Της Φωτεινής Τσαλίκογλου*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Στους δρόμους της πόλης μας μέρα με τη μέρα παίζεται και χάνεται η υπόθεση της ζωής μας. Αυτή καθαυτή η έννοια της «χαμένης ζωής» όμως διαψεύδεται από το αναπάντεχο που η ίδια η ζωή εξ ορισμού κομίζει. Tο αναπάντεχο είναι εκείνο που, εις μάτην όλων των καιρών, επιμένει να συγκροτεί τη ζωή.
Η σκέψη που μόλις έκανα δεν είναι έωλη… δεν είναι ευχολογική. Στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από λίγες μέρες στους δρόμους της Αθήνας. Αποτελείται από τρεις διαδοχικές σκηνές που γρήγορα, η μια μετά την άλλη, ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου.
Σκηνή πρώτη: Στην οδό Καψάλη, έξω από ένα φαρμακείο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, καταφανώς εξαθλιωμένη, πουλάει κάτι σαν βότανα ή και αγριολούλουδα… την πλησιάζει ένας επίσης εξαθλιωμένος σχεδόν ρακένδυτος πωλητής. Λαχειοπώλης. – «Είσαι Ελληνίδα;» τη ρωτάει. H γυναίκα τα χάνει… δεν ήταν έτοιμη… «ναι!…ναι» ψελλίζει… «Είσαι Ελληνίδα;», επαναλαμβάνει επιτακτικά εκείνος… κι αρχίζει ελαφρά με τα χέρια του να τη μετακινεί από τη θέση της. Οχι, δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, δεν είναι εκπρόσωπος κάποιας αρχής, δεν φορά στολή, τον εαυτό του μόνον εκπροσωπεί έτσι καθώς επαναλαμβάνει… με ήρεμη αλλά σταθερή τώρα φωνή: «Είσαι Ελληνίδα;». Η γυναίκα κάτι ψαχουλεύει μέσα στα πράγματά της που τώρα έχουν σκορπίσει στο πεζοδρόμιο….«Ναι… ναι, Ελληνίδα είμαι» ψελλίζει. «Να!» και του δείχνει ένα κιτρινισμένο χαρτί με μια φωτογραφία…. Ο Ελληνας λαχειοπώλης περιεργάζεται επισταμένα το χαρτί… «Εσύ είσαι στη φωτογραφία; Δεν μοιάζεις…», εδώ γλυκαίνει μια στάλα η φωνή του. «Σαν κοριτσάκι είσαι» της λέει και τη σπρώχνει κι άλλο.
Στους δρόμους της πόλης μας μέρα με τη μέρα παίζεται και χάνεται η υπόθεση της ζωής μας. Αυτή καθαυτή η έννοια της «χαμένης ζωής» όμως διαψεύδεται από το αναπάντεχο που η ίδια η ζωή εξ ορισμού κομίζει. Tο αναπάντεχο είναι εκείνο που, εις μάτην όλων των καιρών, επιμένει να συγκροτεί τη ζωή.
Η σκέψη που μόλις έκανα δεν είναι έωλη… δεν είναι ευχολογική. Στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από λίγες μέρες στους δρόμους της Αθήνας. Αποτελείται από τρεις διαδοχικές σκηνές που γρήγορα, η μια μετά την άλλη, ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου.
Σκηνή πρώτη: Στην οδό Καψάλη, έξω από ένα φαρμακείο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, καταφανώς εξαθλιωμένη, πουλάει κάτι σαν βότανα ή και αγριολούλουδα… την πλησιάζει ένας επίσης εξαθλιωμένος σχεδόν ρακένδυτος πωλητής. Λαχειοπώλης. – «Είσαι Ελληνίδα;» τη ρωτάει. H γυναίκα τα χάνει… δεν ήταν έτοιμη… «ναι!…ναι» ψελλίζει… «Είσαι Ελληνίδα;», επαναλαμβάνει επιτακτικά εκείνος… κι αρχίζει ελαφρά με τα χέρια του να τη μετακινεί από τη θέση της. Οχι, δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, δεν είναι εκπρόσωπος κάποιας αρχής, δεν φορά στολή, τον εαυτό του μόνον εκπροσωπεί έτσι καθώς επαναλαμβάνει… με ήρεμη αλλά σταθερή τώρα φωνή: «Είσαι Ελληνίδα;». Η γυναίκα κάτι ψαχουλεύει μέσα στα πράγματά της που τώρα έχουν σκορπίσει στο πεζοδρόμιο….«Ναι… ναι, Ελληνίδα είμαι» ψελλίζει. «Να!» και του δείχνει ένα κιτρινισμένο χαρτί με μια φωτογραφία…. Ο Ελληνας λαχειοπώλης περιεργάζεται επισταμένα το χαρτί… «Εσύ είσαι στη φωτογραφία; Δεν μοιάζεις…», εδώ γλυκαίνει μια στάλα η φωνή του. «Σαν κοριτσάκι είσαι» της λέει και τη σπρώχνει κι άλλο.