Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Θα αφήσουμε όλα τα «λουλούδια» να ξανανθίσουν;

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Μελαμψές φυλές κοντοπόδαρες/ Σειλινοί του κράτους / που ξερνάει και να ’τους/ τσιφτετέλληνες/ με γονείς ληστές / των συντρόφων τους θύτες/ για αμνηστία αλήτες/ τώρα διοικητές. / Κράτος ασυστόλων/ και πεσμένων κώλων/ κωλοέλληνες. /      Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη / που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό /  στο Datsun μιας φυλής που ζει φευγάτη  /  απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.... 
  / Μασκαρλίκια δες/ στο Άλφα της Αξίας/ της Αρχής της Μίας λουτροκαμπινές.  / Τιμωρός καιρός/ πέντε αιώνες δύσης/ εθνικής θα ζήσεις/ από δω και μπρος / μ’ αγγλικές αλφαβήτες/ μαλλιαροί μου Ελλαδίτες/ θλιβερές μου πορδές.

Σκαλιστές σκιές/ μακρυχέρηδες/ με το φως σπασμένο κρατικοποιημένο, / Αχ οι Έλληνες! Δεν ακούει κανείς / στο χειρότερο/ του Ελληνισμού κομμάτι/ στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,/ τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό, / πλημμύρισε σκουλίκια η μητέρα/ το ρόδο καταγής βγάζει καπνό.  / Δεν υπάρχει ελπίς στην Ελλάδα ζεις.
(Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες)

Θα πρέ­πει νά ’ταν μια κρύα Κα­θα­ρή Δευ­τέ­ρα του 1989 που α­νε­βή­κα­με στη χιο­νι­σμέ­νη Πάρ­νη­θα για να κά­νου­με υ­παί­θρια, κα­τά το έ­θι­μο, Κού­λου­μα με τον εν­νιά­χρο­νο γιο μου (που αι­σίως δια­νύει α­πλή­ρω­τος τον έ­να­το μή­να, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει τυ­χε­ρός που «δου­λεύει» και κα­τα­γρά­φε­ται ως ερ­γα­ζό­με­νος χά­ριν «των στα­τι­στι­κών της ε­ξου­σίας»), τη Στέλ­λα και την Τζέ­λα. Ήταν τα πρώ­τα δύ­σκο­λα χρό­νια στον α­πό­η­χο του χω­ρι­σμού μου.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Περασμένες δώδεκα και τέσσερις μοίρες χειμώνα...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Να νιώθεις ξεχωριστός / Να εστιάζεις μίλια μακριά / απ' τη θνητότητα / Δεν υπάρχει μεγαλύτερη / ψευδαίσθηση...
(Ευτέρπη Κωσταρέλη «Βερντάντι»)

Τίτλος και στίχοι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ευτέρπης Κωσταρέλη «Βερντάντι»: ομώνυμη σκανδιναβική θεότητα που αντιπροσωπεύει τη μοίρα του παρόντος, αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός μέλλοντος που όλο και μοιάζει δυσοίωνο.
Και δεν είναι η λειψή πίστη μας στην αριστερά, σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον Ιησού και τους μαθητές του στη λίμνη Γενησαρέτ όπου βούλιαζε μονάχα ο άπιστος Θωμάς γιατί δεν ακολουθούσε κι αυτός την πεπατημένη (να πατά δηλαδή από βραχάκι σε βραχάκι), όπως κάνει κάθε σοβαρό στέλεχος ενός κόμματος, μιας πίστης, ή ενός δόγματος (αλλά νόμιζε ότι θα επιπλεύσει επί των υδάτων), όσο ο κόλαφος της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας και των μηχανισμών της –κρατικών και παρακρατικών– που από χρόνια πασχίζουν να στήσουν μιαν άλλη «Δημοκρατία Β' διαλογής σαν τη δική μας», στη θέση της Δημοκρατίας, που περίγραφε ο Περικλής το δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου: (Έχουμε πολίτευμα που δεν αντιγράφει των άλλων τους νόμους, αλλά πιο πολύ είμαστε εμείς παράδειγμα σε μερικούς παρά μιμητές τους. Κι έχει τούτο το πολίτευμα το όνομα  Δημοκρατία. Γιατί δε διοικούν οι λίγοι, αλλά οι περισσότεροι. και είναι όλοι οι πολίτες μπροστά στους νόμους)
Για τα εκφυλιστικά φαινόμενα που ζούμε σήμερα, οι πολλοί απορούμε, κάποιοι βρίσκουν ευκαιρία να εγκαταλείψουν προσωρινά το διαρκές σούρσιμο στη λάσπη και το σκοτάδι και να ξαναβγούν στο φως, ενώ οι λιγότεροι αναζητούν στην τέχνη τη λύτρωση, ή την απάντηση: «Όχλος ή ήρωες/ δεν έχει σημασία…/ Άραγε αξίζει τόσες θυσίες/ μια Δημοκρατία; (Ευτ. Κωσταρέλη Εφιάλτης)

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Τα ληγμένα...

Κώστας Κρεμμύδας, απο την Εποχη...

αν φερ’ ειπείν αν η κακιά στιγμή ήταν / ένας αναπτήρας υγραερίου / και έπρεπε / να πας σ’ ένα περίπτερο / να τον γεμίσεις / και διαπίστωνες έντρομος / πως τα πελώρια / βυζιά της περιπτερούς συνέθλιβαν / το Ριζοσπάστη του περασμένου αιώνα / αλλάζοντάς σου τη γνώμη / για τονισπανικό εμφύλιο / θα άναβες, / και αν ναι
θα το μετάνιωνες;
(Κυριάκος Συφιλτζόγλου  «Μισές αλήθειες»)

Τελικά τίποτε δεν έμεινε όρθιο, εκτός από την αθεράπευτη αισιοδοξία μας ως αριστερών. (Αν δεν μας αποδομήσουν κι αυτό το χάρισμα). Ακόμα κι οι αλήθειες μας μοιάζουν μισές και τυχαίες, για να επικαλεστώ τον Δραμινό Συφιλτζόγλου. Και στην καλύτερη, καλούμαστε ν’ απολογηθούμε που τολμάμε να τις τραυλίζουμε (αντί ν’ αποσιωπούμε). Όπως άλλωστε το απαιτεί, εδώ και χρόνια, η διασταλτική –ως χυλός και ως λάστιχο– πραγματικότητα που επιβάλει κανόνες, ηθική συμπεριφορά, νόμους κι αξίες. (Ακόμα και τροϊκανό λεξιλόγιο).
Μικρή σημασία έχει αν οι δυο εκλεκτικοί τού αρχηγού-σύμβολο κατέληξαν ο ένας νεκρός στη διάρκεια εκδίκασης του σκανδάλου Κοσκωτά κι άλλος επίσης στη δικαιοσύνη για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Τυχαίο αν το στενό περιβάλλον, του εκσυγχρονιστή που ακολούθησε, βαρύνεται με σειρά κατηγοριών για χρηματισμούς. Σύνηθες αν ο τρίτος στη σειρά ηγέτης άφησε τρύπα αδιευκρίνιστου ύψους πίσω του. Και βέβαια δεν εννοούσε αυτούς ο Καβάφης όταν έγραφε το γνωστό «Βλάπτουν και οι τρεις τη Συρία το ίδιο». Προνοητικός ως ποιητής και ακριβολόγος έβλεπε μπροστά από την εποχή του.
Άλλωστε, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει από υπεύθυνες κυβερνητικές θέσεις να διαχειρίζεται, ακόμα, τις τύχες του λαού. Που απ’ ό,τι φαίνεται δεν τον βλάπτουν. Τουναντίον τον εξυγιαίνουν –μέσω της ομοιοπαθητικής μεθόδου, αναζωογονούν τις δομές και επαναθεμελιώνουν την τρισδιάστατη πραγματικότητα της δημοκρατίας, όπως την οραματίστηκε ο θεμελιωτής του εγχώριου σοσιαλισμού υπό τους ήχους της Ρίτας Σακελαρίου. Γιατί δεν μπορεί να μένουμε καθηλωμένοι στη μονοδιάστατη λογική μας, δεν πρέπει να πάει ανεκμετάλλευτη τόση κινηματική πείρα. Είναι νομοτελειακό να συνεχίσουν να κυβερνούν. Είμαστε καταδικασμένοι να τους απολαύσουμε.
Στον αγώνα αυτόν δεν περισσεύει κανείς, όλοι έχουν θέση, ακόμα και ο Παναγόπουλος. Μπροστάρης στα δύσκολα. Ως άλλος Λένιν που ξεκίνησε στις 28 Μαρτίου 1917 από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ζυρίχης για να φτάσει τη νύχτα της 3ης Απριλίου στον σιδηροδρομικό σταθμό "Φινλανδία" του Πετρογκράντ, όπου από την οροφή θωρακισμένου οχήματος απευθύνθηκε στο έξαλλο από ενθουσιασμό συγκεντρωμένο πλήθος, έτσι κι ο Γιάννης με τις αμαξοστοιχίες από τον Σταθμό Λαρίσης κατέκτησε τον Λευκό Πύργο κι έτριξε τα δόντια στο κυβερνητικό έργο και στον Πρωτόπαπα που το παρακολουθεί.
Μέλλεται να ζήσουμε κοσμογονικές αλλαγές, αν εν τω μεταξύ δεν μας επιτεθεί, για ανθρωπιστικούς λόγους, ο Ομπάμα, τώρα που ζορίζεται με τη Συρία. Μην πάνε χαμένες και τόσες προετοιμασίες στα αεροπλανοφόρα και στην Καλαμάτα. Άλλωστε, λιγότερα χημικά και νευροπαραλητικά αέρια έχουμε φάει εμείς; Και δεν εννοώ μονάχα στο Σύνταγμα. Στους ψεκασμούς αναφέρομαι που όλοι τους συζητάμε κι όλοι τους βλέπουμε. Μέχρι και το τραγουδάκι της αεροπορίας άλλαξε: Αεροπόρος θα γινώ όλους να σας ψεκάζω/ να ’μαι ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα να σπάζω/ κι αν δεν αρκούν τα φάρμακα που έχω στοιβαγμένα/ θα σας πετάξω αδέρφια μου ακόμα και ληγμένα. Πρόκειται για τα «περασμένης διατηρησιμότητας»! –όχι ληγμένα– τρόφιμα (το λεξιλόγιο που λέγαμε), που κατά τους «Κανόνες Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών» (ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.), μετεξέλιξη του Αγορανομικού Κώδικα, διατίθενται ήδη στην Αγορά με στόχο να επιτύχουν εκεί όπου απέτυχαν οι ψεκασμοί. Κι αν ήμασταν μέχρι σήμερα τόσο μαλθακοί με τα ραντίσματα φανταστείτε τι έχει να γίνει με τα ληγμένα.
Τελικά η τετριμμένη στην πολυσημία της φράση "Ευχή και κατάρα σου δίνω" απηχεί μιαν αλήθεια που οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας ακόμα και στις πολιτικές αναλύσεις. Μη ξεχνάτε την ιστορική φράση του Μητσοτάκη στον Σαμαρά, για την πρωθυπουργία: –Αντώνη, την Ελλάδα και τα μάτια σου, με όποια συνέπεια είχε η νουθεσία στην όραση του Αντώνη και το μέλλον της χώρας, όπως τουλάχιστον ομολογούν τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για την ανεξέλεγκτη άνοδο του χρέους στα 321 δισ. Βέβαια, αν σκεφτούμε ότι ο επίτιμος αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα ανθρώπου-αλεξικέραυνο στις κατάρες –άλλως θα 'χε προ πολλού ανατιναχτεί σαν το Αρκάδι (για να υποχρεώσει τη Ρεπούση σε αναψηλάφηση και αυτής της ιστορικής περιόδου), τότε μπορούμε να ελπίσουμε ότι και η Ελλάς θα επιζήσει του ορυμαγδού ευχών και φροντίδας εκ μέρους των Ευρωπαίων.
Μια και ο λόγος περί Ρεπούση μπαίνω στον πειρασμό να διατυπώσω κάποιες σκέψεις συμβάλλοντας στον προβληματισμό για την επαναπροσέγγιση της ιστορίας με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια. Πιστεύω, λοιπόν, πως ο μεν Αθανάσιος Διάκος δεν σουβλίστηκε τελικά, αλλά τον έβαλαν στο φούρνο με πατάτες, ότι ο Σαμουήλ δεν ανατινάχτηκε στο Κούγκι, αλλά διέφυγε στην Αμερική «ξεκοκαλίζοντας τα γρόσια της προδοσίας του», και πως ο Μυριβήλης θαμπωμένος από το φυσικό σαντρέ της Αλίκης Βουγιουκλάκη ξέγραψε μεμιάς το παλιομοδίτικο «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», και υιοθέτησε για το μυθιστόρημά του το αισθαντικό «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», εμπνέοντας ακόμα και τον Φίνο.
Δεν ψάχνω άλλοθι στα ληγμένα για όσα γράφω. Βέβαια με τις ίδιες μαλακίες (που εγώ εξαγριώνω τους μόνιμους παραθεριστές) κάποιοι άλλοι διαπρέπουν ως πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, ακόμα και πολιτικοί. Αδικία; Απουσία κατάλληλων ελιγμών; Ανικανότητα;
Όπως και να ’χει πάντως ταιριάζει γάντι η περίφημη φράση της ατυχησάσης Μήτση Κωνσταντάρα προς τον κ. Πετροχείλο: «Άτιμη κοινωνία, άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις στα τάρταρα»…

mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Κάτω τα χέρια απ’ την καβάτζα του Κεφαλά...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Μην κρατήσεις τίποτα καβάτζα / έλα μες στην νύχτα κι όλα δώσ’ τα μου / έχουνε πεθάνει τα ρομάντζα / είσαι η αγιάτρευτη αρρώστια μου
(στίχοι Άγις Έκτορας, μουσική / «εκτέλεση» Στάθης Ξένος)

Τα περισσότερα κείμενα πια γράφονται νοερά –και κάποτε γοερά, σχεδόν κλεφτά, με υπονοούμενα, ξεχασμένα σημεία τού πεπαλαιωμένου κώδικα μορς, με συγκοπτόμενες αναπνοές, ανάμεσα σε δυο αστραπές ζωής, και μιαν αυταπάτη που υποχωρεί στην πρώτη αναμέτρησή της μ’ ό,τι ο Χατζιδάκις συνήθιζε να αποκαλεί «Τέρας». Που έκτοτε γιγαντώνεται κι απειλεί να μας πνίξει. (Αν δεν το ’χει κάνει ήδη.)
Γεμάτη η καθημερινότητά μας από «τέρατα», απέκτησε τέτοια ανοσία που προσπαθεί να ξεχαστεί, να συνδιαλλαχθεί μαζί τους, ακόμα και να ενδώσει –παλιά συνήθεια του λαού. Από κει και πέρα αν αρχίσουμε να αξιολογούμε το βαθμό αθλιότητας των προσώπων και προσωπείων που μας εμπαίζουν, τη διακύμανση της «δικαιολογημένης» διατεταγμένης ποινής –κι όμως η τιμωρία ουδέποτε δικαιώνεται–, την ποικιλία ανοχών και ανεκτικότητας, την αναζήτηση ενόχων με το κομμάτι (λες κι οι επίορκοι είναι καρπούζια «όλους τους σφάζω/ όλους τους μαχαιρώνω»), τις διαβαθμίσεις των τεράτων, το απύθμενο βάθος των «καλών προθέσεων» των συνεργατών, τα κριτήρια των μελλοθανάτων, τότε είναι σαν να επικροτούμε το έγκλημα, να επιβραβεύουμε την εκτέλεση, να εκλογικεύουμε το βιασμό. Αρκεί να ’χουν επισήμως θεσμοθετηθεί και αρμοδίως υπογραφεί από τον εγγυητή του πολιτεύματος. Και τους παρατρεχάμενους της δημοκρατίας. Που κατάφεραν αναιμάκτως να την εγκιβωτίσουν στο σύστημα: Τώρα πια δεν εξεγειρόμαστε για το όποιο Πραξικόπημα, αλλά για τις επιπτώσεις του στην τουριστική κίνηση ενόψει καλοκαιριού, όπως σχολίασε δημοσιογράφος (;) του Alpha. Δε μας εξοργίζει η ανεργία, αλλά οι ελάχιστοι που δουλεύουν, έστω κι απλήρωτοι. Δε μας ντροπιάζει ο πλασιέ του φασισμού, αλλά τα θύματά του.
Η σύγχρονη δημοκρατία έχει νταβατζήδες, κατά την ορολογία του αλησμόνητου Καραμανλή, οπλοφορεί εντός του ναού της –όπως μάθαμε εσχάτως (για να το καταπιούμε κι αυτό), κλείνει σχολεία ακόμα και παιδιών ειδικής αγωγής (αφού οι λίγοι εκλεκτοί επιφυλάσσουν τον καιάδα στους υπόλοιπους), επιστρατεύει καθηγητές, ρίχνει το μαύρο του ναζισμού στις τηλεοράσεις (και πολύ πιο πριν στις ψυχές των παιδιών), μεθοδεύει τη διαπόμπευση 3.000 εργαζόμενων, γεμίζει φυλακές και στοιβάζει αθώους κάτω από άθλιες συνθήκες σε αστυνομικά τμήματα, όπως καταγγέλλει με έγγραφό της η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Αστυνομική Διεύθυνση Κοζάνης που, σύμφωνα με την Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων της περιοχής, κρατούνται από τον Ιούνιο του 2012 εκατοντάδες μετανάστες, με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η ψυχική τους υγεία: «λόγω της μακράς περιόδου περιορισμού τους σε ακατάλληλους για μακρόχρονη παραμονή χώρους, το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχουν αποκτήσει ψυχολογικά προβλήματα, ενώ έχουν εκφράσει αυτοκτονικές ιδέες. Οι φιλότιμες προσπάθειες των αστυνομικών που έχουν καταστεί περισσότερο ψυχολόγοι παρά φρουροί τους, προλαμβάνουν τα χειρότερα. Η πρόσφατη αυτοκτονία αλλοδαπού κρατούμενου στα Γρεβενά αποτελεί περίτρανη απόδειξη των επιχειρημάτων μας αλλά ταυτόχρονα και καμπανάκι κινδύνου», σημειώνει το έγγραφο της ΠΟΑΣΥ!
Εδώ κρατούνται επί οχτάμηνο –δίχως κανένα αδίκημα– στα ανήλιαγα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Φιλοθέης –φανταστείτε τι γίνεται στην Ομόνοια…– δέκα μετανάστες ξεχασμένοι από θεό, ανθρώπους, και βουλευτές.
Αν αρχίσει ο κατήφορος η αρρώστια επεκτείνεται σ’ όλο το σώμα. Σαν το παράσιτο που κατάφαγε τους φοίνικες. (Που περιμένουν, έτσι όπως το πάμε, να ξαναγεννηθούν εκ της τέφρας τους). Κι αλίμονό μας.
Γιατί το σαράκι πετιέται από δέντρο σε δέντρο, από συνείδηση σε συνείδηση, από κόμμα σε κόμμα διαλύοντας τα πάντα: νοθεύει το Συνέδριο της ΝΔ, διαλευκάνει με ορκωτούς (όχι φουσκωτούς) τα οικονομικά του ΠΑΣΟΚ, επιβάλλει νόμους της νύχτας, βάζει τρικλοποδιές αφήνοντας εκτός νυμφώνος τον μωρό παρθένο Κουβέλη, επισείει ως φόβητρο την Αίγυπτο (ο δοτός με τα καρφάκια), ξαναζεσταίνει την αρθρογραφία Μανιτάκη, στην Αυγή, περί συνταγματικών δικαιωμάτων, ενώ μέσω Ρουπακιώτη παραδίδει «μαθήματα αυτοσεβασμού» (Αυγή, 28.4.2013) που απλώς δεν συνυπογράφει τον ν/σ Μανιτάκη για απολύσεις… (Για να θυμόμαστε)
Διαχρονικά υπάρχουν αξίες, ιδέες και άνθρωποι που αντιμετωπίζονται ως ταμπού. Κάτι ας πούμε σαν την καβάτζα του Κεφαλά: που δεν τολμά κανείς να του την πάρει, είναι προστατευμένη, σκιερή, φωτίζεται μέχρι το τέλος της μέρας καθότι δυτική, κατοπτεύει απ’ άκρη σ’ άκρη την παραλία, ενώ μπροστά της ξεδιπλώνονται όλες οι αποχρώσεις της δύσης. Και ξαφνικά βουίζει ο τόπος, σείεται το παραπέτασμα του ουρανού γιατί κάποιοι περίεργοι ασεβείς Ρεθυμνιώτες μιάνανε τα άγια των αγίων, δηλαδή πιάσανε την καβάτζα του Κεφαλά.
Στον αντίποδα εμείς που τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε γυρίσει όλα τα δέντρα και τις γωνιές της Γαύδου δίχως να τολμήσουμε όχι απλώς να διεκδικήσουμε την πατρότητα κέδρου, αλλ’ ούτε καν την χρησικτησία ενός θάμνου.
Τι είναι αυτό που για τον έναν γίνεται απαραβίαστο Ιερό Γκράαλ, ενώ για τον άλλον μια αυτονόητη πρακτική; Τι διαθέτει ο Κεφαλάς, που δεν έχουμε εμείς; Κοντολογίς ποιες παράμετροι καθιστούν τον Ρουπακιώτη a priori ημέτερο, προσφιλή, δικαιωμένο, ενώ τον Αλαβάνο, ας πούμε, εξοβελιστέο;
Η Αριστερά για κάποιους λειτουργεί ως αυταπάτη, νεύρωση, ψύχωση, ατομική καταφυγή, κεκτημένη συνήθεια. Γι’ άλλους ως συμφέρον, εμπορική συνδιαλλαγή, προσωπική δικαίωση, διαμεσολάβηση, στοίχιση, κανάκεμα, αγωνία πλασαρίσματος –κάτι σαν τους δρομείς στο τελικό κουλουάρ.
Μεγάλη η ιστορία με τις καβάτζες, τις σταυροδοσίες, τους μηχανισμούς, τις ισορροπίες, τα μαυσωλεία. Και διδαχτική. Για το πώς μπορεί να ιδεολογικοποιηθεί το προσωπικό συμφέρον, ν’ αποκτήσει υπόσταση ένα κενό, και να προβληθεί ως πολιτική παρέμβαση, μια σειρά από στρατηγικές ήττες.

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Με Κατσέλη και Κουβέλη θά ’χουμε πολλά οφέλη...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Μάζευε κι ας ειν’ και ρώγες
(Λαϊκή παροιμία)

Την προηγούμενη φορά έγραφα για την πληρότητα που αισθάνονται όλοι αυτοί που τα τελευταία χρόνια είναι επιφορτισμένοι να εμπαίζουν ζωές και να οδηγούν αναίτια –όχι αφιλοκερδώς (γιατί στους μαφιόζους δεν υπάρχει ηθική, αλλά συμφέρον)– μια χώρα στην καταστροφή. Και βέβαια η ευδαιμονία είναι μια αίσθηση υποκειμενική, ανάλογα με τις αξίες, τις ηθικές αναστολές, τον κυνισμό, την αλαζονεία, που ο καθένας επιφυλάσσει στον εαυτό του.
(Ας πούμε, για τα προσφιλή μας τετράποδα ευτυχία είναι να κυλιούνται στον βούρκο). Για τον Βενιζέλο είναι οι στομφώδεις δεκάρικοι, που εκπέμπονται με τη βεβαιότητα ενός μειωμένης αντίληψης ακροατηρίου. Για τον Κουβέλη η πεμπτουσία της υπευθυνότητας. Για την Κατσέλη η ασφάλεια των διαπροσωπικών σχέσεων, αυτή η ομερτά των κομματικών παραγόντων που επιτρέπει, δίχως κανένα κόστος, να πετάνε από «κανάρα σε κανάρα», κατά το γνωστό άσμα του Χρηστάκη. Και να απευθύνουν μηνύματα συμπαράστασης στους απολυμένους της ΕΡΤ. Οι θεομπαίχτες, ή μάλλον οι ανθρωπομπαίχτες.

Τέτοιο κλίμα αγωνιστικότητας, την αποφράδα Τρίτη στην Αγία Παρασκευή, που προς στιγμήν νόμισα πως άκουγα τα τρακτέρ των Μεγαρέων να καταφτάνουν. Μέχρι κι ο Ζουγανέλης πήρε το μικρόφωνο (όχι για να τραγουδήσει τους ύμνους του στον ΒΗΜΑ FM). Δεν χαιρέτισε επίσης και ο πρώην πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ραυτόπουλος. Ελπίζω να το κάνει σε ώρα υψηλής προσέλευσης στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. (Οι κληρώσεις πάντα ευνοούν τους τολμηρούς).

Δεν ξέρω πάλι αν σχετίζεται με το συνέδριο και η λελογισμένη οπισθοχώρηση Κουβέλη, που πάντως επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες και αφήνει ανοιχτά πεδία σε ό,τι σχετίζεται με τις (αφανείς) πολιτικές πρωτοβουλίες των ηγετικών κύκλων, που από γενέσεως κόσμου, πέρα από τετριμμένες διακηρύξεις κι άχρηστες καταστατικές διατάξεις, διατηρούν κοινά χαρακτηριστικά: «Να μη μαθαίνει κανείς το μυστικό ολάκερης της δουλειάς. Βάζουν έναν να κάνει χώρια τις βίδες, άλλος κάνει μόνο τα λάστιχα, άλλος τυλίγει τα σύρματα. Πάντα αυτό. Ώσπου να πεθάνουν. Γιατί αν μάθαιναν σε όλους το χούι της δουλειάς, αυτοί θάχαναν το ψωμί τους», όπως τα έγραφε κι ο Μυριβήλης στην Παναγιά τη Γοργόνα, εξηγώντας γλαφυρά τα μυστικά και τις επιδιώξεις κάθε επαγγέλματος και κάθε μηχανισμού.

Σε λιγότερο από ένα μήνα γνώρισα από κοντά δύο μεγάλες καταστροφές τού ελληνισμού. Όχι εξ αιτίας στρατιωτικής ανεπάρκειας –κανείς πόλεμος δεν κερδίζεται με κανόνια, αυτό το μάθαμε καλά το τελευταίο διάστημα, αλλά ως αποτέλεσμα του πολιτικού αμοραλισμού. Εννοώ τη μικρασιατική και την κυπριακή καταστροφή, που ξεκλήρισε ζωές, κατέστρεψε κοινωνίες και άφησε ανεπανόρθωτα ρήγματα. (Πολλές οι ομοιότητες με το σήμερα).

Δασκάλα, η γιαγιά μου, σπουδαγμένη με την αδελφή της στο Αρσάκειο της Αθήνας, διορισμένες κι οι δύο στη γενέτειρά τους, τις Κυδωνίες, τουρκικά Ayvalik, με πατέρα φούρναρη στη συνοικία του Άη Γιώργη, ή του Ταξιάρχη –βλέπετε η νεότητα δεν ενδιαφέρεται για ρίζες και συνέχεια, κι όταν νοιαστεί στην ωριμότητά της, είναι αργά καθώς ο θάνατος βάζει τα πέπλα του εμπόδιο στην αφήγηση και τις μνήμες των πρωταγωνιστών/θυμάτων– ξεβράστηκαν «ανταλλάξιμοι» απέναντι στα Τσόνια, τη σκάλα της Κλειούς, στη Μυτιλήνη, για να βλέπουν από 'κει τον τόπο τους και να ελπίζουν.
Στην Πέτρα γεννήθηκε η μάνα μου, εκεί στήσανε εκ των ενόντων το σπιτικό τους «οι πρόσφυγες» (που δε διαφέρανε πολύ από τους σύγχρονους μετανάστες, επίσης ξεκληρισμένοι, απροστάτευτοι, χωρίς χαρτιά, και με μια κοινωνία αποστασιοποιημένη, αν όχι εχθρική, στο προσωπικό τους δράμα. Που όσο χανόταν μακριά στο χρόνο, παρέμενε επώδυνο μόνο για τους άμεσα παθόντες). Άλλωστε, ευνοεί την εξουσία ο διαχωρισμός, αφού με τη διαίρεση καταφέρνουν να διοικούν και να εξαπατούν ανά τμήματα τους λαούς. Όπως το βλέπουμε και σήμερα.

Μόλις τακτοποιήθηκαν στο δημόσιο οι πιο «ιδεολόγοι» από τους προσφυγοπατέρες, και το όνειρο του μεγάλου γυρισμού κατέπεσε σε «δημοκοπία», αφού «αι ονειροπολήσεις απεδείχθησαν απατηλαί ως γοητευτικός αντικατοπτρισμός της ερήμου», κατά την εφημερίδα Προσφυγικός Κόσμος, κατανοώντας το αμετάκλητο της καταστροφής, επισημοποιημένο και ως πολιτική συμφωνία, αναζήτησαν στις παράγκες του Ταύρου, στα σφαγεία, μια καλύτερη τύχη. (Τραγικό και οξύμωρο).
«Είμαι απ’ το Ρέθυμνο», μας είπε ο καπετάνιος, σε άπταιστα ελληνικά, παρότι τρίτης γενιάς «ανταλλάξιμος» κι αυτός, που μας έφερε στο Αϊβαλί. Από την Κρήτη κι ένας άλλος που προσπαθούσε να μας βοηθήσει.

«Εγώ από μικρός τ’ αγαπούσα τα γράμματα κι από την άλλη ζούσα και πορευόμουν μόνο με την καρδιά μου. Τι τ’ όφελος; Πάντα μού στάθηκε ένα ακονισμένο μαχαίρι που δε βγήκε απ’ το θηκάρι του. Κι αν βγήκε καμιά φορά, έγινε για να καρφωθεί στην καρδιά μου», ξαναγυρνάω στον Μυριβήλη, κατά κόσμον Στρατή Σταματόπουλο από τη Συκαμνιά (ή Μορέα), όπως ονοματίζει συχνά τον τόπο του, που δανείστηκε το ψευδώνυμό του από την κορυφή «Μεροβίγλι/Μυριβίλι» του όρους Λεπέτυμνου. «Δε βλέπεις τους γραμματισμένους! Απ’ αυτούς βγαίνει η συμφορά του Γένους. Αυτοί σπεκουλάρουν τα χτήματα της Ανταλλαγής, αυτοί υπογράφουν τις ψεύτικες δηλώσεις… Αυτοί βρήκαν και τούτη την άτιμη λέξη “ανταλλαγή”. –Τι ανταλλάζεις μωρέ; Τον Τούρκο με τον Έλληνα αλλάζεις, κεφάλι με κεφάλι, σαν τραγί με τραγί; Την ψυχή ανταλλάζεις με τις μετοχές και με τους παράδες; Τους τάφους τους ιερούς, το σπίτι μου με την κληματαριά στην αυλή, τα βιβλία μου με τα σημάδια, το στασίδι που γυαλίζει το ξύλο στους αγκώνες του μακαρίτη πατέρα μου, δύο χιλιάδων ετών Ελλάδα και πολιτισμό, ανταλλάζονται;»

Συχνά το βάρος συσχετισμών και πορισμάτων πέφτει στον αναγνώστη. Στον συγγραφέα απλά η ευθύνη κατάθεσης ψυχής. Και μέρες που ’ναι, οι καταθέσεις παραμένουν επισφαλείς. Έστω κι έξω απ’ τις τράπεζες.

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

O Ρουπακιώτης δήλωσε «πλήρης» σαν την Αγελαδίτσα της ΦΑΓΕ...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

Τι είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος; / Ο άνθρωπος τι είναι, Ποιος  /  να το ξέρει τάχα;  /  Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι  /  ξέρω την τιμή του μονάχα.
(Μπ. Μπρεχτ, Η μπαλάντα  του έμπορα, μετ. Μάριος Πλωρίτης)

Λογικά θα πρέπει το ίδιο πλήρης να αισθάνεται κι ο Μανιτάκης. Ως συνταγματολόγος. Και ως άνθρωπος. Που ξέρει, δεν μιλά και δεν υπογράφει. Πάντα βρίσκεται κάποιος διαθέσιμος να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Αν και καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή στις μέρες μας. (Δείτε κι αυτούς στον «Βήμα FM», ή στο μικρό Mega). Άλλωστε ακόμα και ο σφουγγοκωλάριος, στα χρόνια του Βυζαντίου, ήταν αξίωμα. (Εξαρτάται βέβαια και από τους κώλους).

Επομένως εύστοχη η απάντηση Ρουπακιώτη στο ερώτημα «αν αισθάνεται αδειασμένος;». (Για την ιστορία, ακόμα τότε έπαιζε(;) το επίσης «αδιαπραγμάτευτο» αντιρατσιστικό). Πάντως το άδειασμα προϋποθέτει περιεχόμενο. Να υπάρχει δηλαδή κάτι ν’ αδειάσεις. Κι απ’ ό,τι φαίνεται η γνωστή Συντροφιά Ενισχυμένης Ευθύνης και Περιορισμένης Αξιοπρέπειας φαίνεται εθισμένη στο άδειασμα εν κενώ.
Και το χειρότερο είναι, πως το απολαμβάνουν κιόλας: από τον Τσούκαλη (να πώς γίνεται κανείς αστέρας, γιατί τ’ αστέρια γίνονται δεν γεννιούνται), μέχρι τον εξαφανισμένο Χατζησωκράτη. Μόνο ο Μαργαρίτης ήταν σαν κλαμμένο χέλι προχτές. Προφανώς τού ανέτρεψε τον ισορροπημένο ψυχισμό η παράταση της εκκρεμότητας των απολύσεων στη ΕΡΤ. Άντε να βρεις τώρα 2.650 επίορκους… Είχαν θαμπώσει και τα γυαλιά του, κι όλο τα σκούπιζε. Η γνωστή αμηχανία του δήμιου λίγο πριν κλωτσήσει το σκαμνάκι. Όχι για το ρόγχο του μελλοθάνατου, αλλά από φόβο μη στραπατσάρει το μοκασίνι.

Κρίμα μόνο που δεν ζει ο Καρυωτάκης γιατί σύμφωνα με τα κριτήρια Μανιτάκη θα πληρούσε τις προϋποθέσεις απόλυσης, ως επίορκος: Καθώς το 1928, επειδή συγκρούστηκε με τον προϊστάμενό του υπουργό Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως Μιχάλη Κύρκο, (πατέρα του δικού μας Λεωνίδα), μετατέθηκε εκδικητικά στην Πάτρα. Ως πράξη αντίδρασης ο ποιητής έδωσε σε αντιπολιτευόμενη εφημερίδα έγγραφα κακοδιοίκησης της υπηρεσίας του. Οπότε ο υπουργός τον μετέθεσε στην Πρέβεζα «τη θλιβερότερη επαρχία του θλιβερότερου τόπου του κόσμου, που είναι η Ελλάς», κατά τη διαχρονική διαπίστωση Καρυωτάκη.

Το ίδιο «πλήρης» αισθάνεται κι ο Σαμαράς, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ερμηνεύει ακόμα και τη βούληση του Προέδρου του ΣτΕ. Βιάζονται να ξεμπερδέψουν με τους εργαζόμενους της ΕΡΤ. Για να πάνε ήσυχοι διακοπές. Κι ο Στουρνάρας στη Σύρο για τένις. Να ξελαμπικάρει και το μυαλό του.

Από τις 21.12.2012 είχαμε προβλέψει πως μπορεί να μη καταστράφηκε ο πλανήτης, αλλά η χώρα μας μπορεί βάσιμα να ελπίζει στην τριανδρία. Τουλάχιστον αυτοί που τους ψήφισαν. Και εξακολουθούν να τους χαίρονται. Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουμε μοιρολατρικά να απολαμβάνουμε τις τραγικές συνέπειες μιας φάρσας που εκτυλίσσεται μεθοδικά στη χειρότερη τραγωδία. Τέτοια η απόγνωση που φορές αναρωτιέμαι αν είναι προτιμότερο να προστεθούμε στα στατιστικά των αυτοκτονιών, ή να ελπίσουμε σε βαριά αρρώστια; Άλλωστε ακόμα κι ο Τσίπρας στο Σύνταγμα, κάπως έτσι μας προετοίμασε για τα επόμενα δύσκολα που θα συνεχίσουν νά ’ρχονται, αλλά εμείς με το βλέμμα στον ύψιστο να περιμένουμε την εκ θεού σωτηρία, βέβαιοι για την τελική νίκη. (Όπως το μαρτυρά και η παράδοση της Αριστεράς.
Που αντιμετωπίζει νικηφόρα τους αγώνες της εργατικής τάξης και τις τρικλοποδιές τού αντιπάλου). Ένα είδος «επαναστατικής μοιρολατρίας», ή «μεταφυσικής της αυταπάτης»; Και για να το διατυπώσουμε και επιστημονικά, ο Υποκειμενικός Ιδεαλισμός μας εδράζεται στον Πολιτικό μας Αυτοσχεδιασμό; Με άλλα λόγια εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο θείο γιατί όπως έλεγε κι ο Τζορτζ Μπέρκλεϊ (που ήταν και ο κύριος εκφραστής του υποκειμενικού ιδεαλισμού) «ο κόσμος προέρχεται από τις παραστάσεις του θεού, γι’ αυτό και η τάξη των φυσικών νόμων (σ.σ. ενδεχομένως και οι πολιτικοί σχεδιασμοί) παραμένουν θεόπνευστοι»;
Η θεία φώτιση στο δρόμο της ανατροπής, ή έστω της συνδιαχείρισης. Γιατί «ο θεός είναι μεγάλος», «έχει ο θεός», «μπαμπά μη τρέχεις», κι άλλα παρόμοια πρωτότυπα που ακούγονται συνήθως στις συγκεντρώσεις, κατά το γνωστό «Πάλι συνθήματα/ νέοι αγώνες». Ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις φαίνεται πως υποχωρούν στην αναλλοίωτη αισθητική του μπαλκονιού.

Η στήλη υποκλίνεται στην επάρκεια όλων εκείνων που επί χρόνια μπορούν ακατάπαυστα να μιλούν από κανάλι σε κανάλι, ραδιόφωνα, συγκεντρώσεις, συνέδρια –πάντα σε ώρες αιχμής–, δίχως την αγωνία προετοιμασίας, ή το χρόνο περισυλλογής. Όπως και σ’ αυτούς που γελούν ασταμάτητα, καλή ώρα ο Τσέκερης από τις συχνότητες του Κόκκινου που ξεκαρδίζεται καθημερινά. Ίσως γιατί «του ανεβάζουν συνέχεια το χαλί». Θα βάζουν κάτι στο χαλί. Μπορεί νά ’ναι μαγικό, σαν του Ισνογούντ. Μπορεί να διαβλέπει πράγματα που αγνοούμε.

Ασφαλώς ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο αντίδρασης, συμπεριφοράς, πορείας. Για παράδειγμα η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941) την μεν Πηνελόπη Δέλτα, προγιαγιά του πρωθυπουργού, οδήγησε σε αυτοκτονία, τον 17χρονο Κουλουφάκο μαζί με τους Βλάση Αποστολέρη και Ιουλία Γαννουρή στην ίδρυση αντιστασιακής οργάνωσης «Αδούλωτοι Έλληνες», τους Γλέζο και Σάντα στην Ακρόπολη, και τη Γερμανική Σχολή, μόλις προχτές, στη βράβευση αποφοίτων της στη διάρκεια της Κατοχής. Ίσως γιατί είχαν το σθένος να συνεχίζουν να φοιτούν ακόμα και μετά την είσοδο των Ναζί. Τους τότε αποφοίτους τίμησαν η Άννα Φιλίνη, Φρόσω Κιάου, η γνωστή Ντόρα, και ο Π. Πικραμένος, ο μόνος ίσως που λόγω ονόματος ταίριαζε στη σεμνή τελετή.
Απ’ την άλλη ο Σαμαράς μάλλον προσανατολίζεται να αυτοκτονήσει κατά την έξοδο των Γερμανών.


Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Γιατί πάντοτε τα πράγματα πάνε από την πιο ανώδυνη οδό, όπως το νερό ρέει στην πιο εύκολη κοίτη...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την εποχη...

«Θέλω τη σημαία μου καλοσιδερωμένη, τον καφέ μου ελληνικό και τον Σουλεϊμάν μου Μεγαλοπρεπή»
(Από τοίχο στα Χανιά)

Χούντα είναι να κουβαλάς εκβιαστικά κυριακάτικα 11 το πρωί με 3 το μεσημέρι, στο Μαράσλειο, και δίχως καμιά αποζημίωση, που θα ’πρεπε να ’ναι και προσαυξημένη κατά 75%, διευθυντές και καθηγητές των Πειραματικών Γυμνασίων–Λυκείων της χώρας, για να ακούσουν (τις συνήθως κοινότοπες) οδηγίες περί του νέου τρόπου εισαγωγής των μαθητών. (Που θα μπορούσαν να αποσταλούν και ηλεκτρονικά. Αφού «λεφτά δεν υπάρχουν»). Αλλά υπάρχουν υποτελείς. Και διαθέσιμοι. Επειδή ακριβώς είμαστε μόνοι. Εκατομμύρια, αλλά μονάδες απελπιστικά μόνες. Και το ξέρουν).
Και είναι μεγαλύτερη χούντα ότι πολλοί θα γελάσουν ειρωνικά με την προσαύξηση του 75%, αντιτάσσοντας τη γενικευμένη ανεργία. (Αφού έγινε λαϊκή συνείδηση η καταστροφική ισοπέδωση, και η ισοπέδωση της καταστροφής μας). Διαχωριστικές που δεν μπορέσαμε όχι απλώς να αποτρέψουμε, αλλά ούτε καν να περιορίσουμε. Προσθέτοντας ακόμα μία στις πολλές ήττες του κινήματος και της Αριστεράς. Που όπως δίδαξε το ΚΚΕ –κι εφαρμόζουν διακομματικά οι επίγονοι– θα μεγαλουργήσει μόνον όταν πάρει την εξουσία.
Μέχρι τότε «λούφα και παραλλαγή».
…Και φιλανθρωπίες, στον ατέλειωτο διαγκωνισμό ελεημοσύνης που θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο με τους προσκόπους, που για να δέσουν πολλούς κόμπους καλών πράξεων στο μαντίλι τους, πέρναγαν και ξαναπέρναγαν με το ζόρι, απ’ τον ίδιο δρόμο, την ίδια γριά. Έτσι μαλλιοτραβιούνται οι ομάδες, οι παρατάξεις, τα κόμματα, βάζοντας στη μέση τον άτυχο που πρόκειται να ελεηθεί. Ξεχνώντας πως όπου περισσεύει συμπόνια, λύπηση, έλεος, υπάρχει έλλειμμα δημοκρατίας, έλλειμμα πολιτικών δικαιωμάτων και έλλειμμα κοινωνικών κατακτήσεων. Κι αντίστοιχων υποχρεώσεων του κράτους. (Διαφορετικά, θα αρκούμαστε στην ευαισθησία της Μαριάννας Βαρδινογιάννη).
Αντί λοιπόν να στείλουμε τον Λοβέρδο στον εισαγγελέα για τη διάλυση του ΕΣΥ, ή τη Διαμαντοπούλου για το όργιο των σχολικών βιβλίων, θα τους επιβραβεύουμε ως αρχηγούς κομμάτων και σωτήρες του έθνους. Και θα αναθέτουμε τις εξετάσεις ούρων στον Πορτοσάλτε. (Ήδη ο Sky από την περασμένη Κυριακή ξεκίνησε, κι αυτός, ιατρικές εκπομπές με το σύνθημα: «Όπου κλείνει ένα νοσοκομείο ανοίγει μια τηλεόραση».
…Και αφισοκόλληση: «Κάτω τα χέρια από τις συλλογικές συμβάσεις». Είπε το ΠΑΜΕ. Κι αυτοί τα κατέβασαν. Όχι τα χέρια, αλλά τις συμβάσεις. Που θα ανεβάσει –οσονούπω– η Αριστερά, με το θεληματικό πιγούνι, το μισόκλειστο-μισαγριεμένο βλέμμα και τον ολίγο σνομπέ λόγο. (Κάτι σε «βαρύς με ολίγη»). Μετά θα ξαναπαραδώσει τα όπλα. Στη Βάρκιζα.
Ενώ οι άλλοι, με τη φόρα που πήραν, σε λίγο θα μαντρώνουν μαθητές και καθηγητές στο Παναθηναϊκό Στάδιο για να επευφημήσουν τον Σαμαρά. Όπως επί χούντας. Μόνο που δεν θα υπάρχει πια ο δικός μας Χρήστος Ηλιόπουλος να τρέχει μαζί με άλλους συνομηλίκους του για να ξεσηκώνουν τον μαθητόκοσμο ενάντια στον δικτάτορα. Τόσες οι «ζητωκραυγές» αντίστασης τότε, ώστε ο Παπαδόπουλος δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει λέξη περιοριζόμενος στην αόριστη απειλή «αφού δεν μπορούν να σας σταματήσουν οι καθηγητές σας, θα σας μαντρώσω εγώ», που χρόνια μετά, στο Πολυτεχνείο, προσπάθησε να κάνει πράξη.
Τελικά, ποιο είναι το χειρότερο για έναν πρωθυπουργό; Να απαντά σε αγενή/ασεβή ενικό, στη σε δεύτερο πληθυντικό επιστολή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, ή να αποκαλεί «λαθραίους» ανθρώπους που βρέθηκαν στη χώρα μας χωρίς χαρτιά; Και να το προσπερνάμε ως αυτονόητο, εθισμένοι στην κατοχυρωμένη δημοσιογραφικά, πολιτικά, κοινωνικά, ορολογία του «λαθραίου» ανθρώπου σαν να πρόκειται για ένα αδασμολόγητο πακέτο τσιγάρων. Περνώντας από το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου στο «λάθρα» του Σαμαρά και των ομοίων του.
Εμπαίζοντας ακόμα και με τους θεσμούς, πλειοδοτώντας σε δημοκρατικές κορώνες και καμιά δεκαριά αντιρατσιστικά, ξεχνώντας πως ο σεβασμός στον άλλο δεν νομοθετείται με διατάγματα, αλλά καλλιεργείται μέσα από τα γράμματα και την τέχνη. Αλλά ποιοι θα μιλήσουν για πολιτισμό, όταν ακόμα και την ελληνική εκπροσώπηση, στη Μασσαλία-πολιτιστική πρωτεύουσα, τη συναρτούν με τον κομματικό περίγυρο του ποιητή-συμβούλου του Σαμαρά; Και με τους ανθρώπους τού Λαμπράκη και του Μεγάρου του. Άλλωστε, τι να περιμένεις από έναν Τζαβάρα που προικοδοτήθηκε με το αποδεκατισμένο Πολιτισμού(;) χάρη στις περγαμηνές των εξεταστικών για Siemens και Βατοπέδι!
«Η έξαρση της Χρυσής Αυγής, τα φασιστικά μοντέλα, η βία της ακροδεξιάς, είναι προϊόντα αυτής της πολιτικής», συνεχίζουμε για τρίτη βδομάδα τη συζήτηση με τον Νάνο Βαλαωρίτη: «Γι’ αυτό οι πολιτικοί έχουν στο περιθώριο την τέχνη. Γιατί δεν τους υπηρετεί όπως θα θέλανε, και αυτό το βλέπει κανείς σε όλες τις χώρες, πώς υποβαθμίζουν τα κονδύλια για τα γράμματα, τις τέχνες, τα βιβλία και περιορίζονται σε μια στενά δική τους ομάδα προθύμων… Δεν είναι τυχαίο που οι φωνές συμπαράστασης στη χώρα μας προέρχονται μόνο από κύκλους πνευματικούς, καλλιτεχνικούς, διανοούμενους, πανεπιστημιακούς…
Σε αντίθεση με τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ, που μας προστάζουν και μας φοβερίζουν. Δεν είναι μέθοδοι φασιστικές; Δεν είναι βία; Είναι μια βία που θα τη ζήλευε ο Γκαίμπελς. Αν μπορούσε ο Γκαίμπελς να κάνει αυτά που κάνουν αυτοί μέσα σε δέκα λεπτά, θα είχε κατακτήσει όλη την Ευρώπη, πριν καν μπούνε οι στρατοί. Ας μη μου λένε ότι είναι οι άψογοι δημοκράτες οι Γερμανοί και εμείς είμαστε οι ατίθασοι και οπισθοχωρημένοι αναρχικοί, τεμπέληδες και άχρηστοι και τα λοιπά… Διότι αυτά θα τους έρθουν μπούμερανγκ τελικά. Γιατί αν κάνεις ένα πόλεμο και δε βλέπεις, ο ίδιος, ποια θα είναι η έκβασή του, τελικά πέφτεις στην παγίδα την οποία έχεις στήσει.»

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Ρώμη Κωνσταντινούπολη Λονδίνο...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Εκποίηση
εγγυημένα / ερίφια Αυλίδος / «Ιφιγένεια»
Χάρης Μελιτάς

Κανείς εκπαιδευτικός δεν δικαιούται να παίζει με το μέλλον του Φώτη Κουβέλη και των παιδιών του. Που κάνει τα πάντα για να τα εξασφαλίσει, την ώρα που αφανίζει –ως Ηρώδης– ολόκληρη γενιά των δικών μας.
«Λυπηρό απομεινάρι ενός σημαντικού εγχειρήματος» (του ευρωκομμουνισμού) χαρακτήρισε τη ΔΗΜΑΡ ο ιστορικός και δάσκαλός μου –τίτλος τιμής– Σπύρος Ασδραχάς. (Η Αυγή 28.4.2013). Για τον Κουβέλη τιμή είναι ο Σαμαράς κι ο Βενιζέλος: «Καθένας με τη βρώμα του μαντάμ. Εσείς με τη δική σας κι εμείς με τη δικιά μας», έλεγε ο παπατζής-Νίκος Φέρμας στη «Χαρτοπαίχτρα» του Δημήτρη Ψαθά.

Υποχρεωμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους (μας) το έργο (τους), είναι αποφασισμένοι να πατήσουν επί πολλών πτωμάτων. Άλλωστε, το έγκλημα όταν στρέφεται κατά πάντων μεταπίπτει σε μαζική καταστροφή. Και αμβλύνεται, μαζί με τις ατομικές ενοχές που χάνονται στη συλλογική ανωνυμία, εξασφαλίζοντας το ατιμώρητο. Θυμηθείτε τους Ναζί.

Ενώ διασφαλίζουν την εξοικείωση, τον εθισμό των θυμάτων. Και το διαρκή φόβο για τα χειρότερα που έπονται. Τόσα τα εγκλήματα την τελευταία 15ετία –βέβαιοι πως καμιά Νυρεμβέργη δεν θα υπάρξει στο μέλλον– που σχεδόν αμνηστεύονται στη συνείδησή μας. Αποτελούν φυσική εξέλιξη του βίου, αδήριτα συνδεδεμένα με την υπόσταση του σύγχρονου ανθρώπου.
Που πλέον δασκαλεμένος απ’ τους διώκτες, λησμονώντας για λίγο την τραγικότητα της μοίρας του, αυταπατάται ως τιμωρός σ’ ένα ριάλιτι, μνησίκακος απέναντι στον επικίνδυνο αντίπαλο της τηλεοπτικής Κουζίνας, χαιρέκακος στο πάθημα του διπλανού, αδιάφορος στα βασανιστήρια των ελληνικών Γκουαντάναμο, άτεγκτος με τους «λαθραίους» της νόμιμης(;) κ. Ρουπακιώτη; πολιτείας: Χοντρά χαρτόνια που υπήρξαν τοίχοι, στρώματα, σακούλες πλαστικές, ό,τι, ό,τι μπορεί να μολύνει την πόλη.
Λένε οι Αρχές. Και εποπτεύουν περήφανα το έργο. Μακριά –με τη δέουσα αστυνομική συνοδεία– μια ομάδα άστεγων απομακρύνεται. Άνθρωποι που τους ονόμασε ο εικοστός πρώτος αιώνας, λαθραίους. Και επαίρεται για τη νομιμότητα, νίπτοντας τα παχουλά του χέρια. (Ιουλίτα Ηλιοπούλου, «Το Σπίτι»).

Τόση η υποταγή μας ώστε συσκοτισμένοι και σκοτισμένοι υπο-κύπτουμε, δηλαδή σκύβουμε, τρώμε χώμα σε απλά ελληνικά, και ξαναψηφίζουμε τον εγκληματία πολιτικό. Προσφέροντάς του περίσσιο θράσος, την ευχέρεια μελλοντικών εγκλημάτων, και κάποιες ώρες διδασκαλίας στο Χάρβαρντ. Άλλωστε την όλη μεθοδικότητα στο σερβιρισμένο μνημόνιο, την ακριβή δοσολογία, παραποίηση, ασάφεια, υπαναχώρηση, συναλλαγή, εναλλαγή απειλών/τρομοκρατίας, θα τη ζήλευε και ο εκλεκτός του Φύρερ, Κεδίκογλου.

Όλοι αυτοί αν δεν ήταν πολιτικοί, θα μεγαλουργούσαν ως σερβιτόροι. Αλλά και ερμηνευτές καρατερίστες στον κινηματογράφο: ο Κουβέλης σε ρόλους Δημήτρη Καλιβωκκά (ως ξενέρωτος υιός του εφοπλιστή Χατζησταύρου –μ’ εκείνο το γλυκερό «buuuuuuuy» στο Μια τρελή τρελή οικογένεια), ο Δένδιας, με κείνο το βοϊδίσιο, να φέρνει στο αποσβολωμένο του Παπαγιαννόπουλου «χούφτωστην χούφτωστην γερομπισκίκη»…. Κι ο Ρουπακιώτης να ντουμπλάρει τη Βουγιουκλάκη στη «μουσίτσα». Ενώ απ’ τις κυβερνητικές κόπιες θα εξάνιζαν το «Υπάρχει και φιλότιμο».

Πάντως για να ’ναι στρατευμένοι προχώρησαν αμέσως, δίχως δισταγμό (δηλ. αδίστακτοι), σε επιστράτευση.
Προσπαθώντας τα καταλάβουμε, ή να ξεχαστούμε για ν’ αντέξουμε, (σ.σ. εδώ μας διαφεύγει το αντικείμενο, δηλ. «το τι ν’ αντέξουμε», κάνουμε συσχετισμούς με το μπάσκετ ας πούμε: για το πώς μπορείς να γυρίσεις την ιστορία κι από 19 πόντους πίσω, καταδικασμένος σε βαριά ήττα, να στέφεσαι πρωταθλητής στην Πόλη. Να ξεκινάς με μείον 17 στο Λονδίνο και να πετάς στα σκουπίδια μια βασίλισσα. Πράγματα είναι απλά, που πάλευε να πλασάρει σαν θεόπνευστα ο γραφικός αθλητικός ρεπόρτερ. «Ήμασταν καλά διαβασμένοι», του απάντησε ξερά ο Πρίντεζης: «ξέραμε το παιχνίδι που παίζει η Ρεάλ, είχαμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και μετά το πρώτο δεκάλεπτο είπαμε πως θα κατεβούμε στο παρκέ να τους [γαμήσουμε]». (Στους παίκτες του Ολυμπιακού άρκεσε ένα 10λεπτο. Εμείς 3 χρόνια κι ακόμα δεν αποφασίσαμε να τους μιμηθούμε.)

Άλλος τρόπος για ν’ αντέξεις είναι να καταφύγεις στ’ άστρα, τουλάχιστον για ένα καλύτερο μέλλον. (Κι εδώ εντοπίζεται μια ουσιώδης παράλειψη της νέας διεύθυνσης του Κόκκινου: η αστρολόγος). Εδώ κώλωσαν; Τόσα αντέγραψαν απ’ το σύστημα: ακόμα και το ξεθάψιμο του Νικήτα Κακλαμάνη, που παίζει σ’ όλα τα κανάλια και σε όλες τις ζώνες.
Μέχρι και στο Κόκκινο! Χαριεντιζόταν με τον Σκουρλέτη, προνομιακός συνομιλητής του Αρβανίτη, ο Ομέρ Πριόνης, του καταχρεωμένου δήμου που μετέτρεψε όλες τις πλατείες και τους πεζόδρομους σε πάρκιν, –έργο που επάξια συνεχίζει ο Καμίνης–, που περίμενε τις εκλογές για να πλύνει άπαξ τα σκατά στα Εξάρχεια, που ανατίναξε ως τηλεοπτικό σόου το ρημάδι της Βερανζέρου, που χρειάστηκε παρέμβαση του Mega για να ξεβουλώσουν (προσωρινά) οι αποχετεύσεις των σαπισμένων κτιρίων της Μενάνδρου, που μας βεβαίωνε πως οι φωτιές της Ηλείας ήταν έργο αναρχικών των Εξαρχείων…
Η διαίσθηση μιας χαρτορίχτρας είναι απαραίτητη στη σημερινή και μελλοντική πορεία της αριστεράς, καθοδηγητική, υποστηρικτική στην αναγέννηση της χαμένης ελπίδας. Αλλά και χρήσιμα στα πρακτικά, όπως για παράδειγμα, στον Μανδραγόρα, που μας χρωστούν απ’ το Δεκέμβριο του 2012 το πρώην Πολιτισμού, (γιατί τι να την κάνεις σήμερα την τέχνη), και από το 2011 το νυν Παιδείας (άχρηστη κι αυτή αν είναι να σέρνουμε καροτσάκια στα σκραπατζίδικα του Βοτανικού και του Ελαιώνα).
Από το να μας εμπαίζει λοιπόν το ανυπόληπτο κράτος, καλύτερα ν’ ακούγαμε κάθε πρωί προβλέψεις για το άναδρομο του Ερμή. Ώστε να ξέρουμε αν πρέπει να απελπιστούμε, οι υπάκουοι υπήκοοι, ή να δώσουμε πίστη στον Τζαβάρα.
Κι η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια, που την ανακαλύπτεις ύστερα από χρόνια,/ όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα, λέει ένας στίχος του Λειβαδίτη.
Η πολιτική, άραγε;

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οι επίορκοι...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...

στον Φώτη Κουβέλη

1949 μ.Χ.

Τη νύχτα εκείνη που τραυματίστηκα / η επανάσταση πέρναγε / τις πιο κρίσιμες ώρες της. / Ο εχθρός προχωρούσε, / είχαμε ανάγκη από στρατό, / δεν έπρεπε να πεθάνω. Δέχτηκα, λοιπόν, / να μου αλλάξουν το κεφάλι, / που ήταν κόσκινο απ’ τις σφαίρες, / μ’ ένα σιδερένιο / που μου το βίδωσε στους ώμους / ένας ψηλός ξερακιανός γιατρός, / που επαναλάμβανε αδιάκοπα: / «Θαυμάσια, όλα πάνε θαυμάσια». / Τ’ άλλο πρωί ξανάφυγα / για τη μονάδα μου.

Βέβαια όπως είναι γνωστό, / οι προδοσίες και τα λάθη / τσάκισαν την επανάσταση.
Τάσος Λειβαδίτης

«Oλα πά­νε θαυ­μά­σια» δια­κη­ρύτ­τουν οι ε­πίορ­κοι α­πο­στά­τες της τά­ξης, των ι­δεών, της ι­δε­ο­λο­γίας, της ι­στο­ρίας τους, α­σφα­λείς α­πό τη­λε­ο­ρά­σεως. Για­τί δί­πλα στον κό­σμο, ποιος να τολ­μή­σει να βρε­θεί α­ντι­μέ­τω­πος; Κι ας νιώ­θου­με, και το ξέ­ρουν, κομ­μέ­να τα πό­δια και λυ­γι­σμέ­νη την ψυ­χή μας.
Για­τί μό­νο οι πω­ρω­μέ­νοι α­ντέ­χουν. Και οι συ­ναλ­λασ­σό­με­νοι. Που κερ­δί­ζουν. Κα­θώς ο πό­νος –α­κό­μα και συλ­λο­γι­κός, α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια κερ­δο­σκο­πίας σε ε­πι­χει­ρη­μα­τίες, πο­λι­τι­κούς, κα­θη­με­ρι­νούς αν­θρώ­πους που ο­σμί­ζο­νται πτώ­μα κι αρ­πά­ζουν την ευ­και­ρία.
Οι νε­κροί άλ­λω­στε πα­ρα­μέ­νουν, ι­στο­ρι­κά, μια ε­πι­κερ­δής ε­πι­χεί­ρη­ση. Από το λοι­μό στην Αρχαία Αθή­να –με θύ­μα α­κό­μα και τον η­γέ­της της Πε­ρι­κλή–, ε­ξέ­λι­ξη που συ­νέ­βα­λε στην τε­λι­κή έκ­βα­ση του Πε­λο­πον­νη­σια­κού πο­λέ­μου και στο τέ­λος της Αθη­ναϊκής κυ­ριαρ­χίας στη Με­σό­γειο, μέ­χρι την πα­λιό­τε­ρη (και πρό­σφα­τη) γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή, την κα­τάρ­ρευ­ση της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης ή τη δι­κτα­το­ρία του ’67, α­πο­δει­κνύε­ται πως σε έ­κνο­μες πε­ριό­δους το συλ­λο­γι­κό δρά­μα δεν ε­μπο­δί­ζει τους προ­σω­πι­κούς σχε­δια­σμούς και τις α­το­μι­κές βλέ­ψεις.

Και δεν εν­νοώ μο­νά­χα τους γερ­μα­νο­ντυ­μέ­νους, τους Μπου­ρα­ντά­δες –πού ’γι­ναν α­ντι­πρό­ε­δροι στο ΠΑ­ΣΟ­Κ, κι οι α­πό­γο­νοί τους κα­μά­ρια του Δέν­δια–, τους μαυ­ρα­γο­ρί­τες, τα νέα τζά­κια, α­π’ ό­που προέ­κυ­ψαν κα­να­λάρ­χες, κα­τα­σκευα­στι­κές, διοι­κη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, ι­διο­κτή­τες ο­μά­δων, με­γα­λο­ερ­γο­λά­βοι: το έ­πος (οι­κο­δο­μι­κό, α­θλη­τι­κό, α­να­πτυ­ξια­κό, οι­κο­νο­μι­κό) των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων –τα ’λε­γε ο Μαν­δρα­γό­ρας ο Τό­τσι­κας, ο Σκλα­βού­νος, ο Κλαυ­δια­νός, ο Μπουρ­νά­ζος, ο Σιαπ­κί­δης, ο Σα­ρη­γιάν­νης, η Γκουρ­τσο­γιάν­νη, ο Λιε­ρός, η Ια­τρί­δου, τον Σε­πτέμ­βριο του ’97, αλ­λά ποιος τα ά­κου­γε;

Δεν εν­νοώ μο­νά­χα τους με­γι­στά­νες αι­θέ­ρων, πε­τρε­λαίων και τρα­πε­ζών. Άλλω­στε κά­θε κα­θε­στώς –α­πό τον Πα­πα­δό­που­λο μέ­χρι τον Σα­μα­ρά– πα­ρα­μέ­νει δε­λε­α­στι­κό γι’ αυ­τούς που «ελ­πί­ζουν να τη βο­λέ­ψουν»: Από κεί­νο το βι­βλια­ρά­κι του ’70 με τις εκ­θέ­σεις μα­θη­τών στη Νό­τια Ιτα­λίας το «Εγώ ελ­πί­ζω να τη βο­λέ­ψω», ή το «τρού­πω­σα» του Βου­τσά, τα θλι­βε­ρά κι α­νώ­νυ­μα της ι­στο­ρίας που τρα­γου­δή­θη­καν για να ξορ­κι­στού­ν: με τα κο­ρί­τσια πού ’χαν πρώ­τα Γερ­μα­νούς/ τώ­ρα έ­χουν Εγγλε­ζά­κια με κο­ντά πα­ντε­λο­νά­κια/ κι α­πό πί­σω έ­να σύ­νταγ­μα Ινδούς, τη δω­σί­λο­γη λι­μου­ζί­να της Ελέ­νης Πα­πα­δά­κη, ή τους α­γνούς πα­τριώ­τες που κα­τέ­δω­σαν τον α­δερ­φό τους στη Γκε­στά­πο κι ύ­στε­ρα ξε­κί­νη­σε το ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κό τους θαύ­μα, ή με­γα­λούρ­γη­σαν στους αι­θέ­ρες που­λώ­ντας σ’ έ­να Γερ­μα­νό έ­να κι­λό μή­λα –αν ζού­σαν σή­με­ρα θα πού­λα­γαν φρά­ου­λες Μα­νω­λά­δας– ό­λα συ­νη­γο­ρούν στην ι­δέα του α­το­μι­κού συμ­φέ­ρο­ντος. Και των προ­τύ­πων που α­να­δει­κνύει. Για­τί στην ε­πι­τυ­χία, ή έ­στω την ε­πι­βίω­ση δεν υ­πάρ­χουν ό­ρια, φραγ­μοί. (Όπως και στην πο­λι­τι­κή).
Τα πά­ντα εί­ναι θε­μι­τά. Και δεν αρ­κεί να βρε­θείς α­πλώς α­πέ­να­ντι στο συλ­λο­γι­κό: ό­πως ας πού­με η δυ­να­μι­κή α­περ­γο­σπα­σία, οι σταυ­ρο­δο­σίες, οι νο­θείες, η πα­ρα­χά­ρα­ξη εκ μέ­ρους της ΠΑ­ΣΚΕ, αλ­λά ο­φεί­λεις να συ­γκρου­στείς λυσ­σα­λέα μα­ζί του (ό­πως συμ­βαί­νει με­τα­ξύ ο­πα­δών). Και δεν αρ­κεί να κερ­δί­σεις κά­τι ε­σύ, ό­σο να χά­σει ο άλ­λος: τη θέ­ση, τη ζωή, το κου­ρά­γιο του.

Τα θεω­ρού­με­να ως συλ­λο­γι­κά μορ­φώ­μα­τα δεν ή­ταν πα­ρά ά­θροι­σμα α­το­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων. Που α­κό­μα κι ως συλ­λο­γι­κό­τη­τες π.χ. «Πρα­σι­νο­φρου­ροί», δεν κρύ­βουν την α­το­μι­κό­τη­τα του βα­θύ­τε­ρου πό­θου τους: να βο­λευ­τούν οι ί­διοι, και τα παι­διά τους. Μο­νά­δες ε­πευ­φη­μού­σαν τον Πα­πα­δό­που­λο, μο­νά­δες σφίγ­γουν το χέ­ρι του Βε­νι­ζέ­λου, συ­νο­μι­λούν βυ­θι­σμέ­νοι στο εύ­ρος της σκέ­ψης του Ανδρου­λά­κη, ε­κτι­μούν το μει­λί­χιο γλυ­κα­νά­λα­το του Κου­βέ­λη.

Μο­νά­δες και τώ­ρα που οι κα­ρέ­κλες τρι­χο­το­μού­νται, μα­ζί με τις γκρί­νιες. Γι’ αυ­τό οι έ­ξι α­κό­μα θέ­σεις α­να­πλη­ρω­τών υ­πουρ­γών, για­τί πέ­ρα α­π’ την αί­γλη υ­πάρ­χει κι η μι­σθο­δο­σία. Το τι θα α­να­πλη­ρώ­νει; θα το βρού­νε. Εδώ βρή­καν τη μα­γι­κή λέ­ξη «ε­πίορ­κος». Και α­να­ζη­τούν τα πρό­σω­πα. (Όπως στο θε­α­τρι­κό έρ­γο).

Ή ό­πως στο α­νέκ­δο­το: πώς χω­ρούν σ’ έ­να α­θλη­τι­κό κέ­ντρο τρεις πρό­ε­δροι, δυο α­ντι­πρό­ε­δροι, κα­μιά δε­κα­ριά μέ­λη, δύο συ­ντο­νι­στές διευ­θυ­ντές –για­τί τι να σου κά­νει έ­νας μό­νος του; Αμάν έ­κα­νε να ο­ρι­στεί ο προ­ερ­χό­με­νος α­πό τη ΔΗ­ΜΑΡ Κώ­στας Πρί­φτης, και πα­ρά λί­γο να τον πα­ραι­τή­σουν.
Πά­λι κα­λά που βρή­καν μπό­σι­κο τον πρώην Λά­ος και νυν ΝΔ, Γιώρ­γο Ανα­το­λά­κη. Που με νω­πό το πλήγ­μα της Βου­λής, α­π’ την α­πώ­λεια της έ­δρας του, μό­λις που πρό­λα­βε να χα­ρεί τη θέ­ση Αντι­προέ­δρου (στο Ε­Α­ΚΝ Αγ. Κο­σμά), και τον πα­ραί­τη­σαν! Του­λά­χι­στον ας του βρουν μια θέ­ση στην Εθνι­κή Βι­βλιο­θή­κη. Που μπο­ρεί να μην πλη­ρώ­νει το ρεύ­μα και να κό­βουν το φως α­πό τις υ­πη­ρε­σίες της του ISBN στο κτί­ριο Κα­βά­λας & Σπύ­ρου Πά­τση, α­πό τις 13 Μαρ­τίου(!) αλ­λά έ­χει έ­να πρε­στίζ. Ιδίως αν εί­σαι πά­νω και κοι­τάς τους άλ­λους α­πό χα­μη­λά. Με συ­γκα­τά­βα­ση. Την ώ­ρα που σέρ­νο­νται.

Ανα­δρο­μι­κά α­πό 1.2.2013 α­νέ­λα­βε ε­πι­τέ­λους υ­πη­ρε­σία, και τις σχε­τι­κές α­μοι­βές: (30.000 ευ­ρώ το α­πλό μέ­λος, 215.000 ευ­ρώ η διευ­θύ­νου­σα σύμ­βου­λος και μό­λις 185.000 ευ­ρώ ο α­να­πλη­ρω­τής Διευ­θύ­νων Σύμ­βου­λος) η Επι­τρο­πή του Τα­μείου Χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής Στα­θε­ρό­τη­τας. Με ό­λο το σε­βα­σμό στον Στουρ­νά­ρα που τους διό­ρι­σε, α­να­ρω­τιέ­μαι για­τί η θη­τεία τους να λή­γει 30 Ιου­νίου 2017, έ­να και χρό­νο με­τά τις προ­βλε­πό­με­νες συ­νταγ­μα­τι­κά ε­κλο­γές; Πώς το ε­πέ­τρε­ψε ο θε­σμι­κός Κου­βέ­λης;

Αυ­τές οι ω­ραίες χει­ρο­νο­μίες του μέλ­λο­ντος που ί­σως κρύ­βουν έ­να τραυ­μα­τι­κό πα­ρελ­θόν.

Αλλά τέ­λος χρό­νου.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ας κλείσουμε επιτέλους τα μάτια κι ας πληκτρολογήσουμε μια ευτυχισμένη εικόνα...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...
Γι’ αυτό πυροβολείτε τους ποιητές / όπου τους βρίσκετε / είναι ικανοί να ταράξουν / τη γαλήνη του ύπνου σας
Κ.Κ.

Δε φα­ντα­ζό­μουν ό­τι στην Κο­μο­τη­νή, πα­ρό­τι και στο πα­ρελ­θόν έ­χω ζή­σει στην πό­λη α­νά­λο­γες ε­μπει­ρίες (χά­ρη στην Τζέ­νη Κα­τσα­ρή, τον συγ­γρα­φέα, με­τα­φρα­στή, συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χρή­στο Χαρ­το­μα­τσί­δη και τον άλ­λο­τε δή­μαρ­χο της πό­λης Τά­σο Βα­βα­τσι­κλή), θα συ­να­ντού­σα τό­σο ο­λο­ζώ­ντα­νη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή, πο­λύ­χρω­μη, πο­λύ­μορ­φη και γι’ αυ­τό μο­να­δι­κή ει­κό­να.

Αφορ­μή στά­θη­καν δυο βι­βλία των ποιη­τών Βλα­ντι­μίρ Μπο­για­ρί­νοβ και Μα­ξίμ Ζάμ­σε­β, προέ­δρου και α­ντι­προέ­δρου α­ντί­στοι­χα της Ένω­σης Ρώ­σων Συγ­γρα­φέων, και έ­να πα­λαιό­τε­ρο του Αζέ­ρου ποιη­τή Ελτσίν Ισγκε­ντερ­ζά­ντε, γεν­νη­μέ­νου στην πε­ριο­χή του Κα­ρα­μπάγ του Αζερ­μπαϊτζάν. Με πλή­θος ε­πι­στη­μο­νι­κών και λο­γο­τε­χνι­κών μο­νο­γρα­φιών στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με­τα­φρα­σμέ­να στις γλώσ­σες των χω­ρών της Κοι­νο­πο­λι­τείας Ανε­ξαρ­τή­των Κρα­τών (της πρώην ΕΣ­ΣΔ), αλ­λά και με­τα­φρά­σεις ξέ­νων έρ­γων στην Αζερ­μπαϊζα­νο­τουρ­κι­κή.

Δεν εί­ναι τυ­πι­κή η α­να­φο­ρά μου σή­με­ρα, αλ­λά τι­μη­τι­κή υ­πο­χρέω­ση και πα­ρά­δειγ­μα μί­μη­σης στον δια­πο­λι­τι­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα που ε­δώ και χρό­νια κα­τα­κτά συ­στη­μα­τι­κά η Ρο­δό­πη μέ­σα α­πό τον α­γώ­να και την κοι­νή δρά­ση του πο­λύ­φω­νου πλη­θυ­σμια­κού δυ­να­μι­κού της πε­ριο­χής. Ο πλη­θυ­σμός της Κο­μο­τη­νής –ε­ξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­γλωσ­σος για το μέ­γε­θός της– α­πο­τε­λεί­ται α­πό Έλλη­νες, α­πό­γο­νους προ­σφύ­γων α­πό τη Μι­κρά Ασία και την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη, Έλλη­νες Μειο­νο­τι­κούς (Τουρ­κό­φω­νους, Πο­μά­κους και Αθίγ­γα­νους, κυ­ρίως Μου­σουλ­μά­νους στο θρή­σκευ­μα) και α­πο­γό­νους Αρμε­νίων προ­σφύ­γων. Οι Τσιγ­γά­νοι μέ­νουν στον Ήφαι­στο (πα­λιά ο­νο­μα­σία: Καλ­κάτ­ζα), βο­ρειο­δυ­τι­κά της πό­λης και στην πε­ριο­χή Αλάν Κου­γιού (Αλάν­κιοϊ) γνω­στό και ως «Τε­νε­κέ Μα­χα­λά» μέ­σα στην Κο­μο­τη­νή. Την δε­κα­ε­τία του 1990 ε­γκα­τα­στά­θη­καν και πα­λιν­νο­στού­ντες ο­μο­γε­νείς α­πό χώ­ρες της πρώην ΕΣ­ΣΔ (κυ­ρίως Γεωρ­γία, Αρμε­νία, Ρω­σία, Ου­κρα­νία και Κα­ζακ­στάν).

Κι ε­νώ α­πό τη μια πλευ­ρά που υ­πάρ­χουν οι δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, κουλ­τού­ρες, πα­ρα­δό­σεις, προ­κύ­πτει ως α­νά­γκη η συ­νερ­γα­σία/συ­νύ­παρ­ξη/κοι­νή δρά­ση φο­ρέω­ν: το Δη­μο­κρί­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θρά­κης, πο­λι­τι­κών (ο βου­λευ­τής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ Ρο­δό­πης Αϊχάν Κα­ρά Γιου­σούφ), κοι­νω­νι­κών συλ­λό­γων (Πο­ντίων νο­μού Ρο­δό­πης), πο­λι­τι­στι­κών και καλ­λι­τε­χνι­κών ο­μά­δων (π.χ. η ο­μά­δα «Ανθρώ­πι­να», το πε­ριο­δι­κό insanca, και βέ­βαια η ε­φη­με­ρί­δα «Πα­ρα­τη­ρη­τής της Θρά­κης», με την πο­λύ­χρο­νη δυ­να­μι­κή πα­ρου­σία της Τζέ­νης Κα­τσα­ρή), αλ­λά και ι­διω­τών (ο φί­λος πρώην βου­λευ­τής του ΣΥΝ Μου­στα­φά Μου­στα­φά, η οι­κο­γέ­νεια του Κο­μο­τη­νέ­ου για­τρού και λο­γο­τέ­χνη Χα­σάν Αχμέ­τ, ο Ισί­δω­ρος Αμοι­ρί­δης, που γεν­νή­θη­κε και έ­ζη­σε μέ­χρι το 1992 στη Δη­μο­κρα­τία της Αρμε­νίας και εί­χε με τη Σου­ζά­να Γκιουρτ­ζί­δη την ευ­θύ­νη της ταυ­τό­χρο­νης με­τά­φρα­σης στη ρω­σι­κή), α­πό την άλ­λη, στα α­θη­ναϊκά κα­νά­λια και τις ει­δή­σεις προ­βάλ­λε­ται και καλ­λιερ­γεί­ται, κυ­ρίως εξ αι­τίας κυ­βερ­νη­τι­κών σχε­δια­σμών, η μι­σαλ­λο­δο­ξία και ο να­ζι­σμός. Ση­μά­δια εκ­πε­σμού ή α­πό­γνω­σης ε­νός συ­στή­μα­τος που πα­σχί­ζει έ­να­ντι ό­ποιου τι­μή­μα­τος να ε­πι­βιώ­σει; Επι­θα­νά­τιος ρόγ­χος ε­νός ε­πι­τέ­λους τέ­λους, ή με­θο­δι­κά λα­γού­μια των α­ρου­ραίων της ε­ξου­σίας που θα τα κα­τα­φέ­ρει και πά­λι να μας ε­γκλω­βί­σει;

Το Ιμα­ρέτ της Κο­μο­τη­νής (δηλ πτω­χο­κο­μείο στην τουρ­κι­κή) εί­ναι α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα σω­ζό­με­να ο­θω­μα­νι­κά μνη­μεία της Ευ­ρώ­πης, α­πό τα αρ­χαιό­τε­ρα δείγ­μα­τα ο­θω­μα­νι­κής αρ­χι­τε­κτο­νι­κής στη Θρά­κη. Χρο­νο­λο­γεί­ται με­τα­ξύ των αρ­χών της δε­κα­ε­τίας του 1360 και του τέ­λους του 14ου αιώ­να και χτί­στη­κε α­πό τον Οθω­μα­νό κα­τα­κτη­τή Γα­ζή Αχμέτ Εβρε­νό, κο­ντά στα α­να­το­λι­κά τεί­χη του βυ­ζα­ντι­νού κά­στρου των Κου­μουτ­ζη­νών (βυ­ζα­ντι­νή ο­νο­μα­σία της πό­λης που στα τουρ­κι­κά λέ­γε­ται Γκιου­μουλτ­ζί­να). Το Ιμα­ρέτ α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρεις χώ­ρους που δια­μορ­φώ­νουν στην κά­το­ψη το σχή­μα Τ (τύ­που ζα­βι­γέ) και εί­ναι κτι­σμέ­νο με τη βυ­ζα­ντι­νή τε­χνι­κή χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πλιν­θο­πε­ρί­κλει­στη τοι­χο­δο­μία, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των πρώι­μων ο­θω­μα­νι­κών κτι­σμά­των. Στη νό­τια πλευ­ρά μά­λι­στα του κτί­σμα­τος έ­χει α­να­κα­λυ­φθεί ε­ντοι­χι­σμέ­νο μαρ­μά­ρι­νο γυ­ναι­κείο κε­φά­λι ρω­μαϊκών χρό­νων.

Κο­ντά και το Γε­νί Τζα­μί (1585) (τουρκ. Νέο Τέ­με­νος) και τον Πύρ­γο του Ωρο­λο­γίου (1884), ε­πί­σης ο­θω­μα­νι­κά κτί­σμα­τα, βρί­σκο­νται τα μα­γα­ζιά της μειο­νό­τη­τας: σι­δε­ρά­δι­κα, στρα­γα­λά­δι­κα (λε­μπλιε­μπλιά), κα­φε­πω­λεία με ι­διαί­τε­ρα χαρ­μά­νια τούρ­κι­κου κα­φέ και πα­ρα­δο­σια­κά γλυ­κά: μα­λε­μπί και σουτ­ζούκ λου­κού­μ, που θεω­ρεί­ται α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό το­πι­κό έ­δε­σμα και πα­ρα­σκευά­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­πό τον Νε­ντίμ Με­μέτ σε έ­να λου­κου­μά­δι­κο της πό­λης. Άλλο­τε ε­βραϊκά μα­γα­ζιά μέ­χρι το ξε­κλή­ρι­σμα της ε­βραϊκής κοι­νό­τη­τας, κα­θώς του Ολο­καυ­τώ­μα­τος ε­πέ­ζη­σαν ο­κτώ ά­το­μα (!), με α­πο­τέ­λε­σμα το 1958 να δια­λυ­θεί η Ισρα­η­λί­τι­κη Κοι­νό­τη­τα λό­γω έλ­λει­ψης με­λών, και να κα­τε­δα­φι­στεί η Εβραϊκή συ­να­γω­γή το 1994, μο­λο­νό­τι δέ­κα χρό­νια πριν εί­χε κρι­θεί δια­τη­ρη­τέα!

Η ξε­νά­γη­ση θα συ­νε­χι­ζό­ταν για ώ­ρες α­πό τον ποιη­τή και συ­νερ­γά­τη του Μαν­δρα­γό­ρα Χά­ρη Μι­χα­λό­που­λο, κα­θη­γη­τή σή­με­ρα λα­τι­νι­κών στο Δη­μο­κρί­τειο, (α­π’ τον ο­ποίο έ­μα­θα και τη λέ­ξη βουλ­γο­ρο­γραμ­μέ­νος και το ρή­μα «βουλ­γα­ρο­γρά­φο­μαι»), αν δεν έ­φτα­νε η ώ­ρα της εκ­δή­λω­σης στην κα­τά­με­στη αί­θου­σα της Πε­ρι­φέ­ρειας.
Να ση­μειώ­σω, ε­πί­σης, την ξε­χω­ρι­στή α­παγ­γε­λία ποιη­μά­των στα ρω­σι­κά και ελ­λη­νι­κά (α­κού­στη­καν βε­βαίως και στα τουρ­κι­κά ποιή­μα­τα) α­πό τους φοι­τη­τές Βα­σί­λη Ανθι­μιά­δη, Ρα­φαέ­λα Για­πιτ­ζό­γλου, Αλί­σια Ντο­λέ­σο­βα, Ευ­θύ­μη Φι­λή­ντρα, Όλγα Αλε­ξέε­βα, Γρη­γό­ρη Πι­τσι­κά­κη, Ρα­φαέ­λα Κα­να­ρί­δη, Θω­μαή Χρι­στό­φα, Σπύ­ρο Κορ­για­λά Κα­ρύ­δα, Αλε­ξάν­δρα Τσια­μού­λη, Αθη­νά Τι­σκα­ρί­δου, Δή­μη­τρα Σπυ­ριά­δου και Μα­ρία Μπιλ­μπί­λη, του Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γίας και Πο­λι­τι­σμού Πα­ρευ­ξεί­νιων Χω­ρών του Δη­μο­κρί­τειου Πα­νε­πι­στη­μίου.

Βρι­σκό­μα­στε σε μια με­τα­βα­τι­κή κοι­νω­νι­κά, πο­λι­τι­κά, οι­κο­νο­μι­κά ε­πο­χή. Αυ­τό δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­τυ­πω­θεί στην τέ­χνη. Στην πε­ρί­πτω­ση των δύο ρώ­σων ποιη­τών, που έ­χουν πί­σω τους μια 20ε­τή ο­δυ­νη­ρή ε­μπει­ρία κα­τάρ­ρευ­σης, α­πο­τυ­πώ­νε­ται/ω­ρι­μά­ζει και γί­νε­ται έκ­δη­λο. Στην Ελλά­δα τώ­ρα ξε­κι­νά.
Η τέ­χνη άλ­λο­τε γί­νε­ται πα­ρα­κο­λού­θη­μα κι άλ­λο­τε πρω­το­πο­ρία. Μα­κά­ρι στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες να πρω­τα­γω­νι­στή­σει, ό­χι μό­νο για ν’ α­πο­τε­λέ­σει την κα­τα­φυ­γή, αλ­λά να δώ­σει και ώ­θη­ση στις α­να­γκαίες, και ή­δη κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες, κοι­νω­νι­κές α­να­τρο­πές. Απ’ τη σκο­πιά αυ­τή τα δυο βι­βλία και η προ­σπά­θεια που ζή­σα­με στη δια­πο­λι­τι­σμι­κή Κο­μο­τη­νή, μας έ­δω­σαν ελ­πί­δα.

Για άλ­λη μια φο­ρά η τέ­χνη έ­δει­ξε το δρό­μο. Μα­κά­ρι κι οι πο­λι­τι­κοί να πά­ρουν το μή­νυ­μα.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Η νύχτα είπε καληνύχτα...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Περί ήθους
Αν ενώσουμε τις αδυναμίες μας / θα φτιάξουμε / έναν ίσκιο / Πρώτα όμως πρέπει / να μεταλάβουμε κρασί / συνευθύνης και συνενοχής / Να φτιάξουμε ένα μεθύσι ελευθερίας.
Σταύρος Σταμπόγλης

Η φράση, με άλλη διάσταση, ανήκει στον σολίστ του μπουζουκιού Γιάννη Μωραΐτη και περιγράφει το τέλος μιας εποχής που απομένει πια ως ιστορία. Ίσως είναι ο μόνος χώρος που δεν πρόλαβε να καταστρέψει η τρόικα, αφού είχε φροντίσει να παρακμάσει μόνος του στις προκάτ αχανείς σάλες της Πειραιώς όπου, συνήθως τα σαββατόβραδα, συνωθούνταν οι νεαρές με στρετς και ψηλοτάκουνα. Τις έβλεπα στο μποτιλιάρισμα της γειτονικής Κωνσταντινουπόλεως να πασχίζουν να παρκάρουν, να αγωνίζονται να βγουν από το αυτοκίνητο, βαδίζοντας στην οδό του μαρτυρίου μέχρι τους ναούς του Πλούταρχου, ή του Κιάμου. Ακόμα προβληματίζομαι αν η δυσκολία οφειλόταν στο τόσο στενό φόρεμα ή στις τόσο ψηλές γόβες. Ειδικές πτήσεις έφταναν κι από τη Μεγαλόνησο με τους ανάδελφους να στηρίζουν την ελληνική οικονομία της νύχτας, αλλά και τα εμπορικά μας της μέρας. Τους το ανταποδώσαμε τώρα που είχαν ανάγκη. Εκτός αν ενόχλησαν το δίδυμο της ακολασίας (Μέρκελ-Στουρνάρας) οι μουσικές προτιμήσεις των Κυπρίων. Και θέλησαν να τους εκδικηθούν, οι φιλόμουσοι.
Δεν ξέρω αν το νομοσχέδιο Μανιτάκη για τους επίορκους μπορεί να συμπεριλάβει και Γερμανούς. Παλιότερους και σύγχρονους. Που παρότι έχουν ανοικτούς λογαριασμούς με την ιστορία φροντίζουν να τους ανανεώνουν. Αν όχι, τουλάχιστον ας εξαντλήσουμε τους Έλληνες. Το μόνο ηθικό στα όσα ανήθικα προηγήθηκαν. Και εξακολουθούν.
Τελικά ο μόνος πολιτικός με διορατικότητα, άξιος του μισθού του (και άξιος της μοίρας μας), απεδείχθη ο Αβραμόπουλο, που δικαίως ονομάσθηκε «καγκελάριος» αφού εγκαίρως είχε προβλέψει τη χρησιμότητα του κάγκελου. Τον σκέφτομαι βλέποντας τις σιδερόφρακτες εισόδους των πολυκατοικιών, το αγκαθωτό σύρμα που απλώνουν στην εγκαταλειμμένη πραμάτεια του ΟΣΕ –άχρηστη προστασία αφού ό,τι απέμεινε κάηκε εκτεθειμένο στον ήλιο–, τα κιγκλιδώματα στον Άγνωστο Στρατιώτη. (Που φοβάμαι πως θα παραμείνει άγνωστος μετά τον αποκλεισμό του! Κι εγώ που νόμιζα ότι δημοκρατία, τουλάχιστον για κάποιους σώφρονες αριστερούς, είναι ελεύθερη και ανεμπόδιστη διακίνηση ιδεών κι ανθρώπων). Ας έχουμε κατά νου πως όσο μεγαλώνουν οι φράχτες, τα συρματοπλέγματα, τα ηλεκτροφόρα καλώδια, τόσο συρρικνώνεται η δημοκρατία.
Έγραφα της προάλλες για τους επίδοξους βουλγαροκτόνους που απλώς προειδοποιούν χαιρέκακα για τα όσα κακά μέλλουν να μας συμβούν, αν δεν συνετιστούμε. Πάλι καλά, γιατί σε άλλες εποχές στο όνομα της ορθής πίστης (δόξας) και της σωτηρίας της ψυχής, τους τύφλωναν. Σ’ αυτό που επιδίδονται συστηματικά –ίσως και το ίδιο επώδυνα– εδώ και χρόνια τα ΜΜΕ. Και καλά το σαπισμένο να βασίζει στο φόβο την επιβίωσή του. Έτσι έκαναν οι δικτάτορες, τα δόγματα και οι ναζί.
Αλλά το νέο, το φρέσκο, το εμπνευσμένο; Μήπως θα ’πρεπε να συσπειρώναμε σε κάτι περισσότερο χειροπιαστό, ελπιδοφόρο και γόνιμο, απ’ ότι η απειλή κι ο θάνατος;
«Κάθε λεπτό που περνάει είναι ένα ακόμα αντίο», συνέχιζε με συστολή και σοφία ο Γιάννης Μωραΐτης για κείνα τα πέτρινα πλην αρωματισμένα χρόνια που η πλατεία Βάθη και τα καφενεία της Μενάνδρου έσφυζαν από ήχους, ντέρτια κι απόγνωση. Παρηγοριά, καταφρόνια, ή απαντοχή με το μπουζούκι κειμήλιο και δισκοπότηρο να γεννιέται στον Πειραιά και να μεγαλώνει στη Σατωβριάνδου, ή όπως το θέλανε οι περπατημένοι «να σπέρνεται στη φυλακή και να αντρειεύει  στους τεκέδες».
Δεν ωραιοποιώ, δεν καλαφατίζω τα πράγματα. Ξέρω πως η ζωή δε στάθηκε, μήτε το συνηθίζει να στέκεται εύκολη για τους πολλούς. Απλά αναζητώ στηρίγματα νιώθοντας εξαντλημένος για το δρόμο που έχουμε ακόμα μπροστά μας.
Περιγράφοντας το δυσμετάβλητο της ανθρώπινης φύσης, κι επομένως το αργόσυρτο των επιλογών/εναλλαγών, σ’ ένα από τα λιγοστά μελετήματά του,  ο Γιάννης Ρίτσος έγραφε πριν 50 χρόνια: Η παλιά μηχανιστική αντίληψη της άμεσης, αστραπιαίας κι ολοκληρωτικής αντανάκλασης του οικονομικοκοινωνικού φαινομένου στο πνευματικό υπεροικοδόμημα, διαψεύδεται από τα ίδια τα γεγονότα και χάνει την ισχύ της. Σήμερα αναγνωρίζουμε τη δραματική απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές, επιστημονικές και τεχνικές κατακτήσεις (έργα του ανθρώπου) και στον ίδιο τον άνθρωπο.
Απ’ τη δική του σκοπιά ο Δ. Ραυτόπουλος («εμφύλιος και λογοτεχνία») εξειδικεύει αυτήν την ετερότητα όχι μεταξύ αλλοεθνών, κοινωνικών τάξεων, ή ομάδων συμφερόντων, αλλά ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, επαναλαμβάνοντας, συχνά, την άποψη πως «μόνο η λογοτεχνία μπορεί να δει αυτή τη φοβερή αλήθεια […] –ίσως μόνη αυτή– μπορεί να μας διαβάσει σωστά την ιστορία: να την εξανθρωπίσει».
Συντελεί κι η περιοχή, έξω από το άλλοτε ουζάδικο της Μενάνδρου που στεκόμασταν με τις ώρες φωνασκώντας μετά του Θωμά Γκόρπα (in memoriam, την πρωταπριλιάτικη επέτειο της δεκαετούς απουσίας του θα βρεθούμε την άλλη Δευτέρα στον Ιανό της Αθήνας). Συγγενικός στην απογυμνωμένη γραφή και την αριστερή αμφισβήτηση με τον Mάριο Xάκκα: «Γκόρπα Γκόρπα μόνο εμείς ψυλλιαστήκαμε, μόνο εμείς πήραμε τόσο σοβαρά την υπόθεση, γι’ αυτό κι όλα τριγύρω πολτός, φρενολογικές κλινικές... Δεν υπάρχει για μας κοινωνικό ψεύδος είτε γιατί ήρθαμε πολύ νωρίς είτε πολύ αργά, δεν υπάρχει συγγραφικό ψεύδος γιατί διαλυθήκαμε μαζί με τα πράγματα και πού να κάθεσαι τώρα να συνθέτεις;»
Στήριγμα ή αυταπάτη η τέχνη; Στην επιστροφή μου από το Athens Plaza, στην παρουσίαση του Ραυτόπουλου, (με πολλούς αγαπημένους: Πατρίκιος, Χαΐνης, Σιαπκίδης, Κωστάκου, Πέτρος και Χρύσα Κουλουφάκου, Φουρτούνης, Καμουλάκου…) στον συνήθη τόπο της Αγίου Κωνσταντίνου έπεσα ξανά πάνω σε χειροπέδες και συλλήψεις. (Ενίοτε σοκάρονται κι οι εξοικειωμένοι).
Στήριγμα ή αυταπάτη η τέχνη;

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Τα λάβαρα...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Ψυχορραγούμε / Και δεν βρίσκεται κανείς / να μας σηκώσει
(Χάρης Μελιτάς,  στο υπό έκδοση «Ποτάμι κόκκινο»)

Με επιτυχία ολοκληρώθηκε η προεδρική θητεία Χριστόφια, αφού η κυπριακή Αριστερά κατάφερε να εκλέξει τον Νίκο Αναστασιάδη. Μπορεί να μη λύθηκε το κυπριακό, όπως είχε δεσμευτεί ο πρόεδρος του ΑΚΕΛ, λύθηκε όμως το θέμα των 98 κοντέινερ με τα εκρηκτικά που επί τριετία έχασκαν στη Ναυτική Βάση στο Μαρί. Δεν σκέφτηκαν καν, σε συνεννόηση με την πολιτισμένη Δύση, να τα σπρώξουν στους αντιμαχόμενους στη Συρία. Αφού όσο μεγαλύτερη η καταστροφή, τόσο αποτελεσματικότερη και η επιχείρηση αποκατάστασης. Άλλωστε, η Αλληλεγγύη είναι η απόδειξη της ευαισθησίας του σύγχρονου κόσμου. (Και δεν εννοώ τη δραστήρια ΜΚΟ, με τα 10-12 εκατομμύρια ευρώ άνοιγμα, που είχε τη θεία πρόνοια/διορατικότητα ήδη από το 2002, πολύ προ κρίσης και εράνων, να οργανώσει ο τότε αρχιεπίσκοπος με τη συνδρομή του ΥΠΕΞ, της Ντόρας και πολλών φιλανθρώπων).
Απλώς προαπαιτείται έγκλημα, για να υπάρξει αλληλεγγύη. Αν δεν διαλύσεις μερικά κράτη (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία, μόνο τα τελευταία χρόνια) πώς θα ’χεις τη χαρά της ανοικοδόμησης; Της σωτηρίας όσων επιζήσουν;
Σκεφτείτε, αν δεν υπήρχαν μνημόνια, 1,5 εκατομμύριο άνεργοι, 4.000 αυτοκτονίες, τα διαλυμένα νοσοκομεία, οι 20.000 άστεγοι στο κέντρο της Αθήνας, η διαρκώς αυξανόμενη εξαθλίωσή μας, πώς θα έδειχνε ο Κουβέλης την κοινωνική του ευαισθησία υπέρ των ασθενέστερων στρωμάτων; Αν δεν γέμιζε ο αέρας με κόκκινη αιθαλομίχλη και επικίνδυνα σωματίδια που αιωρούνται στην Αττική και τις άλλες μεγάλες πόλεις, πώς θα αναδεικνυόταν ο ρόλος των Επιθεωρητών Περιβάλλοντος; Αλλά και η ευαισθησία του υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Τσάμπα θα πήγαινε όλος αυτός ο τεράστιος τίτλος που ξεχειλίζει φροντίδα για τον πολίτη; Μαζί κι οι δεκαπέντε υπουργοί! Κι ο Λιβιεράτος, με την έδρα της Ανωτέρας Γεωδαισίας & Χαρτογραφίας της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα των Αγρονόμων & Τοπογράφων Μηχανικών, Ούφ! (Ούτε κάρτα για τους πελάτες του δεν θα μπορεί να τυπώσει με τέτοια φυσαρμόνικα).
Τουλάχιστον θα πεζοδρομηθεί η Πανεπιστημίου, και θα ’ναι μια ανάσα για τους πολύπαθους Αθηναίους. Να ’χεις άλλον έναν δρόμο να κατουράς άνετα –οι ειδικοί λένε πως η αμμωνία σκοτώνει τα μικρόβια, κάπου να παρκάρεις το ακίνητο αυτοκίνητό σου, να χτυπήσεις την ένεση με την ησυχία σου, να πετάξεις τα μπάζα και τα σκουπίδια σου, να στήσεις το αντίσκηνό σου –ο άστεγος. Θα μειωθεί και το κόστος συντήρησης και καθαρισμού, όπως συμβαίνει και με τους υπόλοιπους πεζόδρομους, που πλένονται προεκλογικά ανά τετραετία. Μαζί με τα παρκαρισμένα γιώτα χι. Θα αναβαθμιστεί και η πορνεία. Αντί για πεζοδρόμιο θα λέμε «κάνει πεζόδρομο».
Με την ευκαιρία των μεγαλόπνοων έργων, ας θυμηθούμε κι εκείνο το βομβαρδισμένο προεκλογικά κτίριο Μενάνδρου και Βερανζέρου: που ο Κακλαμάνης «το έκανε οικόπεδο γιατί ήταν ομορφόπαιδο»! Αν εκλεγόταν θα ’στηνε τις μικρές Βερσαλλίες, όπως διαβεβαίωναν και οι δημοσιογράφοι. (Οι ίδιοι που διαφημίζουν σήμερα την Πανεπιστημίου). Αλλά δεν τον ψηφίσαμε, κι έμεινε σκουπιδότοπος «Η καλή σύριγγα». Για να μάθουμε!
Κάπως έτσι μας τιμώρησε κι ο Βωβός με τον Βοτανικό. Πήρε των χρημάτων, των υπερβάσεων και των ομματιών του κι άφησε τον άλλοτε ιστορικό Ελαιώνα, βούρκο, χαβούζα. Με τη φυτεμένη Αγία Άννα στο κέντρο. Μπας και βλαστήσει. Εκεί ούτε πεζόδρομοι, μήτε πεζοδρόμια. Λάσπη, βρωμιά, σκόνη, και διοξείδια από τις αναθυμιάσεις των σκραπατζίδικων. Σα νά ’μαστε στους Δελφούς! Που λες και μια στιγμή, όλο και κάποια Πυθία θα σκάσει μύτη μέσα απ’ τους καπνούς. Να προφητεύσει –αλά Κεδίκογλου– το μέλλον μας: «ήξεις-αφήξεις». Σαφέστατη.
Και διορατική, σαν πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Αναπτερώθηκε το ηθικό μου διαβάζοντας τη συνέντευξη Αρσένη: τουλάχιστον μπροστά του, είμαι λυκόπουλο. Υπό το πρίσμα της ανανέωσης και της βιοποικιλότητας της πολιτικής μας, ας απευθυνθούμε και στον στρατάρχη Παπάγο. Και τον Πλαστήρα. Αποκηρύσσοντας επιτέλους την ιστορικά ανεύθυνη ισοπεδωτική φράση «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας;», να αντιτάξουμε το συμπλεκτικό «Και Παπάγος, και Πλαστήρας».
Μέσα κι ο καλοζωισμένος large τύπος του μικρού Καραμανλή. (Αν εξαιρέσεις κουμπάρους, τριχιλιαρα σε καμένους και στα καημένα, γάλατα, τον απαγχονισμένο Τσαλικίδη, τα δομημένα, ή τη Siemens). Κανείς δεν είναι τέλειος…
Αλλά και ο Μεγάλος έχει τη θέση του, αν παραβλέψεις την ευρύτητα της περιβαλλοντικής του ευαισθησίας (Ασπρόπυργος, Ελευσίνα, Πεσινέ –τα γράφει η «Αυγή» αλλά ποιος τη διαβάζει;), το σχέδιο Περικλής (και Ασπασία), την εκλογική μανία των δέντρων, τους παρακρατικούς μηχανισμούς που αν δεν έστησε, ανέχτηκε. Αείμνηστοι οι συνεργάτες του, όπως ο Λάσκαρης που έδωσε τέλος στην πάλη των τάξεων. (Σε αντίθεση με την ταξική συνείδηση Ραυτόπουλου. Εξ ου και το συντροφικό μας συναπάντημα).
Μη λησμονούμε επίσης τον Μαρκεζίνη και το κόμμα Προοδευτικών που είχαν στους κόλπους του και τον ερωτύλο Μ. Καραγάτση. (Κι εμείς έχουμε συγγραφέα, τον Τατσόπουλο)
Η πολιτική απαιτεί ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Γι’ αυτό είναι διαλεκτικότερη της τέχνης. Πάντως, κι οι δυο χρειάζονται ένα υπόβαθρο. Μια σταθερά, ως εφαλτήριο, αξία, ή έστω μηχανισμό. Για να απογειωθείς. (Ας ελπίσουμε όχι όπως ο Ίκαρος).
Κάποτε όμως, παρά την κινητικότητά σου (βλ. Ποδηματά και Δανέλη) μένεις εκτός, γιατί ακόμα και στο ΠΑΣΟΚ παγώνουν οι διορισμοί. Ας μένατε στην Αριστερά. Όχι δύο, εκατόν δύο θα διορίζαμε στην Κεντρική Επιτροπή.
Εφτά χρόνια από το Παγκόσμιο Φόρουμ στο Καράκας. Μια πληγιασμένη πόλη, όπως εδώ. Με λυσσαλέα ΜΜΕ να διαστρεβλώνουν. Όπως εδώ. Με ένα λαό στα κόκκινα να ελπίζει. Όχι όπως εδώ.

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Χα­μη­λό­μι­σθος Χρι­στός...

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας, απο την Εποχη...
Χα­μη­λό­μι­σθος Χρι­στός / που πα­ρα­παίο­ντας α­νή­μπο­ρος / σέρ­νει σταυ­ρό / την α­ξιο­πρέ­πειά του.
Σω­τή­ρης Στα­μά­της

«Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε χαι­ρε­τώ. Πρώ­τον έρ­χο­μαι να ε­ρω­τή­σω δια την κα­λή σου υ­γεία και δεύ­τε­ρον εάν ε­ρω­τάς και δι’ ε­μέ υ­γιαί­νω πλή­ρως. Δεν ή­ταν σω­στό να μου στεί­λεις τα ρού­χα σου τα ο­ποία ε­σύ θα τα χρεια­σθείς πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ε­μέ­να. Διό­τι ε­γώ αν χρεια­σθώ κά­τι έ­χω του­λά­χι­στον κά­ποιον να με βο­η­θή­σει, ε­νώ ε­σύ δεν έ­χεις κα­νέ­ναν».
«Παι­δί μου γλυ­κύ­τα­το, Μή­τσο μου, Σε φι­λώ, η τε­θλιμ­μέ­νη μά­να σου Δη­μη­τρού­λα». «Πε­ρι­μέ­νω γράμ­μα, Η γυ­ναί­κα σου, Σε φι­λώ η α­δελ­φή σου, Σε φι­λώ με δά­κρυα στα μά­τια, Ο α­δελ­φός σου Τά­κης».
«Μά­θε και για τη μη­τέ­ρα μας, τις 4 του μη­νός α­πε­βίω­σε, εί­τα­νε με­γά­λο κρί­μα που δεν εί­δε το γιο της για τε­λευ­ταία φο­ρά, που εί­χε δε­κα­πέ­ντε χρό­νια να σε δει. Η κη­δεία της ή­ταν με­γά­λη λύ­πη που της έλ­λει­παν τό­σα παι­διά».
«Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε φι­λού­με. Εύ­χο­μαι το γράμ­μα μου να σε εύ­ρει πλή­ρη υ­γεία, κα­θώς και ε­μείς τώ­ρα εί­μα­στε κα­λά. Πα­τέ­ρα α­πό την Αθή­να φύ­γα­με την Πα­ρα­σκευή βρά­δυ και το Σάβ­βα­το το πρωί εί­μα­σταν στο σπί­τι μας κα­λά. Είρ­θα­με χα­ρού­με­νοι ευ­τυ­χι­σμέ­νοι και ι­διαί­τε­ρα ε­γώ, ύ­στε­ρα α­πό 17 ο­λό­κλη­ρα χρό­νια γνώ­ρι­σα τον Πα­τέ­ρα μου και ας τον γνώ­ρι­σα μέ­σα α­πό σί­δη­ρα αρ­κεί που πί­στε­ψα πως έ­χω Πα­τέ­ρα».
«Βλέ­πω με χα­ρά μπα­μπά μου να βγαί­νουν διαρ­κώς α­πό τις φυ­λα­κές. παίρ­νω λί­γο θάρ­ρος μ’ αυ­τούς και κά­θε βρά­δυ στον ύ­πνο μου προ­σεύ­χο­μαι προς το Θεό να λυ­πη­θεί λί­γο κι ε­μάς και α­φού σε φέ­ρει κο­ντά μας να μας κά­νει λί­γο ευ­τυ­χι­σμέ­νους».
«Μα δεν χόρ­τα­σαν οι άν­θρω­ποι με τό­σους που μας σκό­τω­σα­ν; Δεν βα­ρέ­θη­καν να σε κρα­τούν 16 χρό­νια στη φυ­λα­κή; Μα τι κα­κό κά­να­με ε­μείς στην κοι­νω­νία; Ό,τι πιο κα­λό εί­χα το έ­δω­σα γι’ αυ­τήν την κοι­νω­νία. Τα παι­διά μου, τα πά­ντα τη ζωή μου […] Ήλιε μου, θα σε πε­ρι­μέ­νω μή­πως βα­ρε­θούν οι άν­θρω­ποι και σε α­φή­σουν […] Τώ­ρα θα θέ­λεις και λε­πτά κι ας μη μου το γρά­φεις. Όμως δεν έ­χω. Σε φι­λώ η μα­νού­λα σου Αγγε­λι­κή Πα­πα­δά­του».
«Έτε­ρο δεν έ­χω να σου γρά­ψω. Χαι­ρε­τι­σμούς α­πό τα παι­διά και α­πό τη μά­να μας, και Σω­κρά­ται­να με παι­διά της. Σου στέλ­νω και 4 γραμ­μα­τό­ση­μα. Γρά­ψε μας ε­σύ τι κά­νεις». «Αυ­τά και στα­μα­τώ, μπα­μπά, για­τί δεν έ­χω κου­ρά­γιο να γρά­ψω άλ­λα, Η κό­ρη σου Μα­ρί­κα».

Δεν εί­ναι ε­πι­στο­λές μελ­λο­ντι­κών κρα­του­μέ­νων, θύ­μα­τα της μι­σαλ­λό­δο­ξης στρα­τη­γι­κής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας, ό­πως συ­χνά πυ­κνά προ­φη­τεύουν οι α­στέ­ρες της δη­μο­σιο­γρα­φίας Αφοί Κα­ψή και ΣΙΑ. Εί­ναι 29 γράμ­μα­τα σε φυ­λα­κι­σμέ­νους με­τα­ξύ των πρό­σφα­των ε­τών 1959-1963 που πα­ρου­σιά­στη­καν α­πό τον ποιη­τή Τά­σο Λει­βα­δί­τη με γε­νι­κό τίτ­λο «Προ­σκυ­νού­μεν Σου τα Πά­θη…». (Επιθ. Τέ­χνης τχ. 105, Σε­πτέμ­βριος 1963, σελ. 265-284).

Η σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ι­στο­ρία που ε­ξα­κο­λου­θεί να γρά­φε­ται πα­ρα­χα­ρασσ­σό­με­νη α­πό τους ί­διους νι­κη­τές, και να δια­βά­ζε­ται στα κρυ­φά σχο­λειά της διαρ­κώς ητ­τη­μέ­νης α­ρι­στε­ράς. Χα­μέ­νης, α­κό­μα και μέ­σα στον α­νέλ­πι­στο θρίαμ­βό της, κα­θώς ε­ξα­κο­λου­θεί να ζει με τις α­γκυ­λώ­σεις, τις διαι­ρέ­σεις, τις εμ­μο­νές και τις φο­βίες της. Διαρ­κώς α­μυ­νό­με­νη και ο­πι­σθο­χω­ρού­σα. Πα­λιο­μο­δί­τισ­σα και πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νη, α­κό­μα και στα α­πο­σπα­σμα­τι­κά κι α­προ­γραμ­μά­τι­στα «α­νοίγ­μα­τά» της. Αμή­χα­νη α­κό­μα κι ό­ταν ε­γκα­λεί­ται γι’ αλ­λό­τρια ε­γκλή­μα­τα.

Δε μπαί­νω στα χω­ρά­φια των δια­φη­μι­στών image makers αλ­λά ό­σοι εί­δα­νε το «Νο», του Πά­μπλο Λα­ρέν, την κα­μπά­νια των υ­πο­στη­ρι­κτών του «Όχι» στο δη­μο­ψή­φι­σμα του 1988 στη Χι­λή, που α­νέ­τρε­ψε τε­λι­κά τον δι­κτά­το­ρα Πι­νο­σέ­τ, θα κα­τά­λα­βαν πως κα­θε­στώ­τα και κυ­βερ­νή­σεις, ό­σο α­ντι­δη­μο­κρα­τι­κές κι αν εί­ναι πα­ρα­μέ­νουν στην ε­ξου­σία έ­στω και με λαϊκή α­νο­χή. Που θα με­τα­βλη­θεί σε έ­μπνευ­ση, πί­στη και στή­ρι­ξη των ι­δεών σου, μό­νο ό­ταν δια­φα­νεί η βά­σι­μη ε­ναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση. Ένα ου­ρά­νιο ε­πα­να­στα­τι­κό τό­ξο γα­λή­νης και προο­πτι­κής. Όχι α­νά­θε­μα στο χτες και τα σα­βα­νω­μέ­να πτώ­μα­τα του σή­με­ρα.
Δε­δο­μέ­να και αυ­το­νό­η­τα τα ε­γκλή­μα­τα της δε­ξιάς, η βία των ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, η πο­λι­τεία του Δέν­δια, η α­γυρ­τεία του Κε­δί­κο­γλου, ο φα­σι­σμός των φα­σι­στών. Το α­ντί­θε­το θα ή­ταν έκ­πλη­ξη.

Με­γα­λώ­σα­με γνω­ρί­ζο­ντας πως τα ευυ­πό­λη­πτα στη­ρίγ­μα­τα της κοι­νω­νίας «στην κα­το­χή κυ­κλο­φο­ρού­σαν με γερ­μα­νι­κές στο­λές, μας σκό­τω­ναν με γερ­μα­νι­κά ό­πλα και τώ­ρα τρι­γυ­ρί­ζουν ε­λεύ­θε­ροι α­νά­με­σά μας, τους συ­να­ντά­με στα κα­φε­νεία, στα θέ­α­τρα, στην πο­λι­τι­κή, έ­τοι­μους να μας ξα­να­σκο­τώ­σουν μ’ ο­ποιασ­δή­πο­τε προ­ε­λεύ­σεως ό­πλα» (Τά­σος Λει­βα­δί­της). Ανά­λο­γα τα ζή­σα­με με­τά τη δι­κτα­το­ρία του 1967. Με ό­σους πλά­σα­ραν ε­αυ­τούς και αλ­λή­λους στα νέα τζά­κια της Αλλα­γής. («Α, ρε Λαυ­ρέ­ντη ε­γώ ξέ­ρω κα­λά τι κου­μά­σι εί­σαι», έ­λε­γε κά­που ο Ανα­γνω­στά­κης).

Όμως, το θέ­μα εί­ναι τώ­ρα τι λες; Για­τί α­κό­μα και στα Κρε­μα­τό­ρια οι άν­θρω­ποι ε­ρω­τεύο­νταν, ήλ­πι­ζαν στη ζωή, εύ­χο­νταν να γλι­τώ­σουν, έ­στω προ­σω­ρι­νά, πα­ρό­τι ξέ­ραν ό­τι οι φούρ­νοι δου­λεύουν α­κα­τά­παυ­στα, α­κό­μα και με το δι­πλα­νό τους.

Μό­νο ε­δώ υ­πάρ­χει τό­ση Κό­λα­ση γύ­ρω μας, τέ­τοιο διαρ­κές σφί­ξι­μο, τό­σος χει­μω­νιά­τι­κος πό­νος δί­χως κα­μιά προο­πτι­κή ό­πως δεί­χνουν τ’ α­πε­γνω­σμέ­να «δεν ξέ­ρω, δεν α­πα­ντώ», οι α­να­πο­φά­σι­στοι, τα χα­μη­λά των δη­μο­σκο­πή­σεων, τα χι­λιά­δες σκυμ­μέ­να κε­φά­λια ό­σων κου­ρά­στη­καν να τι­μω­ρού­νται, και συ­νή­θι­σαν να υ­πο­τάσ­σο­νται.

Σχε­δία­ζα πολ­λά να γρά­ψω ι­δίως με­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της α­περ­γίας. («Πες μου τη ΓΣΕΕ σου να σου πω ποιος εί­σαι», η πα­ροι­μία. Και η α­ντί­στοι­χη βρι­σιά ευ­πρε­πούς α­πελ­πι­σμέ­νου: «Τη ΓΣΕΕ μου μέ­σα»).

Γε­νι­κά «ή­μα­σταν μια ω­ραία α­τμό­σφαι­ρα» που θα ’λε­γε κι ο Ηλιό­που­λος, ό­χι ο Σταύ­ρος, της Αρι­στε­ράς αλ­λά ο Ντί­νος, της κω­μω­δίας.
Όμως, τέ­λος χρό­νου.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Starmata st armata embros ston agona gia ti xiliakrivi ti lefteria...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Η ΣΚΑΤΩΜΕΝΗ περιοχή της πολιτείας, τα σκατωμένα μούτρα ανθρώπων που όλα θυμίζουνε υπουργούς-πρωθυπουργούς.

ΓΛΩΣΣΑ, φτηνή, πολύ φτηνή πουτάνα. Σιχαμερές εφημερίδες.

ΚΙ ΕΣΥ κοιμάσαι; γιατί κοιμάσαι;.

Τάκης Σινόπουλος,
«Ο Χάρτης»


Εδώ θα μπορούσα να τελειώσω για σήμερα. Και ο φερόμενος ως αναγνώστης –καταποντισμένος παρά τις τόσες νίκες του (στο αλησμόνητο πλην ανεφάρμοστο «λαός ενωμένος/ ποτέ νικημένος»)– να ξαναγυρίσει στην κυριακάτικη ραστώνη διαλέγοντας ανάμεσα στον ακτιβισμό του Sky (καθαρισμός της χώρας, δεντροφύτευση –απαραίτητη τώρα που ακρίβυνε το πετρέλαιο–, και φιλανθρωπίες), ή στα μαγειρέματα των καναλαρχών. Που παρότι μας σέρβιραν (και τα φάγαμε) όσα ακατανόμαστα για χρόνια μαγειρεύονταν, εξακολουθούν να μας βομβαρδίζουν με συνταγές. (Τουλάχιστον οι δοσολογίες του Μαμαλάκη είχαν και την ιστορική τους διάσταση ξετυλιγμένη στα ηρωικά χρόνια της ελληνικής επανάστασης, όπως τα ενσάρκωνε παραστατικά ο ευτραφής μάγειρας, λίγο πριν βάλει φωτιά με τα τηγάνια του στη Δημητσάνα).
Συχνά ο κόπος δεν έχει το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Δεν ισχύει μόνο για τους κολουμνίστες ή τους ποιητές που «τρίβοντας με δύναμη κάτι στραβές κακομούτσουνες λέξεις για ν’ ανάψουν μια αληθινή φωτιά, έκαψαν ασυλλόγιστα τα χέρια τους κι έτσι έτρεχαν στους γιατρούς» (Τάκης Σινόπουλος),.αλλά και για τους πολιτικούς. Που θεωρητικά κάνουν την ίδια δουλειά, αλλά προφορικά. (Ίσως γι’ αυτό πλατειάζουν ευκολότερα.)
Αδιευκρίνιστες, ωστόσο, οι προθέσεις όσων λίγων πραγματικά επιθυμούν ν’ ανάψουν φωτιά, των περισσότερων εξ ημών που ό,τι και να μας κάνουν «δεν θα βγάλουμε τα κάστανα απ’ τη φωτιά», όσων αποκοιμίζουν συνειδήσεις, προεξοφλούν λευκές επιταγές, ή σχεδιάζουν να ρετουσάρουν το σύστημα.
«Με παλιά υλικά δεν φτιάχνεται καινούρια οικοδομή», λέει συχνά η Ελένη Καμουλάκου, αλλά ποιος την ακούει, αφού δεν μετέχει του πρωινού καφέ. Που παραμένει ερώτημα αν τον ξεκίνησε η Μενεγάκη, ή τα κομματικά επιτελεία; Δηλαδή λένε κι αυτοί τα άστρα, μαθαίνουν συνταγές, φωνάζουν μια μοντέλα, ή κάποιον φέρελπι τραγουδιστή για να λικνιστούν στους ήχους του, ή περιορίζονται στον Κεδίκογλου για τη φρέσκια αλητεία που θα εκστομίσει;
Η δυσκολία έγκειται στην αποσαφήνιση των προθέσεων εν γένει. Που προκύπτει πάντα κατόπιν εκλογής. Και λησμονιέται μέχρι της επομένης. Εξ ου και το Επίγραμμα του Σολωμού «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλε κι αγαπημένε,/ πάντοτε ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε». που δυστυχώς δεν απευθύνεται Προς τους Επτανησίους, αλλά αφορά όλους τους Έλληνες. Τουλάχιστον τα τελευταία 200 χρόνια.
Δεν είναι μονοσήμαντα τα αίτια της απογοήτευσης, η αδιέξοδη οργή, οι διαρκείς αντιπερισπασμοί, η επιβολή όλων όσων μηχανεύονται και μηχανορραφούν, τα χαλαρωμένα αντανακλαστικά, ο φόβος, η συνεχής πλην ανεπιτυχής άμυνα. (Κι οι Ιταλοί έπαιζαν κατενάτσιο, αλλά τότε έπιανε, ενώ σήμερα όλα τα τρώμε). Καταρρακωμένη αξιοπρέπεια, ζωή, συνείδηση, οικογένεια, γενιά, χώρα, Ευρώπη –άπειρα τα ουσιαστικά που μπορούν να προσδιοριστούν απ’ τη μετοχή του παθητικότατου «Καταρρακώνομαι».
Ασφαλώς η αντίδραση εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της πολιτικής, την προοπτική πειστικής εναλλακτικής λύσης, τον πρότερο έντιμο βίο, την ικανότητα σχεδιασμού, μελέτης και εφαρμογής, την αξιοπιστία του γράφοντος ή του λέγοντος, τη διεισδυτικότητά του στους μηχανισμούς: δημοσιογραφικούς, καλλιτεχνικούς, κοινωνικούς, τον αριθμό φίλων στο Face Book. (Έτσι κατάφερε ο Αμυράς να ξεπεράσει ένα ολόκληρο κόμμα). Γιατί είχε περισσότερα “like”. Ίσως έτσι ανέβλεψε και ο Κιμούλης που από προσκεκλημένος του Θέμου Αναστασιάδη βρέθηκε στο Ακροπόλ με τον Τσίπρα. Θέατρο και πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Αλλά και στη βαριεστιμάρα του αναγνώστη/ψηφοφόρου οφείλεται η κατά κράτος υποχώρησή μας. Αυτή η παλιά συνήθεια εκχώρησης που συχνά προτιμά τη διαμεσολάβηση, ακόμη και στην ανάγνωση. Έτσι διαμορφώθηκε η εκλογική πελατεία, έγιναν θεσμός τα «αστεράκια» στο Αθηνόραμα –όπου μετράς απλώς τα άστρα–, διαφημίστηκαν εφημερίδες που διαβάζονταν με ένα πέρασμα στα bold χτυπήματα, φτιάχτηκαν οι λίστες, για να σε απαλλάσσουν από την πολιτική σκέψη. Αρκεί η στοίχιση. Για τα υπόλοιπα φροντίζουν τα κομματικά επιτελεία. Ακόμα και τους σταυρούς. Εσύ απλώς θα σπρώξεις στην κάλπη το ψηφοδέλτιο.
Στο προφητικό επίθετο «σιχαμερός» του Σινόπουλου –δεν είχε προκύψει ακόμα και θέμα διεκδίκησης 1,5 δισ. της διαχείρισης των Απορριμμάτων–, μη λησμονήσουμε να συμπεριλάβουμε και την τηλεόραση, που όταν γραφόταν το ποίημα δεν είχε γνωρίσει άνθιση. (Συχνά οι ευφημισμοί απαλύνουν την μπόχα). Τότε τη βρώμικη δουλειά την έκαναν κάτι λούμπεν στοιχεία της Ασφάλειας με μια καρφίτσα στο πέτο. Το φινίρισμα έκτοτε, δηλαδή το λούστρο (σ.σ. πριν βγουν τα γυαλιστικά παπουτσιών η σχετική προσφώνηση επαγγελματία εκτοξεύονταν και ως βρισιά), και η αλλαγή εργοδότη (απ’ την Ασφάλεια στις Κατασκευαστικές), άλλαξαν τη μέθοδο αλλά όχι την ουσία της προπαγάνδας. Και της κατατρομοκράτησης. Κάπως έτσι βρήκε ευκαιρία ο Τσίμας να εξυμνεί τους υπάκουους μνημονιόφρονες Ιρλανδούς, δείχνοντάς μας εμμέσως το σωστό δρόμο. Βέβαια τώρα που ξεσηκώθηκαν κατά της πολιτικής λιτότητας δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές στο Δουβλίνο με σύνθημα «Ελαφρύνετε το Βάρος», τους ψέκασαν με πιπέρι. (Ευτυχώς εδώ έχουμε ακόμα χημικά. Και τον Ρουπακιώτη, με τη ιστορική φράση alea jacta est. Ο εστί μεθερμηνευόμενο «Μαζί τα υπογράψαμε»).
Είχα σκεφτεί να οργανώσω ένα Κέντρο Ελέγχου Αναγνωστών Να τηλεφωνώ κάθε Κυριακή για να διαπιστώνω ποιος απ’ τους γνωστούς αγόρασε εφημερίδα και ποιος με διάβασε. Τελικά μόνη συνεπής η Χαρά. Που πάει δυο και τρεις φορές στο περίπτερο, καθώς στη Θεσσαλονίκη δεν φτάνει πριν τις 12μ. η «Εποχή» (αφού γράφεται μέχρι το απόγευμα Σαββάτου).
Πάντως την περασμένη Κυριακή στο ποδόσφαιρο όλο «Δώσε πάσα στη Χαρά» φώναζα.
Ίσως γι’ αυτό κερδίσαμε.

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Όταν τρίψεις τη μούρη κάποιου με στάχτη, αυτός θα στην τρίψει με πυρίτιδα…

Κώστας Κρεμμύδας, απο την Εποχη...
Στον Κάτω Κόσμο / σ’ οδηγούνε οι ασπάλακες / στον Πάνω Κόσμο / σε μοιράζουν οι τυχαίοι
(Χρυσούλα  Αγκυρανοπούλου, Βύβλος, εκδ. Μανδραγόρας)

…γράφει σε ένα στίχο του ο Αλέξανδρος Αραμπατζής προειδοποιώντας για τα αυτονόητα. Και δε χρειάζεται να διδάσκεις πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο, ή όπως αλλιώς θα το βαφτίσουν οι ομογάλακτοι του Κουβέλη, για να διαπιστώνεις τις δημοκρατικές παρεκβάσεις, ή τη συγγένεια με τους επίσης ακατανόμαστους του ’67.

Δεν πρόλαβε να φύγει ηλεκτρονικά το κείμενο της περασμένης βδομάδας για την κληρονομικότητα στη δουλεία και τον εθισμό μας στα βασανιστήρια κι ήρθαν τα νέα κρούσματα να ανατριχιάσουν τον υπουργό Δικαιοσύνης(!). (Το θαυμαστικό αφορά τη δικαιοσύνη όχι την ανατριχίλα).
Σ’ αυτή τη χώρα ο Ύψιστος (Μεγαλοδύναμος, ή όπως αλλιώς τον προσαγορεύετε) έχει κέφια. Είναι χωρατατζής. Του αρέσει το ξεγύμνωμα, η απομυθοποίηση. Αλλιώς δεν εξηγούνται τα σενάρια που σκάρωσε: βασανιστήρια, βία, απολύσεις, στρατιωτικοί νόμοι, επιστρατεύσεις, προεδρικά διατάγματα, φίμωση της Βουλής, τηλεοπτικές αρένες, χαλκεία, συνοδοιπορία με τους Άδωνη, Βορίδη, Δένδια.
Κι όλα αυτά μπροστά στ’ απορημένα πρόσωπα των ανατριχιαστικά δεσμικών. Που από εκφραστές της έννομης κατάντησαν απολογητές της ένστολης τάξης. (Ήδη για την αντιμετώπιση των απειθών ναυτεργατών επισκευάζονται πυρετωδώς και τα εγκαταλειμμένα γερμανικά πυροβολεία στη νοτιανατολική Αττική.) Ενώ η Αλίκη Βουγιουκλάκη ξαναπροβάρει το ρόλο της στην Υπολοχαγό Νατάσα.

Κι η θεία μου ανατρίχιαζε όταν διάβαζε τα σινε-ρομάντζα του Ντόμινο. Κι εγώ όταν άκουγα τον Πεταλωτή, όταν ζω (και το χειρότερο συνηθίζω) τη διαστρέβλωση των στρεψόδικων –που όσο σαπίζουν, τόσο ασχημονούν–, όταν παρακολουθώ τον τύπο του Συγκροτήματος. Που λες και όρισαν προστάτιδα θεά τους την Κίρκη. Ειδάλλως δεν εξηγείται η ομαδική παραμόρφωση. Γιατί μάλλον σαν άνθρωποι μπαίνουν στο Μέγαρο.

Βέβαια ο Ρουπακιώτης έπρεπε να ανατριχιάζει προ πολλού: με τον Μανώλη Κυπραίο, τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις του Μάριου Λώλου στη συγκέντρωση μνήμης του 77χρονου αυτόχειρα, με τους άλλους 4.000 αυτόχειρες, τις «επιχειρήσεις» των ΜΑΤ, τον νεκρό απεργό του ΠΑΜΕ, την ηλεκτροπληξία του σενεγαλέζου μικροπωλητή, πατέρα δύο παιδιών, τους διασωληνωμένους νέους (όχι 23 και 24 ετών, του Καβάφη), αλλά μόλις 16 και 19, ύστερα από καταδίωξη της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. στην πλατεία …Ελευθερίας!

«Οι δρόμοι επίφοβοι/ Χωρίς ορόσημα η μεγάλη νύχτα/ Όμως αυτοί που συναντήθηκαν στην περιπλάνηση/ Κι είδαν μαζί τους ίσκιους να μεταμορφώνονται/ Την καινούρια διάταξη της αρετής/ Περ’ από τους καπνούς, τα εγκλήματα, τους ξολοθρεμούς […] Δεν θα ξεχάσουν», διαβεβαίωνε ήδη από το 1965, η μόλις αποχωρήσασα Λύντια Στεφάνου. Και δεν είναι μόνο η οργή για τη βία, το ψεύδος, την απάτη που υποβόσκει στα σκυμμένα κεφάλια.
Δεν είναι ο παρατεταμένος Μεσαίωνας ενός λαού που βρήκε την υπόστασή του στη Γαλλική Επανάσταση. Που στάθηκε στη Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 26ης Αυγούστου 1789: Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και παραμένουν ελεύθεροι και έχουν ίσα δικαιώματα. Οι κοινωνικές διακρίσεις μόνο στο κοινό συμφέρον μπορούν να βασίζονται. Σκοπός κάθε πολιτικής οργάνωσης είναι η διαφύλαξη των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου: ελευθερία, ιδιοκτησία, ασφάλεια. αντίσταση στην καταπίεση (δικαίωμα και υποχρέωση για τον πολίτη). Πηγή κάθε εξουσίας είναι αποκλειστικά το έθνος.
Κανένα σώμα, κανένα άτομο δεν μπορεί να ασκήσει εξουσία που δεν απορρέει από το έθνος.

Οι κοινωνίες αποτελούν αντανάκλαση του ανθρώπου κι όπως στον άνθρωπο έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει αιδώς και δίκη (Πρωταγόρας). Δηλαδή φιλότιμο, αυτοσεβασμός, αλλά και σεβασμός των νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων. Προϋπόθεση για μια ευνομούμενη πολιτεία. Το φόβο, τον τρόμο και την υποταγή καλλιεργούν οι δυνάστες. Αλίμονο στους ηγέτες που βασίζουν την επιβίωσή τους στην παρακμή, τη φτώχεια, την καταστολή και την εξαθλίωση, στα ένστικτα αντί τις ιδέες. Κι από αυτή τη σκοπιά άτιμος δεν είναι μόνον όποιος μετέρχεται μεθόδων, αλλά και όποιος σωπαίνει. Ή απλώς ανατριχιάζει όταν τα βλέπει.

«Ουφ! τελειώσαμε», άφησαν ένα επιφώνημα ανακούφισης ο περισσότερο και ο λιγότερο βαρύς της ωριαίας εκπομπής «αριστερά χωρίς πρόγραμμα, αλλά με απαντήσεις». (Στις ερωτήσεις ήταν ανέκαθεν το πρόβλημά μας). Τέτοια απροθυμία προς συνεντευξιαζόμενη, (λες και τους έβαζες να πιουν καθάρσιο), είχα να δω από την εποχή της Κανέλλη.
Μοιάζουν άλλωστε κι οι δυο, (εκτός από το μαλλί): μιλάνε μόνες τους, δεν χρειάζονται ερωτήματα, απαντούν πριν καν ερωτηθούν, το ‘on” τις βρίσκει ήδη στον αέρα, απτόητες συνεχίζουνε στο “off”. Λελογισμένη χρήση μεταφορών και παρομοιώσεων.
Κάπου στην άκρη κι ένα κομπλιμέντο για τον παρουσιαστή (αν υπάρξει κενό στο χειμαρρώδη λόγο τους). Μακριά απ’ αυτές ο λαϊκισμός του τύπου: «Γιώργο μου ξέρεις πόσο εκτιμώ εσένα και την εκπομπή σου».
Προσπαθώ να αλλάξω θέμα τώρα που όλα αλλάζουν. Και προσαρμόζονται. Εκτός της νοοτροπίας. Και των μηχανισμών. (Τελικά αφού θα διορίζονταν οι ίδιοι, γιατί ’καναν ψηφοφορίες;) Για τους επαρχιώτες σύνεδρους; Ή χάριν μεταγενέστερης αυτοκριτικής: «υπήρξαν αδυναμίες».

Ένα μήνα πριν τον ΣΥΡΙΖΑ είχαμε το 18ο Συνέδριο του ΚΚ Κίνας όπου 82,6 εκατομμύρια μέλη εξέλεξαν 2.268 αντιπροσώπους (ούτε καν 3.000). Που με τη σειρά τους ψήφισαν 204 τακτικά μέλη (ούτε καν 301) της Κεντρικής Επιτροπής, και 25μελες Πολιτικό Γραφείο, απ’ όπου διορίστηκαν οι 9 του πρωινού καφέ.
Δε λέω να κάνουμε τους Κινέζους. Δεν με θέλγει καν το ευπροσάρμοστό τους στο σύστημα.

Μήπως όμως να τους ακολουθήσουμε μειώνοντας έστω τους σύνεδρους, την Κ.Ε, ή τους διορισμένους; Ή αυξάνοντας τουλάχιστον κατά 82 εκατομμύρια τα μέλη του κόμματος.


Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Όταν εί­σαι ά­ντυ­τη κά­νε μου α­να­πά­ντη­τη...

του Κωστα Κρεμμυδα απο την Εποχη...

Δεν ξέ­ρω αν εί­ναι τρα­γι­κό, πά­ντως κω­μι­κό εί­ναι να με­γα­λώ­νεις α­κού­γο­ντας τα ί­δια με­γά­λα και βλα­κώ­δη πε­ρί της πα­τρί­δας και των σω­τή­ρων της. Που σώ­ζουν α­ε­νάως την κα­τα­στραμ­μέ­νη. Η μό­νη χώ­ρα με τό­σες κα­τα­στρο­φές, πα­ρά τους τό­σους σω­τή­ρες. Αφού ε­μείς, ως ευ­σε­βές ποί­μνιο –δη­λα­δή πρό­βα­τα– συν­δυά­ζο­ντας ε­θνι­κό με θρη­σκευ­τι­κό με­γα­λείο, δε θα ’πρε­πε να ε­ορ­τά­ζου­με ως ε­θνι­κή μας γιορ­τή την 25η Μαρ­τίου, του Ευαγ­γε­λι­σμού, αλ­λά την 6η Αυ­γού­στου, του Σω­τή­ρος.
Δι­καίως ο Πα­πα­δό­που­λος σχε­δία­ζε να α­να­γεί­ρει ναό, αλ­λά δεν τον ά­φη­σε ο Αβέ­ρωφ που του ξα­να­γύ­ρι­σε τον Κα­ρα­μαν­λή. Ελπί­ζου­με πλέ­ον στη Χρυ­σή Αυ­γή να υ­λο­ποιή­σει το προ­αιώ­νιο αί­τη­μα της φυ­λής: να α­νοι­κο­δο­μή­σει το Τά­μα του Έθνους στα Τουρ­κο­βού­νια πά­νω α­π’ τα Στού­ντιο της Βρι­λησ­σού. Να προ­λά­βει τα θυ­ρα­νοί­ξια και η Δέ­σποι­να Πα­πα­δο­πού­λου. Και να εκ­φω­νή­σει τον πα­νη­γυ­ρι­κό ο Θε­ο­φυ­λο­γιαν­νά­κος. (Αυ­τή ει­δι­κά η ε­πα­νά­λη­ψη της ι­στο­ρίας δε θα ’ναι φάρ­σα, αλ­λά τρα­γω­δία).
Θα μας βά­λουν, που θα μας βά­λουν τε­λι­κά τις χει­ρο­πέ­δες. κα­λύ­τε­ρα ροζ και να στις φο­ρά­νε κορ­μά­ρες στα Στού­ντιο, πα­ρά ο Βρού­τσης στο Εργα­σίας. Κα­λά που υ­πάρ­χουν και τα α­μο­ντά­ρι­στα πλά­να του υ­πουρ­γού για να λάμ­ψει ό­λη η α­λή­θεια στον Σκάι. Πά­ντως, ε­γώ αν ή­μουν δη­μο­σιο­γρά­φος θα προ­τι­μού­σα να πλη­ρώ­σω το χα­ρά­τσι α­πό το να ξε­φτι­λί­ζο­μαι με δια­τε­ταγ­μέ­να ρε­πορ­τάζ. (Δεν τους πα­ρα­χω­ρούν την ΥΕ­ΝΕ­Δ, να μη δε­σμεύουν τσά­μπα συ­χνό­τη­τα;)
Εξοι­κειω­μέ­νοι, λοι­πόν, στην εκ­με­τάλ­λευ­ση και την κο­ροϊδία, οι ευ­ρωα­να­θρε­μέ­νοι του Εσω­τε­ρι­κού θεω­ρή­σα­με ως λύ­ση την Ευ­ρώ­πη των λαών. Πι­στεύο­ντας πως του­λά­χι­στον ε­κεί υ­πάρ­χει σο­βα­ρό­τη­τα και συ­νέ­χεια του Κρά­τους. Μια ρα­φι­να­ρι­σμέ­νη γρα­φειο­κρα­τία που τρώει κι­νέ­ζι­κο στο Λου­ξεμ­βούρ­γο, α­βο­κά­ντο και γουα­κα­μό­λε στο Στρα­σβούρ­γο, παί­ζει τέ­νις στις Βρυ­ξέλ­λες και πί­νει σα­μπά­νια με σο­λο­μό. (Εί­χα­με δει τον άλ­λον αέ­ρα και στα βλέμ­μα­τα των ευ­ρω­βου­λευ­τών μας. αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό τον Κύρ­κο).
Υπάρ­χει α­κό­μα το α­νή­λια­γο κο­τέ­τσι που στέ­γα­ζε το 4ο Αρρέ­νων Αθη­νών, ό­που μα­θαί­να­με πως η Ελλάς πα­ρά­γει έ­λαιον, στα­φί­δες, σι­τά­ρι, κρα­σί και δού­λους. Όντα (α­γρό­τες και δού­λοι) υ­πο­ταγ­μέ­να πλή­ρως στη θέ­λη­ση α­τό­μων που κερ­δί­ζουν α­πό το μόχ­θο τους. Πολ­λοί ή­ταν αιχ­μά­λω­τοι πο­λέ­μου, αλ­λά και θύ­μα­τα χρεών, α­π’ το γνω­στό «δα­νει­σμό με εγ­γύη­ση σώ­μα­τος». (Του­λά­χι­στον τώ­ρα μας παίρ­νουν μό­νο τα δα­χτυ­λί­δια του γνω­στού ά­σμα­τος).
Ευ­τυ­χώς ήρ­θε ο Σό­λων και θέ­σπι­σε «Μέ­τρα ε­πα­νόρ­θω­σης» (σει­σάχ­θεια, α­πό το σείω που ση­μαί­νει α­φαι­ρώ και το άχ­θος=βά­ρος): έ­να εί­δος α­ξιό­πι­στου PSI, ό­χι χαλ­κευ­μέ­νου, σαν τα Έργα και τις Ημέ­ρες α­ξιω­μα­τού­χων της Τρόι­κα. (Που βρή­καν σε α­νά­γκη τον Πρε­τε­ντέ­ρη και τους άλ­λους, της α­ξιό­πι­στης δη­μο­σιο­γρα­φίας, α­νή­μπο­ρους να μι­λή­σου­ν… Για να τους ξε­μπρο­στιά­σουν).
Από την α­πο­τί­να­ξη βα­ρών ε­πί Σό­λω­να πέ­ρα­σαν 2607 χρό­νια και πολ­λά άλ­λα­ξαν έ­κτο­τε. Γι’ αυ­τό βά­λαν δυο έ­γκρι­τους νο­μι­κούς, τον Μα­νι­τά­κη και τον Ρου­πα­κιώ­τη, να τον ξα­να­φρε­σκά­ρουν. (Το νό­μο, ό­χι τον Σό­λω­να). Για να ’ρθει τρο­παιού­χος με­τά ο Τσί­πρας να ε­πα­να­φέ­ρει τη σει­σάχ­θεια. (Οι ο­μό­κε­ντροι κύ­κλοι της ι­στο­ρίας. Αλλά και η θυ­σία Κου­βέ­λη χά­ριν της Αρι­στε­ράς. Και της Προό­δου).
Κά­ποιοι δού­λοι ζού­σαν στα σπί­τια των κυ­ρίων τους ως υ­πη­ρέ­τες, άλ­λοι, δη­μό­σιοι, σή­κω­ναν (κυ­ριο­λε­κτι­κά) στις πλά­τες τους τα α­ρι­στουρ­γή­μα­τα της κλασ­σι­κής αρ­χαιό­τη­τας, άλ­λοι δού­λευαν στα χω­ρά­φια, τα ο­ρυ­χεία, τα με­ταλ­λεία της λαυ­ρεω­τι­κής, ή τα λα­το­μεία μαρ­μά­ρου στο Διό­νυ­σο και την Πε­ντέ­λη, νοι­κια­σμέ­νοι σε με­γά­λα project α­πό τον Άκτο­ρα της ε­πο­χής.
Συ­χνές οι α­να­φο­ρές του Δη­μο­σθέ­νη για τη σω­μα­τι­κή τι­μω­ρία τους –συ­νή­θως μα­στί­γω­μα. Υπήρ­χε και α­να­λο­γία με το χρη­μα­τι­κό πρό­στι­μο: μια βουρ­δου­λιά ι­σο­δυ­να­μού­σε με μία δραχ­μή. (Δεν βά­ζω ι­δέες στην Εφο­ρία. Άλλω­στε ως Έλλη­νες εί­μα­στε προ­σκολ­λη­μέ­νοι μέ­χρι της τε­λευ­ταίας ρα­νί­δος του αί­μα­τός μας στο ευ­ρώ, για το ο­ποίο «θα πέ­σου­με μέ­χρις ε­νός»). Η μαρ­τυ­ρία τους στο δι­κα­στή­ριο δεν εί­χε νο­μι­κή ι­σχύ, ε­κτός αν ή­ταν α­πόρ­ροια βα­σα­νι­στη­ρίων. Έτσι ε­ξη­γεί­ται νο­μι­κά, ι­στο­ρι­κά και πο­λι­τι­κά, ο βίος κι η πο­λι­τεία της Ασφά­λειας. Αλλά και το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό πνεύ­μα που διέ­πει ό­λους τους ε­πι­βα­ρυ­μέ­νους με κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τα υ­πουρ­γούς της.
Πέ­ρα­σε δη­λα­δή η δου­λεία, και οι συ­νέ­πειές της, στην κουλ­τού­ρα μας, έ­γι­νε φύ­ση, κυ­κλο­φο­ρεί στο DNA μας. Εξ ου και η δη­μο­τι­κό­τη­τα του Σα­μα­ρά στις πρό­σφα­τες δη­μο­σκο­πή­σεις. Άλλω­στε το «αυ­ταρ­χι­κό» –φουλ πρό­γραμ­μα–, τα παι­χνί­δια ρό­λων υ­πο­τα­γής, με την κο­πέ­λα (και τον Σα­μα­ρά) πά­ντα σε ε­νερ­γη­τι­κό ρό­λο, εί­χαν α­νέ­κα­θεν αυ­ξη­μέ­νο κο­στο­λό­γιο στα Στού­ντιο.
Οι δού­λοι μπο­ρού­σαν να κα­τα­πια­στούν με ό­λες τις κα­θη­με­ρι­νές δρα­στη­ριό­τη­τες με ε­ξαί­ρε­ση την πο­λι­τι­κή, που την ά­φη­ναν στις φι­λο­πά­τρι­δες οι­κο­γέ­νειες Μη­τσο­τά­κη, Πα­παν­δρέ­ου, Κα­ρα­μαν­λή, Βαρ­βι­τσιώ­τη κλπ. (Εί­χα­με και τρεις α­νι­ψιούς Λιά­πη, Κα­τσι­φά­ρα και Αλευ­ρά, αλ­λά μέ­χρις στιγ­μής α­γνοού­νται).
Περ­νώ­ντας τα χρό­νια μά­θα­με πως στην α­γρο­τι­κή μας πα­ρα­γω­γή, με τα σι­τη­ρά και τις στα­φί­δες προ­στέ­θη­κε και το τσι­μέ­ντο που ευ­δο­κι­μού­σε στις πό­λεις και τα χω­ριά μας. Συ­στα­τι­κό της του­ρι­στι­κής μας α­νά­πτυ­ξης. Κα­θ’ υ­πό­δει­ξη των σο­βα­ρών γρα­φειο­κρα­τών στις Βρυ­ξέλ­λες καλ­λιερ­γού­σα­με τσι­με­ντο­ρο­δά­κι­να, που δεν τρώ­γο­νταν, προ­κει­μέ­νου ν’ α­γο­ρά­ζου­με και κά­ποια ο­πω­ρο­κη­πευ­τι­κά. Μη γί­νουν κλέ­φτες κι οι Ευ­ρω­παίοι.
Κι έ­τσι ε­πα­νήλ­θα­με στους δυο βα­σι­κούς πυ­λώ­νες της οι­κο­νο­μίας μας: τον Αμε­ρι­κα­νι­κό στό­λο (με τα συ­να­κό­λου­θα: Τρού­μπα, βά­σεις, Άκτιο, Σού­δα, Νέα Μά­κρη, Ελλη­νι­κό), αλ­λά κι έ­να εύ­ρος ε­παγ­γελ­μα­τι­κής α­πα­σχό­λη­σης: σερ­βι­τό­ροι, καλ­λι­τέ­χνες κά­θε εί­δους, με­τα­φρα­στές, κα­τα­σκευα­στές κλπ. Και τις πε­τρε­λαιο­πη­γές, κα­τά το γνω­στό «Αφή­σα­με το έ­λαιο και βρή­κα­με πε­τρέ­λαιο».
Τα υ­πό­λοι­πα εί­ναι βγαλ­μέ­να μέ­σα α­πό τον ελ­λη­νι­κό κι­νη­μα­το­γρά­φο, δη­λα­δή μέ­σα α­π’ τη ζωή. Έτσι βρέ­θη­κε κι ο Σα­μα­ράς στο Κα­τά­ρ, μή­πως ε­ξα­σφα­λί­σει κα­νέ­να ρο­λόι, σαν αυ­τά του Βου­τσά στον ξυ­πό­λυ­το πρί­γκι­πα.
Εκτός κι αν τον έ­στει­λε ο Αλα­φού­ζος για τον Σι­σέ; Τώ­ρα που ’χα­σαν και τον Βύ­ντρα

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Στον αρ­χαίο κό­σμο βρα­διά­ζει πια νω­ρίς...

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας, απο την Εποχη...

Όσο με­γα­λώ­νου­με, / τό­σο τα ποιή­μα­τα γερ­νούν  /  Η σάρ­κα πλα­δα­ρή  /  οι πε­ρού­κες και η πού­δρα  /  δεν μπο­ρούν να κρύ­ψουν τις ρυ­τί­δες  /  μια μαύ­ρη γά­τα αί­λου­ρος  /  κοι­μά­ται α­νά­με­σα στις λέ­ξεις […]   /  Γι’ αυ­τό ό­σο με­γα­λώ­νω  /  δια­λέ­γω πιο αιχ­μη­ρούς  /  κον­δυ­λο­φό­ρους
Χλόη Κου­τσου­μπέ­λη

Στη Βιό, ό­πως ά­ρε­σε –παί­ζο­ντας με «τον βίο» των αν­θρώ­πω­ν– στον γλωσ­σο­κε­ντρι­κό ποιη­τή Μι­χά­λη Κα­τσα­ρό να α­πο­κα­λεί το τε­τρά­γω­νο στη συμ­βο­λή Λέ­νορ­μαν και Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, στα ση­με­ρι­νά πα­ρακ­μα­σμέ­να, ε­πει­δή ο­δεύουν και αυ­τά προς πώ­λη­σιν, τα­χυ­δρο­μεία έ­νας ά­ντρας σω­ριά­ζε­ται στο ο­δό­στρω­μα. Η πα­ράλ­λη­λη με το πε­ζο­δρό­μιο θέ­ση του δεν δια­κό­πτει την κυ­κλο­φο­ρία. Τ’ αυ­το­κί­νη­τα συ­νε­χί­ζουν α­κώ­λυ­τα την πο­ρεία τους. Τον προ­σπερ­νώ. Μα­ζί και τις δε­κά­δες κα­ρο­τσά­κια μ’ αυ­τόν τον εκ­κω­φα­ντι­κό θό­ρυ­βο –υ­πάρ­χει πά­ντα κά­τι χει­ρό­τε­ρο α­κό­μα κι α­π’ το μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας– που κά­νουν στο δρό­μο οι με­ταλ­λι­κές τους ρό­δες. Εκεί που άλ­λο­τε βά­ζα­με τρό­φι­μα, κι ο Sky σή­με­ρα ε­να­πο­θέ­τει με­τά της εκ­κλη­σίας τις φι­λαν­θρω­πίες τους, στοι­βά­ζο­νται με μα­ε­στρία τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γού σε τσίρ­κο τα χι­λιά­δες α­πό­βλη­τα ό­νει­ρά μας. Τα ρά­κη μιας ζωής και μιας κοι­νω­νίας που ευ­τυ­χώς ξε­χνά γρή­γο­ρα και γι’ αυ­τό εί­ναι πα­νέ­τοι­μη να δώ­σει ψή­φο α­κό­μα και στον Λομ­βέρ­δο.
Άλλω­στε, ό­πως μας λέει και η Θεσ­σα­λο­νι­κιά Χλόη Κου­τσου­μπέ­λη, στην ο­ποία α­νή­κει και ο τίτ­λος του ση­με­ρι­νού ση­μειώ­μα­τος: «Η μνή­μη του χρυ­σό­ψα­ρου διαρ­κεί έ­να λε­πτό/ του ε­λέ­φα­ντα για χρό­νια/ του πι­ράν­χας εί­ναι το λαί­μαρ­γο πα­ρό­ν/ του με­τα­ξο­σκώ­λη­κα/ η κά­μπια». Τε­λι­κά συ­γκα­τα­λε­γό­μα­στε στα πι­ράν­χας ή στα χρυ­σό­ψα­ρα; Ή μή­πως με­τα­ξο­σκώ­λη­κες ό­σο κρα­τά η εκ­τρο­φή μας α­π’ τις κά­μπιες; Μό­νο που το δι­κό μας έκ­κρι­μα δεν πα­ρά­γει με­τά­ξι, πε­ριο­ρί­ζε­ται α­πλώς σε πρό­σω­πα της τρέ­χου­σας ε­πι­και­ρό­τη­τας.
Κά­θε που α­γκυ­λώ­νει την ψυ­χή η φρί­κη τό­σο συ­νει­δη­το­ποιώ πως το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα γι­νό­μα­στε ο­λοέ­να και πιο πε­ρι­γρα­φι­κοί: κα­τα­γρα­φείς του συρ­μού με την ε­πι­με­λώς δια­φυ­λαγ­μέ­νη α­πό­στα­ση του γρα­φειο­κρά­τη που ως πο­λι­τι­κός, πο­λί­της, στρα­τιω­τι­κός, υ­πάλ­λη­λος δη­μο­σιο­γρά­φος, ή συγ­γρα­φέ­ας διεκ­πε­ραιώ­νει ε­ντο­λές, ή ι­κα­νο­ποιεί μό­δες, κι­νού­με­νος σε ό­ρια α­σφυ­κτι­κά που άλ­λοι και προ πολ­λού του έ­θε­σαν, ή του προ­σφέ­ρουν. Από τον Γιωρ­γά­κη, την Τρόι­κα και τον Μάρ­κα­ρη, μέ­χρι τον Χίτ­λερ την Μέρ­κε­λ, τον Κα­σι­διά­ρη και τον Χατ­ζη­σω­κρά­τη.
Ύστε­ρα τι να σου κά­νει ο Μα­νι­τά­κης; Ένας α­πλός υ­πουρ­γός που α­πο­λύει κα­τ’ ε­ντο­λή­ν; Ή ο α­πλώς υ­πο­γρά­φων (α­πο­πο­μπές, μειώ­σεις, συ­νταγ­μα­τι­κές εκ­τρο­πές, κοι­νω­νι­κές δο­λο­φο­νίες), εκ­φω­νη­τής προ­ε­δρι­κών διαγ­γελ­μά­τω­ν; Ή ο βα­σα­νι­στής στο Μά­ουτ­χα­ου­ζεν –συ­γκι­νη­τι­κή η πρό­σφα­τη πα­ρά­στα­ση και α­να­τρι­χια­στι­κή η (ε­πα­να)δια­πί­στω­ση της α­νε­ξέ­λε­γκτης αν­θρώ­πι­νης δια­στρο­φής–, ή ο Κου­βέ­λης με τα ι­σο­δύ­να­μα και τα γε­νό­ση­μά του; (Που χαί­ρει και της ε­κτί­μη­σης των χρυ­σό­ψα­ρων).
Να σας πε­ρι­γρά­ψω, λοι­πόν, τη φε­τι­νή προ­σο­μοίω­ση των ε­ορ­τών, με τους δε­κά­δες φοί­νι­κες και τον «ε­λαιώ­να» της πρω­τεύου­σας που καλ­λιερ­γούν ζη­λό­τυ­πα α­πό ε­πο­χής Μπα­κο­γιάν­νη ό­λοι οι δή­μαρ­χοι, πά­νω στα κα­του­ρη­μέ­να τσι­μέ­ντα της άλ­λο­τε πλα­τείας Ομο­νοίας; Για­τί μπο­ρεί να ξε­κλη­ρί­στη­καν οι φοί­νι­κες, πού να βρε­θούν λε­φτά για ψε­κα­σμούς, αλ­λά ο δι­κο­μα­νής δή­μαρ­χος με την πλά­στιγ­γα ε­ξα­σφά­λι­σε σε γλά­στρα αρ­κε­τούς για τις φε­τι­νές ε­ορ­τα­στι­κές εκ­δη­λώ­σεις. Μα­ζί και δυο ε­λιές που θα α­πο­τε­λέ­σουν τη μα­γιά της α­να­σύ­στα­σης του Πλα­τω­νι­κού ε­λαιώ­να με τα άλ­λο­τε 117.000 αιω­νό­βια δέ­ντρα που τά ’πνι­ξαν τα μπά­ζα και τα α­πό­βλη­τα της Πέ­τρου Ράλ­λη. Και που δεν ά­φη­σαν τον Βabis να α­να­πλά­σει μέ­σω των 50.000 τε­τρα­γω­νι­κών του.
Ανεύ­θυ­νοι διεκ­πε­ραιω­τές, λοι­πόν, εί­μα­στε που θα στο­λί­σου­με και φέ­τος το δέ­ντρο της πεί­νας, της αυ­τα­πά­της, και της προ­σω­ρι­νής δια­φυ­γής μας α­π’ ό­σα συμ­βαί­νουν στον δι­πλα­νό μας. Για­τί τε­λι­κά ε­μείς θα κα­τα­φέ­ρου­με να γλι­τώ­σου­με το Άου­σβι­τς που μας α­να­λο­γεί.
Αγνές σκιές πε­ρι­φε­ρό­με­νες σε σκου­πί­δια και τη­λε­ο­ρά­σεις εί­μα­στε, στρώ­μα­τα α­γίων στις γω­νίες και τις πυ­λω­τές. Κα­τα­στρο­φείς κά­θε γω­νιάς που ξέ­φυ­γε τη βρω­μιά, τη μουτ­ζού­ρα και την ε­γκα­τά­λει­ψη. (Η συ­νε­χι­ζό­με­νη μα­νία δεν εί­ναι ά­σχε­τη με την α­πο­στρο­φή που βα­θειά αι­σθα­νό­μα­στε).
Σαν τους πα­λιούς Ρώ­σους κο­λί­γους καί­με ό,τι πέ­φτει στα χέ­ρια μας, για­τί η α­νέ­χεια κι ο φό­βος ευ­τε­λί­ζει την ί­δια μας τη ζωή. Ερπε­τά στη δι­κή μας Λα­σπο­κοκ­κυ­γία πού ’ρθε να πά­ρει τη θέ­ση της Νε­φε­λο­κοκ­κυ­γίας του Αρι­στο­φά­νη, με τα ψο­φί­μια κα­τα­γής στην άλ­λο­τε πό­λη των που­λιών. Την πο­λι­τεία που τη νιώ­θου­με να τουρ­του­ρί­ζει μα­ζί μας, κα­τά το στί­χο ε­νός πρόω­ρα χα­μέ­νου –ό­πως ό­λοι οι πραγ­μα­τι­κοί ά­γιοι– ποιη­τή.
Εί­ναι πολ­λά τα πε­ρίερ­γα που α­δυ­να­τεί να συλ­λά­βει ο νους μου: τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα, ας πού­με, μιας συ­ντε­ταγ­μέ­νης σταυ­ρο­δο­σίας, και το πώς ε­ντάσ­σε­ται στο ο­μα­δι­κό πνεύ­μα της ε­πα­να­στα­τι­κής α­ρι­στε­ράς; Για­τί εί­ναι πο­λι­τι­κή πρά­ξη να ε­τοι­μά­ζο­νται ο­λο­νυ­χτίς ψη­φο­δέλ­τια; Το δια­γκω­νι­σμό ε­νός α­ρι­στί­δην διο­ρι­σμού, με τις έν­νοιες «διο­ρι­σμός» και «α­ρι­στί­δην» να α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι ως α­σύμ­βα­τες. Πώς νέες ι­δέες καρ­πί­ζουν πά­νω σε ξε­θυ­μα­σμέ­να πα­λιά υ­λι­κά;
Σκέ­φτο­μαι εμ­φα­νώς α­μή­χα­να, ό­πως και σ’ ό­λα τα τε­λευ­ταία μου κεί­με­να, πως α­νά­με­σα στην τρα­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και στην πο­λι­τι­κή της δια­χεί­ρι­ση υ­πάρ­χει α­κό­μα με­γά­λο χά­ος.
Δεν πρω­το­τυ­πεί η ε­πο­χή μας. Θα φύ­γου­με, (κα­λο­προ­αί­ρε­τοι ή κα­κο­προ­αί­ρε­τοι) φορ­τω­μέ­νοι με τις ί­διες α­ντι­φά­σεις/α­νε­πάρ­κειές μας. Απο­στρε­φό­με­νοι το «λά­θος», ή υ­πε­ρα­μυ­νό­με­νοι του «σω­στού», μο­λο­νό­τι ξέ­ρου­με πως και τα δυο δεν εί­ναι μο­νο­σή­μα­ντα.
Τι μέ­νει; Του­λά­χι­στον η ποίη­ση α­φού, κα­τά τον Σα­ρα­ντά­ρη, άρ­νη­σή της Ση­μαί­νει [ό­τι] ε­γκα­τα­λεί­που­με τον α­γώ­να/ Πα­ρα­τά­με τη χα­ρά στους α­νί­δε­ους/ Τις γυ­ναί­κες στα φι­λιά του α­νέ­μου/ Και στη σκό­νη του και­ρού/ Ση­μαί­νει πως φο­βό­μα­στε/ [πως] η ζωή μας έ­γι­νε ξέ­νη/ Ο θά­να­τος βρα­χνάς.
Με τις 3.124 αυ­το­κτο­νίες να βα­ραί­νουν τη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ι­στο­ρία ας ε­ξα­κο­λου­θή­σου­με να εί­μα­στε ποιη­τές. Του­λά­χι­στον θα ση­κώ­νου­με σταυ­ρούς. Δεν θα σκα­ρώ­νου­με σταυ­ρο­δο­σίες.


Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας,
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Ροη αρθρων