Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΙΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Νυν και αεί*...

του Παναγιωτη Παπιδα απο τα Ενθεματα...
ΡΗΤΩΣ ΛΕΧΘΕΝΤΑ
Τραγωδίες: αριστοτελικές και σημερινές
Έστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως… Παπαριές, κυρά-Μαρίτσα. Όχι ότι δεν έχω σε υπόληψη τον Αριστοτέλη (κάτι σπουδαίο πρέπει να έγραψε κι αυτός), αλλά, να, φταίει ότι έχω δει τραγωδίες στη ζωή μου. Και η μόνη μίμηση που βρίσκω είναι άλλων τραγωδιών, λες και τις βγάζουν όλες με καρμπόν.
Αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι σαφώς μια τραγωδία, μια τραγωδία με αρχή, χαμένη στο βάθος των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, αλλά χωρίς ακόμα τέλος. Είναι σίγουρα τραγωδία αυτό που ζούμε — και με την αριστοτελική ερμηνεία, αν το σκεφτείς:
Καταρχάς, έχουμε την αναπαράσταση μιας πολύ σημαντικής πράξης, η οποία μάλιστα τείνει να ολοκληρωθεί: την καταστροφή μιας κοινωνίας, τη μεταμόρφωσή της σε κάτι πολύ εφιαλτικό και μέχρι πρότινος κατακριτέο, στην απόλυτη εξαφάνιση ενός κράτους πρόνοιας για τους υπηκόους του, μιας πρόνοιας που εξασφάλιζε τις βάσεις μιας ευτυχισμένης ζωής.
Ο δε λόγος της είναι σαφώς ηδυσμένος, είναι ο γνωστός υπεύθυνος πολιτικός λόγος: «H ανάγκη προόδου και ανάπτυξης μας οδηγεί στην εφαρμογή αυτών των προσωρινών μέτρων που σκοπό έχουν τον απεγκλωβισμό από τα δεινά του παρελθόντος κ.λπ.
Όσο για τη φόρμα, έχουν επιστρατευτεί τα καλύτερα ειδικά εφέ: σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί και τώρα τελευταία ακούμε και για πολεμική εμπλοκή.
Τι έχει μείνει λοιπόν σε αυτό το μικρό δράμα για να το εντάξουμε οριστικά στην κατηγορία της τραγωδίας; Αυτό που θα μας λυτρώσει συναισθηματικά, ήγουν η κάθαρση. Συνήθως είναι και το τελευταίο χρονικά κομμάτι του έργου και δυστυχώς το πιο δύσκολο. Αυτό λοιπόν το τέλος το ψάχνουν ακόμα οι συντελεστές αυτής της τραγωδίας…
Επειδή όμως ερμηνεύει διαφορετικά ο καθένας μας το κάθε έργο, εμείς οι θεατές μπορούμε να έχουμε διαφορετική άποψη τόσο για την πλοκή του όσο και για τα συναισθήματα που θα μας λυτρώσουν. Διότι δεν είναι πρώτη φορά που περνάμε τέτοιες τραγωδίες, ούτε εμείς ούτε οι άλλοι λαοί του κόσμου μας. Δεν είναι πρώτη φορά που ένα κράτος θεωρητικής ισονομίας και ισοπολιτείας μετατρέπεται σε τιμωρό των πολιτών του και ευεργέτη των εχθρών του, που η πλειοψηφική ομάδα κατηγορείται αναίσχυντα από μια κραταιά ολιγαρχία επειδή απαιτεί να έχει στον ήλιο μοίρα, ίσα δικαιώματα, ίσες ευκαιρίες, δικαίωμα στα βασικά αγαθά που επιτρέπουν στον άνθρωπο να ζήσει και να δημιουργήσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται μια ανήθικη ορολογία, αυτή της τεμπελιάς, της αδιαφορίας, της ανευθυνότητας, για να καλυφθούν τα «μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων». Η Αριστερά και ο εργαζόμενος κόσμος το έχουν ζήσει στο πετσί τους όλο τον προηγούμενο αιώνα.
Θέλετε λοιπόν να μιλήσουμε εξαρχής για τραγωδία; Να μιλήσουμε.
Να μιλήσουμε για το «Νυν και αεί», στο οποίο ο Νίκος Γκάτσος αναφέρεται στα ανοσιουργήματα που διέπραξαν σε άλλες εποχές οι προκάτοχοι των σημερινών κυβερνώντων. Τα ίδια δηλαδή που κάνουν τώρα οι συνεχιστές τους.
«Πρωτομαγιά με το σουγιά
χαράξαν τον φεγγίτη
και μια βραδιά σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι».
Δεν διαθέτει ο ποιητής ούτε την πολυτέλεια του χρόνου, ούτε τη διάθεση να μας εισάγει στο θέμα σταδιακά ασχολούμενος για παράδειγμα με το «πολυαγαπημένο κεφαλάκι της αδελφούλας μας Ισμήνης». Ούτε κρύβει τον δράστη· τον αποκαλύπτει αμέσως στη δεύτερη κιόλας στροφή, και συνεχίζει να μας γρονθοκοπεί καταγγέλλοντας τις ανίερες πράξεις του. Για όσους δεν πήραν είδηση από την αρχή τι συμβαίνει, για όσους είπανε «δεν πειράζει μπόρα είναι θα περάσει», γι’ αυτούς που φοβήθηκαν να ομολογήσουν το κακό και να το αντιμετωπίσουν. Μια δεύτερη ευκαιρία για όσους έχασαν ή ξέχασαν την υπόθεση.
Αλλά το ποίημα δεν θα ήταν τραγωδία αν έμενε μόνο στην καταγγελία της ύβρεως. Ο Γκάτσος δεν έφτιαχνε δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από το μέτωπο του κοινωνικού πολέμου. Αναζητούσε και επιζητούσε τη συναισθηματική κάθαρση στο έργο του και αυτή δεν μπορούσε να υπάρχει έξω από την πραγματική κάθαρση:
«Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια, το ληστή και το φονιά
του ’χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά

και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά».
Αν λοιπόν θέλουμε να παίξουμε στη σύγχρονη τραγωδία μας ως πρωταγωνιστές, πρέπει να αναζητούμε και να υποσχόμαστε –εκτός από τη δίκαιη λύση– την αμείλικτη τιμωρία αυτών που μας οδήγησαν και μας σέρνουν ακόμα πιο βαθιά στην καταστροφή. Με παντιέρα την εικόνα όλων αυτών που τα όνειρα και η ζωή τους έχουν καταστραφεί και βυθίζονται καθημερινά στην απόγνωση. Με εμβατήριο την κραυγή του Λώρενς της Αραβίας, όταν ο πόνος των συντρόφων του είχε φτάσει στο απροχώρητο. Με όπλα μας το δίκαιο.
Διότι νόμος και δίκαιο σε μια πολιτεία ανθρώπων είναι εκείνο που λυτρώνει τις ψυχές τους και δεν αφήνει τις πληγές τους ανοιχτές να κακοφορμίζουν.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Φίλοι και αδέρφια…



Έργο του Thierry Poncelet

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...

του Παναγιώτη Παπίδα
Αλλού θα καταλήξω, αλλά λέω να ξεκινήσω από μια βιβλική αναφορά στην οποία προσφάτως έπεσα και είχα πει να την κοπιάρω για «πάσα μελλοντική χρήσιν»: Τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος αν κερδίσει τον κόσμο όλο, αλλά απολέσει την ψυχή του; ερωτά (υπό στόματος Ιησού του Ναζωραίου) ο ευαγγελιστής Μάρκος. Το μέλλον τελικά ήταν πολύ κοντινότερα από ό,τι φαντάστηκα…
Εντάξει, δεν υπάρχει μία απάντηση, έτσι κι αλλιώς, στο ερώτημα. Αν ρωτήσεις τους χριστιανούς θα μπορέσουν να σου δώσουν πολύ πειστικότερες απαντήσεις από μένα (που δεν είμαι), αλλά, παρ’ όλα αυτά, αυτές οι απαντήσεις τους εμένα μου αφήνουν μια αίσθηση στυφής γεύσης στο στόμα.
Η ερώτηση μπορεί ίσως να μετατοπιστεί στο «ποιος άνθρωπος;». Καταρχάς ο homosapiens, θα έλεγα εγώ, γνωστός φλέιμερ και τρολ. Αφού λοιπόν, με την έγκυρη παρέμβασή μου, μειώσαμε το πιθανό δείγμα στο 1/4 (προσφάτως πληροφορήθηκα ότι ανακαλύφθηκε και έτερο είδος ανθρώπου, πριν από τους sapiens, γεγονός που ανεβάζει σε τουλάχιστον 4 τον αριθμό των ανθρώπινων ειδών του πλανήτη μας, δυστυχώς οι τρεις εξ αυτών εξαφανισμένοι προ πολλού) θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε ξεχωριστά για καθένα από τα «είδη» των σημερινών ανθρώπων.
Τι έχει να ωφεληθεί ο μεγαλοτραπεζίτης (ή ένας, αντιστοίχως ματσό, μεγαλοεπενδυτής) αν χάσει την ψυχή του, αλλά κερδίσει τον κόσμο όλο; Τι να σας πω; Αυτό προφανώς εξαρτάται από την ψυχή του. Εφόσον αυτό το πράμα έχει φυσική υπόσταση (ελέγχεται ακόμα,) η αξία του είναι σαφώς υποτιμημένη (για να μιλήσουμε με όρους της αγοράς). Ποιος αλήθεια ενδιαφέρεται να αποκτήσει την ψυχή ενός μεγαλοτραπεζίτη; Ενώ τον κόσμο όλο (του μεγαλοτραπεζίτη) αρκετοί μπορώ να πω, χωρίς τον φόβο να λαθέψω. Ο μεγαλοτραπεζίτης, προφανώς, θα γυρίσει την πλάτη στον ευαγγελιστή Μάρκο ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα σηκώσει τα φρύδια του σε ένδειξη αποδοκιμασίας γι’ αυτή την απερίσκεπτη και απρονόητη απορία του.
Τι έχει να ωφεληθεί κάποιος που τον απασχολεί η ανώτατη κλίμακα φορολόγησης ή το πώς θα την σκαπουλάρει και δεν θα πληρώσει όσα του αναλογούν, αν χάσει την ψυχή του (εντάξει, εννοείται, και κερδίσει τον κόσμο όλο); Τι να σας πω, δεν θα χαρακτήριζα όλους αυτούς σκατόψυχους (και συγγνώμη για τη γλώσσα μου, αλλά εμένα η γλώσσα μου είναι η ελληνική) όμως δεν θα έβαζα στοίχημα πάλι ότι η ψυχή τους ευωδιάζει. Πρέπει να ’σαι πολύ λέρα για να κυβερνάς γαλέρα, λέει μια αρχαία ρωμαϊκή παροιμία. Οπότε, αν βάλεις στην μία πλευρά της πλάστιγγας την –μη ευωδιαστή– ψυχή του σημερινού πλούσιου homosapiensκαι από την άλλη τον κόσμο όλο, δυστυχώς θα έχουμε σίγουρο νικητή από τον πρώτο γύρο.
Καταλαβαίνετε φυσικά ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτό τον τρόπο, αν και οι φορολογικές κλίμακες διευκολύνουν το έργο μας, μιας και δεν είναι και πολλές. Διότι τον κόσμο όλο δεν πρόκειται να τον κερδίσουν παρά πολύ λίγοι στον κόσμο αυτό. Τόσο λίγοι, που λιγότεροι δεν γίνεται. Απλώς η υπόσχεση του κέρδους (του κόσμου όλου) είναι αυτή που κάνει ανθρώπους να ονειρεύονται, να ελπίζουν και να προσδοκούν. Και στο όνομα αυτού του κέρδους πάρα πολλοί είναι πρόθυμοι να χάσουν την ψυχή τους. Ε, λοιπόν, δεν έχω δει στη ζωή μου πιο χαμένους ανθρώπους. Για το 95% από αυτούς η χασούρα είναι δύο στα δύο, 100% σε απλά μαθηματικά.
Άντε να γυρίσουμε σε πιο γήινες αναζητήσεις: Στο όνομα ποιου ακριβώς πράματος είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε ό,τι με αγώνες και θυσίες και κόπο και χρόνο και τύχη πετύχαμε όλα αυτά τα χρόνια; Η μάχη των υπόλοιπων ανθρώπων με εκείνους που έχουν μια δύναμη στα χέρια τους, έναν συσσωρευμένο πλούτο και ένα δικό τους δίκιο είναι μια πανάρχαια μάχη. Θα ρωτήσω κάποιους ανθρωπολόγους για να μάθω αν υπάρχει και στους χιμπατζήδες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πως ό,τι καταφέραμε να πετύχουμε στη διάρκεια μιας ταξικής πάλης χιλιετηρίδων δεν γίνεται να το παραδώσουμε αμαχητί μέσα σε μια δεκαετία στο όνομα οποιουδήποτε «κέρδους του κόσμου».
Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία δικαίου, ισονομίας και ισοτιμίας, μπορεί πολύ λιγότερο από την ιδανική κοινωνία, αλλά σίγουρα μια κοινωνία που είμαστε υπερήφανοι και τυχεροί που την έχουμε. Όποιος, στο όνομα οποιουδήποτε προσωπικού του συμφέροντος, φόβου ή αδιαφορίας, την παραδώσει στα δόντια των ανταγωνιστών της, των προαιώνιων αντιπάλων και εχθρών, έχει απολέσει την ψυχή του. Και τι έχει κερδίσει; Σίγουρα όχι τον κόσμο όλο.
Εγώ, λοιπόν (για να το φέρω εκεί που ήθελα από την αρχή και να γίνω επίκαιρος), θα προτιμούσα αυτό που ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε για τις 3 του Σεπτέμβρη να ισχύει κάθε μέρα:
Φίλοι και αδέρφια,
μανάδες, γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά και σεργιανούνε στα στενά,
τρεις του Σεπτέμβρη μάνες, γέροι και παιδιά.

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Στα όπλα…


Ζακ-Λουί Νταβίντ, «Ο όρκος του σφαιριστηρίου», 1791


ΕΝΘΕΜΑΤΑ...

του Παναγιώτη Παπίδα
Είχα μια τεράστια λαχτάρα να σας εξηγήσω για ποιο λόγο θα πρέπει να αντισταθούμε στην λαίλαιπα των καιρών, στην προσπάθεια των σημερινών αρχόντων να διαλύσουν  την κοινωνία μας, έτσι όπως την ξέρουμε, έτσι όπως τη φτιάξαμε με κόπους και αγώνες χρόνια τώρα. Μα έχουν ειπωθεί τόσα που οδηγούμαι στο (ασφαλές;) συμπέρασμα ότι απλώς θα σας κουράσω. Ας υποθέσω λοιπόν ότι ξέρετε γιατί… Οπότε ας δαπανήσω τις υπόλοιπες 800 λέξεις για να παραθέσω τους διάφορους τρόπους, κοινώς τα «όπλα», που έχουμε για να πετύχουμε τον σκοπό μας.
Ας μην απομακρυνθούμε πολύ από την σύγχρονη εποχή (τότες παλιά, με  καίριο ζήτημα τις μπανάνες και τη διαχείρισή τους, οι μέθοδοι ήταν κομματάκι διαφορετικές). Στην Γαλλική Επανάσταση, λοιπόν, μαθαίνω από τα χρονικά της εποχής ότι είχανε μαζέψει παλούκια και τσουγκράνες και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα και κατευθύνθηκαν προς την Βαστίλη, όπου η φρουρά, ανέλπιδα, παραδόθηκε. Προηγήθηκε βέβαια ο όρκος του σφαιριστηρίου (αρκετά αστείο όνομα για να σηματοδοτήσει μια επανάσταση, αλλά ποιος ασχολείται με αστειότητες τέτοιες στιγμές;) που υπήρξε  το καθοριστικό όπλο, πολύ αποτελεσματικότερο από τα παλούκια και τις τσουγκράνες — οι οποίες, σημειωτέον, υπήρχαν όλες τις εποχές, αλλά δεν βοήθησαν ιδιαίτερα σε κάποια άλλη κοινωνική επανάσταση του μεγέθους και της σημασίας της Γαλλικής. Αυτός ο χαζοόρκος, μια δέσμευση που άλλοι θα θεωρούσαν μέχρι και γελοία, ήταν το όπλο –και μάλιστα τόσο το τσακμάκι όσο και η ίδια η γέμιση– που οδήγησε μέχρι την κατάληψη της Βαστίλης. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η Γαλλία έκτοτε είναι μια δημοκρατική χώρα…
Κάπως παλαιότερα, στην Ισπανία, στο τέλος του 15ου αιώνα, ταυτόχρονα με την οριστική χριστιανική επικράτηση στην χερσόνησο, κάποιοι καταπιεσμένοι επαναστάτησαν στην κοιλάδα της Φουέντε Οβεχούνα. Βασικό όπλο τους ενάντια στην κυρίαρχη δύναμη της Καστίλης  ήταν, όπως μας πληροφορεί ο ισπανός συγγραφέας Λόπε ντε Βέγκα –εκτός από τις τσουγκράνες και τα παλούκια της Γαλλικής Επανάστασης– η οργή και η ψυχή του λαού (σε αυτή την ανατριχιαστική απόδοση του Γιώργου Μιχαηλίδη):
Μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο η οργή του λαού,
κυλάει πάνω απ’  τα χωράφια, ποιος τη σταματάει;[...]
Αιώνες γονατισμένη από την πίκρα η ψυχή του λαού
φτερούγες τώρα βγάζει και ανεβαίνει, ποιος την σταματάει;
Λίγο μετά την Γαλλική, στη δική μας επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία γνωρίζουμε οι περισσότεροι ότι το βασικό όπλο ήταν το καριοφίλι… Παρ’ όλα αυτά ο εθνικός μας ποιητής μάς θυμίζει ότι αυτό το όπλο ήταν κάποιες φορές αναποτελεσματικό:
Παράμερα στέκει ο άντρας, και κλαίει·
 αργά το τουφέκι σηκώνει, και λέει:
Σε τούτο το χέρι τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει πως μου είσαι βαρύ
(http://www.youtube.com/watch?v=jzkywPkU4h0)
Αυτός ο γείτονας, ο Χικμέτ, που φαντάστηκε τον ήρωά του, τον επαναστάτη Μπεντρεντίν, έβαλε ταυτόχρονα τον υπαρχηγό του στη Μικρά Ασία και τους ακόλουθούς του να φέρουν κάτι ακατάληπτα όπλα για μας τους υπόλοιπους (πλην των γυμνών σπαθιών τους):
Μ’  άσπρα πουκάμισα δίχως ραφές, με ξέσκεπα κεφάλια
μ’ ολόγυμνα σπαθιά και πόδια
του Μπεντρεντίν τα παλικάρια στον εχθρό ριχτήκανε
Ο έτερος σύντροφός του στον δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου Πολιτικά τραγούδια, ο Βολφ Μπίρμαν, έχει μια πολύ πιο ξεκάθαρη απάντηση για το ποια είναι τα όπλα μας (και την τεκμηριώνει κατά κάποιο τρόπο ιστορικώς):
Αχ, η δύναμη βγαίνει απ’  τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα –
από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα.
Σύντροφοι, γνωστό αυτό — ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular.
(http://www.youtube.com/watch?v=HbJBGSuvPIA)
Ο πολύ πιο αγαπητός μου Ιάκωβος Καμπανέλλης βάζει φωτιά στη συζήτηση θέτοντας έναν αμφισβητίσιμο αλλά αδιαφιλονίκητο, όρο επιτυχίας κάθε μάχης:
Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις 20 τ’ Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι:
«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις».
Και η μοναδική φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου τραγουδούσε, σε στίχους του ακατανόμαστου, με τέτοιο πάθος που σχεδόν σε έπειθε ότι είχε δίκιο· ότι αυτό είναι το μόνο όπλο απέναντι σε κάθε απειλή:
Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά,
βάλε στα όργανα φωτιά
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα
η τρομερή μας η λαλιά
Εμάς πάλι, που πιστεύουμε –καταρχήν– στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, τα όπλα μας στις 6 Μαΐου είναι η ψήφος μας… Αν όμως αποδειχτεί ανεπαρκής, ας πούμε επειδή θα εμφανιστεί κανένας ρίψασπις παραπάνω ή επειδή μερικοί θα τσιμπήσουν απερίσκεπτα από τις κινδυνολογίες, υπάρχει και το παρακάτω σκωπτικό τραγουδάκι που μας προτείνει άλλες, εναλλακτικές, λύσεις:
–Που πας αφέντη μέρμηγκα και είσαι αρματωμένος;
– Έχω ένα αμπέλι στο γιαλό, που κάνει πέντε ρώγες.
Μα πρώτα πάω απ’  το χωριό να πάρω ένα γαϊδούρι.
Στο δρόμο τα ποδάρια του θα του τα κάμω ρόδες
να τρέχει, να ζαλίζομαι, να ’μαι σα μεθυσμένος.
Να με κοιτάζουν τα πουλιά να κόβεται η λαλιά τους
κι όποιου δεν κόβεται η λαλιά να φεύγει από τ’ αμπέλι.
Λογοτεχνικά μιλώντας, ο πρώτος στίχος δεν κάνει ρίμα με τον τελευταίο. Λογοτεχνικά…

Ροη αρθρων