Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΤΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΥΤΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Βλαντίμιρ Γκρόζνιι...

Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Με θυμάμαι να βλέπω τον «Ιβάν τον Τρομερό» του Αϊζενστάιν. Πότε; Κάπου στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας. Πού; Αραγε στην «Αλκυονίδα»; Τα δεδομένα του χρόνου και του χώρου θόλωσαν. Τα συναισθήματα όμως ξυπνούν σε πρόσφατη, όπως λέμε για παλιές ταινίες, επανέκδοση, με σκηνοθέτη αυτή τη φορά την Ιστορία. Θυμάμαι την κορυφαία σκηνή.
Τι ανατριχίλα! Λέω τη σκηνή όπου όλα έχουν ετοιμαστεί για τη δολοφονία του σκληρού αλλά δίκαιου τσάρου, αλλά αυτός καθίζει στον θρόνο του ντυμένο σαν τσάρο τον ηλίθιο που του έχουν ετοιμάσει για να του κλέψει τον θρόνο. Ετσι, το μαχαίρι του δολοφόνου πετυχαίνει αυτόν τον άθλιο και όχι τον προνοητικό Ιβάν. Οι δολοπλοκίες ξεσκεπάζονται, οι κακοί τιμωρούνται, η Ρωσία έχει σωθεί.
Η ταινία είναι ένα διαμάντι που κατέκτησε τον θαυμασμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο που, να. Ηταν κάπως άγρια για τα γούστα μου, και όλα τα σωστά που έβλεπα να κάνει ο τρομερός Ιβάν μού έσφιγγαν λιγάκι την καρδιά. Πώς να το κάνουμε, είμαι εκ φύσεως ειρηνόφιλη και συναινετική και τον Ιβάν τον ένιωθα όπως λέει και το προσωνύμιό του: Τρομερό. Ηλπιζα πως θα προλάβω να ζήσω σε μια εποχή ειρήνης και συναίνεσης, όπου ακόμα και η δίκαιη σκληρότητα θα ήταν άχρηστη. Από τους ήρωες του Αϊζενστάιν προτιμούσα τον Αλέξανδρο Νιέφσκι, που είχε κι αυτός σώσει τη Ρωσία, αλλά χωρίς τόση σκληρότητα.
Το πρώτο μου μάθημα για το πώς έχουν τα πράγματα για κάποιους άλλους από μένα το πήρα από μια χαριτωμένη νεαρή ξεναγό σε ένα μοναστήρι στη Μόσχα. Εμείς δεν τον λέμε Τρομερό, με διόρθωσε με αυστηρότητα μόλις ανέφερα τον Ιβάν, αλλά Γκρόζνιι, Θυελλώδη. Με άλλα λόγια, με έκανε να καταλάβω ότι οι λαοί δεν βλέπουν τις ιστορικές περιόδους και μορφές ομοιόμορφα, αλλά ανάλογα με τις ιδιαίτερες εμπειρίες, τα τραύματα και τις προσδοκίες τους. Ο Ιβάν ήταν γι” αυτήν ο άνθρωπος που, διά πυρός και σιδήρου έστω, είχε συνενώσει την κομματιασμένη Ρωσία, ταπεινώσει τους εκμεταλλευτές μπογιάρους και δώσει ψωμί και φωνή στη φτωχολογιά.
Στη σημερινή συγκυρία η πλειονότητα των δυτικών κυβερνήσεων και μέσων και πιθανώς η δυτική κοινή γνώμη που επηρεάζεται από αυτά, βλέπουν στον Βλαντίμιρ Πούτιν μια επανέκδοση του Ιβάν του Τρομερού. Η απόφασή του να θεωρήσει πραξικόπημα την αλλαγή στην Ουκρανία, να στηρίξει την αυτονόμηση της Κριμαίας και γενικά να αψηφήσει τη βούληση των ισχυρών της Δύσης, αρχίζοντας από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία, παρουσιάζεται ως πράξη ακραίου αυταρχισμού και απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Για τους Ρώσους στη Ρωσία, στην Κριμαία και αλλού, μα και για άλλους ανθρώπους στον πλανήτη που υποπτεύονται την επιλεκτική ευαισθησία των Δυτικών, είναι αντιθέτως μια εκδήλωση αξιοπρέπειας και τόλμης. Οχι μια εισβολή, αλλά μια αντίσταση στην εισβολή άλλων.
Οποια όμως και αν είναι η αποτίμηση για τα δραματικά γεγονότα που ζει ο κόσμος, όποιο και αν είναι το επίθετο που θα διαλέγαμε για τον νέο Ιβάν και όποια και αν καταλήξει να είναι η μοίρα του και η μοίρα του τόπου του, ένα είναι βέβαιο. Τρομερό είτε θυελλώδες το μέλλον που ανοίγεται με τα συνεχιζόμενα όχι μακριά από τα σύνορά μας γεγονότα, είναι θολό και απειλητικό και όσοι έπαιξαν και παίζουν μαζί του σαν μαθητευόμενοι μάγοι παίζουν στην πραγματικότητα με τη ζωή του πλανήτη.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Οι τέσσερις κάρες του αγίου Γεωργίου...

kathimerini.gr ...
Tου Παντελη Μπουκαλα
Παρ' όλες τις λιτανείες, δεν τον βοήθησε τελικά τον Βλαντιμίρ Πούτιν η Αγία Ζώνη, με την περιφορά της στη Ρωσία, μια περιφορά που είχε γνωρίσματα κομματικοπολιτικής περιοδείας. Στην περιοδεία αυτή εξαναγκάστηκε το ιερό κειμήλιο από τους φερομένους σαν ιδιοκτήτες του, και συγκεκριμένα από τον άγιο Εφραίμ, έναν από τους λίγους θνητούς που είχε τη χαρά να απολαύσει πλούσια τα ελέη της πολιτικής Κολυμβήθρας του Σιλωάμ. «Αγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου» βέβαια, όπως νηπιόθεν διδασκόμαστε, κι όχι για να κατανοήσουμε, αλλά για να συγχωρήσουμε και να δώσουμε τόπο στη δίκαιη οργή. Κι ωστόσο οι Θωμάδες, και γενικά οι αμφισβητίες, στους οποίους εν πολλοίς οφείλει τη συνέχιση της πνευματικής της πορείας η ανθρωπότητα, δυσκολεύονται να αποδεχθούν την αγιοσύνη (ή έστω τη γνησιότητα) λειψάνων ή κειμηλίων τα οποία υφίστανται στυγνή εκμετάλλευση από ιερωμένους και λαϊκούς, που καπηλεύονται λαϊκά αισθήματα και ανθρώπινες ανάγκες, δίχως να πέσει τιμωρητικό πυρ εξ ουρανού ή να φανεί κάποια άλλη «διοσημία»· να φανεί λ.χ. ένα φραγγέλιο σχηματισμένο από πυκνά σύννεφα, που κάτι να θυμίζει σε όσους κατά τα λοιπά δηλώνουν ότι υπηρετούν ταπεινά το θείον.
Ολα βεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε πάντοτε εν όψει μιας πνευματικής μεταρρύθμισης και με την προσδοκία της, μιας μεταρρύθμισης πολύ βαρύτερης από εκείνη που μηχανικά ευαγγελίζονται τα κόμματα που τυχαίνει να διαχειρίζονται τη μοίρα μας. Γράφοντας λοιπόν για τον μεταρρυθμιστή Βυζαντινό αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε΄ στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους» ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν κρύβει τη θλίψη του που «πάντα σχεδόν τα διανοητικά των οπαδών της μεταρρυθμίσεως έργα» καταστράφηκαν από τους πολέμιους της μεταρρύθμισης. Ο Λέων δολοφονήθηκε δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, μέσα στην εκκλησία, αφού, «όσον και αν λέγεται δυσσεβής, ήτο ακριβέστατος περί την εκπλήρωσιν των χριστιανικών καθηκόντων, ποτέ σχεδόν δεν έλειπε από τον όρθρον»· μεταμφιεσμένοι σε κληρικούς οι συνωμότες, όρμησαν πάνω του μόλις τον άκουσαν να ψέλνει τον ειρμό «Τω Παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω» και τον θανάτωσαν όσο αυτός, αποκρούοντάς τους με βαρύ σταυρό ή με ένα θυμιατήρι, τους εξόρκιζε να μη βεβηλώσουν το άσυλο του ναού. Κι ύστερα αυτοί και οι ταγοί τους βάλθηκαν να σβήσουν από προσώπου γης τα ίχνη της λεόντειας μεταρρύθμισης. Δεν έχουμε έτσι στη διάθεσή μας τεκμήρια που θα μας επέτρεπαν να κρίνουμε με κάποια ασφάλεια αν «το ανθρώπινον πνεύμα είχεν αποβάλει εν μέρει τουλάχιστον τας πέδας αυτού», κι αν «είχεν αρχίσει να γυμνάζεται εις πορείαν ελευθέραν», δηλαδή, αν είχε πάρει τους δύσκολους δρόμους που οφείλει να παίρνει η ανθρωπότητα όποτε την πνίγει η δεισιδαιμονία ή το εκάστοτε «new age».
«Αλλά και εξ αυτών των χρόνων της μεταρρυθμίσεως», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, «περιεσώθη εις ημάς ως εκ θαύματος ποιημάτιόν τι χαρακτηριστικώτατον της διανοητικής των χρόνων εκείνων κινήσεως. Το ποιημάτιον τούτο, το οποίο εμπαίζει την πολυειδή κατάχρησιν, την παρεισαχθείσαν περί την χρήσιν και την εμπορείαν των ιερών λειψάνων, εδημοσίευσε πρώτον ο Γάλλος Βοασσονάδ εις τα σχόλια του εθνικού σοφιστού Ευναπίου. Και επιγράφεται μεν έργον «του Μυτιλήνης, προς τινα μοναχόν τα των ιδιωτών λείψανα ως άγια εξωνούμενον», αλλ' εν τω τέλει ο ποιήσας Χριστοφόρος αυτός εαυτόν ονομάζει απογραφέα των βασιλέων. [...]. Οπωσδήποτε εν τη μεγάλη ενδεία εν η ευρισκόμεθα σήμερον των διανοητικών προϊόντων της εικονομαχικής περιόδου το ποιημάτιον τούτο είναι άξιον αναγνώσεως διά την τόλμην, την ευφυΐαν και την χάριν μεθ' ης είναι γεγραμμένον και της οποίας ματαίως ηθέλομεν ζητήσει ίχνη εις τα προϊόντα των τε προτέρων και των μεταγενεστέρων χρόνων».
Αποτείνεται λοιπόν ο Χριστοφόρος στον μοναχό Ανδρέα, που αγόραζε τυχαία λείψανα, ενδεχομένως και βαρύτατα αμαρτωλών ή «εθνικών», παναπεί Ελλήνων-ειδωλολατρών, σαν να 'ταν άγια και τα επεδείκνυε υπερηφάνως στους φίλους του. Σωστό οστέινο περιβόλι οι λειψανοθήκες του καλόγερου. Και τι δεν περιέχουν: «Του Προκοπίου μάρτυρος χείρας δέκα, / Θεοδώρου δε πέντε και δέκα γνάθους, / και Νέστορος μεν άχρι των οκτώ πόδας, / Γεωργίου δε τέσσαρας κάρας άμα, / και πέντε μαστούς Βαρβάρας αθληφόρου / και νυν μεν οστά δώδεκα βραχιόνων / του καλλινίκου μάρτυρος Δημητρίου, / νυν τ' αυ καλάμους είκοσι σκελών όλων / του Παντελεήμονος (ω της πληθύος!)» Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα χρειάζεται μετάφραση εδώ. Ολα είναι κατανοητά, αμέσως αντιληπτά, κι όχι βέβαια λόγω των φημισμένων γονιδίων, που ομολογώ ότι δεν τα διαθέτω, γι' αυτό και ζηλεύω τους τυχερούς αδελφούς Γεωργιάδη και τους λοιπούς της συντεχνίας των αρχαιοεμπόρων. Με σαρκαστικό ύφος Ροΐδη πολύ πριν από τον Ροΐδη λοιπόν, ο ανοιχτόμυαλος μητροπολίτης μαστιγώνει τον μοναχό που, από τη «ζέουσα πίστη» του, μετέτρεψε σε χταπόδι τον μάρτυρα Νέστορα («εκ πίστεως σης και προς ιχθύν ετράπη / Νέστωρ ο μάρτυς, οκτάπους δεδειγμένος») κι άλλους αγίους τους κατάντησε πολυκέφαλους, άλλους δε τους υποχρέωσε να διαθέτουν «μαστών πλήθος, ώσπερ οι κύνες».
Και να 'ταν μόνον αυτά. Ο καλός Ανδρέας κατάφερε να αποκτήσει από τους «νεκροπράτες» και λειψανοπώλες εξήντα δόντια της αγίας Θέκλας, «λευκάς τρίχας του μεγίστου Προδρόμου» και τα γένια των σφαγέντων νηπίων εν Βηθλεέμ. Κάποιος πονηρός μάλιστα «οστούν προβάτου μηριαίον λαμβάνει», το θυμιατίζει και του το πλασάρει σαν κόκαλο του μάρτυρος Πρόβου (εξού και το καυστικό: «το δ' ην προβάτου μάλλον αλλ' ουχί Πρόβου»). Και για να ολοκληρωθεί η συλλογή του καλογέρου, ο μητροπολίτης τού υπόσχεται τον αντίχειρα του Ενώχ, τον γλουτό του Ηλίου του Θεσβίτου, ένα δάχτυλο του αρχαγγέλου Μιχαήλ, πούπουλα από το φτέρωμα του Γαβριήλ, τρεις κόρες οφθαλμών ενός χερουβίμ και μια πύρινη ρομφαία, να τη χρησιμοποιεί σαν λύχνο. Οχι, τον όσιο Βησσαρίωνα δεν τον είχε προλάβει ο άξιος συλλέκτης μας. Αυτός είναι δημιούργημα, και εμπόρευμα, της δικής μας ορθολογικότατης εποχής.

Ροη αρθρων