται μπροστά σου λίγοι στίχοι που έγραψες ή διάβασες, -δεν έχει διαφορά, δεν έχει σημασία-:
«Στέκει εκεί και κάθε μία ώρα μου υπενθυμίζει πως δεν έχω πολύ χρόνο. Και 'γω περιπλανιέμαι σε ένα σπίτι που όλο μεγαλώνει,
σταματώντας για λίγο, κάθε τόσο,
συνεχίζοντας για λίγο, κάθε τόσο.
Έτσι, προχωρούμε όλοι εμείς, άνθρωποι και σκιές, τρυπημένοι από το χρόνο. Βυθομετρώντας τις επιφάνειες, δωροδοκώντας τις λέξεις, εξετάζοντας εκεχειρίες. Όλοι εμείς, που βγήκαμε από τη σκιά για να βρούμε το σκοτάδι.»
(Σημασία έχει να δεις τι θα κάνεις με το χρόνο που σου δόθηκε. Και όπως και να χει, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις.)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ροη αρθρων