Στέλιος Ελληνιάδης, απο τον Δρομο της Αριστερας...
Στη
μεταπολεμική Ευρώπη, τόσο η κοινωνική Αριστερά όσο και η χριστιανική
Δεξιά, από κοινού και η κάθε μία με τον τρόπο της, υποσχέθηκαν στους
Ευρωπαίους πολίτες ένα κράτος δικαίου, ίσων ευκαιριών, ποιότητας ζωής,
ασφάλειας, ειρήνης και ελευθερίας. Με αντιπροσώπευση και συμμετοχή στη
διακυβέρνηση και με εξομάλυνση των οικονομικών και κοινωνικών
ανισοτήτων. Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στο να εκπληρωθούν -εν μέρει
αλλά σε σημαντικό βαθμό- οι περισσότερες από τις υποσχέσεις αυτές,
δημιουργώντας μια νέα ευρωπαϊκή αναγέννηση μετά από μια μεγάλη περίοδο
με αυταρχικά καθεστώτα και καταστροφικούς πολέμους. Η αποικιοκρατία
έπνεε τα λοίσθια και στην Αμερική καταργούνταν τα τελευταία θεσμικά
δεσμά της δουλείας. Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι πολίτες στη Δύση σταδιακά
παραδόθηκαν και ενσωματώθηκαν άνευ όρων στη νέα πρωτόγνωρη για τον
καπιταλισμό «άνοιξη».
Η Ευρώπη είχε ανοικοδομήσει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις πόλεις της, οι
ανέσεις για τους εργαζόμενους είχαν πολλαπλασιαστεί, οι δρόμοι είχαν
γεμίσει νέας τεχνολογίας αυτοκίνητα, η πρόσβαση στο σχολείο και το
νοσοκομείο ήταν δωρεάν, διακοπές έκαναν όλοι και η ψυχαγωγία δεν ήταν
πλέον προνόμιο των ολίγων. Οι αναφορές των μαρξιστών σε μισθωτούς
δούλους, στην κλοπή της υπεραξίας και σε εργατικά κάτεργα, ακούγονταν
όλο και πιο αναχρονιστικές, σε αναντιστοιχία με την πραγματικότητα. Στο
σύνθημα «Είμαστε όλοι μεσαία τάξη» θα μπορούσε να συνοψιστεί το
μεταπολεμικό κοινωνικό επίτευγμα. Ακόμα κι εκείνοι που βρίσκονταν στις
παρυφές της νέας πραγματικότητας, άνεργοι, ημιάνεργοι ή χαμηλόμισθοι,
αισθάνονταν μέρος του όλου, πολύ κοντά στους τακτοποιημένους συμπολίτες
τους, με εξασφαλισμένα τα στοιχειώδη από το κράτος και ελπίδα για δική
τους αναβάθμιση. Η κατάρρευση και απομυθοποίηση του σοσιαλιστικού μπλοκ
εξάλειψε ή αποδυνάμωσε κάθε αμφιβολία που εμφιλοχωρούσε για την αξία και
τη μακροζωία του καπιταλισμού.
Με αφορμή την πρόσφατη έξοδο της Ελλάδας στις κεφαλαιαγορές το Κέντρο
για την Ευρωπαϊκή Πολιτική, CEP, που εδρεύει στο Φράιμπουργκ
επανέρχεται στην κριτική του όσον αφορά την κατάσταση της ελληνικής
οικονομίας για να υποστηρίξει ότι η πρόσφατη έκδοση κρατικών ομολόγων
πενταετούς διάρκειας που διασφάλισε στην ελληνική κυβέρνηση 3 δισ. ευρώ
δεν συνιστά απόδειξη προόδου. «Η διάθεση των ομολόγων δεν οφείλεται στις
επιτυχείς μεταρρυθμίσεις, αλλά στο γεγονός ότι οι χρηματοπιστωτικές και
νομισματικές παρεμβάσεις των περασμένων ετών έθεσαν εκτός ισχύος τις
δυνάμεις της αγοράς», αναφέρουν οι επιστήμονες του CEP, σε μια
επικαιροποιημένη εκδοχή μελέτης τους, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο
Φεβρουάριο.
Οι επενδύσεις υποχωρούν, ενώ ο δείκτης κατανάλωσης υπερβαίνει το 100%
Η πρόσφατη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές δεν δικαιολογεί καμία
αισιοδοξία, αναφέρουν οι συντελεστές της μελέτης. «Η κατάσταση της
πραγματικής οικονομίας και η δημοσιονομική κατάσταση δεν δικαιολογεί το
γεγονός ότι το ελληνικό κράτος κατάφερε να διαθέσει τα ομόλογά του με
επιτόκιο χαμηλότερο του 5%», αναφέρεται στην επικαιροποιημένη μελέτη του
Κέντρου, το οποίο δεν διακρίνει καμία ένδειξη βελτίωσης της
πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στο ορατό μέλλον. Όπως
επισημαίνεται, οι επενδύσεις υποχωρούν από το 2011 και το 2013 η μείωση
τους έφτασε το 10,7% του ΑΕΠ.



