Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΤΡΙΤΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΤΡΙΤΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Τεφλόν...

Της Μαρίας Πετρίτση, Red Note Book...
Μαθαίνω τα θανατικά του τόπου μου όπως μαθαίνω και τους γάμους, τα γεννητούρια, τα «σε ποιον μοιάζει το μωρό και τι όμορφο που είναι». Σκαλώνει ο νους μου σε στιγμές, θυμάμαι λόγια και εικόνες. Σκέφτομαι τους ανθρώπους σαν κομματάκια από το παζλ του τόπου μου, της ίδιας της ζωής μου, και τώρα που τα βλέπω να φεύγουν ξαφνικά νιώθω παράξενα.

Πάντα η ίδια άσκοπη, κακούργα σκέψη μου ταλανίζει το μυαλό σε τέτοιες περιπτώσεις: ποια ήταν η τελευταία φορά που είδα ζωντανό αυτό τον άνθρωπο που σήμερα με πληροφόρησαν πως είναι πεθαμένος. Ποιο ήταν το έσχατο ίχνος.
Πριν από καμιά βδομάδα πήγα κι αγόρασα ένα εξάρτημα από τον υδραυλικό εδώ πιο κάτω στο Σαρόκο. Στο μαγαζάκι του έχει τα είδη πρώτης ανάγκης, κι αν τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο έρχεται και ο ίδιος να δει τη ζημιά και να την μαστορέψει. Έπρεπε να αλλάξω επειγόντως το σωλήνα του πλυντηρίου. Γέρασε κι αυτός και τρέχουν τα νερά στο πάτωμα, χάνει. Πήγα λοιπόν, του περιέγραψα πώς έχουν τα πράγματα, του ζήτησα τη συμβουλή του κι εκείνος μου έδωσε ένα κουτί με τρία τέσσερα μεγέθη σωλήνων και μου είπε να δοκιμάσω μέχρι να βρω το σωστό και να το αντικαταστήσω. «Αν δεν βρεις άκρη, φώναξέ με να δω», συμπλήρωσε και με ξεπέταξε στο πιτς φυτίλι.
Όταν γύρισα σπίτι, άνοιξα το κουτί, κοίταξα τις οδηγίες χρήσεις και το υλικό. Μετά τράβηξα το χαρτάκι που είχε μέσα το κουτί, και διάβασα: «Το τεφλόν (Πολυτετραφθοροαιθυλένιο ή PRFE) είναι ένα αδρανές πολυμερές πλαστικό με μοναδικές ιδιότητες». Μετά το δίπλωσα, το ξανάβαλα στο κουτί με τους σωλήνες και έκλεισα το καπάκι. Τα χέρια μου είχαν παγώσει. Κοίταξα τα πλαστικά σωληνάρια της φωτογραφίας στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας και μετά την ακούμπησα στο τραπέζι. Έτρεμα. Μέσα μου φούντωνε μια ανησυχία παράξενη, που δεν ήξερα από τι είχε προκληθεί.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Iris, la fleur de Bruxelles...

3 Ευχες και Καταϊδρωμενες...
Η Ίριδα είναι η γηραιότερη άστεγη του μετρό των Βρυξελλών. Κάθε Μάη βγάζει τα χειμωνιάτικα και φορά ένα πουκάμισο με λουλούδια. Αυτό είναι το δικό της καλωσόρισμα στην άνοιξη, ανήμερα στη γιορτή της, όταν η πόλη γεμίζει με ίριδες, το επίσημο σύμβολό της: «Ίρις, το άνθος των Βρυξελλών».
Τα πρωινά διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο κυπελάκι. Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Τα Σάββατα βάζει μπουγάδα στους νιπτήρες.
5-petritsi
Παλιά δούλευε στην καντίνα ενός νυχτερινού σχολείου. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παραγνωρισμένοι φιλόσοφοι». Παρόλο που ήταν ασφαλισμένη, όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου η ίδια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά, το αφεντικό της την απέλυσε χωρίς αποζημίωση.
Η έξωση από το διαμέρισμά της δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε άξαφνα στο δρόμο. Συγγενείς δεν έχει πια. Οι φίλοι έκαναν πως δεν βλέπουν.
«Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Όμως ο καθένας έχει να αναμετρηθεί με τα δικά του Τάρταρα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».
Είναι καλότροπη και γαλήνια. Κανένας πανικός στο πρόσωπό της. Καμία εμπάθεια. Παρόλο που έχει ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα, δεν ντρέπεται να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του αποφασισμένου.
Στην αρχή έμενε σε πάρκα και πλατείες. Χειμώνα-καλοκαίρι στα παγκάκια και στα κατώφλια των μαγαζιών, που όταν έκλειναν εκείνη φώλιαζε κάτω από τις τέντες.
«Τις νύχτες μεθούσαν και μαχαιρώνονταν με σπασμένα μπουκάλια και σουγιάδες. Άκουγαν δυνατά μουσική, έκλεβαν, γέμιζε ο τόπος αστυνόμους. Ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, με κατουράγανε, μου έριχναν κλωτσιές και γέλαγαν. Όλο το βόρειο κομμάτι της πόλης γύρισα. Εκεί έχει πολλούς στο δρόμο. Γυναίκες και άντρες ψωνιζόντουσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, κοιμόμουν πάνω στις σύριγγες και στις καπότες. Οι νταβατζήδες έμοιαζαν με τέρατα. Φοβόμουν μέχρι και να τους κοιτάξω. Οι γυναίκες ήταν άσχημες, ταλαιπωρημένες. Έβλεπα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και τις έφτυναν κι έκλαιγα για λογαριασμό τους».
Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Αρλόν. Την οικογένειά της. Ο πατέρας της ήταν φούρναρης. Κάθε μέρα έτρωγαν μπισκότα, κουλούρια και ζυμωτό ψωμί. Η μητέρα της την έμαθε να ράβει και να πλέκει.
«Η πιο αστεία ήταν η πρώτη μου δουλειά, στο καφενείο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων. Περνούσαν οι κυρίες μπροστά από το τραπεζάκι μου για να πάνε τουαλέτα, μου άφηναν τα ψιλά και τους έδινα δύο κομμάτια χαρτί. Μετρημένα. Αν κάποια χρειαζόταν περισσότερο έπρεπε να πληρώσει έξτρα. Οι κύριοι ήταν πιο βολικοί, όμως μόλις έβγαιναν κοιτούσα τα χέρια τους και σιχαινόμουν λίγο. Όλα τα ανέχομαι, τη βρωμιά όμως δεν την αντέχω».
Όταν αναπολεί, το πρόσωπό της γίνεται παιδικό. Γεμίζει από μια υπέροχη, αγνή νοσταλγία. Είναι όμορφη με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που ομορφαίνει τους ανθρώπους που παρότι ταλαιπωρούνται δεν νιώθουν μίσος ή κακία. Τους εκτεθειμένους καλοπροαίρετους.
«Είμαι καλά εδώ, δεν παραπονιέμαι. Τώρα με την κρίση ο κόσμος δεν είναι σπάταλος, όμως κάτι γίνεται. Την περνάω. Όταν έρχονται οι φύλακες κάνω πως φεύγω και μετά ξανάρχομαι. Με γνωρίζουν πια, δεν με κυνηγάνε στ’ αλήθεια».
Στην ερώτηση τι χρειάζεται, εκείνη απαντά: «Τσιγάρα». Πιο πολύ και από το φαγητό, η Ίριδα αγαπά το κάπνισμα. Μιλά σεμνά και προσεκτικά. Δεν έχει σχεδόν τίποτα, κι όμως δείχνει να τα έχει όλα.
Κάθε πρωί οι γνωστοί της σκύβουν μπροστά της και την χαιρετούν. Λέει μια καλημέρα και χαμογελά με το μοναδικό της δόντι και τα κίτρινα ούλα της. Με την αγέρωχη ομορφιά της. Η Ίριδα δεν λέει ευχαριστώ σε όσους την κερνούν τσιγάρα ή κάνα ψιλό.
«Que Dieu me protège!» λέει μόνο, και η φράση της έχει διττή σημασία. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ζητά να την προστατέψει κάποιος Θεός ή αν τον ευχαριστεί για την άφθονη φροντίδα που της προσφέρει ήδη. Κανείς δεν θέλει να ρωτήσει — ούτε τολμά. Εξάλλου δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ της 19ης Μαΐου 2013)

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Να κλαις γοερά και σταματημό να μην έχεις...

της Μαρίας Πετρίτση, απο τα Ενθεματα...
Ο λόφος του Φιλοπάππου, ή λόφος Μουσών, βρίσκεται απέναντι από την Ακρόπολη. Δίπλα του υψώνονται ο λόφος του Αστεροσκοπείου, ή λόφος Νυμφών, και ο λόφος της Πνύκας. Στην κορυφή του υπάρχει το μνημείο Φιλοπάππου, το οποίο έστησε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο ύπατος Φιλόπαππος και βάφτισε το λόφο. Ο ίδιος κατηγορήθηκε για υπεροψία όταν άφησε εντολή να ταφεί εκεί, έτσι ώστε μετά θάνατον η τελευταία κατοικία του να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα μνημεία των Θεών που ορθώνονται στους απέναντι λόφους. Χάρη στις ευεργεσίες του στο κράτος των Αθηνών, και στην ευρύτερη προσφορά του στα κοινά, οι Αθηναίοι σεβάστηκαν το θέλημά του.
Το 2002, στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Xώρων Αθηνών, ξεκίνησε μια προσπάθεια ο λόφος να περιφραχθεί, να είναι επισκέψιμος με ωράριο, και στα σχέδια ήταν και η ένταξή του στο ενιαίο εισιτήριο των χώρων της ενοποίησης. Το ελληνικό κράτος αποφάσισε πως έπρεπε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την ευρύτερη περιοχή, όπου άλλοτε αγόρευαν ρήτορες και συναθροίζονταν πολίτες για να συζητήσουν περί Δημοκρατίας και κοινών, δίνοντας έτσι ένα σύγχρονο νόημα στην τραγική ειρωνεία, που ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν του Αισχύλου και του Σοφοκλή.
Το κίνημα των κατοίκων που αναπτύχθηκε αμέσως έβαλε φρένο σε αυτά τα σχέδια και η πρόσβαση στο λόφο παραμένει ελεύθερη. Οι λόφοι δεν έγιναν μουσεία. Από απέναντι, οι Θεοί χαμογελούν. Ο αττικός ουρανός λάμπει.
Στους πρόποδες του λόφου υπάρχουν χαράδρες, βράχια και δύσβατα μονοπάτια. Ο τόπος στολίζεται από πεύκα, πουρνάρια και ελιές. Ο αέρας μυρίζει φρέσκο χώμα. Αλλιώτικο εδώ το μεγαλείο. Εκεί που ξεκινά η αναρρίχηση για τα ιερά μνημεία ο διαβάτης συναντά κάποιες χαμηλοτάβανες, φυσικές σπηλιές. Βράχια και πέτρες με ασύμμετρη είσοδο και τραχύ θόλο. Σπηλιές όπου άλλοτε φώλιαζαν ζώα, προστατευμένα κι ευλογημένα από τους Θεούς.
Από τον 5ο π.Χ. αιώνα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Εν έτει 2013, αυτές οι σπηλιές φιλοξενούν ανθρώπους. Δίπλα στη φυλακή του Σωκράτη φωλιάζει σήμερα η απαντοχή εκείνων που δεν στάθηκαν τυχεροί. Των αιφνιδιασμένων. Που δεν προστατεύονται από την πολιτεία ή κάποιον μεγαλόψυχο Θεό. Των κατ’ όνομα απογόνων του Περικλή και του Δημοσθένη.
Μέχρι χθες οι άνθρωποι αυτοί είχαν μια κανονική ζωή. Στο κουδούνι τους ήταν γραμμένο το όνομά τους. Στον τηλεφωνικό κατάλογο είχαν αριθμό. Στο συρτάρι τους βιβλιάριο υγείας και φωτογραφίες από τα παιδικά τους χρόνια. Μέσα σε ελάχιστο καιρό έχασαν τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στις σπηλιές του Φιλοπάππου για να αποφύγουν τις εισόδους πολυκατοικιών, τα πεζοδρόμια, τα πάρκα. Δεν είναι ρήτορες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί. Είναι απλοί άνθρωποι, συνηθισμένοι. Η σύγχρονη πολιτεία δεν προστατεύει τους πολίτες της. Ο «πατήρ ανδρών τε θεών» δεν ασχολείται πια με τα παιδιά του.
Υπάρχει κάτι που οι κάτοικοι των σπηλαίων του 21ου αιώνα –περίπου δεκαπέντε στον αριθμό– διατηρούν ακέραιο. Κάτι που θεωρούν ως το υπέρτατο αγαθό και κάνουν το παν για να το προστατέψουν: την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Αυτή είναι η μόνη ηθική αρχή που κρατούν σημαία στην καθημερινότητά τους.
Έστησαν νοικοκυριά με όσα πρόλαβαν να περισώσουν από τα κατασχεμένα σπίτια τους ή με ό,τι βρήκαν στα σκουπίδια. Οι βασικές ανάγκες τους αφορούν μόνο την επιβίωσή τους. Δεν καταδέχτηκαν να ζητιανέψουν τον οίκτο της κοινής γνώμης στο γυαλί ή στα πρωτοσέλιδα. Μαθαίνει γι’ αυτούς μόνο όποιος περνά μπροστά τους. Δεν είναι δειλοί, είναι γενναίοι. Ελπίζουν στο μέλλον. Προτίμησαν αυτή τη ζωή από μια καθημερινότητα πνιγμένη στα χρέη, την αγωνία και τον εξευτελισμό του τοκογλύφου ή του τραπεζίτη που διασύρει, εκβιάζει και τρομοκρατεί μέχρι να αφαιμάξει.
Οι άνθρωποι των σπηλαίων του Φιλοπάππου δεν πάσχουν από σοφιστική υπεροψία. Δεν θεωρούν εαυτόν απόγονο ή κληρονόμο του Πλάτωνα, είναι απλώς παιδιά κάποιων άλλων ανθρώπων. Έφτιαξαν τα σπίτια τους κοντά στα θεμέλια του Ηλιοσκόπιου του Μέτωνα και κοιτάζουν τον ήλιο και το φεγγάρι με γυμνό μάτι. Καλημερίζουν τους διαβάτες που περνούν απ’ το κατώφλι τους κι αν τύχει και το φέρει η στιγμή φιλεύουν τον περαστικό ένα σπιτικό τσίπουρο και διηγούνται μια παλιά ιστορία. Αυτό το ταπεινό τσίπουρο μυρίζει τόσο πολύ «σπίτι», τόσο που βρέχοντας μ’ αυτό τα χείλη σου νιώθεις πως θέλεις να αρχίσεις να κλαις. Να κλαις, να κλαις γοερά, και σταματημό να μην έχεις.
Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο www.thethreewishes.wordpress.com

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Βίαια περιστατικά στην Ελλάδα του 2012...

Της Μαρίας Πετρίτση απο το Δρομο της Αριστερας...

Η απόλυτη παραφροσύνη στα σαλόνια και στους δρόμους
Στην παλιά Αθήνα οι αστυφύλακες κυνηγούσαν τους τεντιμπόηδες και τους ξύριζαν δημοσίως τα κεφάλια. Οι περαστικοί -πληρωμένοι οι περισσότεροι- τους έφτυναν και τους λοιδορούσαν με την ησυχία τους, κάνοντας χάζι. Σήμερα, η σύγχρονη εκδοχή του Νόμου 4000 βγάζει χυδαία στο γυαλί τα πρόσωπα οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών και καλεί την κοινή γνώμη και τους μπερμπάντηδες να λάβουν μέτρα. Ο φασισμός νομιμοποιείται, τα ατομικά δικαιώματα καταλύονται.

Κάποτε κρέμαγαν στην πλατεία τους κομμουνιστές ή έφερναν βόλτες πάνω σε κοντάρια τα κομμένα κεφάλια τους. Να δει ο κόσμος τι παθαίνουν οι «κακοί» και τι τον περιμένει και αυτόν σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί με το σύστημα. Σήμερα τα όργανα της τάξης σπάνε τα κεφάλια των εργατών στα ναυπηγεία και οι εφημερίδες γεμίζουν με τις κανιβαλικές φωτογραφίες του εγκλήματος.
Όχι, βέβαια, για να καταγγείλουν την κρατική βία τα περισσότερα, αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, για να τρομάξουν και να συνετίσουν τους αντιρρησίες που επιμένουν να αντιστέκονται στα μέτρα που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση και οι συνέταιροί της. Κάποτε το χαρτζιλίκι των παιδιών το έκλεβαν οι χρυσοδάκτυλοι.
Σήμερα το μέλλον των παιδιών το κλέβουν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού και κανένας δεν φαίνεται να το πολυκαταλαβαίνει. Κανένας, τουλάχιστον, από όσους διαμόρφωσαν τη λαϊκή εντολή που έφερε και συντηρεί τους μεγαλοαπατεώνες στην εξουσία.

Οι χρυσαυγίτες τα βάζουν με τους Πακιστανούς, τους Νιγηριανούς και τους μεροκαματιάρηδες των λαϊκών αγορών. Τους ανοργάνωτους. Με τους Ρώσους και τους Κινέζους, που προέρχονται από ισχυρά κράτη και διαθέτουν οργανωμένη μαφία, δεν τολμά να τα βάλει κανείς. Οι Έλληνες καταστηματάρχες ωρύονται πως τα κινέζικα προϊόντα έχουν κατακλύσει την αγορά και πως οι Κινέζοι τους κλέβουν το ψωμί από το στόμα.
Πρόσφατα αποσύρθηκε από μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών κινέζικο παιχνίδι που κρίθηκε επικίνδυνο για την υγεία. Ένας Θεός ξέρει πόσα Ελληνόπουλα είχαν ήδη προλάβει να παίξουν με αυτό. Κι όμως, ουδέποτε ακούστηκε να σπάει κινέζικο μαγαζί ή να τραμπουκίζει Κινέζους μετανάστες ο θρασύδειλος θεματοφύλακας του συστήματος. Οι Ρωσίδες και οι Ουκρανές είναι το μπιζουδάκι της ερωτικής αγοράς.
Κάθε μεγαλοεπιχειρηματίας -και όχι μόνο- που σέβεται τον εαυτό του έχει συμμετάσχει σε «πάρτι» όπου την κύρια αναψυχή την προσέφεραν οι καλλονές από τη Μόσχα. Οι μπράβοι του συστήματος όμως κλοτσάνε τις Φιλιππινέζες που πουλάνε κρεμμύδια στη λαϊκή και μόνο αυτές τους φταίνε που έχουν άλλο χρώμα δέρμα.

Τα πρωτοπαλίκαρα της τζάμπα εξέγερσης απειλούν λεκτικά την «εξοχοτάτη» καγκελάριο της Γερμανίας. Στήνουν σκετσάκια. Τελικά η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω είναι μια μασκαράτα στη μέση του δρόμου, όπου διάφοροι καρνάβαλοι πλήρωσαν το μισό επίδομα ανεργίας τους για να νοικιάσουν ρετρό στολές των SS και κάνουν πλάκα χαιρετώντας ναζιστικά την κάμερα. Ο φασισμός διακωμωδείται ανώδυνα και βλακωδώς, η παρωδία δεν πάει πάρα πέρα. Μετά τη θεαματική παρέλαση έρχεται ο καφές και η παραφιλολογία του ουζερί. Οι Έλληνες γίνονται αστείοι.

Το υπο-ισόγειο και το ρετιρέ
Είναι αυτονόητο πως η πιο εύκολη και ασφαλής λύση για να μείνουν στο απυρόβλητο οι ισχυροί είναι να φαγώνονται μεταξύ τους τα λαϊκά στρώματα. Ο ένοικος του ισογείου πρέπει να στραφεί εναντίον των σαράντα νοματαίων που κοιμούνται παράνομα στο υπόγειο.
Του «βρομίζουν την είσοδο, του κλείνουν το δρόμο». Βλάπτουν την αισθητική του. Οι σαράντα μελαψοί ένοικοι του υπογείου τρέμουν μην τους δει ο ένοικος -ή ιδιοκτήτης- που μένει στον πρώτο και τους καρφώσει. Αν ο διπλανός κάνει πως τους υπερασπίζεται, ο ένοικος του πρώτου θα τα βάλει και μαζί του. Με το ρετιρέ δεν ασχολείται κανείς. Τα ισόγεια και τα υπόγεια, άντε και ο πρώτος στην καλύτερη περίπτωση, ας μαλλιοτραβηχτούν όσο θέλουν μεταξύ τους. Το «άνω θρώσκω» δεν αφορά, υπό καμία έννοια, τους πληβείους της σύγχρονης εποχής. Τώρα κουμάντο κάνουν άλλοι.

Η βίλα Αγγελοπούλου, ένα μεγαθήριο άνω των 4.500τ.μ. πληρώνει ρεύμα ως «επιχείρηση». Πολύ φθηνότερο από αυτό που θα πλήρωνε αν δηλωνόταν κανονικά ως κατοικία, δηλαδή. Στον άνεργο πατέρα τριών παιδιών ή στον συνταξιούχο των πεντακοσίων ευρώ που δεν πλήρωσε το χαράτσι δεν γίνεται όμως καμία διευκόλυνση: αν δεν εξοφλήσει τη ΔΕΗ θα του κόψουν το ρεύμα. Στη χειρότερη μπορεί να του κατασχέσουν και το σπίτι, το οποίο φυσικά ούτε σε όνειρο δεν θα πλησίαζε σε έκταση και πολυτέλεια αυτό της από αμέλεια εμπρήστριας ενός αθηναϊκού δάσους. Οι εφοπλιστές ζητούν να εξαιρεθούν από τη φορολόγηση των καταθέσεών τους στην Ελβετία. Φόρους ας πληρώνουν μόνο οι μισθοσυντήρητοι, οι μεροκαματιάρηδες, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι. Αυτό σημαίνει κράτος δικαίου στη δική τους γλώσσα.
Τα λαϊκά στρώματα νομιμοποιούνται να καταναλώνουν ληγμένα προϊόντα που όμως «Δεν κρίθηκαν ακατάλληλα».
Αμφιβάλλω, όμως, αν οι πατέρες της δημοκρατίας που μας κυβερνούν θα τάιζαν ποτέ τα παιδιά ή τα εγγόνια τους με σάπια προϊόντα ή αν θα χρησιμοποιούσαν γενόσημα φάρμακα για να τα θεραπεύσουν. Δεν θα ήταν σκόπιμο, άλλωστε: οι δικές τους αποδοχές δεν επλήγησαν από κανένα πακέτο.

Εξευτελισμός και βασανιστήρια
Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αστυνομική αυθαιρεσία και η βία των τραμπούκων στρέφονται εναντίον Ελλήνων διαδηλωτών που εξευτελίζονται και βασανίζονται για πλάκα. Από παντού εκτοξεύονται απειλές.
Η κρατική αντίδραση είναι μια αστεία διάψευση των μαρτυριών τους και μια φανφαρόνικη μήνυση στο ξένο έντυπο που έφερε τις απαράδεκτες σκηνές στο φως, μιας και τα ντόπια ΜΜΕ τήρησαν σιγήν ιχθύος. Ο πολιτισμός των μισαλλόδοξων φτάνει μέχρι την απαγόρευση μιας θεατρικής παράστασης την οποία οι κατά δήλωση «πιστοί» αφαιρούν από τους κατά τη γνώμη τους «άπιστους» το δικαίωμα να παρακολουθήσουν.
Η πάλαι ποτέ «φωνή του Πολυτεχνείου» σήμερα κυκλοφορεί με Λουί Βιτόν, Μερσεντές και αστυνομική συνοδεία στους χλιδάτους δρόμους των Βρυξελλών και δηλώνει σεμνά την πίστη της στα μέτρα της κυβέρνησης «που μάχεται για κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία». Στην εποχή μας οι ιδέες και τα σύμβολα καταλύθηκαν. Ό,τι βλέπεις σήμερα στο δρόμο είναι αυτό που θα πρέπει να περιμένεις αύριο και στην πόρτα σου.

Στις ευρωπαϊκές εφημερίδες του δρόμου -free press στα ελληνικά- κυκλοφορούν παραποιημένες φωτογραφίες από το Σύνταγμα, όπου ο λεβέντης των ΜΑΤ -δεν ξέρω αν είναι ο διαβόητος Killer ή κάποιος εργατικός συνάδελφός του- απειλεί διαδηλωτή μόνο με τη γροθιά του: το κλομπ έχει εξαφανιστεί από το χέρι του χάρη στο Photoshop, και ο διαδηλωτής με την αντιασφυξιογόνο μάσκα φαίνεται να είναι αυτός που απειλεί να ορμήσει και ο ΜΑΤατζής εκείνος που αμύνεται.
Φυσικά η φωτογραφία δεν έφτασε τυχαία έτσι όπως έφτασε στα διεθνή Mέσα Eνημέρωσης. Κάποιος φρόντισε να την εξωραΐσει για να διευκολύνει τη μετάδοση της στρεβλής πληροφορίας στους Eυρωπαίους που παρακολουθούν, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του.

«Μαζί τα είπαμε»
Στις καθεστωτικές εφημερίδες φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια άρθρα που επικροτούν τη δράση της Χρυσής Αυγής και την ευχαριστούν δημοσίως για τον σωτήριο ρόλο της. Χωρίς ντροπή, χωρίς φόβο. Η Αριστερά (sic) του πάλαι ποτέ αντάρτη Κουβέλη προσυπογράφει και συνυπογράφει συμφωνίες αφανισμού του ελληνικού λαού παρουσιάζοντάς τις ως «σκληρά αλλά απαραίτητα μέτρα». Σε λίγο το περίφημο «μαζί τα φάγαμε» θα πλασαριστεί ως «μαζί τα είπαμε» και θα επιβαρύνει με μία ακόμη εικονική προδοσία το λαό.

Με κάθε νέο πακέτο οι τράπεζες πλουτίζουν και ο λαός λιμοκτονεί. Χιλιάδες άνθρωποι σέρνονται στους δρόμους τη στιγμή που ο πρωθυπουργός της φτωχότερης χώρας στην Ευρώπη κάνει χαμογελαστός βουκολικές βόλτες με την καγκελάριο της πλουσιότερης στον εθνικό κήπο. Δείχνει πως γι' αυτόν ο έξω κόσμος δεν υπάρχει και πως η μόνη ελληνική πραγματικότητα είναι ο γαλάζιος ουρανός, το κουρεμένο γκαζόν και τα σιντριβάνια.

Αν όλα αυτά τα περιστατικά δεν συνθέτουν ένα τοπίο απόλυτης παραφροσύνης, αν ούτε αυτά καταφέρουν να μας ανοίξουν επιτέλους τα μάτια και να μας βγάλουν όλους μαζί στο δρόμο, τότε πώς ακριβώς φανταζόμαστε τα πράγματα σε δύο, τρία, δέκα, είκοσι χρόνια;

* Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

H μεγάλη, σιωπηλή πλειοψηφία

Δρομος της Αριστερας...
Της Μαρίας Πετρίτση.
Ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος μιλώντας για ενάρετους κύκλους δομικών αλλαγών, δηλώνει περήφανα: «H μεγάλη, σιωπηλή πλειοψηφία των Ελλήνων υποστηρίζει τις μεταρρυθμίσεις». Και συνεχίζει, τονίζοντας τον πατριωτισμό και το σεβασμό του στη λαϊκή βούληση: «Η μεγάλη, σιωπηλή πλειοψηφία των Ελλήνων είναι αποφασισμένη να κάνει ό,τι χρειάζεται για να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη. Αυτή είναι η θέληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και τα κόμματα θα πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν».
Μιλάει για τα κόμματα εκείνα ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, που εκλέγουν τους αρχηγούς τους με διαφανείς και νόμιμες διαδικασίες, οι οποίες βέβαια συμπεριλαμβάνουν «φουσκώματα» του αριθμού ψηφοφόρων που προσήλθαν στην κάλπη και «ξεφουσκώματα» του ποσοστού αποχής από τις εκλογές για την ανάδειξη ενός αρχηγού που διαγωνιζόταν μόνος του, χωρίς αντίπαλο. Τα οποία φουσκώματα και ξεφουσκώματα, όταν καταγγέλλονται και μάλιστα επισήμως, αντιμετωπίζονται απολύτως φυσικά από την ηγεσία του τόπου ως προβοκάτσιες και απλές φήμες αντιπερισπασμού και άρα δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν.
Μιλά για τη λαϊκή βούληση ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, που εκφράζεται εδώ και μήνες με φασκελώματα, αγανακτισμένες φωνές και γιαουρτώματα στα οποία το κράτος απαντά κάνοντας επίδειξη ισχύος και στέλνοντας απαντήσεις υπό μορφή ληγμένων χημικών που κανονικά δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται ούτε σε καιρό πολέμου, πόσο δε μάλλον ως μέσον καταστολής και φίμωσης της φωνής του λαού - και μάλιστα με τόσο μένος. Της λαϊκής βούλησης δηλαδή, την οποία δηλώνει ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός ότι σέβεται και υπηρετεί.
Μιλά για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, που αυτή την ώρα είναι άνθρωποι απολυμένοι, άνεργοι, φτωχοί και απελπισμένοι. Ευάλωτοι στην αρρώστια και το ρήμαγμα. Τραυματισμένοι. Θύματα μιας ταξικής βίας, που υφίστανται ανήκεστο βλάβη με κάθε «περήφανη δήλωση» του μη εκλεγμένου πρωθυπουργού, με κάθε νέο σωτήριο μέτρο της κυβέρνησής του, και κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.
Μιλά ξανά για τα κόμματα ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, που μέσα στη Βουλή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Που αναδεικνύουν ηγεσίες μοναρχίας και που επιτρέπουν το μαγάρισμα της Βουλής από φασίστες, ρατσιστές και ξενόφοβους, αδρανώντας και διακωμωδώντας με τον πιο κατάπτυστο και προκλητικό τρόπο τα ιδεώδη και τις αρχές της δημοκρατίας.
Εκείνης της άλλης δημοκρατίας, της παλιάς, που κάποτε έλαμπε γύρω από την αγέρωχη Ελλάδα και φώτιζε σαν φάρος το σκοτάδι των βαρβάρων, και που σήμερα αιμορραγεί μπροστά στα πόδια των αδίστακτων δημίων της, μια ετοιμόρροπη χώρα-κουρέλι όπου βασιλεύει η απληστία των ελίτ, ο ολοκληρωτισμός και η ρουφιανιά τους.
Στην Ελλάδα του παραλόγου συμβαίνουν όλα αυτά, εν έτει 2012, στο πάλαι ποτέ λίκνο της Δημοκρατίας. Που μεταμορφώθηκε σε χώρα πτωχευμένη, καταρρακωμένη και ευτράπελη μέσα στον εξευτελισμό της. Που ψυχορραγεί την ίδια στιγμή που ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός και πρώην τραπεζικός υπάλληλος μιλάει για ανάκαμψη, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και δημοσιονομική σταθεροποίηση.
Αμαυρώνοντας θεσμούς, λαϊκή βούληση και ιδεώδη. Κοροϊδεύοντας τον κόσμο και μεθοδεύοντας θυσίες τρίτων. Υπηρετώντας πιστά τις επιταγές του επίσημου αξιώματός του, που ως διορισμένος υπάλληλος τιμά και με το πάρα πάνω, προασπίζοντας τα συμφέροντα της μητέρας εταιρίας που τον διόρισε -της Ε.Ε.- και όχι των εργαζομένων που μάχονται για να παραμείνει βιώσιμη η μικρή θυγατρική - η Ελλάδα.
Κι όμως. Η μεγάλη, σιωπηλή πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν είναι αυτή που παρακολουθεί ειδήσεις από τον καναπέ της. Ούτε αυτή που σπεύδει στην Ιπποκράτους για να ταΐσει με ψευδή στοιχεία τα ταμπλόιντς και το Μεγάλο Κανάλι. Είναι αυτή που βάλλεται, που βγαίνει στους δρόμους και διαμαρτύρεται, πετάει γιαούρτια και νεράντζια στους κρατικοδίαιτους, κατακλύζει πλατείες, τρέχει σε πορείες, αγανακτεί, ματώνει και αντιστέκεται.
Εκείνη η μεγάλη πλειοψηφία ούτε αποδέχεται ούτε στηρίζει τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες αναφέρεται ο μη εκλεγμένος πρωθυπουργός. Γιατί ξέρει πως όλα αυτά είναι ένα μεγάλο ψέμα. Εκείνη η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα αντιστέκεται μέχρι τέλους. Και δεν θα είναι για πάντα σιωπηλή.

*Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας.

Ροη αρθρων