Μακριά, σε μια άλλη χώρα, έγιναν όλα όσα θα σας πω. Μου τα διηγήθηκε ο παλιός μου φίλος από τη Νότια Αμερική, Πέδρο Αλδεβαράν.
Νεαρός ακόμη τότε, φοιτητής έβγαινε από το Εθνικό Θέατρο της πατρίδας του, όπου είχε παρακολουθήσει μια παράσταση. Ήταν έναν μόλις χρόνο μετά την πτώση της φρικτής δικτατορίας. Ανέβαινε τον δρόμο προς την κεντρική πλατεία για να πάρει το μετρό, να γυρίσει σπίτι του, όταν τους είδε. Είχαν περίπου την ηλικία του, ήταν κοντοκουρεμένοι, φορούσαν ομοιόμορφα σταχτόχρωμα γυαλιστερά κοστούμια που έμοιαζαν φτιαγμένα από φτηνή φόδρα, ίσως υπόλοιπο μιας αποθήκης αμερικανικού στρατιωτικού ρουχισμού. Το βλέμμα τους ήταν απλανές και στέκονταν παραταγμένοι, ακίνητοι, σε απόσταση πέντε μέτρων ο ένας από τον άλλον, στις δύο πλευρές του δρόμου. Κάποια στιγμή, σαν να τους είχε δοθεί ένα σύνθημα, ξεκίνησαν όλοι μαζί, χωρίς αιτία, να βρίζουν και να προκαλούν τον κόσμο που έβγαινε από το θέατρο και κατευθυνόταν στην πλατεία, με ακατανόμαστες εκφράσεις, όπως: «έλα π... να σε γ...» ή «θα σου ξεσκίσω τη γυναίκα ρε μ...» και άλλα παρόμοια.
Κάποιοι περαστικοί επιχείρησαν να διαμαρτυρηθούν. Οι πιο πάνω, τότε, βγάζοντας και επιδεικνύοντας αστυνομικές ταυτότητες, αρχίσανε να συλλαμβάνουν για «αντίσταση» και να «τσουβαλιάζουν» σε αυτοκίνητα με συμβατικές πινακίδες όλους τους διαμαρτυρόμενους! Ο κόσμος είχε μείνει άναυδος, ενώ το απίστευτο επεισόδιο δεν πέρασε διόλου στις ειδήσεις και στον Τύπο. Επαναλαμβάνω, προς άρση κάθε παρεξήγησης, ότι όλα αυτά έγιναν μακριά από εμάς, σε μια άλλη, εξωτική χώρα...