Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Η χαρά του Πάσχα...

Του Περικλή Κοροβέση, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Ας αρχίσουμε με μια κακιά λέξη. Την «καύλα». Είναι από τις λέξεις που δεν πρέπει να λέγονται γιατί θεωρούνται χυδαίες, πρόστυχες και υβριστικές. Και όμως, ελάχιστοι γνωρίζουν την αρχική σημασία αυτής της λέξης, που αναφέρεται στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Καυλός σημαίνει βλαστός. Και για να παίξουμε λίγο με τις λέξεις.
Η μεγάλη οικογένεια των Βλαστών, αν ήταν καθαρευουσιάνοι, θα την έλεγαν οικογένεια Καυλών. Αυτή η λέξη πέρασε στα λατινικά και έγινε CAULIS, που έχει παρεμφερή σημασία (κοτσάνι). Από αυτή τη ρίζα βγήκαν δεκάδες λέξεις, όπως το ρήμα καυλώ που σημαίνει σχηματίζω βλαστό, το επάγγελμα καυλοπώλης που σημαίνει μανάβης, και ακόμα έγινε χειρουργικό εργαλείο με το όνομα καυλοκλυστήρ. Για περισσότερα, ανοίξτε ένα οποιοδήποτε λεξικό. Αν θέλετε ακόμα κάτι παραπάνω, απευθυνθείτε στον δικό μας Γιάννη Η. Χάρη.
Εκ μεταφοράς αυτή η λέξη που ανήκε στη φύση, πέρασε στον άνθρωπο και υποδηλώνει ερωτική επιθυμία. Και από εδώ ενοχοποιήθηκε από τους πουριτανούς που είναι κατά της ζωής. Αυτοί οι εραστές τους θανάτου δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως, έστω και λεκτικά, ο άνθρωπος ξαναγύρισε στη φύση και έγινε μέλος του οικοσυστήματος. Αυτή η κακιά λέξη επανέρχεται και γίνεται αξιοπρεπής με το LIBΙDO του Φρόιντ. Αν ο Φρόιντ ήξερε καλύτερα αρχαία ελληνικά, θα είχε επινοήσει τον όρο «CAULA» και θα πηγαίναμε όλοι για ψυχανάλυση, πληρώνοντας βέβαια για να ξαναβρούμε τη χαμένη μας καύλα. Δηλαδή την επιθυμία ζωής.
Χρονιάρες μέρες. Εβδομάδα των παθών. Και μπροστά μας η Ανάσταση. Μήπως η καύλα έχει σχέση με την Ανάσταση; Μοιάζει σαν προβοκάτσια. Για να δούμε, είναι έτσι; Μήπως υπάρχουν δύο χριστιανισμοί; Ενας των αυτοκρατόρων και ένας άλλος του λαού; Εννοώ αυτόν της αδελφότητας και όχι αυτόν της εξουσίας. Οταν ο Συμεών ο νέος θεολόγος μιλάει για τον φαλλό Χριστού, μήπως εννοεί μια ανάσταση της ζωής; Μην τυχόν η ζωή είναι αθάνατη; Εμείς μπορεί σαν κύτταρα της ζωής να πεθαίνουμε. Αλλά τα ζωντανά κύτταρα πολλαπλασιάζονται με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτά που πεθαίνουν. Στο ινδικό έπος «Μαχαμπαράτα» υπάρχει το αθάνατο παιδί, που εξηγεί πως δεν υπάρχει θάνατος. Αν πεθάνει το δέντρο, δεν χάνεται το δάσος. Και στη θέση του θα βγει ένας άλλος βλαστός. Απλά όλοι κάνουμε μια διαδρομή, που κάποτε θα τελειώσει. Αλλά πίσω μας ακολουθούν πολλοί άλλοι. Η ζωή είναι η μόνη δύναμη που έχουμε. Αυτός που λέει πως δεν γίνεται τίποτα, μας παίρνει το οξυγόνο μας.
Η Ανάσταση και η Επανάσταση είναι συγγενικές έννοιες. Ας φανταστούμε ένα Πάσχα που θα γιορτάζουμε την αιώνια ζωή και θα τη διεκδικούμε για μας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας. Να γιορτάζουμε το Πάσχα, σαν μέρα απελευθέρωσης από τη μικρή μας ζωή, μια υπέρβαση του ασήμαντου και του φθαρτού προς την αιωνιότητα. Αλλά οι παπάδες είναι όργανα «του κράτους και της βίας», κατά την έκφραση του Αισχύλου, στον Προμηθέα Δεσμώτη. Είδαμε ποτέ καμιά διαμαρτυρία της Εκκλησίας για τα βασανιστήρια που είναι μια καθιερωμένη και επίσημη πρακτική του ελληνικού κράτους; Από τον Παπαδόπουλο μέχρι τους Σαμαρά και Βενιζέλο η καρδιά «της τάξης και του νόμου» σε κάποιους δύσκολους τομείς χτυπάει στον ίδιο ρυθμό. Και σκοτώνει.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως όλοι οι παπάδες, οι αστυνομικοί ή οι στρατιωτικοί είναι ίδιοι. Πάνω-κάτω είναι στην ίδια αναλογία που είναι όλη η ελληνική κοινωνία. Η διαφορά οφείλεται στην ιεραρχία. Αν κάποιος αστυνομικός μιλήσει, όπως μιλάμε εδώ στην «Εφ.Συν.», δεν είναι σίγουρο πως την άλλη μέρα θα έχει τη δουλειά του. «Γιατί τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Και σε αυτό το πνεύμα, δεν αποκλείεται να δούμε κάποια μέρα στα Εξάρχεια ένα σύνθημα που να λέει: «Μπάτσοι όλου του κόσμου, βρείτε το χωριό που γεννηθήκατε. Μη χτυπάτε τους δικούς σας».
Αυτές οι σκέψεις ήταν σημειώσεις για μια εκδήλωση στο Κιάτο, τη Μεγάλη Τρίτη, με αφορμή το τροπάριο της Κασσιανής. Αλλά ο παναγιότατος Μητροπολίτης Κορίνθου δεν βρήκε την εκδήλωση του γούστου του και έτσι ματαιώθηκε. Ας είναι καλά ο άνθρωπος.
Μου έδωσε ένα θέμα για τη Μεγάλη Εβδομάδα.

perkor29@gmail.com

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Προγραμματικός λόγος της Αριστεράς: Συνέχεια και ασυνέχεια....

Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογικών αναμετρήσεων, τόσο πιο επιτακτικά μπαίνουν μια σειρά ερωτήματα σχετικά με το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ «αν» ή «όταν» — και, κυρίως, σχετικά με το τι μπορεί να κάνει. Η συζήτηση αυτή φαίνεται να επαναφέρει μια προαιώνια αντιπαράθεση στην Αριστερά: την αντίθεση μεταρρύθμισης και επανάστασης, διαδρομής και στιγμής, βημάτων (συνέχειας) και ρήξης (ασυνέχειας). Από αυτή την προβληματική διαπερνάται και η εσωκομματική διάταξη και οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και ο δημόσιος λόγος του κόμματος. 


Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Pas de deux προς τον γκρεμό...

Καλό θα ήταν να εξετάσουμε λίγο τις αντιρρήσεις και τον σκεπτικισμό όσων  πιστεύουν ότι οι εκλογές δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα στην λύση του προβλήματος που βιώνουμε σαν χώρα.
     Μιλάμε βέβαια για τους αντιμνημονιακούς ''αντιρρησίες'', και όχι για τους μνημονιακούς που φαίνεται ότι η κατάσταση αυτή τους ικανοποιεί, ή τους βολεύει.

     Στην οικονομική, αλλά κυρίως πολιτική και κοινωνική κρίση που έχουμε μπει, τρεις είναι οι δρόμοι που μπορούμε να βαδίσουμε:
     Της επανάστασης-εξέγερσης,
     των αλλαγών μέσω εκλογών,
     και της παραμονής και εγκαρτέρησης στην τωρινή κατάσταση, στο σημερινό ''στάτους κβο''.

     Οι δύο πρώτοι δρόμοι είναι αυτοί της ανυπακοής, και της προσπάθειας απαλλαγής από μνημόνια, εξαρτήσεις, λιτότητα που αφορά μόνον τον λαό, οικονομική και ίσως και Εθνική καταστροφή.
     Ο τρίτος δρόμος δεν μας αφορά. Δεν είναι καν δρόμος. Είναι εθελοντική υποδούλωση..

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Η « αραβική άνοιξη » δεν έχει πει την τελευταία της λέξη...

Ben Abdallah El-Alaoui Hicham,   monde-diplomatique,  μεταφραση Χαρης Λογοθέτης...
Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα του κινήματος που ανέτρεψε τις δικτατορίες των Ζιν Ελ-Αμπιντίν Μπεν Αλί, Χόσνι Μουμπάρακ και Μουαμάρ Καντάφι, το κύμα αμφισβήτησης στον αραβικό κόσμο, το οποίο απειλείται από την ανάμιξη των ξένων δυνάμεων και τις θρησκευτικές διαιρέσεις, αναζητά μια δεύτερη πνοή. Ενώ η Συρία ζει το χειρότερο σενάριο, η Τυνησία, από την πλευρά της, επιβεβαιώνει ότι το όραμα των πολιτικών ελευθεριών και η αναζήτηση συμβιβασμών μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικά βήματα προόδου.

Στις απαρχές της, η « αραβική άνοιξη » τίναξε στον αέρα τις δυτικές προκαταλήψεις. Κλόνισε τα στερεότυπα του οριενταλισμού για τη δήθεν έμφυτη ανικανότητα των Αράβων να επινοήσουν ένα δημοκρατικό σύστημα και διέλυσε την πεποίθηση ότι δεν άξιζαν παρά να τους κυβερνούν διάφοροι δεσπότες. Τρία χρόνια μετά, το τοπίο έχει σκοτεινιάσει. Οι αβεβαιότητες παραμένουν στο ακέραιο όσον αφορά την έκβαση της διαδικασίας, η οποία μπαίνει στην τέταρτη φάση της.
Στο πρώτο στάδιο, που ολοκληρώθηκε το 2011, ένα γιγάντιο κύμα διεκδικήσεων που σχετίζονταν με την αξιοπρέπεια και την ιδιότητα του πολίτη εκδηλώθηκε με μαζικές και αυθόρμητες κινητοποιήσεις. Το επόμενο στάδιο, το 2012, ήταν η αναδίπλωση των αγώνων στο τοπικό τους πλαίσιο και η προσαρμογή τους στην ιστορική κληρονομιά της κάθε χώρας. Παράλληλα, διάφορες εξωτερικές δυνάμεις άρχισαν να ωθούν τις συγκρούσεις σε πιο επικίνδυνες κατευθύνσεις, οδηγώντας τους λαούς στην κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα.
Την περσινή χρονιά, λοιπόν, η διαδικασία πέρασε σε μια τρίτη φάση, η οποία σημαδεύτηκε από τη διεθνοποίηση και την όλο και πιο επιθετική ανάμιξη των περιφερειακών και δυτικών δυνάμεων.

Ο Τσίπρας, η Ευρώπη και το 1821...

Η υποψηφιότητα Τσίπρα για την προεδρία της Κομισιόν, η δειλή αναθάρρηση μέσω της στήριξης σε αυτήν της ευρωπαϊκής Αριστεράς και η απήχηση που φάνηκε να έχει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη γείτονα Ιταλία στάθηκαν αφορμή για μία πιο ηχηρή εξωτερίκευση της γενικής παρατήρησης περί αναγκαιότητας για αλλαγή νοοτροπίας στην προσέγγιση της κρίσης, καθώς και για επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο κινείται και φέρεται η ενοποιημένη Ευρώπη. 

Ο ομοϊδεάτης του Σόιμπλε την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο Αυστριακός υπουργός Εξωτερικών Κλέμενς φον Μέτερνιχ Ο ομοϊδεάτης του Σόιμπλε την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο Αυστριακός υπουργός Εξωτερικών Κλέμενς φον Μέτερνιχ

Στην αρχή της χρεοκοπικής περιπέτειας, η Ελλάδα βρέθηκε κολλημένη στον τοίχο, ερίφιο στη στάνη με τις άσπιλες προβατίνες. Η προβληματική της κατάσταση αποδόθηκε σε στερεότυπες αντιλήψεις σχετικές με τα κουσούρια του ελληνικού χαρακτήρα. Πλήθος απομεινάρια από την εποχή Φαλμεράιερ, κατάλοιπα εθνικοσοσιαλιστικών φυλετικών θεωριών ανασύρθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν, βάλλοντας κατά της «απειθαρχίας» που μαστίζει το έθνος. Η τακτική της προπαγάνδας λειτούργησε σε όλο της το μεγαλείο και πέτυχε το επιθυμητό: την αυτοενοχοποίηση, το σκύψιμο της κεφαλής.
Με άρθρο του, που δημοσιεύθηκε πριν από καιρό στους «Times», ο ιστορικός Mark Mazower απάντησε στις κατηγορίες, θέτοντας το ζήτημα της παροιμιώδους ελληνικής αντιδραστικότητας σε άλλη βάση, μεταχειριζόμενος ως παραδείγματα την εμπειρία της Κατοχής, καθώς και εκείνη της Επανάστασης του 1821.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τόπο στην ουτοπία...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Τόπο στην ουτοπία
Δεν μπορώ να συμπονέσω, ούτε να κλάψω γι' αυτούς που δεν αγωνίζονται και δεν διεκδικούν το δικαίωμα στη ζωή που είναι το έχειν τους και η ύπαρξή τους. Η λύπηση, αλίμονο, είναι το χειρότερο που μπορεί να πάθουμε.
Είναι οι μέρες γιορτινές και τεθλιμμένες, μια χαρμολύπη σχηματίζεται στα πρόσωπα πολλών ανθρώπων, ακόμα και σ' αυτών που θα καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι, πλούσιο ή φτωχικό, να ευχηθούν υγεία και χρόνια πολλά. Και... οι ανέστιοι; Οι πένητες; Να γίνονται οι παράπλευρες καθημερινές απώλειες της πολλαπλής κρίσης που λέει στο ομώνυμο βιβλίο του ο Περικλής Κοροβέσης με αγαπισιάρικη τρυφερότητα.
Η ευτυχία γίνεται ένα επιφώνημα δαγκωμένο για όσους περιμένουν να πέσει ως το μάννα εξ ουρανού. Για τους αιθεροβάμονες είναι η εξέγερση που κυοφορεί μέσα της την επανάσταση που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να τελειώσει στην αγκαλιά της ευτυχίας με ερωτική μέθεξη.
Δεν είναι απλώς μια μούσα, μια θεότητα, μια πίστη.
Είναι η ουτοπία που βρίσκει τον τόπο της και εμφανίζεται μπροστά μας όταν ερωτευόμαστε και αγωνιζόμαστε. Τότε τη βλέπουμε να γίνεται πραγματικότητα. Ας βάλουμε λίγο παραπάνω κίνδυνο στη ζωή μας, για να νιώσουμε περισσότερο ασφαλείς κι ας μάθουμε να μοιραζόμαστε ακόμα και τη μοναξιά και τον φόβο γιατί τότε μπορούμε να κάνουμε την υπέρβαση.
Μεγαλώνει η μοναξιά, περισσότερο μέσα στις γιορτινές μέρες, όταν λείπει η γιορτή και η χαρά, όταν υπάρχουν ανοιχτές πληγές, πονούν τα μάτια κι αυτών που τις θωρούνε, ακόμα και όταν προσπαθούν να τα κλείσουν.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Επανάσταση...

Κιμπι...

Όταν κυβερνητικός αξιωματούχος εκμυστηρεύεται στον «Guardian» ότι «και μισό μέτρο παραπάνω να εφαρμόσουμε θα γίνει επανάσταση», όταν ο Θ. Πάγκαλος συμβουλεύει όσους μπορούν να φύγουν στο εξωτερικό το βράδυ των εκλογών, αν νικήσει ο Τσίπρας, όταν η κυβέρνηση ζητά δημόσια από τους δανειστές να χαλαρώσουν την πίεση γιατί κινδυνεύει να πέσει, όταν κάθε συμφωνία με την τρόικα για νέο, παλιό ή αναπαλαιωμένο μέτρο είναι αδύνατο να εφαρμοστεί χωρίς να προκαλέσει κρίσεις ή απορρύθμιση (ΕΡΤ, πανεπιστήμια, υγεία), όταν τα συγκυβερνώντα κόμματα τρέμουν στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να ζητήσουν ψήφο από τους βουλευτές τους για το επόμενο νομοσχέδιο, όταν τα κέντρα εξουσίας αναζητούν στο παρασκήνιο εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης χωρίς να περάσουν από την κόλαση της κάλπης, όταν οι κρατικοί αξιωματούχοι επικαλούνται τόσο συχνά την επιστράτευση, την αστυνομία, τα ΜΑΤ, τα δικαστήρια για να εφαρμόσουν την απλούστερη υπουργική απόφαση, όταν το σύστημα διακυβέρνησης αδυνατεί να συγκροτήσει μια ελάχιστη κοινωνική συμμαχία σ’ αυτό που ορίζει ως στρατηγικό μονόδρομο, όταν το ίδιο σύστημα προσκρούει από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, χωρίς να διαθέτει έξοδο κινδύνου, Plan B, όταν όλα δείχνουν ότι «οι κάτω δεν θέλουν» και «οι επάνω δεν μπορούν πια», τότε, ναι, ίσως η λέξη «επανάσταση» δεν είναι τόσο αδιανόητη.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Πρόβλημα στον παράδεισο...

ο Σλάβοϊ Ζίζεκ για τις διαδηλώσεις στην Τουρκία και την Ελλάδα, απο το Red NoteBook...
Στα πρώιμα έργα του, ο Μαρξ περιέγραψε τη γερμανική κατάσταση ως μια κατάσταση στην οποία η μόνη απάντηση στα συγκεκριμένα προβλήματα ήταν η παγκόσμια λύση: η παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι μια λακωνική έκφραση της διαφοράς μεταξύ μιας ρεφορμιστικής και μιας επαναστατικής περιόδου: σε μια ρεφορμιστική περίοδο, η παγκόσμια επανάσταση παραμένει ένα όνειρο το οποίο, αν κάνει κάτι, απλώς δίνει έμφαση στις προσπάθειες να αλλάξουν τα πράγματα τοπικά.
Σε μια επαναστατική περίοδο, γίνεται ξεκάθαρο ότι τίποτε δεν θα βελτιωθεί χωρίς την παγκόσμια ριζοσπαστική αλλαγή. Με αυτήν την καθαρά τυπική έννοια, το 1990 ήταν μια επαναστατική χρονιά: ήταν σαφές ότι οι αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις των κομμουνιστικών κρατών δεν θα λειτουργούσαν και ότι μια συνολική ρήξη χρειαζόταν για την επίλυση ακόμα και των καθημερινών προβλημάτων, όπως η διασφάλιση αναγκαίας τροφής για τους ανθρώπους.
Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα; Είναι τα προβλήματα και οι διαμαρτυρίες των τελευταίων χρόνων σημάδια μιας επερχόμενης παγκόσμιας κρίσης ή είναι απλώς ήσσονος σημασίας εμπόδια τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη βοήθεια τοπικών παρεμβάσεων; Το πιο αξιοσημείωτο σχετικά με τις εξεγέρσεις είναι ότι λαμβάνουν χώρα όχι μόνο, ή όχι κυρίως, στα αδύναμα σημεία του συστήματος, αλλά σε μέρη τα οποία  θεωρούνταν μέχρι σήμερα ως επιτυχημένες ιστορίες.
Γνωρίζουμε το γιατί οι άνθρωποι διαμαρτύρονται στην Ελλάδα και την Ισπανία, όμως γιατί υπάρχει πρόβλημα σε τέτοιες ευημερούσες ή ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Τουρκία, η Σουηδία ή η Βραζιλία; Εκ των υστέρων, ίσως θεωρήσουμε την επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 ως το αρχικό «πρόβλημα στον παράδεισο», δεδομένου ότι συνέβη σε μια χώρα που είχε ανοδικούς ρυθμούς ανάπτυξης και φιλοδυτική κατεύθυνση εκσυγχρονισμού, και ήταν ένθερμος σύμμαχος της Δύσης στην περιοχή. Υπάρχει ίσως κάποιο λάθος με την έννοια του παραδείσου μας.
Πριν από το τρέχον κύμα διαδηλώσεων, η Τουρκία βρισκόταν σε αναβρασμό: το ίδιο το μοντέλο ενός κράτους ικανού να συνδυάσει μια ακμάζουσα φιλελεύθερη οικονομία με έναν ταιριαστό στην Ευρώπη μετριοπαθή ισλαμισμό έμοιαζε μια ευπρόσδεκτη αντίθεση με την πιο «ευρωπαϊκή» Ελλάδα, εγκλωβισμένη σε ένα ιδεολογικό τέλμα και τείνουσα προς την οικονομική αυτοκαταστροφή.
Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν δυσοίωνα σημάδια εδώ και εκεί (η άρνηση του Ολοκαυτώματος των αρμενίων από την Τουρκία, οι συλλήψεις δημοσιογράφων, το άλυτο πρόβλημα των κούρδων, οι εκκλήσεις για την ένδοξη Τουρκία που θα αναστήσει την παράδοση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η περιστασιακή επιβολή θρησκευτικών νόμων), αλλά απορρίπτονταν ως μικρές κηλίδες που δεν θα τους επιτρεπόταν να αλλοιώσουν τη συνολική εικόνα.
Στη συνέχεια, είχαμε την έκρηξη της διαμαρτυρίας στην πλατεία Ταξίμ. Ο καθένας γνωρίζει ότι η σχεδιαζόμενη μετατροπή ενός πάρκου που συνορεύει με την πλατεία Ταξίμ στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης σε ένα εμπορικό κέντρο δεν αφορούσε τον πραγματικό λόγο των διαδηλώσεων, και ότι μια βαθύτερη ανησυχία κέρδιζε ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος.
Το ίδιο ίσχυε και για τις διαδηλώσεις στην Βραζιλία, στα μέσα του Ιούνη: αυτό που τις πυροδότησε ήταν μια μικρή αύξηση του κόστους των μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά συνεχίστηκαν και μετά την ανάκληση του μέτρου. Εδώ, επίσης, οι διαδηλώσεις εμφανίστηκαν σε μια χώρα η οποία – σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, τουλάχιστον – απολάμβανε μια οικονομική άνθηση και είχε κάθε λόγο να αισθάνεται σίγουρη για το μέλλον.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι διαδηλώσεις προφανώς υποστηρίχθηκαν από την πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ, η οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για αυτές.
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζουμε τις διαδηλώσεις των τούρκων απλώς ως μια εξέγερση της κοινωνίας πολιτών εναντίον του αυταρχικού ισλαμικού καθεστώτος που υποστηρίζεται από μια σιωπηλή μουσουλμανική πλειοψηφία. Αυτό που περιπλέκει την εικόνα είναι η αντικαπιταλιστική ώθηση των διαδηλώσεων: οι διαδηλωτές ενστικτωδώς αισθάνονται ότι ο φονταμενταλισμός της ελεύθερης αγοράς και το φονταμενταλιστικό Ισλάμ δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενα.
Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου από μια ισλαμιστική κυβέρνηση φανερώνει ότι οι δυο μορφές του φονταμενταλισμού μπορούν να εργαστούν από κοινού. Είναι ένα σαφές σημάδι ότι ο «αιώνιος» γάμος ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό πλησιάζει προς το διαζύγιο.
Επίσης, είναι ουσιαστικό να αναγνωρίσουμε ότι οι διαδηλωτές δεν επιδιώκουν κανέναν αναγνωρίσιμο «πραγματικό» στόχο. Οι διαδηλωτές δεν είναι «πραγματικά» κατά του παγκόσμιου καπιταλισμού, «πραγματικά» κατά του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, «πραγματικά» υπέρ των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατίας ή «πραγματικά» υπέρ κάποιου από αυτά συγκεκριμένα.
Αυτό που η πλειοψηφία εκείνων που έχουν συμμετάσχει στις διαδηλώσεις γνωρίζει είναι ένα ρευστό αίσθημα ανησυχίας και δυσαρέσκειας που διατηρεί και ενώνει διάφορες ειδικές απαιτήσεις. Ο αγώνας για την κατανόηση των διαδηλώσεων δεν είναι μόνο επιστημολογικός, με τους δημοσιογράφους και τους θεωρητικούς να προσπαθούν να εξηγήσουν το πραγματικό τους περιεχόμενο.
Είναι, επίσης, ένας οντολογικός αγώνας γι΄ αυτό που λαμβάνει χώρα εντός των ίδιων των διαδηλώσεων. Είναι απλώς μια πάλη ενάντια στη διεφθαρμένη διοίκηση της πόλης; Είναι μια πάλη ενάντια στο αυταρχικό ισλαμιστικό καθεστώς; Είναι μια πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου; Το ερώτημα είναι ανοιχτό και το πώς θα απαντηθεί θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πολιτικής διαδικασίας.
Το 2011, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, πολλοί επέμειναν ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παραδείγματα ενός ενιαίου παγκόσμιου κινήματος.
Αντίθετα, συμφώνησαν ότι καθένα από αυτά ήταν μια απάντηση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Στην Αίγυπτο, οι διαδηλωτές διεκδικούσαν ότι σε άλλες χώρες το κίνημα Occupy ήταν εναντίον: «ελευθερία» και «δημοκρατία». Ακόμη και στις μουσουλμανικές χώρες ήταν σημαντικές οι διαφορές: η αραβική άνοιξη στην Αίγυπτο ήταν μια διαμαρτυρία κατά ενός διεφθαρμένου αυταρχικού φιλοδυτικού καθεστώτος, η Πράσινη Επανάσταση στο Ιράν, που ξεκίνησε το 2009, ήταν κατά του αυταρχικού ισλαμισμού.
Είναι εύκολο να δούμε πως μια τέτοιου τύπου συγκεκριμένη διαμαρτυρία ελκύει τους υποστηρικτές του κατεστημένου: δεν υπάρχει απειλή για την ίδια την παγκόσμια τάξη, μόνο μια σειρά ξεχωριστών τοπικών προβλημάτων.
Ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι μια σύνθετη διαδικασία που επηρεάζει διαφορετικές χώρες με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό που ενώνει τις διαμαρτυρίες, σε όλο τους το εύρος, είναι ότι αποτελούν όλες αντιδράσεις κατά των διαφόρων πτυχών της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η γενική τάση του σημερινού παγκόσμιου καπιταλισμού είναι η περαιτέρω επέκταση της αγοράς, η ολοένα και με αυξητικό τρόπο περίφραξη του δημόσιου χώρου, η μείωση των δημόσιων υπηρεσιών (υγεία, παιδεία, πολιτισμός) και η ολοένα και πιο αυταρχική πολιτική εξουσία.
Είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι έλληνες διαδηλώνουν κατά των κανόνων του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και του δικού τους διεφθαρμένου και αναποτελεσματικού κράτους, το οποίο είναι όλο και λιγότερο σε θέση να παρέχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Επίσης, είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι τούρκοι διαδηλώνουν κατά της εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και του θρησκευτικού αυταρχισμού, που οι αιγύπτιοι διαδηλώνουν κατά ενός καθεστώτος που υποστηρίζεται από τις δυτικές δυνάμεις, που οι ιρανοί διαδηλώνουν κατά της διαφθοράς και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ούτω καθεξής.
Καμιά από αυτές τις διαδηλώσεις δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε ένα και μόνο θέμα. Όλες αφορούν έναν συγκεκριμένο συνδυασμό τουλάχιστον δυο θεμάτων, το ένα οικονομικό (από τη διαφθορά στην αναποτελεσματικότητα του ίδιου του καπιταλισμού), το άλλο πολιτικοιδεολογικό (από το αίτημα για δημοκρατία στο ζήτημα ότι η συμβατικά πολυκομματική δημοκρατία είναι έκπτωτη). Το ίδιο ισχύει και για το κίνημα «Occupy». Κάτω από την πληθώρα (συχνά συγκεχυμένων) δηλώσεων, το κίνημα είχε δυο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο, τη δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα, κι  όχι μόνο λόγω  συγκεκριμένων τοπικών κηλίδων του, και το δεύτερο, μια συνειδητοποίηση ότι η θεσμοθετημένη μορφή αντιπροσωπευτικής,  πολυκομματικής δημοκρατία δεν παρέχει τα εργαλεία για την καταπολέμηση του καπιταλιστικού πλεονάσματος, δηλαδή η δημοκρατία πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου.
Ακριβώς επειδή η βασική αιτία των διαδηλώσεων είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, αυτό δεν σημαίνει ότι η μόνη λύση είναι η ανατροπή του άμεσα. Ούτε είναι βιώσιμο να επιδιώκουμε την πραγματιστική εναλλακτική, η οποία πρόκειται να ασχοληθεί με τα επιμέρους προβλήματα και να περιμένει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό.
Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι αναγκαστικά ασυμβίβαστος: η ελεύθερη αγορά πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη των ΗΠΑ για τους δικούς της αγρότες, το κήρυγμα δημοκρατίας πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Αυτή η αντίφαση ανοίγει ένα χώρο για πολιτική παρέμβαση: οπουδήποτε το πολιτικό σύστημα αναγκάζεται να παραβιάσει τους δικούς του κανόνες, υπάρχει μια ευκαιρία για το ίδιο να επιμείνει ότι ακολουθεί αυτούς τους κανόνες. Η απαίτηση συνέπειας σε στρατηγικά επιλεγμένα σημεία, όπου το σύστημα δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά και δεν είναι συνεπές, είναι να ασκήσει πίεση σε ολόκληρο το σύστημα.
Η τέχνη της πολιτικής βασίζεται στη δημιουργία συγκεκριμένων απαιτήσεων, η οποία, ενώ είναι πλήρως ρεαλιστική, χτυπά στον πυρήνα της ηγεμονικής ιδεολογίας και συνεπάγεται πολύ πιο ριζική αλλαγή. Τέτοιες απαιτήσεις, ενώ είναι εφικτές και νόμιμες, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατες. Η πρόταση του Ομπάμα για καθολική υγειονομική περίθαλψη ήταν μια τέτοια περίπτωση, η οποία εξηγεί γιατί οι αντιδράσεις σε αυτό ήταν τόσο βίαιες.
Ένα πολιτικό κίνημα ξεκινά με μια ιδέα, κάτι για να αγωνιστούμε, αλλά στην πορεία η ιδέα υποβάλλεται σε βαθύ μετασχηματισμό –όχι απλώς σε ένα τακτικό βόλεμα, αλλά σε έναν ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό– γιατί η ίδια η ιδέα γίνεται μέρος της διαδικασίας: υπερπροσδιορίζεται. Ας πούμε ότι μια εξέγερση ξεκινά με μια απαίτηση για δικαιοσύνη,  ίσως με τη μορφή μιας πρόσκλησης για την κατάργηση ενός συγκεκριμένου νόμου.
Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να δένονται με αυτή, συνειδητοποιούν ότι θα χρειαστούν πολλά περισσότερα από την αρχική απαίτηση για να επιφέρουν πραγματική δικαιοσύνη. Το πρόβλημα έγκειται στο να ορίσουμε τι ακριβώς περικλείει το «πολλά περισσότερα».
Η φιλελεύθερη–ρεαλιστική άποψη διακηρύσσει ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν σταδιακά, ένα προς ένα: «Οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα στη Ρουάντα, οπότε ξεχάστε την αντιιμπεριαλιστική πάλη, αφήστε μας μόνο να εμποδίσουμε τη σφαγή» ή «Έχουμε να αγωνιστούμε κατά της φτώχειας και του ρατσισμού εδώ και τώρα, όχι να περιμένουμε την κατάρρευση της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης».
Ο John Caputo υποστήριζε στο After the Death of God (2007): «Θα ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος αν οι ακροαριστεροί πολιτικοί στις ΗΠΑ ήταν σε θέση να μεταρρυθμίσουν το σύστημα, παρέχοντας καθολική υγειονομική περίθαλψη, πιο δίκαιη και αποτελεσματική αναδιανομή του πλούτου με έναν αναθεωρημένο κώδικα IRS, αποτελεσματικά περιοριστική καμπάνια χρηματοδότησης, απελευθέρωση όλων των ψηφοφόρων, ανθρώπινη αντιμετώπιση των μεταναστών εργαζομένων, ασκώντας μια εξωτερική πολιτική που θα ενσωματώσει την αμερικανική δύναμη εντός του πλαισίου της διεθνούς κοινότητας, κλπ, δηλ, να παρεμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω σοβαρών και εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων… Εάν, μετά από όλα αυτά, ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ διαμαρτύρονταν ότι κάποιο τέρας που αποκαλείται καπιταλισμός μας παραμονεύει ακόμα, θα ήμουν διατεθειμένος να χαιρετίσω από το τέρας με ένα χασμουρητό».
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το συμπέρασμα του Caputo: αν κάποιος μπορούσε να επιτύχει όλα αυτά εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, γιατί να μην παρέμεινε σε αυτόν; Το πρόβλημα είναι η βασική παραδοχή ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν όλα αυτά εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού στη σημερινή του μορφή.
Τι θα συμβεί αν οι δυσλειτουργίες του καπιταλισμού, που αναφέρονται από τον Caputo, δεν είναι απλώς ενδεχόμενες διαταραχές, αλλά δομικές αναγκαιότητες; Τι θα συμβεί αν το όνειρο του Caputo είναι ένα όνειρο μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης χωρίς τα συμπτώματά της, χωρίς τα σημεία κριτικής στα οποία η «καταπιεσμένη αλήθεια» προβάλλεται;
Οι σημερινές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διατηρούνται από το συνδυασμό επικαλυπτόμενων απαιτήσεων και αυτό εξηγεί τη δύναμή τους: αγωνίζονται για («κανονική», κοινοβουλευτική) δημοκρατία κατά των αυταρχικών καθεστώτων, κατά του ρατσισμού και του σεξισμού, κυρίως όταν αυτός έχει ως στόχο μετανάστες και πρόσφυγες, κατά της διαφθοράς στην πολιτική και την επιχειρηματική ζωή (βιομηχανική ρύπανση του περιβάλλοντος, κλπ), για το κράτος πρόνοιας κατά του νεοφιλελευθερισμού, και για νέες μορφές δημοκρατίας που φτάνουν πέρα από τις πολυκομματικές τελετουργίες.
 Επίσης, αμφισβητούν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ως τέτοιο και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα μιας κοινωνίας πέρα από τον καπιταλισμό. Εδώ, πρέπει να αποφεύγονται δυο παγίδες: ψευδής ριζοσπαστισμός («αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η κατάργηση του φιλελεύθερου–κοινοβουλευτικού καπιταλισμού, όλα τ’ άλλα είναι δευτερεύοντα»), αλλά και ο ψευδής προοδευτισμός («αυτή τη στιγμή πρέπει να αγωνιστούμε κατά της στρατιωτικής δικτατορίας και για βασική δημοκρατία, όλα τα όνειρα του σοσιαλισμού πρέπει να παραμεριστούν για την ώρα»).
 Στο σημείο αυτό, δεν ντρεπόμαστε να υπενθυμίσουμε τη μαοϊκή διάκριση μεταξύ των κύριων και των δευτερευουσών ανταγωνισμών, μεταξύ εκείνων που στο τέλος έχουν μεγαλύτερη σημασία και εκείνων που σήμερα κυριαρχούν.
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το να επιμείνουμε στην αρχή του ανταγωνισμού σημαίνει ότι χάνουμε την ευκαιρία να προσφέρουμε μια σημαντική ώθηση στην πάλη. Μόνο μια πολιτική που λαμβάνει πλήρως υπόψη της την πολυπλοκότητα του υπερκαθορισμού αξίζει να αποκαλείται στρατηγική. Όταν συμμετέχουμε σε έναν συγκεκριμένο αγώνα, το βασικό ερώτημα είναι: πως η εμπλοκή μας ή μη σε αυτόν επηρεάζει άλλους αγώνες; Ο γενικός κανόνας είναι ότι, όταν μια εξέγερση κατά ενός καταπιεστικού, ημι-δημοκρατικού καθεστώτος ξεσπά, όπως στη Μέση Ανατολή το 2011, είναι εύκολο να κινητοποιηθούν μεγάλα πλήθη με συνθήματα –για δημοκρατία, κατά της διαφθοράς, κλπ.
Αλλά σύντομα είμαστε αντιμέτωποι με πιο δύσκολες επιλογές. Όταν η εξέγερση επιτυγχάνει τον αρχικό της στόχο, συνειδητοποιούμε ότι αυτό που μας ενοχλεί πραγματικά (η έλλειψη της ελευθερίας μας, η ταπείνωσή μας, η διαφθορά, ελάχιστες προοπτικές) εξακολουθεί να υφίσταται σε μια νέα μορφή, έτσι ώστε να είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε ένα ελάττωμα στον ίδιο τον στόχο.
Αυτό μπορεί να συνεπάγεται ότι η ίδια η δημοκρατία μπορεί να είναι μια μορφή ανελευθερίας ή ότι πρέπει να απαιτήσουμε κάτι παραπάνω από την αυστηρώς πολιτική δημοκρατία: η κοινωνική και οικονομική ζωή πρέπει επίσης να εκδημοκρατιστούν. Εν συντομία, αυτό που αρχικά θεωρούμε ως μια αποτυχία για την πλήρη εφαρμογή μιας ευγενούς αρχής (δημοκρατική ελευθερία) είναι στην πραγματικότητα μια αποτυχία συνυφασμένη με την ίδια την αρχή. Αυτή η συνειδητοποίηση –ότι η αποτυχία μπορεί να είναι συνυφασμένη με την αρχή για την οποία αγωνιζόμαστε – είναι ένα μεγάλο βήμα για μια πολιτική διαπαιδαγώγηση.
Οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης ιδεολογίας ξετυλίγουν ολόκληρο το οπλοστάσιό τους για να μας εμποδίσουν να φτάσουμε σε αυτό το ριζοσπαστικό συμπέρασμα. Μας λένε ότι η δημοκρατική ελευθερία φέρνει τις δικές της ευθύνες, ότι έχει ένα τίμημα, ότι είναι ανώριμο να περιμένουμε τόσα πολλά από τη δημοκρατία. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, λένε, θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν καπιταλιστές, επενδύοντας στις δικές μας ζωές: αν αποτύχουμε να κάνουμε τις αναγκαίες θυσίες ή αν σε κάθε περίπτωση χάσουμε τον στόχο δεν έχουμε να κατηγορήσουμε κάποιον άλλο, αλλά μόνο τον εαυτό μας.
Με μια πιο άμεση πολιτική έννοια, οι ΗΠΑ έχουν ακολουθήσει σταθερά μια στρατηγική ελέγχου ζημιών στην εξωτερική τους πολιτική με την εκ νέου διοχέτευση λαϊκών εξεγέρσεων σε αποδεκτές κοινοβουλευτικές – καπιταλιστικές μορφές: στη Νότιο Αφρική μετά το απαρτχάιντ, στις Φιλιππίνες μετά την πτώση του καθεστώτος του Μάρκος, στην Ινδονησία μετά την πτώση του Σουχάρτο, κλπ.
Εδώ είναι όπου η πολιτική αρχίζει με τον κατάλληλο τρόπο: το πρόβλημα είναι η ώθηση όταν ολοκληρωθεί το πρώτο, συναρπαστικό κύμα αλλαγής, το πως θα κάνουμε το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψουμε στον πειρασμού του «ολοκληρωτισμού», πως θα μετακινηθούμε πέρα από τον Μαντέλα, χωρίς να γίνουμε Μουγκάμπε.
Τι θα σήμαινε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση; Ας συγκρίνουμε δυο γειτονικές χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία. Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικές: Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στην καταστροφική πολιτική της λιτότητας, ενώ η Τουρκία απολαμβάνει μια οικονομική άνθιση και αναδύεται ως μια νέα περιφερειακή υπερδύναμη. Αλλά τι θα συμβεί αν κάθε Τουρκία δημιουργεί και περικλείει τη δικής της Ελλάδα, τα δικά της νησιά μιζέριας; Όπως το θέτει ο Μπρεχτ στο «Hollywood Elegies»: Το χωριό του Χόλυγουντ σχεδιάστηκε σύμφωνα με την ιδέα ότι οι άνθρωποι σε αυτά τα μέρη βρίσκονται στον παράδεισο. Σε αυτά τα μέρη έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Θεός απαιτεί έναν παράδεισο και μια κόλαση, δεν χρειάστηκε να σχεδιάσουν δυο καταστάσεις, αλλά μόνο μια: τον παράδεισο. Και αυτό προσδιορίζει και την άλλη, την  μη ευημερούσα, την ανεπιτυχή, δηλαδή την κόλαση.
Αυτό περιγράφει αρκετά καλά το σημερινό «παγκόσμιο χωριό»: αυτό ισχύει για το Κατάρ ή το Ντουμπάι, τους «παιδότοπους» των πλουσίων που εξαρτώνται από τις συνθήκες της σχεδόν δουλείας για τους μετανάστες εργάτες. Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τις ομοιότητες μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας: την ιδιωτικοποίηση, την περίφραξη του δημόσιου χώρου, τη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, την άνοδο του αυταρχισμού της πολιτικής. Σε ένα πρωταρχικό επίπεδο, οι έλληνες και οι τούρκοι διαδηλωτές εμπλέκονται στον ίδιο αγώνα.
Το πραγματικό μονοπάτι θα ήταν να συντονίσουν τους δυο αγώνες, να απορρίψουν τους «πατριωτικούς» πειρασμούς, να αφήσουν πίσω τους την ιστορική εχθρότητα των δυο χωρών και να αναζητήσουν το έδαφος για αλληλεγγύη. Το μέλλον των διαδηλώσεων μπορεί να εξαρτάται από αυτό.

Πηγή: www.lrb.co.uk

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Να πάμε! Αλλά πού να πάμε;

του Μαζεστιξ...
Εξεγέρσεις σημειώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο, μα όλες αποτυγχάνουν. Δεν αποτυγχάνουν πάντα να διώξουν το προηγούμενο καθεστώς.
Συχνά το καταφέρνουν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων. Αποτυγχάνουν όμως να αλλάξουν στην ουσία τα πράγματα. Αποτυγχάνουν να φέρουν το καθεστώς που επιθυμούν. Γιατί;

Αν δούμε τις επαναστάσεις, εθνικές ή κοινωνικές, που έγιναν στα προηγούμενα χρόνια, πέτυχαν εκείνες που είχαν έναν ή και περισσότερους φορείς πίσω τους.
Αν δούμε τη Ρωσική επανάσταση, είχε πίσω το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο παρά τις εσωτερικές του διαφωνίες, ήταν αυτό που έδειχνε το δρόμο της επανάστασης.
Στην Κούβα, ο δικτάτορας Μπατίστα ανετράπη από ένοπλο αγώνα κομμουνιστών με τον Φιντέλ και τον Τσε στην ηγεσία.
Δείτε μία-μία τις επαναστάσεις που πέτυχαν το σκοπό τους και θα διαπιστώσετε πως πάντα υπήρχε φορέας οργανωμένος, όχι μόνο να διεξαγάγει την επανάσταση αλλά και να αναλάβει την οργάνωση του νέου καθεστώτος, μόλις πέσει το υπάρχον.

400 χρόνια περίμεναν σκλαβωμένοι οι κάτοικοι της χώρας μας.
Αν και είχαν χιλιάδες λόγους γενικού ξεσηκωμού, αυτό δε γινόταν.
Παρά μόνο σποραδικές κατά τόπους εξεγέρσεις που πνίγονταν στο αίμα και έφερναν χειρότερα αποτελέσματα.
Πότε τα κατάφεραν να ξεκινήσουν έναν καλοσχεδιασμένο αγώνα;
Όταν άρχισαν, εν καιρώ ειρήνης, να οργανώνονται συνωμοτικά στη Φιλική Εταιρεία άνθρωποι και κοινωνικές ομάδες που μπορούσαν να αναλάβουν το έργο του ξεσηκωμού, να το οργανώσουν και να το φέρουν εις πέρας.
Μετά, αυτή η συνωμοτική ομάδα λειτούργησε ως συνδετικός κρίκος των κατά τόπους ένοπλων ομάδων και έφερε τους οπλαρχηγούς σε συνεννόηση.
Μόνο τότε μπόρεσε να σημάνει γενικός ξεσηκωμός με πιθανότητες επιτυχίας.
Διότι υπήρχαν ήδη διαμορφωμένες δομές που θα αναλάμβαναν την ηγεσία του αγώνα μετά τις πρώτες νίκες, αλλά και την οργάνωση όσων απαιτούνταν για τη δόμηση ενός κράτους.

Αυτή είναι και η διαφορά εξέγερσης και επανάστασης.
Η εξέγερση είναι ένα βίαιο ξέσπασμα οργής των αδικημένων, των αντιφρονούντων ενάντια στο καθεστώς, χωρίς όμως συγκεκριμένο και οργανωμένο σχέδιο κατάληψης της εξουσίας.
Η επανάσταση είναι η εξέγερση που έχει συγκεκριμένους στόχους, οργάνωση και προσβλέπει στην αντικατάσταση ενός καθεστώτος από άλλο, με έτοιμους τους φορείς της νέας κατάστασης.
Η επανάσταση δηλαδή συμπεριλαμβάνει και τη λύση στο πρόβλημα, ενώ η εξέγερση όχι.

Για να το πω με παράδειγμα, εξέγερση είναι να είσαι στη φυλακή και να έχεις κανονίσει μαζί με τους άλλους φυλακισμένους να δείρεις τους φύλακες.
Επανάσταση είναι να έχεις σχεδιάσει και κάποιο σχέδιο απόδρασης.



Ζήσαμε και τις δικές μας εξεγέρσεις την πρώτη διετία των Μνημονίων, είδαμε την κατάληξη εκείνων που έγιναν στα αραβικά κράτη, βλέπουμε και τώρα στην Τουρκία τα γεγονότα.
Ποια είναι η κοινή συνισταμένη;
Η ανυπαρξία σχεδίου για την επόμενη μέρα.
Ή, για να είμαι πιο σαφής, η μη υιοθέτηση ενός σχεδίου από τους εξεγερμένους.
Η έλλειψη ενός φορέα, ο οποίος θα καθοδηγεί τους εξεγερμένους και θα αναλάβει να οργανώσει και να διοικήσει την επόμενη μέρα της πτώσης του καθεστώτος.

Αυτός ο αχταρμάς απόψεων και σχεδίων ανά ομαδούλες οδήγησε ή στην αποτυχία του εγχειρήματος ή στην επικράτηση μικρών, εξτρεμιστικών και επικίνδυνων ομάδων που δεν εξέφραζαν την πλειοψηφία των εξεγερμένων, αλλά είχαν μια υποτυπώδη οργάνωση, όση χρειαζόταν δηλαδή για να επιβληθεί μια συλλογικότητα επί ατομικοτήτων.
Έτσι, στην Αίγυπτο και αλλού, μετά την πτώση των καθεστώτων, επικράτησαν εξτρεμιστές μουσουλμάνοι που καπέλωσαν τους δημοκράτες, τους σοσιαλιστές και τους ανένταχτους που εξεγείρονταν κατά μόνας.
Τα καθεστώτα που προκύπτουν είναι συχνά χειρότερα από αυτά που πάσχιζαν να διώξουν.
Και στην Τουρκία τώρα, που εξεγείρονται κυρίως αριστερές ομάδες πληθυσμού, λόγω έλλειψης οργάνωσης και συγκεκριμένων στόχων, θα καταλήξουν ενδεχομένως να χτυπήσουν τον "χομεϊνί" Ερντογάν και να ενισχύσουν τους κεμαλιστές, τους πολεμοκάπηλους πολιτικούς απογόνους του σφαγέα.



Αυτά πρέπει να τα σκεφτούμε και να κάνουμε την αυτοκριτική μας και όσοι υποστηρίξαμε τις εξεγερσιακές καταστάσεις στη χώρα μας στο πρόσφατο παρελθόν.
Λέμε "να ξεσηκωθούμε, να επαναστατήσουμε" κλπ.
Ωραία, να πάμε να τα κάνουμε όλα αυτά.
Αλλά να πάμε πού;
Πού θα μας βγάλουν αυτά;
Με ποιο σχέδιο για την επόμενη μέρα;
Με ό,τι κουβαλάει η κούτρα του καθενός μας;
Ξέρουμε τί θέλουμε;
Εμείς τουλάχιστον που τασσόμαστε αναφανδόν κατά της υπάρχουσας κατάστασης, ξέρουμε τί θέλουμε;
Όχι ως άτομα, αλλά ως συλλογικό υποκείμενο.
Υπάρχει ένα σχέδιο που μας ενώνει;
Υπάρχει αυτή η σημαία πίσω από την οποία θα στοιχηθούμε να πολεμήσουμε;
Ή υπάρχουν μόνο σημαιάκια από 'δω κι από κει και ό,τι κάτσει, όπως κάτσει;

Και σε τελική ανάλυση ποια είναι τα υπάρχοντα σχέδια ανατροπής της κατάστασης;
Εκπονημένα είναι δύο σχέδια.
Το ένα, που συγκεντρώνει προς στιγμήν περισσότερες προτιμήσεις, είναι το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, με σκληρή στάση απέναντι στην Ε.Ε., με αντικατάσταση μνημονίων από ένα σχέδιο τελείως διαφορετικού προσανατολισμού, με απόπειρα διαγραφής ενός μεγάλου μέρους του χρέους, ρήτρες ανάπτυξης κλπ, αλλά όλα αυτά εντός Ε.Ε.
Το άλλο σχέδιο είναι το σχέδιο εξόδου από Ε.Ε. και ευρωζώνη, με μονομερή διαγραφή ολόκληρου του χρέους, προσανατολισμό σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, απαγκίστρωση της χώρας από τους μηχανισμούς της Δύσης κλπ. Οργανώμένοι φορείς αυτών των σχεδίων είναι συλλογικότητες μικρού βεληνεκούς, όπως Σχέδιο Β, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΠΑΜ, Δεν Πληρώνω κλπ.
(Το σχέδιο Καμμένου να πάμε στον Πούτιν για λεφτά και να κάνουμε μπίζνες με πετρέλαια δεν το αναφέρω για προφανείς λόγους σοβαρότητος...)



Προς το παρόν, λοιπόν, καλά ή άσχημα, αρεστά ή όχι, αυτά τα δύο υπάρχουν.
Επομένως, μέχρι να εκπονηθεί άλλο σχέδιο από άλλον φορέα ή συλλογικότητα, έχουμε αυτές τις δύο προτάσεις ανατροπής των Μνημονίων.
Η μια πιο διαχειριστική, η άλλη πιο επαναστατική.

Και φυσικά, αν λέμε ότι θέλουμε να εξεγερθούμε και να τα ανατρέψουμε, εννοούμε προφανώς την ανατροπή του παρόντος καθεστώτος έχοντας στο μυαλό μας μία απ' τις δύο παραπάνω προτάσεις-προσπάθειες.
Το "να βγούμε στο δρόμο, να τα σπάσουμε όλα και μετά βλέποντας και κάνοντας" δεν αποτελεί προφανώς λύση, παρά μόνο μια συμπαθή κραυγή αγωνίας με ανυπολόγιστη έκβαση.
Αλλά εμείς δε δεχόμαστε να συμφωνήσουμε ούτε με μία απ' τις δύο αυτές προτάσεις ούτε βεβαίως να στοιχηθούμε πίσω της για να αγωνιστούμε για την επικράτησή τους.
Ενώ οι περισσότεροι λέμε πάνω-κάτω ή τα μεν ή τα δε, αρνούμαστε όμως να συστρατευτούμε για την επίτευξη της μίας ή της άλλης πρότασης.
Τουλάχιστον ώσπου να διατυπωθεί κάποια άλλη πρόταση.
Αν συμφωνούμε με κάποια από τις ήδη διατυπωμένες προτάσεις, τότε δεν έχουμε παρά να αγωνιστούμε για την συντομότερη επικράτησή της.
Αν δε συμφωνούμε με κάποια από αυτές, τότε προφανώς δεν πρέπει επ' ουδενί να επιθυμούμε και να επιδιώκουμε εξεγερσιακές καταστάσεις αλλά μάλλον να επιδιώκουμε αναζήτηση κάποιας άλλης προσφορότερης λύσης, ώστε να αγωνιστούμε γι' αυτήν.
Απλά είναι τα πράγματα.


Ανάλογα λοιπόν την προτιμότερη και την ορθολογικότερη λύση που έχει ο καθένας μας στο κεφάλι του, πρέπει να σκεφτεί με ποιους τρόπους μπορεί ως πολίτης να συνεισφέρει στην ανάδειξή της σε αυριανή πολιτική της χώρας.
Και ο καθένας κρίνει αν για τη λύση που επιδιώκει, χρειάζεται υπομονή, εξέγερση με ανατροπή της κυβέρνησης για να προκληθούν εκλογές ή ένοπλη επανάσταση για να ανατραπεί συνολικά το σύστημα.
Κάθε στόχος, άλλωστε, συμπεριλαμβάνει και τα πιθανά μέσα που απαιτούνται για την επίτευξή του.
Ας δούμε λοιπόν καθαρά ο καθένας μας, πέρα από συναισθηματισμούς, τί θέλουμε και με ποιον τρόπο θα το πετύχουμε.

Έτσι, θα διαπιστώσουμε πού αποσκοπούμε μέσω των κινητοποιήσεων, των διαδηλώσεων, των απεργιών, των εκλογών, των εξεγέρσεων κλπ.
Για να μην τα κάνουμε όλα αχταρμά στο κεφάλι μας.
Και βέβαια να δούμε σε κάθε περίπτωση η λύση που επιλέγουμε, πώς θα προέλθει.
Δηλαδή με ποιους φορείς οργάνωσης της ανατροπής, ποια μέσα ανατροπής, ποιες συνθήκες, ποιους στόχους και ποιο σχέδιο επόμενης μέρας, με ποιους φορείς στην οργάνωσή της κλπ.

Ας τα βρούμε αυτά ως άτομα και ως λαός και μετά μπορούμε να κάνουμε τα πάντα.
Αλλά οργανωμένα, με σχέδιο και με φορείς.
Όχι χύμα κι "όποιον πάρει ο Χάρος"!

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Στις κρύπτες της άνοιξης φυλαγμένες ζωή και επανάσταση...

spring-landscapes-tree-blossom-field_33680_600x450
Όταν πειστείς πως είσαι αμαρτωλός  δεν έχεις πια το δικαίωμα να εξεγείρεσαι! Το μοναδικό  που μπορείς να προσμένεις είναι η άφεση αμαρτιών και μια θέση σε κάποιον  παράδεισο. Προς το παρόν  καλείσαι να  αντιμετωπίσεις με ξόρκια τη διαβίωση μιας καθημερινής κόλασης.
Μια ολόκληρη γενιά εκπαιδεύεται  στη μοιρολατρία και στην αποστήθιση των εγκωμίων ενός επιταφίου που αγνοεί την ανάσταση. Αγνοεί την επανάσταση που βρίσκεται καλά φυλαγμένη σε κρύπτες της άνοιξης η οποία σε πείσμα των καιρών είναι παρούσα. Νυν και αεί. Αλλά απαιτεί ενεργοποιημένες τις αισθήσεις. Σπινθηροβόλες καρδιές.  Μιλάει με  λόγια πραγματικά και δεν αρκείται στις παραβολές. Όπως αρκούνται όσοι έχουν αποστηθίσει την παραβολή του Ασώτου.  Αυτοί που καλούνται κάθε τόσο να θυσιάζουν το μόσχο το σιτευτό. Τα νιάτα και τους κόπους της δουλειάς τους, τα ίδια τα παιδιά τους.
Καλούνται να τα θυσιάσουν  για την ικανοποίηση των Ασώτων που νέμονται βουλιμικά και αχόρταγα την εξουσία.  Το ίδιο έργο σχεδόν κάθε Κυριακή και κάθε εβδομάδα να γιορτάζεται η Κυριακή του Ασώτου και η Ανάσταση να μην ζυγώνει ποτέ. Ο εξεγερμένος αδερφός είναι πια εξόριστος και στο περιθώριο και οι γλεντοκόποι  προστάζουν συνεχώς για φαΐ  και κρασί. Προστάζουν όλους όσοι έχουν πειστεί πια πως είναι αμαρτωλοί και αλυσοδεμένοι με τις βαριές καδένες της υποταγής τους.  Μπορούν έτσι άνετα να χλευάζουν τη μακαριότητα της ακινησίας όπως θα έκανε ο Γ. Στουρνάρας δίνοντας συνεντεύξεις δεξιά κι αριστερά  αφού καθώς λέει κι ο ίδιος έχει εκλείψει η πιθανότητα αναταραχής κι εξέγερσης.  Ό, τι δηλαδή λένε άπαντες οι ερμηνευτές της  Ιερής Μαύρης Βίβλου του καπιταλισμού  που κάποιοι βάφτισαν μνημόνιο…
Οι Μεσσίες της νέας εποχής  προέρχονται  από τις τάξεις των Φαρισαίων και των υποκριτών. Ο Σπάρτακος και ο Χριστός καμία τύχη δεν έχουν  αν τα βάλουν μαζί τους και με το σύστημα της εξουσίας τους. Η έννοια της απελευθέρωσης, τόσο στο πραγματικό έδαφος όσο και στο μεταφυσικό, είναι διωκόμενη και εξόριστη.  Τι τραγωδία. Αν ο Χριστός ήταν πραγματικό πρόσωπο και ζούσε σήμερα, θα  τον δίκαζε από τα τηλε-παράθυρα ο Γ. Πρετεντέρης.
Δεν θα είχε άραγε  πληθώρα κατηγοριών να του προσάψει;  Από κρυφές ματιές στη Μαγδαληνή μέχρι φοροδιαφυγή  για το πλήθος των άρτων, τον πολλαπλασιασμό των ψαριών και την αφθονία του κρασιού  στα θρυλούμεθα θαύματά του. Τον δε Σπάρτακο  ίσως  τον αναλάμβανε η ευγενική φυσιογνωμία του Π. Τσίμα, ο οποίος θα κατανοούσε  με την  ευαισθησία που κρύβει ο τιμημένος τίτλος του «πρώην αριστερού» τους λόγους της εξέγερσης των σκλάβων η οποία όμως θα ήταν απολύτως καταδικαστέα βάση της τήρησης του  μοντέρνου δόγματος περί «καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται».
Στο τέλος δε της ιστορίας ίσως ως άλλοι Πόντιοι Πιλάτοι  αποφάσιζαν να παραδώσουν την απόφαση στον όχλο κατά τα πρότυπα του Ευαγγελίου : «Ιησού ή Σαμαρά»;  Οι αποφάσεις γνωστές και η  ιστορία με τις σημερινές της προεκτάσεις επίσης  γνωστή. Το πλήθος αποφαίνεται την απελευθέρωση του Σαμαρά – να κάνει και κανένα σαφάρι επενδύσεων στην Κίνα- και καταδικάζει σε σταύρωση χωρίς ανάσταση έναν ολόκληρο λαό…
Η Εβδομάδα των Παθών ξεμακραίνει και ίσως φαντάζει ανεπίκαιρη η αναφορά σε συμβολισμούς  οι οποίοι συνδέονται άμεσα με τη μεταφυσική προσέγγιση της ζωής και του θανάτου που προάγει και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.  Ισως όμως με μια πιο προσεκτική ματιά  ανακαλύψει κανείς την τάση υπερίσχυσης μια  συνολικής μελαγχολίας,  μιας  εκτεταμένης κατάθλιψης  η οποία γεμίζει δρόμους και πλατείες περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Κατάσταση η οποία δημιουργεί έτσι αδιόρατα, υπόγεια και διαβρωτικά την αίσθηση μιας μόνιμης Μεγάλης Παρασκευής.
Εκεί στήνεται η μεγάλη παγίδα των ημερών. Εκεί όπου αυτή η κατάσταση επιβάλλεται ως κανονικότητα. Ως μια και μοναδική και αναπόδραστη πραγματικότητα. Ο θάνατος και ο επιτάφιος θρήνος σε ημερήσια διάταξη και  από εκεί και πέρα  ανέλπιδο χάος. Υπερβολές; Μακάρι να ήταν απλώς μια πλάνη ασύμβατη και έξω από την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα η οποία αναζητάει παράλληλα επειγόντως τη λύση. Τη λύση η οποία φυλάσσεται καλά κρυμμένη στις κρύπτες της άνοιξης.  Της άνοιξης που ακόμα είναι παρούσα.
Εκεί  βρίσκεται και η φωλιά της ελπίδας. Η οποία περιμένει να την ανακαλύψουμε ξανά. Με περισσότερη ορμή και δίψα γεμάτοι  για  τη ζωή. Έστω κι αν μας υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία πως για να  προκύψει η απελευθέρωση της ίδιας της ζωής  πρέπει να γίνει η ρήξη με την κανονικότητα. Να ανατραπεί η πραγματικότητα. Να διαλυθούν τα  κατεστημένα  τόσο τα πραγματικά όσο και τα μεταφυσικά.  Στην άνοιξη και στην επανάσταση φωλιάζει η ελπίδα για ζωή. Για να ανοίξει ο δρόμος για το αύριο, για να νικήσει η ζωή το θάνατο δεν υπάρχει άλλος δρόμος από  την εκ νέου ανακάλυψη της άνοιξης. Του έρωτα. Της επανάστασης…  

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ιησούς αγανακτισμένος...

του Μαζεστιξ, απο το Ιστολογιο Τοιχο - Τοιχο...
Αν κυκλοφορούσε στον κόσμο σήμερα, σίγουρα θα βρισκόταν σε κάποια πλατεία, κάπου ανάμεσα στον αλλόφρονα κόσμο, και θα προσπαθούσε να ξεσηκώσει τις ψυχές των ανθρώπων, για να τινάξουν από πάνω τους όλη τη σκουριά.
Οι σημερινοί άνθρωποι όμως δε θα στέκονταν να τον ακούσουν.
Δεν έχουν χρόνο άλλωστε για τέτοια.
Ο χρόνος είναι χρήμα και οτιδήποτε δεν έχει χρήμα σπαταλά το χρόνο τους.

Ο Ιησούς στα χρόνια της πρώιμης παγκοσμιοποίησης (βλ. αχανής και πολυεθνική ρωμαϊκή αυτοκρατορία), τότε που ο κόσμος είχε ακόμη χρόνο για τέτοια, εγκαλούσε τους ψωροπερήφανους για την εγωπαθή σιγουριά τους πως όλα τα ξέρουν και τα κάνουν καλά και συνέτρωγε με τους αυτογνώστες αμαρτωλούς, με τελώνες, με ψαράδες,με πορτοφολάδες και με πόρνες.
Σε καταστάσεις βαθιάς κρίσης, όπως και σήμερα, σε εποχή επαναστατικού αναβρασμού, ο Ιησούς φώναζε: πριν ξεσηκωθείτε για να διώξετε τον τύραννο πάνω απ' το κεφάλι σας, διώξτε τον τύραννο που κρύβετε μες στα σπλάχνα σας!

Στην αρχή όλα φαίνονταν πως πήγαιναν όπως τα ήθελε.
Παρελαύνοντας με γαϊδούρι μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη και τον έραιναν με βάγια.
Όταν έφτασε η κρίσμιμη ώρα όμως, ο "σοφός λαός" έδωσε την ετυμηγορία του: "άρον, άρον σταύρωσον αυτόν"!
Γιατί τα ωσαννά γίναν κατηγόριες;
Γιατί;
Μάλλον επειδή δεν είχε έτοιμο σχέδιο με καταπέλτες, μπαζούκας και φυσεκλίκια, όπως είχαν οι ζηλωτές του Βαρραβά.
Είχε στο στόμα του μόνο κάτι αοριστίες.
Τους κάλεσε να αγαπήσουν αλλήλους.
"Και πού θα βρεις τα λεφτά ρε;" λένε πως τον ρώτησαν σε κάποιο πάνελ οι ζηλωτές.
Ένας αγανακτισμένος ήταν όμως μοναχά και δεν είχε να προτείνει σχέδια επί χάρτου.
Παρά μόνο έβαζε την αγάπη στο κέντρο του κόσμου του και προσπαθούσε να χτίσει γύρω απ' αυτήν.
Τι μας λέει τώρα, ε...;

Τους ζήτησε να πάψουν να προσεύχονται φωναχτά και δημοσίως, σα να πρόκειται για show της Ρούλας, αλλά να προσεύχονται κρυμμένοι στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού τους.
Εκεί που δεν φτάνει η υποκρισία. Εκεί που θα ήταν παρόντες μόνο εκείνοι κι ο Θεός.
Απέρριψε τον μύθο των άμεμπτων και αναμάρτητων κοσμοκηρύκων. Όταν φώναξε "ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω"...ούτε ο ίδιος δεν τόλμησε να σηκώσει πέτρα!
Ούτε τον εαυτό του δεν αναγόρευσε σε άσπιλο και αμόλυντο....
Απ' το να φιλάει κατουρημένες ποδιές ισχυρών, προτιμούσε να του πλένει τα πόδια μια πόρνη και να την κάνει πιστή του ακόλουθο και όχι μόνο.
Γιατί δεν ήταν ηθικολόγος, ανέραστος και πουριτανός, όπως προσπαθεί να τον παρουσιάσει η Εκκλησία δυο χιλιάδες χρόνια τώρα.
Αυτός "ανάβει το καντήλι του, καπνίζουνε οι φίλοι του, θέλει το νου στα μέτρα μας και την καρδιά στα ντέρτια μας", που 'γραφε κι ο ποιητής...


Ο Ιησούς, λοιπόν, μίλησε για την επ-Ανάσταση των ψυχών.
Των ψυχών κυρίως και λιγότερο των σωμάτων.
Για δι' ελέου και φόβου κάθαρση, σαν άλλος τραγωδός.
Ήταν σειρήνα, συναγερμός που ηχούσε σε αυτιά μη ακουόντων. Αλλά αυτός συνέχιζε γιατί κανείς δεν μπορούσε να βρει το κουμπί που σταματάει αυτός ο συναγερμός. Μόνο η εξόντωση θα ήταν λύση.
Σιχαινόταν το χρήμα και καθετί άλλο εξευτέλιζε την πνευματικότητα του ανθρώπου.
Όταν σήκωσε το καδρόνι στο προαύλιο του ναού, δε χτύπησε ούτε ένα κεφάλι.
Μόνο τα προϊόντα της κατανάλωσης χτύπησε. Τους πάγκους έσπασε. Όχι τα κεφάλια.
Τα κεφάλια τα ήθελε ζωντανά και υγιή. Έστω κι ένα απ' αυτά να καταλάβαινε. Να άλλαζε γνώμη...

Δεν τα έβαζε με τον εύκολο εχθρό, τους Ρωμαίους.
Πριν απ' τους Ρωμαίους επικυρίαρχους, έπρεπε να συντρίψει την συνεργαζόμενη μ' αυτούς οικονομική, πολιτική και θρησκευτική άρχουσα τάξη.
Την ντόπια ολιγαρχία. Γι' αυτό τον στοχοποίησαν.
Γιατί το να βρίζεις τους ξένους, τους επικυρίαρχους είναι το εύκολο.
Ακόμη κι οι Ρωμαίοι έκαναν τα στραβά μάτια σ' αυτό.
"Ασ' τους να λένε καμιά μαλακία να εκτονώνονται" έλεγαν.

Η ντόπια ελίτ όμως παρακολουθούσε με ανησυχία τον καινούριο κήρυκα.
Όταν ο Ιησούς τόλμησε και τα έβαλε με αυτήν, τότε το σχέδιο εξόντωσης ήταν πλέον θέμα χρόνου.
Γιατί αυτή είναι το πραγματικό σύστημα. Χωρίς αυτήν, δε θα υπήρχαν οι Ρωμαίοι εκεί.
Και αυτή η βρώμικη ντόπια ελίτ δεν έμενε μόνο στα τυπικά.
Αλλά βρώμιζε και την ψυχή του λαού της περιοχής έχοντας μονίμως τεταμένο το δάχτυλο σαν το θείο Σαμ.
Για να είναι μόνιμα ασφαλείς υπόδουλοι οι Ιουδαίοι, έπρεπε να ποτίζονται από την ντόπια ελίτ καθημερινά με τόνους υποκρισίας, άνωθεν διδασκαλίας και κάθε είδους διαφθοράς.

Αυτή τη διαφθορά της ψυχής ήρθε ο Ιησούς να αντιπαλέψει.
Τουτς πρότεινε να ψάξουν μέσα τους το καθαρτήριο της ψυχής.
Δεν τους έδωσε ούτε εντολές ούτε ενοχές ούτε εκβιασμούς.
Τους έδωσε μόνο το έναυσμα για να ξαναρχίσουν τη ζωή τους με άλλο προσανατολισμό.
Δεν έδωσε σαφείς εντολές.
Δεν είχε κατάλογο χρηστών πράξεων.
Δεν είχε τίποτα να προτείνει.
Παρά μόνο να αγαπήσει ο ένας τον άλλον.
Πολύ φλου για τα μέτρα ενός υλικού κόσμου.



Τι μπορεί να σημαίνει εξάλλου το "να σώσεις την ψυχή σου";
Η ψυχή δεν είναι ούτε τσελεμεντές για να ασχολείται με μενού 40-ήμερων νηστειών, όπως πιστεύουν οι θεούσες, ούτε χημικές αντιδράσεις, όπως πιστεύουν οι υλιστές.
Είναι κάτι ακαθόριστο.
Και πώς να παλέψει κανείς να σώσει κάτι που δεν ξέρει καλά-καλά τί είναι και πού βρίσκεται;
Η ψυχή εξάλλου μόνο ένα σημάδι έχει δώσει στον άνθρωπο: το "τί θέλει".
Αυτό είναι το μόνο σημείο ζωής που 'χει δώσει.
Μόνο έτσι μπορεί να την εξερευνήσει κανείς.

Ο Ιησούς δεν ήρθε καν ως επαΐων να ανακοινώσει τη λίστα με τις ανάγκες της ψυχής.
Να δοκιμάσουν έναν σχεδόν αχαρτογράφητο δρόμο τους κάλεσε.
Να δοκιμάσουν να περαπτήσουν σ' αυτόν κι αν δεν τους αρέσει, ας ξαναφύγουν.
Ήξερε καλά άλλωστε πως "δεν υπάρχει δρόμος. Τον δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας"...

Οι άνθρωποι όμως δεν ακολούθησαν.
Ήθελαν κάποιον να τους προσφέρει μια έτοιμη και ολοκληρωμένη λύση.
"Εξαρχής κοστολογημένη", που λένε.
Δηνάριο προς δηνάριο...
Να ξέρουν, βρε αδερφέ, αν τους συμφέρει!

Δυστυχώς γι' αυτούς, ο Ιησούς δεν ήταν τεχνοκράτης της ψυχής.
Ένας αγανακτισμένος ήταν που έτρεχε στις πλατείες του κόσμου του και κήρυττε την αλήθεια του.
Ένας αγανακτισμένος που δεν είχε έτοιμο σχέδιο να προτείνει, παρά μόνο καλούσε και τους άλλους να αγανακτίσουν μαζί του για την πτώση του καθενός και όλων μαζί.
Να βγουν απ' το καβούκι τους, να ξαναγνωριστούν ο ένας με τον άλλον και κυρίως ο καθένας με τον εαυτό του.

pasxa10

Τους υποσχέθηκε πως αν κάνουν το χατίρι της ψυχής τους, τότε δεν τους σταματάει τίποτα και κανένας.
Ακόμη κι αν τους σταυρώνουν συνεχώς, αυτοί κάθε φορά θα ανασταίνονται!
Μόνο που οι άνθρωποι ήθελαν και τεκμήρια. Μην τυχόν και ξεγελαστούν απ' τις αοριστίες...
Ο Ιησούς τους μιλούσε συμβολικά για ανάσταση κι αυτοί περιμένανε να δουν το θαύμα κυριολεκτικά!

Αγανάκτισε λοιπόν ο Ιησούς και έδωσε στη Μαρία τη Μαγδαληνή την εντολή να διαδώσει τα δέοντα.
Αλλιώς δεν πιστεύει ο κόσμος. Δεν ακολουθεί.
Δεν είναι έτοιμος να σώσει την ψυχή του.
Γιατί προσπαθεί να σώσει την ψυχή με τα μέτρα της ύλης.
Όταν το εμπέδωσε, κατάλαβε ότι έπρεπε, έστω κι έτσι, να αφήσει κάτι καλό στον κόσμο.
Κι είπε να αφήσει κάτι απ' την ψυχή του στα μέτρα της ύλης.
Και την τρίτη μέρα από τη σταύρωση είχε φύγει. Κανείς δεν ξέρει για πού.
Η Μαγδαληνή είπε πως αναστήθηκε...


Ο Ιησούς ήταν επανάσταση.
Καθαρή, φλου κι αχαρτογράφητη, όπως και κάθε πραγματική επανάσταση.
Αβέβαιη μες στην αλήθεια της και αληθινή μες στην αβεβαιότητά της.
Ο Χριστιανισμός όμως, είναι η μακροβιότερη αντεπανάσταση που γνώρισε ο κόσμος.
Αν μπορούσε ο δόλιος να φανταστεί ποιοι θα τον "επροσωπούσαν" και τί θα δίδασκαν γι' αυτόν, μάλλον θα ξαναγύριζε και αυτή τη φορά με το καδρόνι μπορεί και να μην αρκούνταν στους πάγκους, αλλά να 'σπαζε και μερικά κεφάλια.
Αν μπορούσε να φανταστεί τί θρησκεία θα φτιαχνόταν στις πλάτες του, ίσως να το ξανασυζητούσε με το ιουδαϊκό ιερατείο...


ΥΓ.: Συνεχίζω να δηλώνω άθεος.
Σε έναν κόσμο όπου οι πολεμοκάπηλοι δηλώνουν απελευθερωτές, οι φανατικοί δηλώνουν επαναστάτες, οι παιδεραστές δηλώνουν καλόγεροι, οι κομπλεξικοί δηλώνουν διανοούμενοι, οι λωποδύτες δηλώνουν επενδυτές, οι νεκροθάφτες δηλώνουν μεταρρυθμιστές, οι απατεώνες δηλώνουν οικολόγοι, οι ναζί δηλώνουν πατριώτες, οι κακόψυχοι δηλώνουν αμέτοχοι κι οι πασόκοι δηλώνουν σοσιαλιστές, σ' αυτόν τον κόσμο εγώ δεν μπορεί παρά να δηλώνω άθεος.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Πότε θα επαναστατήσει η μεσαία τάξη;

απο την Ελευθεροτυπια...
Επιμέλεια: ΒΙΚΗ ΤΣΙΩΡΟΥ
Οι επαναστάσεις στη Δύση, λέει ο Πολωνός φιλόσοφος Marcin Krόl, δεν γίνονται από τους φτωχούς αλλά από τις μεσαίες τάξεις
Οι ηγέτες δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει πως κάθονται πάνω σε δυναμίτη, προειδοποιεί ο Πολωνός φιλόσοφος Marcin Krόl, και εξηγεί πως η μεσαία τάξη, την οποία εμποδίζουμε να εξελιχθεί κοινωνικά, μπορεί να δει την επανάσταση ως το τελευταίο της μέσο προκειμένου να ακουστεί η φωνή της.
«Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, λέει ο Krόl σε ηλεκτρονικό περιοδικό, οι επαναστάσεις στη Δύση δεν γίνονται από τους φτωχούς και τους δυστυχείς, αλλά από τις μεσαίες τάξεις.
»Πότε όμως η μεσαία τάξη αποφασίζει να ξεκινήσει μια επανάσταση; Κατ' αρχάς όταν μιλούμε για μεσαία τάξη, δεν εννοούμε το σύνολό της ούτε κάποια οργανωμένη ομάδα κι ακόμη λιγότερο μια κοινότητα, αλλά τους αρχηγούς της.
»Στην κλασική περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης, το ρόλο της επαναστατικής πρωτοπορίας είχαν οι δικηγόροι, οι εργολάβοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι και ένα μέρος των αξιωματικών του στρατού. Ο οικονομικός παράγοντας ήταν σημαντικός, αλλά όχι πρωτεύων.
»Οι αιτίες που δημιουργούν ένα επαναστατικό ξέσπασμα είναι πάνω απ' όλα η έλλειψη ανοίγματος στη δημόσια ζωή και η αδυναμία κοινωνικής εξέλιξης.
»Και το 1789, μόνο όταν η αριστοκρατία αποπειράθηκε να περιορίσει με κάθε τρόπο την επιρροή των δικηγόρων και των επιχειρηματιών, ξέσπασε η επανάσταση».
 Ο Marcin Krόl Αποκλεισμοί
- Τι συμβαίνει με τους αποκλεισμούς σήμερα;
  «Είναι διαφορετικοί και συγχρόνως παρόμοιοι με τους παλαιούς. Ασφαλώς, η αριστοκρατία δεν μονοπωλεί πια τα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά οι τραπεζίτες, οι κερδοσκόποι του χρηματιστηρίου και οι μάνατζερ που κερδίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, παραμερίζουν με τρόπο από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων τη μεσαία τάξη, η οποία υφίσταται σοβαρές συνέπειες.
Ο Marcin Krόl »Οι επαναστάσεις προκαλούνται από τους αποκλεισμούς και από το δημοκρατικό έλλειμμα. Ορθώνονται, επίσης, μπροστά στο γενεαλογικό έλλειμμα ή απλώς ενάντια στην κυριαρχία των ηλικιωμένων.
»Ολες οι οδοί προόδου της σημερινής μεσαίας τάξης, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από νέους, είναι φραγμένες είτε από εκατομμυριούχους είτε από ηλικιωμένους είτε από εκείνους που φαίνονται σαν 25χρονοι. Αυτή η κατάσταση είναι εκρηκτική. Αδίκως πιστεύουμε πως οι νέοι, που εναντιώνονται στο σύστημα, χωρίς να χρησιμοποιούν το συνηθισμένο λόγο των πολιτικών κομμάτων και χωρίς δομημένα πολιτικά κινήματα, θα αποτύχουν να εξεγερθούν οργανωμένα. Ωστόσο, μια επανάσταση δεν έγινε ποτέ στο όνομα κάποιου ιδιαίτερου μέτρου, παραδείγματος χάριν του αυστηρότερου τραπεζικού ελέγχου, αλλά στο όνομα της αδυναμίας να συνεχίσει να ζει ο άνθρωπος με αυτόν τον τρόπο.
  Χαοτικός λόγος
»Ομως μια επανάσταση, σε πλήρη αντίθεση με τις μεθόδους των πολιτικών κομμάτων, δεν χρησιμοποιεί πολιτικό λόγο. Η επανάσταση φωνάζει, ουρλιάζει, ο επαναστατικός ήχος είναι εκ φύσεως χαοτικός, αλλά ενίοτε ακούγεται πολύ καθαρά».
- Τελικά, θέλουμε ή όχι την επανάσταση;
«Κατά τη γνώμη μου, ίσως, όχι γιατί η επανάσταση σημαίνει πλήρη καταστροφή πριν από την οικοδόμηση μιας νέας τάξης. Ομως οι υπεύθυνοι πολιτικοί μας εξακολουθούν να μη συνειδητοποιούν πως κάθονται πάνω σε δυναμίτη. Δεν το κατανοούν, καθώς η εμμονή τους είναι να επιστρέψουν σε μια κατάσταση σταθερότητας που υπήρχε πριν από δέκα ή τριάντα χρόνια. Δεν γνωρίζουν πως στην Ιστορία δεν υπάρχουν δυνατότητες για επιστροφή στο παρελθόν και οι προθέσεις τους θυμίζουν την πολύ σωστή ρήση του Καρλ Μαρξ "Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά ως φάρσα"».

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

«Εκάμαμεν Επανάσταση»...


Έχει σχεδόν ένα τρίμηνο που έχω βρει τον τίτλο και ψάχνω να βρω αφορμή να γράψω αυτό το άρθρο. Σαν τον Μέγα Ανατολικό στα Φθηνά Τσιγάρα, την ταινία του Χαραλαμπίδη, που ως επίδοξος συγγραφέας έγραφε τίτλους από βιβλία που κάποτε θα ολοκλήρωνε. Δυστυχώς όμως αυτή η πολυπόθητη αφορμή, η κατάλληλη στιγμή, που θα πυροδοτούσε την ορμητική μου πένα, δεν ήρθε. Νομίζω πως δεν ήρθε γιατί η κοινωνία είναι γεμάτη πια από τέτοιες αφορμές και καμιά δεν ξεχωρίζει, για να σε εμπνεύσει. Και έμενα έτσι παγιδευμένος στη συνεχή ένταση των καταστάσεων.

Μα η ιδέα ωρίμασε, δίχως την αφορμή. Και η στιγμή ήρθε τις μεταμεσονύκτιες ώρες της μέρας που τελείωνε το ημερολόγιο των Μάγια. Τι και αν πέρασαν οι μήνες; Σε αυτή τη χώρα όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν. Μόνο ο φλοιός δείχνει να μεταβάλλεται, μα οι ρυθμοί συνεχίζουν να κυλούν με βασανιστική νωχελικότητα, ενάντια στις ταχύτητες που επιβάλλει η εποχή. Και να μαι λοιπόν και εγώ έτοιμος να στηλιτεύσω με την πένα μου όλους αυτούς τους προφήτες της επανάστασης, που θα στηλίτευα και ένα τρίμηνο πριν. Μοναχά που δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Είναι τόσοι πολλοί και τόσο διαφορετικοί αυτοί οι επαναστάτες.

Σκεφτόμουν να ξεκινήσω από τους αναρχικούς. Γνωρίζετε. Αυτές τις περίεργες φιγούρες, που τα στερεότυπα, τους ορίζουν ως κάτι μακρυμάλληδες τύπους, με μαύρες μπλούζες με πεντάλφα που γεμίζουν με εμπνευσμένα συνθήματα τους τοίχους των πόλεων. Λέω γι' αυτούς που οι κουστουμάτοι στις ειδήσεις των 20:00 μας λένε πως είναι οι κουκουλοφόροι που σπάνε και καίνε και ρημάζουν και βιάζουν.

Είναι αυτοί που δεν πιστεύουν σε αρχές και ιεραρχίες, που δηλώνουν ενθουσιασμό για μια προκοινωνική αρμονία φύσης και ανθρώπου, που νιώθουν εγκλωβισμένοι μέσα στα κοινωνικά πλαίσια και διατείνονται την απελευθέρωση των ανθρώπων από τις κοινωνικές κατασκευές. Ενδιαφέροντες τύποι οι αναρχικοί. Ονειροπόλοι, περιθωριοποιημένοι, ταγμένοι να καταστρέψουν τα σύμβολα των καταπιεστικών κοινωνικών κατασκευών, για να φέρουν τη φυσική ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, που παραβιάζεται από τις ανισότητες που τεχνητά δημιούργησε ο άνθρωπος. Μου αρέσουν οι αναρχικοί γιατί είναι στοιχεία εναλλακτικά, ατυποποίητα.

Έχουν όμως ένα κακό.Παραγνωρίζουν τα ανθρώπινα πάθη που μπορεί να αποβούν μοιραία. Αγνοούν πως ο άνθρωπος είναι ένα ον γεμάτο προλήψεις και στερεότυπα , που τα δημιούργησε για να ερμηνεύσει τον κόσμο, να σωθεί από την σκληρότητα του. Οι κοινωνικές κατασκευές είναι απόδειξη της αυτογνωσίας του ανθρώπου. Γιατί γνωρίζει πως πρέπει να δημιουργήσει δομές που θα τον περιορίσουν να ενδώσει στην σκληρότητα του. Οι αναρχικοί κοιτάνε το μονοπάτι προς τα πίσω. Ενώ ο δρόμος είναι προς τα μπρος και ο άνθρωπος πρέπει να σκοντάψει και να ξανασκοντάψει για να βγει από τις πλάνες που ο ίδιος δημιούργησε, όταν πια δεν θα τις χρειάζεται. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι γεμάτες ανταγωνισμό, γεμάτες πάθος επιβολής και ιεραρχίες. Θέλει ο άνθρωπος να ξεχωρίσει, να επιβληθεί και να κυριαρχήσει. Και οι αναρχικοί, το ίδιο. Πάντα όταν ακούω τις ιδέες τους σκέφτομαι τον Αναρχικό Τραπεζίτη του Φερνάντο Πεσσόα να αναλύει μέσα από τους καπνούς του πούρου του πώς έγινε τραπεζίτης για να παραμείνει πραγματικός αναρχικός.

Μετά είπα να ξεκινήσω με τους Κομμουνιστές. Αυτούς με τα σφυριά και τα δρεπάνια. Είναι πολλοί. Όσοι και οι κομμουνιστές ηγέτες. Μαρξιστές, Λενινιστές, Τροτσκιστές, Σταλινιστές, Μαοϊστές. Χάνεσαι. Ώρες ώρες νομίζεις πως τα ονόματα των κομμουνιστικών οργανώσεων είναι περισσότερα από τα άτομα που τις απαρτίζουν. El communistas λοιπόν. Πεφωτισμένοι, ορκισμένοι επαναστάτες, παθιασμένοι σε βαθμό δογματικό. Γεμάτοι ελπίδα για το μέλλον, μα απαισιόδοξοι για το παρόν. Πολλοί τους κατηγορούν ως αρνητές από συνήθεια.

Έχουν πάθος οι κομμουνιστές. Όταν σου μιλούν για την πεφωτισμένη καθοδηγητική ελίτ, που θα απελευθερώσει τα πλήθη μέσα από την επανάσταση του προλεταριάτου τα μάτια τους πετάνε σπίθες. Μιλούν βέβαια για ένα προλεταριάτο που έχει πια χαθεί. Μιλούν σε ένα ακροατήριο που ζητά να ακούσει πράγματα διαφορετικά από αυτά που του υπόσχονται. Ένα ακροατήριο που δεν ζητά κατοχή των μέσων παραγωγής, μα συμμετοχή σε έναν κόσμο που ενώ δημιουργεί τόσες ευκαιρίες, αποκλείει τόσους ανθρώπους από αυτές.

Έχουν σταθερότητα οι κομμουνιστές. Έχουν μια διαφορετική αίσθηση του χρόνου. Υπάρχει όμως κάτι που πραγματικά με πειράζει στις ιδέες τους και αυτό είναι η ντετερμινιστική νομοτέλεια τους, που απορρίπτει το άτομο ως διαμορφωτή της ιστορίας και τον κρίνει απλά ως υποκείμενο που η θέση του κρίνεται από τις ιστορικές συγκυρίες. Δεν πιστεύουν στον άνθρωπο και όμως είναι τόσο αισιόδοξοι για το μέλλον του. Ένα μέλλον που θα διαμορφωθεί γι’ αυτόν χωρίς αυτόν. Ο άνθρωπος όμως την πραγματική επανάσταση και τομή θα την κάνει όταν ο ίδιος χαράξει τις κατευθύνσεις της ζωής του και πάψει να σέρνεται από τις καταστάσεις.

Είναι λίγο βιαστικοί οι κομμουνιστές. Δεν αντιλαμβάνονται πως ο νους των ανθρώπων και τα κοινωνικά στερεότυπα αλλάζουν βραδέως. Ποτέ καμία επανάσταση δεν άλλαξε και δε θα αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν να αλλάξουν οι δομές της πολιτικής και της οικονομίας. Δεν αλλάζουν τόσο εύκολα όμως οι ανθρώπινες σχέσεις και ο τρόπος σκέψης και αντίληψης του κόσμου. Δεν αντιλαμβάνονται πως η δικτατορία, δικτατορία παραμένει σε όποια κολυμβήθρα και αν αυτοβαπτιστεί για να καθαγιάσει τα μέσα της. Δεν αντιλαμβάνονται πως φαντάζει πιθανότερο ο επί γης παράδεισος να έρθει μέσω της μαζικής αστικοποίησης, παρά μέσω της προλεταριακής αφύπνισης. Υπάρχει και ένα παρελθόν και αυτό δεν μπορείς να το διαγράψεις, να ξεκινήσεις εκ του μηδενός. Η ανθρωπότητα είναι τα παρελθοντικά της λάθη και η κληρονομιά της είναι η δυνατότητα να στρέφει το κεφάλι της πίσω για να βλέπει που έσφαλε για να μην επαναλάβει τα ίδια.

Τέλος είπα να ξεκινήσω με του Χρυσαυγίτες. Αυτοί είναι πράγματι το πιο σουρεάλ κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Αυτοί έχουν βαπτίσει επανάσταση τον αγώνα ενάντια σε άπραγους μετανάστες, τους μεμονωμένους αριστερούς, και τις γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες. Είναι το σκότος για μένα. Η απαραίτητη δόση σκότους που μπορεί να μας κάνει να εκτιμήσουμε το φως. Αλλά οι Χρυσαυγίτες είναι πράγματι επανάσταση. Η επανάσταση της αντίδρασης, της συντήρησης. Είναι τα φοβικά στοιχεία της κοινωνίας, που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις ταχύτητες του κόσμου. Τα στοιχεία που πρέπει να σφυρηλατήσουν μια ταυτότητα για να νιώσουν ομάδα. Που πρέπει να δημιουργήσουν έναν εχθρό για να αποκτήσουν συνοχή. Είναι ο στόχος που ορίζει την επανάσταση και τα μέσα που χρησιμοποιεί ο επαναστάτης για να επιτύχει τον στόχο αυτόν. Και η αντίδραση επαναστατεί με καδρόνια και βάλει εναντίων όλων.

Δεν μπορώ να κατηγορήσω ωστόσο τους επαναστάτες Χρυσαυγίτες. Οι άνθρωποι μπορούν να αντιδράσουν λογικά ή παράλογα, ειρηνικά ή βίαια, μειλίχια ή έντονα ανάλογα με τις συγκυρίες, την παιδεία και την γνώση τους. Και η Χρυσή Αυγή είναι άξιο τέκνο μιας κοινωνίας με ελλιπή παιδεία που πάντα αντιδρούσε αγελαία, συναισθηματικά και παράλογα. Που πάντα βιαιοπραγούσε εν ονόματι μιας ιδέας, μιας απογοήτευσης ή μιας περιθωριοποίησης.

Και έτσι μέσα από μια αναποφασιστικότητα από πού να κάνω την αρχή, έφτασα σχεδόν στο τέλος. Το μείζον ωστόσο παραμένει μετέωρο. Και πώς θα γίνει δηλαδή χωρίς επανάσταση; Πώς θα αλλάξει ο κόσμος χωρίς αυτή;

Έχουμε μια συγκεκριμένη, λανθασμένη άποψη για το πώς πρέπει να γίνεται η επανάσταση. Ένας τύπος που φωνάζει, μάχεται, σπάει, στρέφεται εναντίων των διαφωνούντων, των εχθρών, νουθετεί, συμπαρασύρει και πείθει. Αλλά στο τέλος όλοι καταλαβαίνουν πως υποκρίνεται. Η πιο ουσιαστική επανάσταση, η πιο φλογισμένη και παθιασμένη είναι η καθημερινή επανάσταση του ανθρώπου που κοιτάει εντός και αλλάζει τον εαυτό του. Που κοιτάει το είδωλο στο καθρέπτη και κοιτά να διορθώσει τα ψεγάδια της συμπεριφοράς του. Μόνο που πρέπει τα ψεγάδια αυτά να τα κατανοήσει.

Όλοι κατηγορούμε την αδικία και την ανισότητα. Πόσοι όμως δεν αδικούμε όταν μπαίνει μπροστά το προσωπικό μας όφελος; Πόσοι δεν είμαστε σκληροί και άδικοι, ματαιόδοξοι και άπληστοι όταν έρχονται τα πάθη αυτά να μας χτυπήσουν την πόρτα του μυαλού; Όλοι ζητάμε ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα. Πόσοι όμως κάνουμε τις αξίες αυτές πράξη καθημερινή; Πότε αποδίδουμε δικαιοσύνη ακόμα και αν βλάπτουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας; Πότε παραδεχόμαστε το λάθος μας ακόμα και αν τραυματίσουμε τον εγωισμό μας; Όλοι μας ονειροπολούμε μα πόσοι προσπαθούμε μόνοι μας να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας;

Πάντα το έλεγα. Κατά βάθος όλοι αριστεροί είμαστε και όλοι επαναστάτες. Όλοι ζητάμε έναν κόσμο δικαιότερο, μα από διαφορετική οδό. Υπάρχει ωστόσο και μια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε και αυτή την πραγματικότητα την φτιάξαμε εμείς για κάποιον λόγο. Γιατί την χρειαζόμαστε. Και ο λόγος αυτός συντρέχει ακόμα. Σκοπός της πραγματικότητας είναι να ωριμάσει ο νους και να αποδεσμευτεί από αυτή όταν πια δεν θα την χρειάζεται. Χρειαζόμαστε την πίστη στον άνθρωπο, μα χρειαζόμαστε και τους κανόνες και τους θεσμούς που ξέρουν και μας διαφυλάσσουν από την κακή πλευρά του ανθρώπου.

Οι επαναστάσεις είναι μαζικές, ναι. Η διαφορά είναι πως η μαζικότητα δεν πρέπει να οφείλεται στην μαζική απογοήτευση και εξαθλίωση, γιατί τότε η επανάσταση είναι απλά ανάγκη συμμετοχής στο σύστημα. Η επανάσταση για να αποφέρει αλλαγή πραγματικότητας προϋποθέτει μαζική ωριμότητα, νηφαλιότητα και παιδεία. Η ουσία που αλλάζει τα δεδομένα ωριμάζει σε συνθήκες νηφαλιότητας, δεν εκρήγνυται πρόσκαιρα σε συνθήκες εξαθλίωσης.

Εμπρός λοιπόν, ας πάμε στον καθρέπτη μας, ας αηδιάσουμε με τον εαυτό μας, ας απαισιοδοξήσουμε και τότε ας αναφωνήσουμε «Εκάμαμεν Επανάσταση». Και αν ακούσουμε και κάποιον από δίπλα να το λέει είμαστε σε δρόμο καλό. Γιατί αυτή η επανάσταση πρέπει να γίνει και από τον καθένα μας ξεχωριστά και μαζικά συνάμα.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Η αμφισβήτηση των πάντων μπροστά σε μια νέα εποχή...

του Κασαρτζιάν Χάικ, EcoLeft...
“…..για ν’αλλάξει ο κόσμος χρειάζεται  οργή και ανθεκτικότητα. Γνώσεις και αγανάκτηση,  γρήγορη πρωτοβουλία, πολλή σκέψη, ψύχραιμη υπομονή και απέραντη επιμονή,  κατανόηση της λεπτομέρειας και γνώση του συνόλου.  Μόνο τα διδάγματα της πραγματικότητας μπορούν να μας μάθουν πως ν’αλλάξουμε την πραγματικότητα”.
Μπ. Μπρεχτ

Μια ολόκληρη σαραντάχρονη μεταπολίτευση έχει τελειώσει. Με την αιφνίδια εισβολή της τρόικας, τον κουρνιαχτό της διάλυσης του ΠΑΣΟΚ και την είσοδο στα σαλόνια κάποιων που ομνύουν τάχα στην αριστερή ανανέωση για να συρθούν στην οικειοθελή ταπείνωση και να αφεθούν εν τέλει στη στιβαρή αγκαλιά της εξουσίας. Από εκεί μαζί με την πιο σκληρή δεξιά μας κουνάνε εισαγγελικά το δάχτυλο για να επιβάλουν το πως πρέπει να ζήσουμε ή για το πως πρέπει να πεθάνουμε. Λίγο ενδιαφέρει πια το θέμα της διολίσθησης των τριών συνεταίρων προς το δόγμα του Θατσερισμού και το τέλειο σχεδόν ξήλωμα της πολιτικής ηθικής και κυρίως της κοινής λογικής.
Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι θετικό ότι κανείς, συνιστώσες, τάσεις ή ανένταχτοι δε φωνασκεί λέγοντας, εγώ κατέχω τη μοναδική αλήθεια και ακολουθήστε με, γιατί είναι προφανές ότι το νέο δε χτίζεται με χειρονομίες και διαγγέλματα. Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ φτιάχνεται από τις ανάγκες των αριστερών να ακούσουν και να συμμεριστούν τις ανάγκες των πολλών, κάτι που στις μέρες μας δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Αυτές τις ανάγκες που δεν κατανοούν τα φθαρμένα στελέχη του κομματικού κατεστημένου που με ιταμότητα περηφανεύονται για τα “επιτεύγματά” τους και μουρμουράνε το συναξάρι για την κατάντια της αριστεράς και την απαξίωση της έννομης τάξης, απολαμβάνοντας τα προνόμια και τον πλούτο που πρόσφερε απλόχερα ο πασοκοδεξιός μεσαίωνας.
Σε τούτη εδώ τη συγκυρία πρέπει να λειτουργήσουμε σαν το χτίστη που ξεκινά από ένα άδειο οικόπεδο. Να φερθούμε σα να οικοδομούμε με μεράκι και επαγγελματισμό. Να αναστοχαστούμε και να αποδεχτούμε ότι η πολιτική ενός αριστερού κόμματος εξουσίας δε μπορεί να υπάρξει με τους ερασιτεχνικούς όρους του παρελθόντος. Αν το κάνουμε, ίσως καταλάβουμε ότι η παλιά πρακτική του ευδαιμονικού καπιταλισμού, που κατέστησε σχεδόν γραφική την πίστη του αριστερού ανθρώπου στον αγώνα και ματαιοπονία κάθε πνευματική αναζήτηση, δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των δανείων που χορηγούσε το τραπεζικό σύστημα αλλά ένα πλήρες αλλοτριωτικό σχέδιο.
Είναι φανερή η ανάγκη ύπαρξης ενός νέου ΣΥΡΙΖΑ, σε εποχές μαυρόασπρης κοινωνικής υπολειτουργίας, αυτοκτονιών, πανικού και υποτονικών εργασιοθεραπευτικών διαμαρτυριών. Όχι μόνο επειδή τα πράγματα φτάνουν σε οριακό σημείο, μα γιατί η “αφέλεια” της ΔΗΜΑΡ, η μόνιμη ναυτία του υπό διάλυση ΠΑΣΟΚ που ξερνάει τα παιδιά του και η αυτιστική επανάληψη των ασκήσεων δογματικής επαναστατικότητας του ΚΚΕ δε φτάνουν πια για να ξηλώσουν ούτε μια πετρούλα από το κάστρο του σκληρού καπιταλισμού, ούτε καν μια γρατζουνιά να του προξενήσουν.
Μάταια λοιπόν τώρα που σύμπασα η παγκόσμια αριστερή διανόηση αποσπάστηκε από τις σχηματοποιήσεις του Σοβιετικού μοντέλου, οι αυθεντίες του κομματικού απαράτ της ηγεσίας του ΚΚΕ επαναφέρουν με φανατισμό τη θεωρία της δεξιάς παρέκκλισης. Και περιμένουν από τον καπιταλισμό, όπως οι καλοί χριστιανοί την ανάσταση των ψυχών, να φτάσει στην υποτιθέμενη οριακή του κατάσταση ώστε να υπάρξουν οι κατάλληλες προυποθέσεις και να ωριμάσουν οι επαναστατικές συνθήκες. Όπως το ’29 όμως, έτσι και τώρα η σαδιστική λογική του καπιταλισμού, που κατά τον Μαρξ η “πρόοδός” του μοιάζει με την παγανιστική θεότητα που έπινε νέκταρ στα κρανία των θυμάτων του, βρήκε τα μέσα για να μετασχηματισθεί και να αναπτύξει νέες δυνατότητες για εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνάμεων.
Είναι ξεκάθαρο, μετά από την ιστορική εμπειρία ενός αιώνα πια, πως δεν υπήρξε μέχρι σήμερα ποτέ οριακή κατάσταση του καπιταλισμού, με την έννοια ότι αυτός έφτασε σε οριακή αδυναμία να μετασχηματίζεται. Άρα παραμένει άλυτο το πρόβλημα της θεωρίας, δηλαδή αν κατά πόσο είναι προβλέψιμο το μέλλον και ποιές είναι οι “αριστερές διαδικασίες” που θα δώσουν το οριστικό χτύπημα. Η “ανωριμότητα” αυτή των αριστερών δυνάμεων όμως, καθόλου δε σημαίνει ότι δεν θα αρπάξουμε τις πρόσφορες καταστάσεις για να καταφέρουμε “αποφασιστικά χτυπήματα”, ρήση του Λένιν για την έφοδο των επαναστατών, ώστε να βάλουμε τέλος στην κανιβαλική λογική της άναρχης νεοφιλελεύθερης “ανάπτυξης” σε μια οποβιομηχανοποιημένη χώρα σαν την Ελλάδα. Τα θεωρητικά κενά δεν πιστοποιούν ότι το επιχειρούμενο από το ΣΥΡΙΖΑ είναι ανέφικτο. Η ύπαρξή τους μας επιβάλει να δούμε μέσα από μια νέα θεωρητική προσπάθεια, μαζί με την επιστημονική προσέγγιση των προβλημάτων του προηγμένου καπιταλισμού, όλους τους στρατηγικούς και τακτικούς στόχους. Και επιβάλλεται σήμερα όσο ποτέ να καταστήσουμε σύγχρονό μας και συνομιλητή, τον κύριο με την αφάνα και το μούσι, που ακόμα και τώρα στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας, σαν τον παλιό θεατρικό υποβολέα, μας ψιθυρίζει στο αυτί ότι είναι δικό μας καθήκον να απελευθερώσουμε το σύνολο των δυνάμεων της κοινωνίας που είναι σε θέση να οικοδομήσουν άλλου τύπου σχέσεις και ένα διαφορετικό άνθρωπο.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Ο καθρεφτης και ο κλοουν...

Eagainst...
Το παραδέχομαι. Δεν μπορώ να συνηθίσω την καθημερινή βία που ασκείται συνεχώς πάνω μου. Βία από την σπιτονυκοκοιρά που ζητά επιμόνως το ενοίκιο κάθε πρώτη του μηνός, βία από τον βενζινοπώλη που ζητά μια μικρή περιουσία για να ζεστάνω τα λιγοστά δωμάτια του σπιτιού μου, βία από τον περιπτερά που μου αδειάζει την τσέπη για μια χούφτα καπνό, βία από τον εισπράκτορα που ελέγχει εξονυχιστικά το τσαλακωμένο εισιτήριο αστικού λεωφορείου.
Φυσικά, δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν τους. Όλοι τους μπλεγμένοι, κι εγώ ακόμα, σ΄ αυτό το παιχνίδι με την αλυσίδα της βίας. Μια αλυσίδα που αν τραβήξω εγώ, θα πρέπει να τραβήξει κι ο διπλανός μου για να μην πέσει, κι ο παραδίπλα το ίδιο κι ούτω καθεξής. Και φυσικά, αρχηγός κι εμπνευστής του παιχνιδιού της βίας, με το οποίο λίγοι μόνο διασκεδάζουν, το Κράτος, οι καπιταλιστικοί θεσμοί και τα παιδιά τους, ο πελώριος αυτός κλόουν που δεσπόζει τρομακτικά πάνω απ’ τα κεφάλια ολονών μας και περπατά ανέμελος, άλλες φορές φορώντας την αποκριάτικη στολή της Πρόνοιας, άλλες δείχνοντας το πραγματικό του πρόσωπο, αυτό της Τρομοκρατίας και της καταστολής.
Φουσκωμένος με μπόλικες εφημερίδες, από την Καθημερινή έως το Πρώτο Θέμα, αρκετούς πομπούς τηλεοπτικού σήματος, από το Mega έως και το Σκάι, αλλά και server διαδικτυακών ιστοτόπων επαναλαμβάνει ψέμματα, ώστε να ‘πουλήσει’ αλήθειες (ένα επαναλαμβανόμενο ψέμα γίνεται πιστευτό, έλεγε κάποτε ο Γκέμπελς, ο υπουργός προπαγάνδας του μεγαλύτερου τρομοκράτη της ανθρωπότητας, του Αδόλφου Χίτλερ). Αυτός ο κλόουν, καταπίνοντας ψυχοφάρμακα, φορτωμένος με ηλεκτρικά ναρκωτικά, συνωμοσιολογεί, διχάζει, κατηγορεί, σκαρφίζεται νέες τιμωρίες για όποιον πάει να ξεγλιστρήσει απ΄το παιχνίδι της βίας.
Καταστέλλει συνειδήσεις, πουλά ελπίδες και εξαγοράζει φόβους, τιμωρεί χωρίς να τιμωρείται, σκοτώνει δίχως αφορμή κι αιτία, μόνο και μόνο για να δαμάσει την σκέψη και την φαντασία, για να με κλείσει στο κουτί δίχως παράθυρα και πόρτα, στην φυλακή μιας καταθλιπτογόνας καταστροφικής μανίας, της κοινωνικής ασημαντότητας.
Βλέπω γύρω μου ανθρώπους να δέχονται αλλεπάλληλα χτυπήματα, να ματώνουν και παρ’ όλ΄ αυτά να φωνάζουν δυνατά «Συνεχίστε το παιχνίδι, ίσως στο τέλος να νικήσω». Βλέπω άλλους να λυγίζουν και να χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους βουτώντας στο κενό απ’ τον τέταρτο όροφο της γκρίζας πολυκατοικίας.
Βλέπω κάποιους σαλτιμπάγκους, που δυσκολεύονται να αρθρώσουν έστω και μία πολιτική σκέψη (πόσο μάλλον να εμπνεύσουν), εκ των οποίων οι περισσότεροι είτε κατάγονται από οικογένειες άλλων πρώην πολιτικών σαλτιμπάγκων είτε έπαιρναν επί χρόνια ανταποδοτικές πίπες σε πολιτικά γραφεία και κομματικές νεολαίες, να υπόσχονται, να ψεύδονται, να συκοφαντούν, να παίζουν ολοφάνερα επικοινωνιακά παιχνιδάκια στις πλάτες εκατομμυρίων ανθρώπων που βυθίζονται στη δυστυχία.
Βλέπω αυτο-αποκαλούμενους δημοσιογράφους, να μιλάνε για βία, να καταγγέλουν την «αντι-κοινωνική συμπεριφορά» των φοβισμένων, επιχειρώντας να βαφτίσουν την συμφιλίωση με τον τρόμο και την κατάθλιψη, ως ρεαλισμό. Να ταυτίσουν την συμφιλίωση με την εξαθλίωση ως κοινό νου… Αυτό που αποφεύγω, όμως, να δω, είναι ο καθρέφτης. Διότι είναι εύκολο να δεις τον κλόουν του Κράτους.
Είναι απλά ζήτημα λογικής και καθαρής ματιάς να δεις την βαρβαρότητα του Καπιταλισμού. Είναι λυτρωτική η κριτική…στους άλλους. Στον καθρέφτη; Ναι στον καθρέφτη βρίσκονται όλες οι απαντήσεις. Αλλά ο καθρέφτης τρομάζει πιο πολύ από το ίδιο το Κράτος και τον στοιχειωμένο του κλόουν. Γιατί ο καθρέφτης (αντέχεις;) αποκαλύπτει ποιός πραγματικά δημιούργησε αυτό το Κράτος. Είμαι εγώ, εσύ, αυτοί, εμείς, εσείς, όλοι…
Κοιτάζοντας τον, μου ρχεται η πικρή γεύση του τέλους μιας πορείας. Και, ακόμη χειρότερα, η ίδια πικρία που βλέπω στα μάτια των περισσότερων γύρω μου σαν ολοκληρώνεται η εκάστοτε πορεία.
Πόσες φορές σκέφτηκα να φωνάξω σε όλους «ας στήσουμε μια συνέλευση εδώ και τώρα», και δεν το έκανα; Είναι δυνατόν να αλλάξουμε κάτι επαναλαμβάνοντας χιλιοειπωμένα συνθήματα, χωρίς καν να κάτσουμε να συζητήσουμε, έξω από κινηματικούς τοίχους και με την ανοιχτή συμμετοχή όλων; Φοβόμαστε να εκτεθούμε ή να εκθέσουμε προς κρίση τις ιδέες μας; Μήπως οι ξερές πορείες αποτελούν μια αυτοϊκανοποίηση πως «έκανα αυτό που περνάει απ΄το χέρι μου»; Μήπως ο ιδεολογικός μας μικρόκοσμος, ως ένα βαθμό, μας έχει παρασύρει στην απραγία, στην ιδιοτέλεια, την ησυχία, την την ριζοσπαστική γκρίνια που τον διακατέχει;
Ρίχνοντας στον καθρέφτη μια δεύτερη ματιά, λιγότερο λοξή, μου ρχεται ξανά στο στόμα αυτή η λέξη, η τόσο συνηθισμένη, τόσο διαφημισμένη, μα τόσο απαγορευμένη στην ουσία της. Η επανάσταση. Μιλάμε γι’ αυτή, συζητάμε γι’ αυτή, γράφουμε γι΄ αυτή, ζωγραφίζουμε γι’ αυτή, στην ουσία όμως…ποτέ δεν αναφερόμαστε σ’ αυτή.
Ποτέ δεν την εννοούμε πραγματικά. Συνεπώς, η λέξη αυτή στερείται κάθε νοήματος! Μοιάζει με το ακριβό περιτύλιγμα ενός καλαίσθητου προϊόντος που βρίσκουμε στα supermarket. Ένα απολιθωμένο μνημείο, στο μουσείο της ανθρώπινης σκέψης, δίπλα με την λέξη δημοκρατία, να ποζάρει σαν άγαλμα ξεχασμένων εποχών, τότε που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τί πάει να πει τηλεόραση.
Την δημοκρατία την συναντάς επίσης και στα λεξικά. Σε κάποιο σκονισμένο εγχειρίδιο μιας αραχνιασμένης βιβλιοθήκης, που κανείς δεν δίνει σημασία πια. Άσε που στην εποχή της ασημαντότητας πολύ αγνοούν και την ύπαρξή της! Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι την επανάσταση την θεωρούμε ως κάτι απροσδιόριστο, αφού ποτέ δεν κάτσαμε να την προσδιορίσουμε…
Είχαμε, βλέπεις, πιο σημαντικά πράγματα! Να ξεσπάσουμε μπροστά στο χαζοκούτι βλέποντας τον Λαζόπουλο και τον Λιακόπουλο, τον Μιχαλολιάκο να λέει πως «τα χέρια αυτά μπορεί να χαιρετάνε ναζιστικά αλλά είναι καθαρά χέρια»!!! Κι εδώ είναι που αναρρωτιέται κανείς; Τί είναι προτιμότερο; Ναζιστής ή κλέφτης;
Ο Μαλατέστα είχε πει πως «αν είναι να νικήσουμε στήνοντας κρεμάλες στις πλατείες, τότε θα ήταν καλύτερα να χάσουμε», κάτι που με βρίσκει σύμφωνο. Πολύ αμφιβάλλω για την πλειοψηφία των συμπολιτών μου, που εκφράζουν την ψυχολογία του όχλου, πριν καν αναμιχθούν στον όχλο.
Είναι ο εμφύλιος, για τον οποίο πολλοί εν έτη 2012 συνθηματολογούν φωνάζοντας «ΕΑΜ ΕΛΑΣ Μελιγαλάς», κάτι επιθυμητό; Είναι ο εμφύλιος και η αλληλοσφαγή η επανάσταση για την οποία αγωνιζόμαστε; Είναι επανάσταση οι εκτελέσεις στα υπόγεια, οι απαγχονισμοί, οι γραφειοκράτες που ροκανίζουν τα μαχαίρια τους την ώρα που ονειρεύονται νέα γκουλάγκ; Τελικά, τί είναι αυτή η περιβόητη επανάσταση; Θα υιοθετήσουμε τη φασιστική λογική του «αίμα να χυθεί, κι ότι είναι να γίνει ας γίνει;».
Αν δεν μιλήσουμε για την επανάσταση ΤΩΡΑ, τότε ίσως παρασυρθούμε στο εμφυλιακό παιχνίδι που στήνει το σύστημα εξουσίας με τη συνεργασία της νεοναζιστικής γκρούπας της Χρυσής Αυγής και των περισσότερων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων και δήθεν ανεξάρτητων ειδησεογραφικών ιστολογίων; Τί πραγματικά σημαίνει εξέγερση; Υπομονή μέχρι την ημέρα που οι «ηγέτες» του κινήματος θα καλέσουν για γενική απεργία, όπου θα συγκρουστούμε για μια ακόμη φορά με τους θύλακες ασφαλείας και προστάτες του αυστηρά ιεραρχημένου τούτου άθλιου πολιτισμού, τον στρατό και την αστυνομία; Και μόλις πέσουν τα πρώτα δακρυγόνα… επιστροφή στους καναπέδες!
Στην «ασφάλεια» των τεσσάρων τειχών, στην αδράνεια και την ησυχία μας! Και όλα αυτά την στιγμή που μπορούμε ν΄αποκεντρώσουμε τις δράσεις μας, ν’ αρχίσουμε να δημιουργούμε μικρές αντι-κοινωνίες, συλλογικής αυτοδιαχείρησης, σε γειτονιές και πλατείες, με συνελεύσεις, ανταλλαγές προϊόντων, μέσω της δημιουργίας δικτύων αλληλεγγύης…
Συγγραφή: Μιχάλης Θ, Efor

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Γιατί δεν επαναστατεί ο λαός...

Θέμης Τζήμας, απο τη Χαρτα...
Όλο και συχνότερα, είτε ως προτροπή, είτε ως ερώτηση τίθεται το ζήτημα γιατί δεν εξεγείρεται ή γιατί δεν επαναστατεί ο λαός δεδομένων των συνθηκών που διαμορφώνονται στη χώρα.
Μάλιστα η εν λόγω συζήτηση προϊόντος του χρόνου τείνει να ενσπείρει μια βαθιά ηττοπάθεια και εν τέλει παραίτηση από την κοινωνική διεκδίκηση μιας διαφορετικής πολιτικής που να βγάζει πραγματικά τη χώρα από την κρίση, κόντρα στην εγνωσμένα καταστροφική για το λαό μνημονιακή πολιτική.
Το θέμα είναι ίσως το κρισιμότερο σήμερα γιατί είτε κανείς επιλέξει το δρόμο μιας άλλης διαπραγμάτευσης, είτε μιας πλήρους ρήξης με το μνημονιακό δρόμο, ο μόνος που μπορεί να σύρει προς κάποια από αυτές τις κατευθύνσεις είναι ο ίδιος ο λαός, οι λαοί με τη δράση τους. Είναι άλλωστε σαφές ότι η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, ως κατεξοχήν ζήτημα συσχετισμού ισχύος θα εξακολουθήσει να γίνεται με τρόπο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κατεστημένου, όσο το άλλο υποκείμενο εξελίξεων- ο λαός- μένει στο περιθώριο ή αδυνατεί να ορίσει τις εξελίξεις. Καμιά πολιτική δύναμη από μόνη της, όσο επαρκής ή ριζοσπαστική και αν είναι δεν μπορεί να αναπληρώσει το παραπάνω κενό ή αδυναμία.

Πρώτα και κύρια πρέπει κανείς να διακρίνει μεταξύ τριών εννοιών. Είναι άλλο πράγμα η κοινωνική έκρηξη, διαφορετικό η εξέγερση και ένα τρίτο η κοινωνική επανάσταση. Η κοινωνική έκρηξη μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε μέσα στην κρίση, ακόμα και με τυχαία αφορμή και βρίσκεται μάλλον επί θύραις. Ο τρόπος εκδήλωσής της δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι πολιτικά συνενκτικός καθώς μπορεί να λάβει μορφή ενός γενικού κεσπάσματος βίας και παρά την έντασή της εύκολα χαλιναγωγείται από το κατεστημένο. Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο του Δεκέμβρη του 2008, οπότε μια έκρηξη της νεολαίας εξετράπη σε μπόλικες σπασμένες βιτρίνες, σε αδιέξοδη σύγκρουση με τα ΜΑΤ και εν τέλει συνέτεινε περισσότερο στη συντηρητικοποίηση στρωμάτων του πληθυσμού.

Η εξέγερση είναι κάτι βαθύτερο. Έχει σαφέστερα πολιτικά χαρακτηριστικά, διαθέτει μια πρωτοπορία που αποτελεί την αιχμή του δόρατος και ένα βασικό πλαίσιο αρχών και διεκδικήσεων. Μπορεί να απονομιμοποιήσει μια πολιτική ή ένα καθεστώς αλλά δύσκολα να το ανατρέψει. Παίζει κομβικό ρόλο ως προς τη συνειδητοποίηση ευρυτέρων μαζών αλλά συχνά αποδεικνύεται ότι δε διαθέτει επαρκείς εφεδρείες ώστε να συγκρουστεί με τον πυρήνα του συστήματος εξουσίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εξέγερσης είναι ο Μάης του ’68, τα γεγονότα στη Νομική και στο Πολυτεχνείο επί χούντας. Αναμφίβολα έπαιξαν καίριο ρόλο στην εν γένει πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη. Μάλιστα οι φοιτητικές εξεγέρσεις επί χούντας συνέτειναν στην απονομιμοποίηση του καθεστώτος και έτσι στον πλήρη και όχι αλά Τούρκα εκδημοκρατισμό της Ελλάδας. Ωστόσο δεν γκρέμισαν ούτε τον καπιταλισμό- βλ. Μάη ’68- ούτε έριξαν τη χούντα.

Η κοινωνική επανάσταση συνιστά μια πολύ σοβαρότερη υπόθεση. Βασίζεται στην ύπαρξη μιας στρατηγικής για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική θέσμιση και δόμηση διαφορετική και αντιθετική προς την υπάρχουσα- ακόμα και αν περιλαμβάνει στοιχεία της τελευταίας. Απαιτεί μια ώριμη και αποφασιστική πρωτοπορία που μπορεί να διέλθει διαφόρων τακτικών και ένα πλήθος που ωριμάζει γρήγορα και ρίχνεται σε μια επίπονη και μακρόχρονη μάχη τεκτονικών μετασχηματισμών. Χρειάζεται το συνδυασμό εκπληκτικών ικανοτήτων υπολογισμού της κατάλληλης χρονικής στιγμής εκδήλωσης διαφόρων κινήσεων, διεθνών και εγχωρίων πρωτοβουλιών σε όλα τα επίπεδα και ισχυρό βολονταρισμό. Προϋποθέτει δε την ωρίμανση των αντικειμενικών συνθηκών, δηλαδή την εξάντληση των παραγωγικών δυνατοτήτων των κατεστημένων παραγωγικών σχέσεων, στο βαθμό που να πνίγονται οι παραγωγικές δυνάμεις μιας κοινωνίας. Όταν για παράδειγμα η ανεργία, η κακοπληρωμένη εργασία και ο κοινωνικός αποκλεισμός καθίστανται διεθνώς ενδημικά φαινόμενα είναι σαφές ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ωριμάζουν.
Σήμερα, ακόμα και στα διεθνή συστημικά for a η συζήτηση για το μοντέλο μετά τον καπιταλισμό βρίσκεται σε εξέλιξη. Είναι προφανές ότι μετά το ’90 ο παγκόσμιος καπιταλισμός παράγει διαρκώς εντονότερες και συχνότερες κρίσεις, που ελέγχονται ολοένα δυσκολότερα και με μεγαλύτερο κόστος για τους λαούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κρίση που διανύουμε, για την οποία από το 2007 και δώθε δεν έχει παρθεί ούτε μια καίρια, ρυθμιστικού τύπου απόφαση περιορισμού έστω των αιτίων της. Ακόμα και στις ΗΠΑ αυτό που γίνεται είναι προσπάθεια περιορισμού των συνεπειών της. Οι αιτίες της όμως μένουν ανέγγιχτες.

Είναι παραπάνω από προφανές όχι μόνο στην Ελλάδα ή στον ευρωπαϊκό νότο αλλά και ευρύτερα ότι ο καπιταλισμός- καζίνο ή ακόμα καλύτερα ο καπιταλισμός- λαίλαπα που γνωρίσαμε από το ’80 και ιδίως μετά το ’90 δεν είναι βιώσιμος. Κατά συνέπεια η αναγκαιότητα ενός άλλου μοντέλου είναι επιτακτική. Μάλιστα η πορεία των πραγμάτων το ‘φερε η Ελλάδα και η Ευρώπη ευρύτερα να αποτελούν κατεξοχήν πεδίο σύγκρουσης απέναντι στο παλιό που φθίνει αλλά κυριαρχεί ακόμα και στο νέο που καθυστερεί αλλά είναι αναγκαίο. Οι λαοί ωστόσο δε θα επαναστατήσουν αν δεν εκπληρωθούν και οι άλλες, πλην των αντικειμενικών, προϋποθέσεις. Αν δεν υπάρξουν οι θέσεις εκείνες, η πρωτοπορία, τα γεγονότα που θα πείσουν ότι η αλλαγή του κυρίαρχου μοντέλου είναι αναγκαία και εφικτή. Όσο και αν φαντάζει σήμερα μαξιμαλιστικό ως πρόταγμα, οι κοντινές εξελίξεις στην ήπειρό μας και όχι μόνο θα επιβεβαιώσουν την ανάγκη βαθέων, επαναστατικών μετασχηματισμών. Η αριστερά, τα δυναμικά και ριζοσπαστικά κοινωνικά στρώματα, η εργατική τάξη δυστυχώς δεν έχουν δώσει ακόμα το “παρών”. Οφείλουν να το κάνουν, όσο κι αν φαντάζει έργο δύσκολο.

Ροη αρθρων