Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΝΤΕΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΝΤΕΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ψευδεπίγραφη Κεντροαριστερά: Από τον ρεαλισμό στη μετάλλαξη...

Του Σωτήρη Βαλντέν*, απο την Αυγη...
(...) Οι υποστηρικτές της συγκυβέρνησης αναφέρουν συχνά ότι η επιλογή τους είναι αναγκαστική. Οι διεθνείς συσχετισμοί δεν επιτρέπουν την αμφισβήτηση των επιταγών της τρόικας, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην έξοδο από την Ευρώπη. Κατά τα άλλα, προσθέτουν, ούτε με τα Μνημόνια συμφωνούν ούτε με τον Σαμαρά. Η κατά κόρον εκβιαστική επανάληψη του επιχειρήματος αυτού για την απόσπαση ανοχής στα Μνημόνια και σε κάθε πραγματικό ή κατασκευασμένο «προαπαιτούμενό» τους το έχει καταστήσει όλο και λιγότερο πειστικό. Πολλώ μάλλον που η αξιοπιστία των περισσότερων που το προβάλλουν είναι μηδενική. Ωστόσο, δεν παύει να εκφράζει σε κάποιο βαθμό ένα πραγματικό δίλημμα. Ο ρεαλισμός απέναντι στο δίλημμα αυτό εξασφάλισε τον περασμένο Ιούνιο τη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έστω και αν χρειάστηκε να μεταμφιεστεί με παχιές υποσχέσεις περί επαναδιαπραγμάτευσης και απόρριψης νέων μέτρων.
Όμως, ο κυρίαρχος λόγος των πρωταγωνιστών του νέου κεντροαριστερού εγχειρήματος δεν περιορίζεται στον παραπάνω ρεαλισμό. Στο όνομα ενός άκρατου και ανεπαρκώς προσδιορισμένου «μεταρρυθμισμού», προχωράει στην εκ βάθρων αλλοίωση και αναίρεση θεμελιωδών αξιών, αρχών και πολιτικών στις οποίες βασίζεται η Αριστερά απανταχού της γης. Η «τόλμη» μετράται με το πόσο απομακρυνόμαστε από τα θεμέλια αυτά και από το πόσο προσεγγίζουμε τις αποτυχημένες κοινοτοπίες του νεοφιλελεύθερου λόγου της δεκαετίας του ’90. Μια ματιά στις πληθωρικές παρεμβάσεις σε «μεταρρυθμιστικές» ιστοσελίδες και στην αντίστοιχη αρθρογραφία στον Τύπο αρκεί για να πείσει ως προς την έκταση αυτής της εκτροπής.
Στο άκρο υπάρχουν όσοι ευθαρσώς δηλώνουν ότι η διάκριση Αριστεράς/Δεξιάς δεν έχει (πλέον;) νόημα και μας καλούν σε ένα πλατύ «μεταρρυθμιστικό» ή κεντρώο μέτωπο ή σχήμα, χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, μαζί με τους φιλελευθέρους. Εδώ θα βρούμε και επώνυμους μεγαλοαστούς που με προκλητική κοινωνική αναλγησία προασπίζουν τα ταξικά τους συμφέροντα, διακηρύσσοντας ότι οι θυσίες (των άλλων) είναι «οδυνηρές, αλλά απαραίτητες».
Οι περισσότεροι πάντως, ανάγοντας τις καταβολές τους στη σημιτική παράδοση, δέχονται το πρόσημο της Κεντροαριστεράς. Μάταια όμως θα αναζητήσει κανείς σε τι διαφέρει η νέα αυτή «Κεντροαριστερά» από την Κεντροδεξιά. Και δεν πρόκειται μόνο για την άμβλυνση κάθε κριτικής προς τα Μνημόνια, την τρόικα, ακόμη και τον Σαμαρά και το κράτος της Δεξιάς που ξαναχτίζει, την ίδια στιγμή που δεν παύουν να καταγγέλλουν επί παντός επιστητού τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ας κάνει κανείς τον κόπο να μετρήσει τις παρεμβάσεις όπου επικρίνουν τον κρατισμό, τις συντεχνίες, τον λαϊκισμό, την αριστερόστροφη «ανομία», τις «άκαιρες» ή υπερβολικές μαζικές κινητοποιήσεις. Ας μετρήσει και όσες προπαγανδίζουν τη «δημοσιονομική προσαρμογή», την «ανταγωνιστικότητα», τις ιδιωτικοποιήσεις, το «δικαίωμα της εργασίας» για τους απεργοσπάστες ή και την ισοπεδωτική ηθικολογία τού «τα φάγαμε όλοι μαζί». Και ας τις συγκρίνει με τις (ελάχιστες) παρεμβάσεις για την ανεργία, την κάθετη μείωση των αποδοχών και την εξαθλίωση, την υπερφορολόγηση μισθωτών και συνταξιούχων, την ανακατανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων, την κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, την περικοπή των κονδυλίων για παιδεία, υγεία και έρευνα, τη διακοπή των δημόσιων επενδύσεων, τον εξευτελισμό του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, την υποστήριξη κινητοποιήσεων των εργαζομένων και τόσα άλλα.
Για τους κεντροαριστερούς μας «μεταρρυθμιστές», θα έλεγε κανείς ότι αυτή η δεύτερη θεματολογία είναι παλαιομοδίτικη, μυρίζει «λαϊκισμό» και Τσίπρα. Την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ακόμη και στη ρητορεία περί «ανάπτυξης» αποφεύγουν τη χάραξη διαχωριστικών γραμμών Δεξιάς/Αριστεράς, με αποτέλεσμα να παραμένουν στο απυρόβλητο οι συντηρητικές απόψεις, που την βλέπουν να έρχεται κυρίως μέσα από την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας και τη συμπίεση του εργατικού κόστους.
Ας μη γελιόμαστε. Η πολιτική ατζέντα των πρωταγωνιστών της νέας Κεντροαριστεράς στη χώρα μας, σ’ όλον τον υπόλοιπο κόσμο αποτελεί την ατζέντα της (Κεντρο)Δεξιάς. Και η στάση τους αυτή αποτελεί κάτι περισσότερο από πολιτικές τοποθετήσεις. Πρόκειται πλέον για κοινωνικά αντανακλαστικά, βαθύτατα συντηρητικά. Γι’ αυτό και το εγχείρημα είναι ψευδεπίγραφο. Και σε μια Ελλάδα που στενάζει, όχι βέβαια κάτω από αριστερές πολιτικές, αλλά από τις επιπτώσεις της πιο ωμής επιδρομής της Δεξιάς, είναι και προκλητικό.
(...) Ας συνοψίσω: Το εγχείρημα δημιουργίας μιας νέας Κεντροαριστεράς που επιχειρείται τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας, παρουσιάζει μείζονα προβλήματα. Απευθύνεται σε ένα μικρό υποσύνολο του δυνητικού του ακροατηρίου, αντιπαρατιθέμενο κάθετα με τον κόσμο που θα αποτελούσε τον κορμό μιας κεντροαριστερής πλειοψηφίας. Οικοδομείται σε αντιπαράθεση προς την Αριστερά και όχι τη Δεξιά. Και διαμορφώνει μια πολιτική και προγραμματική πλατφόρμα και μια νοοτροπία χαρακτηριστική της Κεντροδεξιάς, όχι της Κεντροαριστεράς. Στην ευρύτερη κοινή γνώμη, το εγχείρημα αυτό γίνεται αντιληπτό ως εγχείρημα στήριξης των Μνημονίων και της κυβέρνησης Σαμαρά και με ηγέτες τους πλέον ενθουσιώδεις οπαδούς των μνημονιακών πολιτικών, πλήρως συνυπεύθυνους για την πρόσφατη καταστροφική πορεία της χώρας και γι’ αυτό παντελώς αναξιόπιστους. Η πιθανότητα μια τέτοια πρωτοβουλία να οδηγήσει στη δημιουργία φορέα κεντροαριστερού, είναι, πιστεύω, μηδενική.

Προϋποθέσεις για μια πραγματική και μεγάλη Κεντροαριστερά

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός νέου κεντροαριστερού σχήματος, ούτε και για τη σύγκλιση και ένωση σ’ αυτό το πλαίσιο ΔΗΜ.ΑΡ. και ΠΑΣΟΚ. Η δημιουργία τέτοιων προϋποθέσεων δεν μπορεί παρά να αποτελεί μεσοπρόθεσμο σχέδιο, η υλοποίηση του οποίου έπεται μιας σειράς εξελίξεων, όχι απόλυτα ορατών σήμερα.
Δεν νομίζω πως το «υπόλοιπον» ΠΑΣΟΚ ή τα προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ ηγετικά στελέχη μπορούν -τουλάχιστον σ’ αυτήν τη φάση- να παίξουν πρώτο ρόλο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραπάνω. Είναι εξάλλου δύσκολο να ηγηθούν στην προσπάθεια αυτή στελέχη που συμπεριφέρονται ως ξεπεσμένες πριγκίπισσες, θεωρούν ότι η εξουσία τούς ανήκει δικαιωματικά και πως ο λαός τούς χρωστάει, μεταξύ άλλων και για τα Μνημόνια που υπέγραψαν και υλοποίησαν. Δεν νομίζω επίσης πως το νέο σχήμα μπορεί να προκύψει από πολιτική παρθενογένεση και ασφαλώς όχι από παρέες πρώην αριστερών διανοουμένων που σήμερα ανακαλύπτουν τον φιλελευθερισμό.
Η ΔΗΜ.ΑΡ. παραμένει ένας φορέας σχετικά άφθαρτος, που μπορεί να διεκδικήσει τον ρόλο του πρωταγωνιστή στην προσπάθεια αυτή, στον βαθμό όμως που θα προβεί σε διορθωτικές κινήσεις σε σχέση με τη συγκυβέρνηση. Στην αντίθετη περίπτωση, η εκλογική της βάση θα συνεχίσει να μεταλλάσσεται, ωθώντας το κόμμα προς την Κεντροδεξιά. Από την άποψη αυτή, η απόφαση της ηγεσίας της ΔΗΜ.ΑΡ. να απαγκιστρωθεί από τη διαδικασία ταχείας σύγκλισης με το βενιζελικό ΠΑΣΟΚ και τους μνημονιακούς δορυφόρους και κομήτες του αποτελεί κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, παρ’ όλο που (όπως το «παρών» για το τρίτο Μνημόνιο) έγινε χωρίς διαφάνεια και άκομψα, προκαλώντας ερωτήματα ως προς τα κίνητρα, τη σοβαρότητα και την εσωτερική λειτουργία του κόμματος. Πάντως, η καταγγελτική συγχορδία των απανταχού «μεταρρυθμιστών», που οραματίζονται μια ΔΗΜΑΡ «τολμηρή» στη στήριξη των Μνημονίων, συνηγορεί μάλλον για το ορθόν της κίνησης.
Προϋπόθεση, κατά τη γνώμη μου, για τη δημιουργία κεντροαριστερού σχήματος, είναι η αυτονόμηση των φορέων του από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των Μνημονίων και της ιδεολογίας που τα εμπνέει. Πολιτικά, αυτό σημαίνει αποστασιοποίηση από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά: αν είναι κατανοητό η Κεντροαριστερά να παρέχει ανοχή ενόσω δεν διαφαίνεται εναλλακτικό φιλοευρωπαϊκό κυβερνητικό σχήμα, είναι εντελώς ακατανόητο να συμμετέχει στην υλοποίηση της βάρβαρης μνημονιακής πολιτικής, ανεχόμενη συν τοις άλλοις και τη νεοδημοκρατική παλινόρθωση στη σαμαρική εκδοχή της. Ακόμη δε πιο απαράδεκτο είναι να εσωτερικεύει τη συμμετοχή της, μετατοπίζοντας το ιδεολογικό της στίγμα προς τα Δεξιά. Η αυτονόμηση, πολιτική και ιδεολογική, είναι απαραίτητη και απολύτως εφικτή, μπορεί δε να γίνει και δημιουργική αν περιλάβει και θετικές πολιτικές και προγραμματικές προτάσεις, με σαφές και ορατό αριστερό στίγμα. Με τη διεκδίκηση της ιδιοκτησίας μεγάλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο, τόσο αναγκαίων σήμερα για τη χώρα μας.
Κρίσιμο, τέλος, στοιχείο για την πορεία προς μια μεγάλη Κεντροαριστερά, είναι ο επαναπροσδιορισμός της στάσης απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τον κόσμο του.
Η πολιτική και ιδεολογική απόσταση μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς από τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ασφαλώς μεγάλη. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να μην αποτελεί φερέγγυα κυβερνητική εναλλακτική λύση και αξιόπιστο ευρωπαϊκό συνομιλητή. Στο ιδεολογικό του φορτίο κυριαρχούν ακόμη οι περασμένες δεκαετίες. Και ορισμένες πλευρές της πολιτικής του παραμένουν τυχοδιωκτικές. Δεν αποκλείεται εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτύχει να σταθεροποιηθεί ως μείζων πολιτικός φορέας, αν και δεν το θεωρώ πολύ πιθανό.
Ωστόσο, η πολιτική των εξορκισμών και της κάθετης αντιπαράθεσης απέναντι στο κόμμα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως λαθεμένη, ακόμη και όταν τέτοιες στάσεις παρατηρούνται και από την άλλη πλευρά. Η αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ αποκλειστικά ως μιας δύναμης ακινησίας, συντηρητισμού και διάλυσης αποτελεί χονδροειδή υπεραπλούστευση. Υποτιμά την έκταση της φθοράς των κατεστημένων κομμάτων και τη δυναμική ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, ενώ κυριολεκτικά αντιστρέφει την ιεράρχηση των ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση και την εφεξής πορεία της χώρας. Είναι απορίας άξιον πώς εκλεπτυσμένοι πολιτικοί και αναλυτές με καταβολές στην ανανεωτική Αριστερά, που ανδρώθηκαν μέσα σε μια κουλτούρα που αποποιείται πρωτόλειες μορφές αντιπαραθέσεων και αναζητά πλατειές συναινέσεις και συμμαχίες, γίνονται θιασώτες μιας σαρωτικής αντι-ΣΥΡΙΖΑ εμπάθειας. Πολλώ μάλλον όταν, επί χρόνια και δεκαετίες, στήριζαν ή συνέπλεαν με το «όλον ΠΑΣΟΚ».
Κατά τη γνώμη μου, η σχέση της Κεντροαριστεράς με τον ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει ασφαλώς την αντιπαλότητα, δεν μπορεί όμως να ανάγεται σ’ αυτήν. Οι δύο χώροι έχουν (ή πρέπει να έχουν) ιδεολογικοπολιτική συγγένεια, ασφαλώς μεγαλύτερη από αυτήν της Κεντροαριστεράς με τη Ν.Δ. Η Κεντροαριστερά πρέπει να έχει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και διαλόγου, όχι μόνο με τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με το ίδιο το κόμμα, μεγάλο μέρος των στελεχών και διανοουμένων του οποίου μοιράζεται πολλά με την Κεντροαριστερά. Η θετική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (πρέπει να) ενδιαφέρει την Κεντροαριστερά.
Σε τελευταία ανάλυση, το πλέον ρεαλιστικό μακροπρόθεσμο σενάριο για μια πλειοψηφική φιλοευρωπαϊκή δημοκρατική (Κεντρο)αριστερά δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τον χώρο ή και το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως και ως κορμό της, άσχετα αν σήμερα δεν διαφαίνεται ακόμη το πώς. Εξάλλου, βραχυπρόθεσμα, οι φορείς της μελλοντικής νέας Κεντροαριστεράς πρέπει να έχουν ανοικτό το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, να ενδιαφέρονται για τις αναγκαίες προϋποθέσεις μιας τέτοιας συνεργασίας και να μην αντιμετωπίζουν την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ως κατακλυσμό του Νώε.
*Απόσπασμα από άρθρο του Σ. Βαλντέν στην ιστοσελίδα Μεταρρύθμιση

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

από τη ΔΗΜΑΡ στη ΜΕΚΥΒΑΡ...

Σωτήρης Βαλντέν, Μεταρρυθμιση...
(από αφορμή την ανοικτή επιστολή του "εκσυγχρονιστή" προς τον Πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ)
%CE%91%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%AE+%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE+II%3A+%CE%B1%CF%80%CF%8C+%CF%84%CE%B7+%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%91%CE%A1+%CF%83%CF%84%CE%B7+%CE%9C%CE%95%CE%9A%CE%A5%CE%92%CE%91%CE%A1 Αγαπητέ Πρόεδρε,
Διάβασα με αγανάκτηση την ανοικτή επιστολή που σου απηύθυνε ο φανατικός κομμουνιστής που υπογράφει με το ψευδώνυμο "εκσυγχρονιστής" (τρομάρα του). Είμαι βέβαιος πως δεν θα τον ακούσεις. Όμως, αν έχεις και τον ελάχιστο πειρασμό να ξαναγυρίσεις σ’ αυτά που λέγαμε παλιά, διάβασε σε παρακαλώ και τη δική μου επιστολή. Ελπίζω να σε αποτρέψει.
Από την πλευρά μου, παρακολουθώ με μεγάλη ικανοποίηση την μετεκλογική μας πορεία. Βαδίζουμε πλέον με μεγάλα βήματα στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων, της ενότητας, της ευθύνης και της συνέπειας. Χαίρομαι, Πρόεδρε, που το κόμμα μας σηκώνει το βάρος της συγκυβέρνησης με κόμματα που τόσο άδικα σπιλώναμε πως τάχα φέρουν την πρώτη ευθύνη για τα σημερινά χάλια του τόπου μας. Χαίρομαι που συμβαδίζουμε πλέον με τα πρόσωπα που τόσο αδικαιολόγητα χαρακτηρίζαμε αναξιόπιστα. Πολύ σωστά απορρίπτουμε τις ενστάσεις όσων θα ’θελαν, λέει, να υπάρχουν προϋποθέσεις, συσχετισμοί ή να εφαρμόζονται τα συμφωνημένα προγράμματα για να συγκυβερνήσουμε. Μα πού ζούνε αυτοί οι άνθρωποι;
Η Μεταρρυθμιστική Κυβερνώσα Αριστερά (ΜΕ.ΚΥΒ.ΑΡ), Πρόεδρε, δεν τη στήνει στη γωνία και περιμένει, ούτε κάνει τζάμπα και εκ του ασφαλούς κριτική. Ανταποκρίνεται πάντα πρόθυμα στο κάλεσμα της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ για να βάλει πλάτες. Ιδίως όταν πρόκειται για τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής που είναι και η μόνη υπαρκτή. Μη σε κάμπτει πως κάποιοι (έ, έστω και εμείς) την αποκαλούσαμε μέχρι χθες αντιλαϊκή και ανεφάρμοστη. Κάτι έπρεπε να πούμε πριν από τις εκλογές. Τώρα όμως, ας σοβαρευτούμε. Εξ άλλου, τι; Κάνουν πως δεν κατάλαβαν; Δεν ήσουν σαφής προεκλογικά; Δεν είχες πει ευθαρσώς ότι όλα αυτά τα περί "τρίτου πόλου", απαγκίστρωσης και αξιοπιστίας, είναι μπούρδες; Δεν πρόσεξαν ότι το πραγματικό μας μήνυμα ήταν ότι πάση θυσία πρέπει να γίνουμε κυβέρνηση (έστω, να υπάρξει κυβέρνηση, το ίδιο είναι);
Η ΜΕ.ΚΥΒ.ΑΡ πρέπει να εφαρμόζει αποφασιστικά τα μνημόνια και να στέκεται σταθερά αλληλέγγυα στις αποφάσεις του Σαμαρά. Χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις (και σαχλαμάρες περί νεοφιλελευθερισμού!). Σωστά πρωτοστατεί το κόμμα στο μέτωπο εθνικής σωτηρίας κατά του ΣΥΡΙΖΑ (φτου, φτου, φτου!). Πρέπει όμως να καταδικάζει πιο απερίφραστα και τις μαζικές κινητοποιήσεις. Και είναι επιτακτικό να απορρίψει ασυζητητί το "αντιφασιστικό μέτωπο" (τι κομμουνιστική ορολογία κι αυτή!) κατά της Χρυσής Αυγής. Μέτωπο με ποιον, με τον Τσίπρα; Αν είναι δυνατόν! Χίλιες φορές Σαμαράς και Βενιζέλος!
Όλοι καταλαβαίνουμε, Πρόεδρε, όταν καμιά φορά διστάζεις στα παραπάνω ή και διαμαρτύρεσαι και λίγο. Κάποιοι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι όταν έχεις να κάνεις με έναν τέτοιο καθυστερημένο και αλητήριο λαό. Όμως, άκουσε κι εμάς, τους μεταρρυθμιστές: χρειάζεται τόλμη! Μόνο έτσι θα ξαναγυρίσουμε στο 2%. Κατανόηση δείχνουμε επίσης που δεν μπαίνεις στην κυβέρνηση, αλλά, εδώ που τα λέμε, τι σόι κυβερνώσα αριστερά είμαστε αν δεν μπούμε; Πιο σωστό και υπεύθυνο θα ήταν να αναλάβουμε τα κρίσιμα υπουργεία για να υλοποιήσουμε με μεγαλύτερη συνέπεια τις επιταγές της τρόικας. Μη φοβάσαι, έχει ακόμη πολύ λίπος ο λαός μας. Και οι αγορές ανυπομονούν.
Το πιο εξωφρενικό, Πρόεδρε, είναι ότι κομμουνιστές όπως ο "εκσυγχρονιστής" σε καλούν να εμμείνεις σε αρχές! Τι αρχές και κουραφέξαλα! Αυτά είναι απολιθώματα του παρελθόντος. Φαντάσου εμείς να θέλουμε να προσαρμόσουμε τους μισθούς και τις συντάξεις, να εισαγάγουμε επιτέλους ευελιξία στην αγορά εργασίας, να συρρικνώσουμε το κράτος, να πατάξουμε τις απεργίες που θίγουν το ιερό δικαίωμα της εργασίας (δηλαδή όποιας απέμεινε), και αυτοί να μιλάνε για αρχές της αριστεράς! Με αρχές θα ανταγωνισθούμε τη Βουλγαρία; Σε λίγο θα μας πούνε ότι ματώνει κι η καρδιά τους όπως της Μέρκελ! Εδώ που τα λέμε, κι αυτά τα περί "αριστεράς" ξεπερασμένα είναι (εντάξει, για τον τίτλο του κόμματος, ας το αφήσουμε για το επόμενο συνέδριο).
Διεύρυνση του κόμματος χρειάζεται και παραχρειάζεται. Όμως όχι διεύρυνση έτσι, γενικά. Διεύρυνση πάνω σε προγραμματική βάση. Και πρόγραμμα έχουμε. Αυτό που εφαρμόζεται σήμερα! Γι’ αυτό και, πριν ανοιχτούμε, καλό θα είναι να στενέψουμε λίγο. Τους αντιμεταρρυθμιστές, τους εχθρούς του μνημονίου (σαν αυτόν που έλεγε ότι είμαστε οι αντιμνημονιακοί ευρωπαϊστές), τους "αρχειακούς", δεν τους χρειαζόμαστε. Σου ετοιμάζω, Πρόεδρε, και έναν κατάλογο των στελεχών του κόμματος και του χώρου, με το ιστορικό του καθενός. Να ξεκαθαρίσουμε από όλους τους παλαιο-ΠΑΣόκους, παλαιο-κνίτες και παλαιο-Μπανιάδες. Γιατί, πώς να το κάνουμε; Ο λύκος κι αν εγέρασε.... Άλλος -όπως ο Οδυσσέας- κουβαλάει τη Γιουγκοσλαβία, άλλος τη Τσεχοσλοβακία και άλλος τη Ρουμανία μέσα του (ονόματα άλλα δεν αναφέρω δημόσια, αλλά πιστεύω πως το έπιασες το υπονοούμενο).
Όταν ξεκαθαρίσουμε από αυτούς, ας ανοιχτούμε τολμηρά. Υπάρχουν αξιόλογα μεταρρυθμιστικά στελέχη, χωρίς προσωπικές ατζέντες, με παρθένο παρελθόν –όχι σαν τον Οδυσσέα που ορκιζόταν στο Γιωργάκη- και με ξεκάθαρο αντι-αριστερό παρόν:  ο Αντρέας, η Άννα, ο Γιάννης, ο Μιχάλης και τόσοι άλλοι. Μα και τον Βαγγέλη δεν πρέπει να τον παραμελήσουμε (στο κάτω-κάτω αυτός δεν έσωσε τη χώρα με το δεύτερο μνημόνιο;). Έπειτα, υπάρχουν και οι φίλοι του Στέφανου. Η θέση τους είναι αναμφίβολα στη ΜΕ.ΚΥΒ.ΑΡ.
Ξέρω, Πρόεδρε, ότι διστάζεις για τη διεύρυνση. Δεν πρέπει όμως. Είμαι βέβαιος πως ο Νίκος θα σε βοηθήσει να ξεχωρίσεις την ήρα από το στάρι και να πάρεις μόνο τους πραγματικούς μεταρρυθμιστές, αυτούς που αξιολογούν σωστά την κυβερνώσα αριστερά (ή κυβερνώσα οτιδήποτε, τέλος πάντων).
Με υπεύθυνους χαιρετισμούς,
Ο (πραγματικός) μεταρρυθμιστής

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Αντιφασιστικό μέτωπο και «μεταρρυθμιστικός» σεχταρισμός...

Σωτήρης Βαλντέν,  Μεταρρυθμιση...

Έντρομοι παρακολουθούμε -εμείς και η Ευρώπη- τη ραγδαία άνοδο του νεοναζισμού στη χώρα μας, με σκηνές και καταστάσεις που όλο και περισσότερο θυμίζουν Γερμανία του ’30. Θα περίμενε κανείς μια πανδημοκρατική αντιφασιστική κινητοποίηση. Δυστυχώς όμως, κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται.
Οι αντιδράσεις της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν είναι -τουλάχιστον μέχρις στιγμής- υποτονικές. O πανικός μπροστά στη δημοτικότητα της Χρυσής Αυγής, φαίνεται να επιδρά παραλυτικά. Λόγια ακούμε, αλλά ουσιαστικά μέτρα -πολιτικά, επικοινωνιακά, κατασταλτικά- δεν βλέπουμε. Στα ΜΜΕ φαίνεται να έχει απήχηση η θεωρία ότι «συμφέρει» (τη δημοκρατία ή την ακροαματικότητα;) να αντιμετωπίζεται η ΧΑ ως κανονικό κόμμα, όπως έγινε με τον Καρατζαφέρη. Κάποιοι άλλοι φαντάζονται πως θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο με ψευδεπίγραφες και κακομελετημένες επιχειρήσεις τύπου «Ξένιος Ζευς».
Δυστυχώς όμως, παρατηρούμε και μια προβληματική στάση στους κύκλους των μνημονιακών «μεταρρυθμιστών», από τους οποίους θα περίμενε κανείς πιο ισχυρά αντιφασιστικά αντανακλαστικά. Για πολλούς από τους φίλους αυτούς (υπάρχουν βέβαια και τιμητικές εξαιρέσεις), η άνοδος της ΧΑ χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη «δικαίωση» των απόψεών τους για την αριστερά και την ελληνική κοινωνία:
Η επέλαση του φασισμού ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της ανομίας που καλλιεργούν αριστερά και συνδικάτα. Άλλος θυμάται τα ΚΝΑΤ, άλλος τον Φωτόπουλο, άλλος τα γιαουρτώματα και όλοι μαζί τον Τσίπρα. Να ποιοι επώασαν το φίδι! Προχθές, μάλιστα, γνωστός εκπρόσωπος αυτού του κλίματος απέδωσε -από τη ΝΕΤ- ευθύνη και στο (παλιό) ΠΑΣΟΚ, με το σύνθημά του «Η Ελλάδα στους Έλληνες».
Το κύριο πρόβλημα με τέτοιες προσεγγίσεις, δεν είναι η επιστημονική τους εγκυρότητα. Ο φασισμός σίγουρα δεν έπεσε από τον ουρανό. Διερευνώντας τις ρίζες του, ασφαλώς επισημαίνουμε νοοτροπίες και πρακτικές που προϋπήρχαν διάχυτες στην κοινωνία και που τροφοδότησαν το φαινόμενο αυτό. Βέβαια και εδώ παρατηρούμε μιαν ασυμμετρία στην ανάλυση. Το πάθος κατά του ΣΥΡΙΖΑ και των λοιπών αντιμνημονιακών, οδηγεί τους «μεταρρυθμιστές» μας να παραβλέπουν πως το φαινόμενο ΧΑ δεν άνθησε, λ.χ., το 2000 επί Σημίτη, αλλά σήμερα, που ο έλληνας πολίτης έχει φθάσει σε απόγνωση από τα βάρβαρα μέτρα της «προσαρμογής» και τιμωρίας των Ελλήνων, σήμερα που η ανεργία είναι στο 25% -και 55% στους νέους, σήμερα που η παράνομη μετανάστευση έχει γιγαντωθεί με τους «εταίρους» μας να σφυρίζουν αδιάφοροι, σήμερα, τέλος, που η αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου έχει φθάσει στο μηδέν. Αν συνεπώς ψάχνουμε για τις ρίζες του κακού, καλά θα κάνουμε να βλέπουμε και το δάσος, όχι μόνο κάποια δέντρα.
Για τους παλαιότερους, η υπόθεση αυτή θυμίζει μια προ τεσσαρακονταετίας συζήτηση για το ποιος έφερε τη δικτατορία. Οι ανανεωτές της αριστεράς είχαν τότε στηλιτεύσει τις ευθύνες του μαξιμαλισμού του Αντρέα Παπανδρέου και της ΕΔΑ. Κάποιοι όμως το πήγαιναν παραπέρα και -μαζί με τη δεξιά και τη χούντα- ισχυρίζονταν ότι τη δικτατορία την έφερε… ο Αντρέας, και όχι το Παλάτι, το παρακράτος και η δεξιά.
Το ζήτημα βέβαια δεν είναι ακαδημαϊκό, αλλά πολιτικό. Καλλιεργείται από καιρό μια νέα διχοτομία στην ελληνική κοινωνία: από τη μια πλευρά οι «κακοί» με τους ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΧΑ, Καμμένο, συνδικάτα, παλαιο-Πασόκους και γενικότερα κάθε αντιμνημονιακό (με αιχμή πάντα τον Τσίπρα), και από την άλλη οι «καλοί», με τη ΝΔ, ό,τι απέμεινε από το ΠΑΣΟΚ, την «κυβερνώσα» ΔΗΜΑΡ (πλην Βουδούρη) και τον κ.Μάνο. Η διαίρεση αυτή είναι προβληματική για πολλούς λόγους. Εν προκειμένω, έρχεται σε αντίθεση και με τις επιταγές ενός πανδημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου, που εμφανίζεται έτσι να αποπροσανατολίζει από τον «κύριο εχθρό». Με τις (μονόπλευρες) κοινωνιολογικές αναλύσεις, στην πράξη υποβαθμίζεται ο κίνδυνος της ΧΑ, ισοπεδώνονται τα πάντα (ακόμη και το γιαούρτι με τα τάγματα εφόδου) και, κυρίως, υπονομεύεται ή συρρικνώνεται στα μέτρα του μικρού μετώπου των μνημονιακών, κάθε πλατιά αντιφασιστική ενότητα. Άλλος κομψά και άλλος ωμά, κάποιοι «μεταρρυθμιστές» λένε ότι ο Τσίπρας και οι άλλοι, δεν διαφέρουν κατά βάθος και τόσο από τους τραμπούκους του Μιχαλολιάκου. Οπότε, πώς να συμπαραταχθούμε μαζί τους εναντίον της ΧΑ;
Σήμερα χρειαζόμαστε επιτακτικά ένα αντιφασιστικό μέτωπο που να περιλάβει τους πάντες, από τη ΝΔ ως το ΚΚΕ και κυρίως τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, που δεν πρέπει να ταυτίσει την αντίθεση στα βάρβαρα μέτρα και στην υπαρκτή σήψη του πολιτικού κατεστημένου με τους ναζιστικούς τραμπουκισμούς. Χρειάζονται πανεθνικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις. Είναι γι’ αυτό νομίζω επείγον, οι «μεταρρυθμιστές» να εγκαταλείψουν τον σεχταρισμό τους, τουλάχιστον στο ζήτημα της ΧΑ και να δραστηριοποιηθούν στον κοινό αγώνα. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για όσους «εξ αριστερών» θα ήθελαν να περιορίσουν το εύρος μιας αντιφασιστικής κινητοποίησης. Ας επικεντρωθούμε εδώ όλοι στον ανερχόμενο κίνδυνο, όχι στη δικαίωση των απόψεών μας για το μνημόνιο.

Ροη αρθρων