Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΠΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΠΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ζωή στον δρόμο ικανή να υπάρχει κι ΑΥΡΙΟ...

Κανένας δεν πίστευε πριν από μερικά χρόνια ότι κάποιοι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ μη αποδεχόμενοι τις κυβερνητικές εντολές, θα δούλευαν μερόνυχτα βγάζοντας τα πιο αξιοπρεπή δελτία ειδήσεων της δημόσιας τηλεόρασης. Ίσως να μην το πίστευαν ούτε οι ίδιοι.
Σήμερα μετά από τέσσερις μήνες οι ίδιοι άνθρωποι έδιναν δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις  στην μέση του δρόμου . Έκαναν δελτίο ειδήσεων στην μέση του δρόμου . Άλλωστε η είδηση βρίσκεται πάντα στην μέση του δρόμου .  
Άλλωστε όλα είναι δρόμος και στον δρόμο γίνονται οι ανατροπές. Στο δρόμο επίσης ζυγίζεται το βάρος των ανθρώπων . Πού και πώς αλλιώς να ζυγίσεις να βουρκωμένα μάτια της Ευγενίας ,την απορία της «αν όχι τώρα πότε;», που βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά του Κυριάκου , ένα καταφύγιο που ζυγίζει 23 χρόνια ΕΡΤ. Πού και πώς αλλιώς  μπορείς να ζυγίσεις την απόφαση του Σάκη που το τελευταίο του εικοσάευρω χωρίς δεύτερη σκέψη  το έδωσε για βενζίνη για να ρθει από Λαύριο ; Πού παρά απέναντι από τους μπάτσους στην Αγία Παρασκευή θα έβρισκες Κερατιώτες να αναρωτιούνται «τι τους κοιτάμε μωρέ. Ένα ντου καλό … και τους ρίξαμε !»
Πού αλλού θα δεις την Δήμητρα δασκάλα , με το γιο της  στο χέρι να μετρά την αγονία για τον αγώνα και την ασφάλεια του μικρού και να κερδίζει τ αύριο  ;
Πού αλλού μπορείς να βρεις όλους τους συντρόφους  της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά σε κάθε δρόμο διεκδικώντας λαϊκή εξουσία κι  ανατροπή έχοντας γραμμένα σε φθαρμένες σόλες τα βουλευτικά έδρανα ;  

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

"Μιλήστε μας για την ελπίδα!"

απο την Αυγη...


Από τον Χ.Δ., μέλος του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Κηφισιάς, λάβαμε το παρακάτω σύντομο γράμμα:
“Εφιαλτικές διαστάσεις παίρνει η φτώχεια στην Ελλάδα, εξαιτίας της σκληρής πολιτικής Σαμαρά. 4 εκατομμύρια Έλληνες αντιμέτωποι πλέον με το φάσμα της φτώχειας[...]. Με όλο τον σεβασμό, μην μου ματώνετε άλλο την ψυχή με τέτοια πρωτοσέλιδα. Είμαι 3 χρόνια άνεργος και ξέρω καλά τι με περιμένει. Μιλήστε μου για την ελπίδα, μιλήστε μου για τη διέξοδο. Γράψτε για τις θέσεις μας, για το πώς θα βγούμε από αυτόν τον εφιάλτη. Αυτό πιστεύω ότι θέλει να διαβάζει ο κόσμος, να ξαναβρούμε το χαμόγελο, βρε αδερφέ.”
Ο σύντροφος επιστολογράφος δεν μιλάει από καθέδρας, ούτε από τη θέση στοιχειώδους εξασφάλισης. Είναι ένας από τους πολλούς, που ολοένα και γίνονται περισσότεροι, ανυπολόγιστα θύματα του Μνημονίου. Η φωνή του είναι αυθεντική. Μας καλεί να δούμε πέρα από τις πραγματικότητες που ζούμε, να καταγράφουμε με στόχο να αλλάζουμε τα πράγματα. Πρώτη επισήμανση: Η απελπισία, που μέχρι τώρα ήταν δύναμη κινητοποίησης του λαού, δεν αρκεί πλέον. Αντιθέτως, μπορεί να μετατραπεί σε σύμμαχο της μνημονιακής εξουσίας, που στήνει με υποσχέσεις νέα πελατειακά δίκτυα και καταφεύγει στη στρατηγική της έντασης για να τρομοκρατήσει όσους δεν πέφτουν στα δόκανά της. Ένα κίνημα που θέλει να τ' αλλάξει όλα και πρώτα-πρώτα να αναχαιτίσει την καταστροφή και να δώσει πίσω στον πολίτη την χαμένη αξιοπρέπειά του, με κεντρικό στόχο την απασχόληση και τη δημοκρατία, οφείλει να είναι δύναμη ελπίδας. Πρόκειται για βαθύτερη ανθρώπινη, κοινωνική ανάγκη, για ανθρωπολογική σταθερά που διατρέχει ιστορικά όλα τα διαβήματα κοινωνικής απελευθέρωσης.
Μιλήστε μου για την ελπίδα! Ακούμε την αγωνία να ξεπηδάει απ΄ τη σιωπή στην οποία ολοένα και περισσότεροι καταφρονεμένοι πολίτες, απομακρυνόμενοι απ' τον δημόσιο χώρο, μεταπίπτουν, σε μια ιδιόμορφη ιδιωτικότητα, που μπορεί να αποδειχθεί πως απέχει λίγο από την ήττα, δηλαδή από τον κίνδυνο εκατομμύρια κοινωνικά αδύναμοι πολίτες να απομακρυνθούν από την πολιτική διαδικασία και να αφήσουν ανοιχτό το έδαφος στις επιθετικές πολιτικές του κεφαλαίου.
Δεν φταίνε αυτοί! Ένας στους δύο πολίτες έκαναν το καθήκον τους. Κατέβηκαν σε αλλεπάλληλες απεργίες, έφαγαν χημικά στα συλλαλητήρια, καταψήφισαν τα μνημονιακά κόμματα. Ακόμη και πολλοί απ' όσους φοβήθηκαν και τα ψήφισαν, κι αυτοί δεν φταίνε! Τουλάχιστον αποκλειστικά... Η τρικομματική κυβέρνηση κατόρθωσε να διαθλάσει τη λαϊκή ενότητα, όπως αυτή είχε εκφραστεί πάνω στην αντίθεση “Μνημόνιο-αντιμνημόνιο”, με τη μεγάλη κορύφωσή της στις πλατείες των Αγανακτισμένων. Η τρόικα εσωτερικού επιχειρεί να μετατρέψει τη βαθιά κοινωνική πόλωση σε επιφανειακή πολιτική αντιδικία: "Όλοι είναι ίδιοι και τσακώνονται"! Υιοθετεί τη στρατηγική της έντασης, ως αντιπερισπασμό στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Εκμεταλλεύεται την αναμενόμενη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ στην πορεία της βίαιης πολιτικής ενηλικίωσής του και τις καθυστερήσεις του στη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων με όρους κοινωνίας.
Δεν υπάρχει μαγική συνταγή! Πρέπει όμως, το χρωστάμε στην κοινωνία, να μιλήσουμε εν ονόματι της ελπίδας. Χωρίς να εγκλειόμαστε αυτάρεσκα στις εμμονές ή και τα τραύματα παρελθόντων χρόνων, ούτε σε αυτοαναφορικές “συλλογικές δράσεις”. Αυτές τις μέρες προβάλλεται στους κινηματογράφους το χιλιάνικο έργο “ΝΟ”. Παρά τη διαφορά των εποχών και των χωρών, μας "μιλάει" για το ελληνικό σήμερα. Το χρωστάμε στην κοινωνία να μιλήσουμε για την ελπίδα, χωρίς να υποκλινόμαστε σε κάθε αίτημα. Να επιβεβαιώνουμε τη σημασία των μικρών αλλαγών, να είμαστε ικανοί να συνδέσουμε τις επιμέρους λύσεις με το μεγάλο διακύβευμα της Ιστορίας. Να ξαναδώσουμε στη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, την αίσθηση της κοινής πορείας, του κοινού συλλογικού συμφέροντος: η Αριστερά ως δύναμη υποστήριξης και αναμόρφωσης της δημοκρατίας παντού - στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία.
Δεν είμαστε χωρίς αντιφάσεις. Μπορούμε όμως να μετατρέψουμε τις αντιφάσεις αυτές σε προωθητική δύναμη. Το χρωστάμε, “να ξαναβρούμε το χαμόγελο, βρε αδερφέ”.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Unhollow...

Μεσα στη Νυχτα...
Δηλαδή, ειλικρινά, πιστεύετε ότι ο κόσμος δεν ήξερε ότι οι εφοπλιστάδες και οι μεγαλοεπιχειρηματίες φοροδιαφεύγουν; Ότι οι καναλάρχες και οι μεγαλοεργολάβοι είναι διαπλεκόμενοι; Ότι στα κόμματα εξουσίας κυριαρχεί ο νεποτισμός και η διαφθορά; Γι’ αυτό νομίζετε ότι ο λαός δεν ξεσηκώνεται; Λόγω ελλιπούς πληροφόρησης;
Ξεσπαθώνουμε καθημερινά για τον τάδε διεφθαρμένο επιχειρηματία ή πολιτικό και το δείνα σκάνδαλο και μοιάζουμε να περιμένουμε τους συμπολίτες μας να βγουν την επόμενη στιγμή στο δρόμο έχοντας δει πλέον το φως το αληθινό από τις αποκαλύψεις μας. Τους περιγράφουμε με τα μελανότερα χρώματα τον ζόφο του παρόντος και το έρεβος του μέλλοντός τους και δυσανασχετούμε που η απάντηση στο αλαζονικό μας “Τι δεν καταλαβαίνεις;” δεν είναι να ζωστούν τα φυσεκλίκια του αγώνα. Μας έχω νέα, παιδιά! Τα ξέρει ο κόσμος αυτά που εμείς νομίζουμε ότι του φανερώνουμε για πρώτη φορά. Αν πάμε μια βόλτα ακόμη και στο πιο απομονωμένο καφενείο της επικράτειας, στο πιο trash συνοικιακό κομμωτήριο, θα τα ακούσουμε από τα χείλη των πελατών -συχνά πολύ πιο άμεσα και βιωματικά.
Δε λέω, καλή και άγια η αποκάλυψη όλων αυτών των φριχτών, αηδιαστικών, άδικων μέτρων, αλλά δεν αρκεί -άσε που μερικές φορές μπορεί να λειτουργεί και σαν τροχοπέδη, αφού είτε τρομάζει τους αποδέκτες της είτε τους εξοικειώνει με αυτά. Αν θέλουμε τον κόσμο κοντά μας, να παλέψει για την ανατροπή, θα πρέπει να κάνουμε την προοπτική αυτής της ανατροπής υπαρκτή, να του δείξουμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς, να του μιλήσουμε για το καλύτερο που μπορεί να έρθει αν βάλει κι αυτός το χεράκι του, και όχι να του λέμε διαρκώς για το χάλι στο οποίο βρίσκεται επειδή έβαλε ή δεν έβαλε κι αυτός το χεράκι του.
Όλες οι κοινωνικές ανατροπές στην ιστορία, μεγάλες ή μικρές, έγιναν όταν οι άνθρωποι πίστεψαν στη δυνατότητα για ανατροπή, για αλλαγή προς το καλύτερο. Όχι όταν έμαθαν απλώς πώς και πόσο καταπιέζονταν μέχρι τότε. Αυτό το ζούσαν στο πετσί τους. Και σε όσους δεν το ζούσαν ή δεν το ζουν, υπό την έννοια ότι το θεωρούν αυτονόητο, δίκαιο ή φυσικό, με το να διεκτραγωδείς ακόμη πιο πολύ την κατάστασή τους, μονάχα επιπλέον επιχειρήματα τους δίνεις ώστε να εξακολουθήσουν να μην αντιδρούν σ’ αυτό το σκηνικό σαν πολύ μικροί για να τ’ αλλάξουν. Από αυτούς θα ξεκινούσες όμως;
Αν πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει μια καλύτερη κοινωνία και μάλιστα σε ένα μέλλον στο οποίο θα ζούμε ακόμη και όχι στη Δευτέρα Παρουσία, τότε -για να είμαστε αληθινοί απέναντι σ’ αυτό μας το όραμα- έχουμε χρέος να μιλήσουμε με λόγια και με πράξεις στους γύρω μας γι’ αυτό το όραμα και όχι για την αδικία που βιώνουν. Ας μην υποτιμούμε τόσο αυτούς που θέλουμε δίπλα μας στον δρόμο. Κι αν ακούγονται κοινότοπα όλα αυτά, αναλογιστείτε πόσο χρόνο και χώρο αφιερώνουμε οι πιο δραστήριοι από μας στο δημόσιο λόγο για να περιγράψουμε την κατάσταση ως είχε, έχει, και θα έχει αν συνεχίσουμε στα ίδια, και πόσο για να περιγράψουμε την αλλαγή που θέλουμε και το κατά πόσο αυτή είναι εφικτή.
Μέχρι τώρα πολεμούσαμε τον φόβο με τον φόβο ξεχνώντας ότι για το μέλλον μπορούμε να νιώσουμε και ελπίδα. Ας την δοκιμάσουμε. Όσο πιο πολλοί θα γινόμαστε εμείς που θα ελπίζουμε, τόσο πιο πολύ θα φοβούνται εκείνοι.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Οι γα­ζίες στην πλα­τεία Βά­θη...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...
Και ’κει που προ­σπα­θείς να δια­φύ­γεις μια ώ­ρα αρ­χύ­τε­ρα, να γί­νε­ται το θαύ­μα: να φτά­νει στο δί­κυ­κλο, α­πό μπαλ­κό­νι της πλα­τείας Βά­θη, έ­ντο­νο το ά­ρω­μα γα­ζίας στο γκρί­ζο και λε­κια­σμέ­νο πε­ζο­δρό­μιο του α­πό­κο­σμου κό­σμου μας.
Πώς ξαφ­νι­κά το τρέ­μου­λο ζωής (ή τα προ­εόρ­τια θα­νά­του ε­κα­το­ντά­δων ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νων στα δί­χτυα της τρόι­κας, που προ­στά­ζει κι άλ­λες πε­ρι­κο­πές),
η δια­πο­μπευ­μέ­νη πορ­νεία στα κα­νά­λια της δη­μο­κρα­τίας και στις υ­πη­ρε­σίες του Δέν­δια, η φτώ­χεια, η έκ­δη­λη θλί­ψη στα πρό­σω­πά μας, ο φό­βος των χει­ρό­τε­ρων που πε­ρι­μέ­νου­με (και μας προ­ε­τοι­μά­ζουν άλ­λοι γκε­μπε­λι­κά κι άλ­λοι χαι­ρέ­κα­κα), να γί­νε­ται ά­ρω­μα στην πιο υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νη πε­ριο­χή της Αθή­νας. Εκεί που άλ­λο­τε περ­νού­σε ο δρό­μος του Με­νι­δίου –α­π’ ό­που έ­φτα­ναν οι Αχαρ­νείς του Αρι­στο­φά­νη– μέ­σα α­π’ την κοί­τη του ρέ­μα­τος Κυ­κλο­βό­ρου, που χρειά­στη­κε να μπα­ζω­θεί για να α­πο­λαμ­βά­νου­με σή­με­ρα την ο­μορ­φιά της ο­δού Μάρ­νη. Διό­λου ά­χρη­στη ση­μείω­ση: η γνω­στό­τε­ρη ως «Πλα­τεία Βά­θη», πα­ρα­κα­λώ ό­χι τε­λι­κό σίγ­μα, ο­νο­μά­στη­κε ε­πι­σή­μως πλα­τεία «Ανε­ξαρ­τη­σίας» προς τι­μήν της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της χώ­ρας α­πό τον τουρ­κι­κό ζυ­γό.
Φαί­νε­ται πως φτά­νει η στιγ­μή να με­το­νο­μα­στεί σε πλα­τεία «Υπο­τέ­λειας». Άλλω­στε, δια­κρί­νε­ται σε υ­πο­δο­μή εμ­ψύ­χων και α­ψύ­χων ό­ντων. Και μη ό­ντων. Δη­λα­δή α­νύ­παρ­κτων. Πώς το μα­θαί­να­με στα λα­τι­νι­κά; «res», «πράγ­μα». Σαν τα παι­διά που χτύ­πα­γαν στο α­στυ­νο­μι­κό τμή­μα της κο­ντι­νής Ομό­νοιας, τα βα­σα­νι­στή­ρια που α­πο­κα­λύ­πτο­νται μέ­σω …Γκάρ­ντιαν, τα χη­μι­κά και τη βία που α­να­κα­λύ­πτου­με στις δια­δη­λώ­σεις, τις προ­σα­γω­γές, τις κλού­βες, τις α­σπί­δες, τα ΜΑΤ που μπή­καν στη ζωή μας και τη φυ­λά­κι­σαν στο ό­νο­μα της δι­κής μας α­σφά­λειας. Έτσι συ­νη­θί­σα­με την κλει­στή Καλ­λι­δρο­μίου, τις φρου­ρές στη Ζωο­δό­χου Πη­γής, στη Μπου­μπου­λί­νας –το ’χει το κάρ­μα του δρό­μου να βιά­ζε­ται α­πό α­σφα­λί­τες–, στην Ακα­δη­μίας, στα άλ­λο­τε και νυν γρα­φεία του σο­σια­λι­στι­κού κόμ­μα­τος –ού­τε η Βέρ­μα­χτ να ’τα­νε– στο Μου­σείο… Εθι­στή­κα­με στη Ζή­με­νς, το Βα­το­πέ­δι, τους κου­μπά­ρους, τις υ­πο­κλο­πές, τα δο­μη­μέ­να, τον Ζα­χό­που­λο, το λα­θρε­μπό­ριο καυ­σί­μων, τα πα­ρα­δι­κα­στι­κά κυ­κλώ­μα­τα, τις υ­πε­ξαι­ρέ­σεις και τις α­τα­σθα­λίες στους δή­μους, τα με­θεόρ­τια των Πο­λι­τι­στι­κών πρω­τευου­σών, τους προ­στά­τες και την προ­στα­σία, την ε­ξα­γο­ρά της ψή­φου, τις λί­στες της Λα­γκάρ­ντ, το ι­δρω­κό­πη­μα του Βε­νι­ζέ­λου χά­ρη της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, τα φλα­σά­κια, τη βιο­μη­χα­νία έκ­δο­σης προ­ε­δρι­κών δια­ταγ­μά­των –λες και πρό­κει­ται για την «ε­θνο­σω­τή­ριο» του Πα­πα­δό­που­λου–, τις αυ­το­κτο­νίες, τους θα­νά­τους στις δια­δη­λώ­σεις, τις ελ­βε­τι­κές τρά­πε­ζες. Ο Μι­θρι­δα­τι­σμός, η α­νο­χή ο­λό­κλη­ρης της κοι­νω­νίας που δη­λη­τη­ριά­ζε­ται τμη­μα­τι­κά για να α­ντέ­χει. Μό­νο που το δη­λη­τή­ριο δεν ε­ξα­σφα­λί­ζει τη δι­κή μας α­νο­σία αλ­λά τη δι­κή τους ε­πι­βο­λή.
Άργη­σα πο­λύ να τη μά­θω, δε λέω για την πε­ριο­χή της πλα­τείας Βά­θη, που πέ­ραν των άλ­λων ση­μα­το­δό­τη­σε τη μου­σι­κή παι­δεία του γιου μου με τις σπου­δές του στο Εθνι­κό Ωδείο (ι­δρύ­θη­κε το 1926 α­π’ τον Μα­νώ­λη Κα­λο­μοί­ρη, στε­γα­σμέ­νο έ­κτο­τε στο νε­ο­κλασ­σι­κό του, Μαι­ζώ­νος και Μά­γερ 18). Χρό­νια περ­νά­γα­με α­π’ το δρό­μο που πή­ρε τ’ ό­νο­μα του Ελβε­τού, αλ­λά φι­λέλ­λη­να (δε σχε­τί­ζο­νται ό­λοι με κα­τα­θέ­σεις), για­τρού  Ιά­κω­βου Μά­γε­ρ, εκ­δό­τη και διευ­θυ­ντή στο πο­λιορ­κη­μέ­νο Με­σο­λόγ­γι, α­πό τον Γε­νά­ρη του 1824 της ε­φη­με­ρί­δας «Ελλη­νι­κά Χρο­νι­κά». Που κρά­τη­σε ζω­ντα­νή τη φλό­γα των πο­λιορ­κη­μέ­νων μέ­χρι την Έξο­δο, τη νύ­χτα του Σαβ­βά­του του Λα­ζά­ρου, προς ξη­με­ρώ­μα­τα Κυ­ρια­κής των Βαΐων, με­τα­ξύ 10ης και 11ης Απρι­λίου του 1826. Μάλ­λον προ­δό­θη­κε στον Ιμπραήμ το σχέ­διο της ε­ξό­δου με α­πο­τέ­λε­σμα να σφα­για­στούν και να αιχ­μα­λω­τι­στούν χι­λιά­δες Έλλη­νες. Μό­νο 1.500 κα­τά­φε­ραν να δια­φύ­γουν. Έκτο­τε και ο πα­τέ­ρας μου τι­μού­σε σιω­πη­ρά κά­θε Κυ­ρια­κή των Βαΐων τους συ­μπα­τριώ­τες του, ή μή­πως την «Έξο­δο» που ου­δέ­πο­τε τόλ­μη­σε;– ε­νώ χρη­σι­μο­ποιού­σε πε­ρή­φα­να τον πε­ρι­φρα­στι­κό προσ­διο­ρι­σμό «η ιε­ρά πό­λις του Με­σο­λογ­γίου» ο­σά­κις α­να­φε­ρό­ταν στη γε­νέ­τει­ρά του.
Από τη μια ο Μά­γερ και η ε­φη­με­ρί­δα του α­γώ­να, της α­ντί­στα­σης στο πο­λιορ­κη­μέ­νο Με­σο­λόγ­γι, η η­ρωι­κή Έξο­δος –έ­στω και κα­τα­δι­κα­σμέ­νη, και η πλα­τεία Ανε­ξαρ­τη­σίας. Από την άλ­λη οι γα­ζίες και τ’ α­ρώ­μα­τά της. Μι­κρά α­σή­μα­ντα κί­τρι­να χνου­δω­τά μπι­λά­κια που τα ’φερ­νε ο Δη­μή­τρης στις ψυ­χρές κα­τα­σκό­τει­νες σά­λες του κε­ντρι­κού κα­τα­στή­μα­τος της Εθνι­κής. Να νιώ­σου­με την ευω­διά και να χα­θού­με, να ξε­χα­στού­με στα ε­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα της ε­λευ­θε­ρίας μας.
Δύ­σκο­λα χρό­νια, σκο­τει­νά, κυ­μαι­νό­με­να σαν το δεί­κτη του χρη­μα­τι­στη­ρίου, τη μεί­ξη ελ­πί­δας κι α­πελ­πι­σίας, τα συ­νή­θως α­νεκ­πλή­ρω­τα ό­νει­ρα, την ε­πα­νά­στα­ση που δε βλέ­πα­με, τα κομ­μα­τι­κά γρα­φεία με τους μα­κριά νυ­χτω­μέ­νους και γι’ αυ­τό αι­σιό­δο­ξους, το δί­χρω­μο πε­λα­τεια­κό πα­ρα­κρά­τος. Η νο­θεία, η λα­γνεία των μά­ταιων το­πο­θε­τή­σεων στα διοι­κη­τι­κά συμ­βού­λια, α­φού τα πράγ­μα­τα ε­τοι­μά­ζο­νταν υ­περ­γείως στα γρα­φεία της διοί­κη­σης και υ­πο­γείως ό­που φυ­λάσ­σο­νταν κάλ­πες. Οι  με­γά­λες α­περ­γίες και η φθί­νου­σα πο­ρεία. Οι προ­τά­σεις του προ­ε­δρείου. Οι α­γκυ­λώ­σεις. Οι α­γκι­στρώ­σεις.
Εμείς με­γα­λω­μέ­νοι να συ­να­ντιό­μα­στε στις δια­δη­λώ­σεις, στα Εξάρ­χεια, στις πο­ρείες, να α­νταλ­λάσ­σου­με ελ­πί­δες και πα­ρο­τρύν­σεις. Να δια­χει­ρι­ζό­μα­στε το χρό­νο. Με την ελ­πί­δα της α­να­τρο­πής, ή την ψυ­χραι­μία της δια­χεί­ρι­σης;
Έζη­σα, έ­γρα­φε ο Μά­ριος Χάκ­κας στην «Πε­ρί­πτω­ση Θα­νά­του» (α­πό τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με τίτ­λο «Ο Μπι­ντές»), χω­ρίς να ’χω του­λά­χι­στον τρεις πή­χες χα­σέ, τα πουρ­μπουάρ των τραυ­μα­τιο­φο­ρέων, κι έ­να κα­λό στί­χο στο στό­μα για να δεί­ξω στην πύ­λη».
Ας προ­σθέ­σου­με και την ε­πα­νά­στα­ση, ή έ­στω την η­ρωι­κή μας Έξο­δο. Κι αν δεν α­ξιω­θού­με μιας λαϊκής ε­ξέ­γερ­σης, του­λά­χι­στον ας ζή­σου­με σε μια χώ­ρα της ο­μορ­φιάς και των α­ρω­μά­των. Για­τί δε μπο­ρεί και στη Δρέσ­δη, κά­που στα ε­ρεί­πια της ι­σο­πέ­δω­σης θα φύ­τρω­ναν κρί­να. Άνθη στο ι­σο­πε­δω­μέ­νο Βε­ρο­λί­νο. Οι γα­ζίες της πλα­τείας Βά­θη γεν­νούν ελ­πί­δες, α­κό­μα και σε μας, τους ξο­φλη­μέ­νους.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Όταν ακούω «σωτηρία της πατρίδας», ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει ...

Κατερινα Δεδε απο τα Ενθεματα...
Η φωτογραφία, τραβηγμένη το 2009, δείχνει μια ξεχασμένη ταμπέλα έξω από την Καστοριά, που οδηγεί, ενδεχομένως ακόμα και σήμερα, προς την ανύπαρκτη πλέον Γιουγκοσλαβία. Την περίοδο του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, είχε κάνει το γύρο του κόσμου μια άλλη φωτογραφία. Ήταν ο τοίχος ενός σπιτιού που έγραφε: «Θα βομβαρδίσετε ή να το βάψω;». Θυμάμαι, είχα γελάσει πολύ με το μαύρο χιούμορ του ανθρώπου που το έγραψε. Από τότε που μπήκαμε στο Μνημόνιο (διότι πλέον οι ζωές μας, προς το παρόν τουλάχιστον, χωρίζονται σε δύο περιόδους: π.Μ. και μ.Μ., προ Μνημονίου και μετά Μνημόνιον) δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έχει έρθει στο νου μου αυτός ο άνθρωπος και πόσες φορές έχω μετανιώσει για το πόσο είχα γελάσει. Τώρα πλέον καταλαβαίνω ότι δεν έκανε χιούμορ, όπως ηλιθιωδώς πίστευα. Ήταν απελπισμένος.
Αυτό το αίσθημα της απελπισίας το έχουμε νιώσει όλοι — άλλοι σε μικρότερο, άλλοι σε μεγαλύτερο κι άλλοι στον υπέρτατο βαθμό. Και κάθε φορά η νέα επιχείρηση «σωτηρίας της πατρίδας» μας βυθίζει σε ακόμη μεγαλύτερη απελπισία και εσωστρέφεια. Και κάπως έτσι κλειστήκαμε στον μικρόκοσμό μας και συζητάμε μεταξύ μας, βρίζουμε, φωνάζουμε και κάποιες φορές κλαίμε. Και είμαστε έτοιμοι να φάμε ο ένας τις σάρκες του άλλου. Μας φταίει ο οδηγός του λεωφορείου που αραίωσαν τα δρομολόγια, οι δημόσιοι υπάλληλοι γιατί υπάρχουν, οι ιδιωτικοί γιατί δεν αντέχουν άλλες μειώσεις, οι συνταξιούχοι γιατί δουλεύουμε γι’ αυτούς, οι φαρμακοποιοί, οι γιατροί, οι δάσκαλοι, οι υπάλληλοι καθαριότητας γιατί απεργούν. Μας ενοχλούν οι διαδηλώσεις γιατί δημιουργούν μποτιλιάρισμα. Αλλά με περισσή ευκολία ξεστομίζουμε την απίστευτη ατάκα: «Αφού δε μιλάει κανένας, καλά μας κάνουνε!».
Απελπισμένος είναι ο άνθρωπος που έχει χάσει την ελπίδα. Την ελπίδα ότι κάτι –έξω από αυτόν– θα συμβεί και τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Είναι βολικό πράγμα η ελπίδα, διότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Μπορούμε να καθόμαστε στον καναπέ μας και να ελπίζουμε. Ναι, θα αντιτείνετε, αλλά «η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία». Συμφωνώ, αλλά πεθαίνει. Τελευταία μεν, αλλά κι αυτή κάποτε πεθαίνει. Και σε τούτη τη χώρα η ελπίδα πέθανε. Ήρθε η ώρα της δράσης. Και η δράση, όπως την εννοώ εγώ τουλάχιστον, δεν μπορεί να κάνει σημαία του το ακροδεξιάς λογικής σύνθημα «Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή» — παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει το πολιτικό σύστημα για να αυτοκαταστραφεί. Κι αυτό γιατί δηλώνει σαφώς ότι κάποιοι θέλουν να κάνουν «επανάσταση» και να καταργήσουν τον κοινοβουλευτισμό. Ποιοι πιστεύετε ότι πραγματικά επιθυμούν και έχουν οργανωθεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
ΥΓ. Δύο μέρες αφότου γράφτηκε αυτό το κείμενο, το ξαναδιαβάζω και μονολογώ: «Μία από τα ίδια!». Γιατί το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: μιλάμε πολύ, γράφουμε πολύ και κάνουμε ελάχιστα. Είναι κι αυτό βολικό, βλέπετε…
Η Κατερίνα Δέδε είναι ιστορικός (ΙΙΕ/ΕΙΕ)

Ροη αρθρων