Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Ο εμφύλιος των λέξεων...

του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
Σαν να πήγαμε διακόσια χρόνια πριν. Οταν η συμπάθεια κάθε κόμματος για τη μία ή την άλλη Μεγάλη Δύναμη έδινε το όνομα ή το παρανόμι του: το Αγγλικό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το Γαλλικό του Ιωάννη Κωλέττη, το Ρωσικό του Ανδρέα Μεταξά και των Κολοκοτρώνηδων.
Την αίσθηση της επιστροφής σε αλλοτινό πολιτικό χρόνο τη δημιουργεί η ορολογία των ημερών στα ρεπορτάζ και τα σχόλια που αφορούν την Ουκρανία και τον εμφύλιό της - το χειρότερο είδος πολέμου στην αιματηρότατη ανθρώπινη ιστορία. Από τη μια λοιπόν οι «φιλοδυτικοί» και από την άλλη οι «ρωσόφιλοι» (και ενίοτε «ρωσόφωνοι»). Αυτό διαβάζουμε κι ακούμε συνεχώς. Κι αυτό επαναλαμβάνουμε κι εμείς στις κουβέντες μας, προσπαθώντας να καταλάβουμε, στην ασφαλή απόστασή μας, πώς μέσα σε λίγους μήνες διαλύθηκαν σχέσεις πολύ παλιές και -φαινομενικά τουλάχιστον- πολύ γερές.

Είναι όμως έτσι απλά τα πράγματα; Πολεμούν δηλαδή «φιλοδυτικοί» με «ρωσόφιλους»; Αρκεί η διαφορά σε αυτού του είδους τα αισθήματα για να φτάσουν να σφάζονται άνθρωποι γείτονες μέχρι χθες, μπορεί και φίλοι καλοί ή και συγγενείς εξ αγχιστείας; Ή, για να το δούμε κι αλλιώς, υπάρχουν άνθρωποι τόσο βαθιά φίλοι της Δύσης (όπως κι αν την εννοούν) ώστε να πείθονται ότι οφείλουν να σκοτώσουν και να σκοτωθούν υπέρ της;

Η ορολογία που επιλέγει ένα Μέσον, ένας οργανισμός, ένα υπουργείο για να αναφερθεί σε κρίσιμα γεγονότα δεν είναι ποτέ ουδέτερη.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Ουκρανιο-εγκεφαλικές κακώσεις...

 Κιμπι...
«Για ποιο λόγο υπάρχει το ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα δεν είναι κατανοητό. Σε σημαντικό βαθμό αποτελεί αταβισμό της ψυχροπολεμικής περιόδου». Δεν ξέρω αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν,
που πριν από ενάμιση περίπου χρόνο εξέφραζε αυτή τη ρητορική απορία, προβόκαρε με τον τρόπο του το μέλλον, που τώρα πια είναι παρόν. Πάντως, σήμερα η απορία πρέπει να τού έχει λυθεί.
Η λε­γό­με­νη «Δύση» (ο όρος έχει επι­στρέ­ψει πλη­θω­ρι­κά στο κα­θη­με­ρι­νό λε­ξι­λό­γιο ΜΜΕ και πο­λι­τι­κών, αλλά, πέστε μου πα­ρα­κα­λώ, τι είναι «Δύση» και κατά πού πέ­φτει η «Ανα­το­λή»;) αντι­δρά στην ου­κρα­νι­κή κρίση ακρι­βώς σαν μια πο­λι­τι­κο-στρα­τιω­τι­κή συμ­μα­χία -που είναι άλ­λω­στε- η οποία, επι­τέ­λους, έχει απέ­να­ντί της έναν χει­ρο­πια­στό, κοινό εχθρό. Στη θέση της ΕΣΣΔ, της Κο­με­κόν και του Συμ­φώ­νου της Βαρ­σο­βί­ας βρί­σκε­ται πια η Ρωσία και οι (προς το παρόν λίγοι) σύμ­μα­χοί της. Τώρα, όλα απο­κτούν νόημα, υπό­στα­ση, προ­ο­ρι­σμό. Το ΝΑΤΟ, οι διευ­ρύν­σεις του, η με­τα­τρο­πή του σε πα­γκό­σμιο ορ­γα­νι­σμό με εκα­το­ντά­δες βά­σεις και οπλι­κά συ­στή­μα­τα εκα­το­ντά­δων δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων, σπαρ­μέ­να σε όλες τις ηπεί­ρους και τους ωκε­α­νούς, ικανά να αφα­νί­σουν ένα με­γά­λο μέρος της ζωής στον πλα­νή­τη, αν όχι και όλη, απο­κτούν σκοπό, έπει­τα από μια 25ε­τία υπαρ­ξια­κής κρί­σης, εκτο­νω­μέ­νης σε πε­ρι­φε­ρεια­κές επεμ­βά­σεις τύπου Γιου­γκο­σλα­βία- Κό­σο­βο- Ιράκ και «αντι­τρο­μο­κρα­τι­κές» επι­χει­ρή­σεις τύπου Αφ­γα­νι­στάν, κι αυτές χωρίς αρ­ρα­γείς συμ­μα­χί­ες.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Βλαντίμιρ Γκρόζνιι...

Της Πέπης Ρηγοπούλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Με θυμάμαι να βλέπω τον «Ιβάν τον Τρομερό» του Αϊζενστάιν. Πότε; Κάπου στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας. Πού; Αραγε στην «Αλκυονίδα»; Τα δεδομένα του χρόνου και του χώρου θόλωσαν. Τα συναισθήματα όμως ξυπνούν σε πρόσφατη, όπως λέμε για παλιές ταινίες, επανέκδοση, με σκηνοθέτη αυτή τη φορά την Ιστορία. Θυμάμαι την κορυφαία σκηνή.
Τι ανατριχίλα! Λέω τη σκηνή όπου όλα έχουν ετοιμαστεί για τη δολοφονία του σκληρού αλλά δίκαιου τσάρου, αλλά αυτός καθίζει στον θρόνο του ντυμένο σαν τσάρο τον ηλίθιο που του έχουν ετοιμάσει για να του κλέψει τον θρόνο. Ετσι, το μαχαίρι του δολοφόνου πετυχαίνει αυτόν τον άθλιο και όχι τον προνοητικό Ιβάν. Οι δολοπλοκίες ξεσκεπάζονται, οι κακοί τιμωρούνται, η Ρωσία έχει σωθεί.
Η ταινία είναι ένα διαμάντι που κατέκτησε τον θαυμασμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο που, να. Ηταν κάπως άγρια για τα γούστα μου, και όλα τα σωστά που έβλεπα να κάνει ο τρομερός Ιβάν μού έσφιγγαν λιγάκι την καρδιά. Πώς να το κάνουμε, είμαι εκ φύσεως ειρηνόφιλη και συναινετική και τον Ιβάν τον ένιωθα όπως λέει και το προσωνύμιό του: Τρομερό. Ηλπιζα πως θα προλάβω να ζήσω σε μια εποχή ειρήνης και συναίνεσης, όπου ακόμα και η δίκαιη σκληρότητα θα ήταν άχρηστη. Από τους ήρωες του Αϊζενστάιν προτιμούσα τον Αλέξανδρο Νιέφσκι, που είχε κι αυτός σώσει τη Ρωσία, αλλά χωρίς τόση σκληρότητα.
Το πρώτο μου μάθημα για το πώς έχουν τα πράγματα για κάποιους άλλους από μένα το πήρα από μια χαριτωμένη νεαρή ξεναγό σε ένα μοναστήρι στη Μόσχα. Εμείς δεν τον λέμε Τρομερό, με διόρθωσε με αυστηρότητα μόλις ανέφερα τον Ιβάν, αλλά Γκρόζνιι, Θυελλώδη. Με άλλα λόγια, με έκανε να καταλάβω ότι οι λαοί δεν βλέπουν τις ιστορικές περιόδους και μορφές ομοιόμορφα, αλλά ανάλογα με τις ιδιαίτερες εμπειρίες, τα τραύματα και τις προσδοκίες τους. Ο Ιβάν ήταν γι” αυτήν ο άνθρωπος που, διά πυρός και σιδήρου έστω, είχε συνενώσει την κομματιασμένη Ρωσία, ταπεινώσει τους εκμεταλλευτές μπογιάρους και δώσει ψωμί και φωνή στη φτωχολογιά.
Στη σημερινή συγκυρία η πλειονότητα των δυτικών κυβερνήσεων και μέσων και πιθανώς η δυτική κοινή γνώμη που επηρεάζεται από αυτά, βλέπουν στον Βλαντίμιρ Πούτιν μια επανέκδοση του Ιβάν του Τρομερού. Η απόφασή του να θεωρήσει πραξικόπημα την αλλαγή στην Ουκρανία, να στηρίξει την αυτονόμηση της Κριμαίας και γενικά να αψηφήσει τη βούληση των ισχυρών της Δύσης, αρχίζοντας από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία, παρουσιάζεται ως πράξη ακραίου αυταρχισμού και απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Για τους Ρώσους στη Ρωσία, στην Κριμαία και αλλού, μα και για άλλους ανθρώπους στον πλανήτη που υποπτεύονται την επιλεκτική ευαισθησία των Δυτικών, είναι αντιθέτως μια εκδήλωση αξιοπρέπειας και τόλμης. Οχι μια εισβολή, αλλά μια αντίσταση στην εισβολή άλλων.
Οποια όμως και αν είναι η αποτίμηση για τα δραματικά γεγονότα που ζει ο κόσμος, όποιο και αν είναι το επίθετο που θα διαλέγαμε για τον νέο Ιβάν και όποια και αν καταλήξει να είναι η μοίρα του και η μοίρα του τόπου του, ένα είναι βέβαιο. Τρομερό είτε θυελλώδες το μέλλον που ανοίγεται με τα συνεχιζόμενα όχι μακριά από τα σύνορά μας γεγονότα, είναι θολό και απειλητικό και όσοι έπαιξαν και παίζουν μαζί του σαν μαθητευόμενοι μάγοι παίζουν στην πραγματικότητα με τη ζωή του πλανήτη.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Ανιστόρητες παπαριές...

Cogito ergo sum....

Με συγχωρείτε, φέρνετε την Ελλάδα και όλες τις χώρες σε μια
δύσκολη θέση να κάνει έλεγχο φρονημάτων των συμμετεχόντων σε όλες τις
Κυβερνήσεις (...) Το Ουκρανικό Κοινοβούλιο ανέδειξε προσωρινές αρχές, η
Διεθνής Κοινότητα αποδέχεται αυτές τις προσωρινές αρχές και τις καλεί να
σεβαστούν τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα μειονοτικά
δικαιώματα και τη συμπεριληπτικότητα, την inclusiveness, η οποία αφορά
τις πολιτικές δυνάμεις, τις ιδεολογικές τάσεις και τις περιφέρειες της
χώρας (...)




Από κει και πέρα το να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Ελλάδα ως
χώρα έλεγχο των φρονημάτων συγκεκριμένων προσώπων επί τη βάσει του
βιογραφικού τους ή δηλώσεων, υπάρχει κάποια καταδίκη, υπάρχει κάτι, δεν
ξέρω, δε νομίζω ότι μπορούμε να μπούμε στη συζήτηση αυτή..." 

(Ο Ευάγγελος Βενιζέλος σε συνέντευξη τύπου, ερωτώμενος για την στάση τής Ε.Ε. απέναντι στους φασίστες τής νέας ουκρανικής κυβέρνησης)

Εν τάξει, Βαγγέλα, καταλάβαμε. Πάει η παπαριά στεφάνι, έτσι; Βρε κεφάλα, το πολίτευμα στην Ουκρανία είναι Προεδρική Δημοκρατία,

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Οι νικητές ράβουν την ιστορία στα μέτρα τους...

Στέλιος Ελληνιάδης, απο τον Δρομο της Αριστερας...
Η κυριαρχία πάνω στους λαούς επιβλήθηκε με ένα καθολικό σχέδιο, το οποίο περιλάμβανε τα πάντα, από τη στρατιωτική επέμβαση και τη γενοκτονία ως την αλλοίωση και προσαρμογή της ιστορίας στις ανάγκες των νικητών. Κι αυτό το σχέδιο εφαρμόστηκε με τη μεγαλύτερη πληρότητα στις ίδιες τις επικυρίαρχες χώρες, σε βάρος των ίδιων των λαών τους. Η αστυνομική καταστολή δεν ήταν το κύριο μέσο, αν και δεν ήταν καθόλου αμελητέα, για τη χειραγώγηση των κοινωνιών. Στη Δύση, τα κύρια μέσα ήταν η παιδεία και η κουλτούρα. Η διδασκόμενη ιστορία έπρεπε να εξυπηρετεί το σχέδιο επιβολής και κυριαρχίας. Και για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο τα εγχειρίδια ιστορίας των σχολείων, αλλά και τα βιβλία, οι εφημερίδες, τα περιοδικά και, βεβαίως, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση.
Όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επιμόρφωσης και επικοινωνίας αξιοποιήθηκαν για να εμπεδωθούν οι «αλήθειες» που υπηρετούν τα σχέδια επιβολής. Από τα παιδικά κόμιξ ως τα κλασικά μυθιστορήματα, οι «άλλοι» ήταν βάρβαροι, αιμοβόροι, απολίτιστοι και ανάξιοι να ορίζουν τη μοίρα τους. Όλα τα ψυχαγωγικά αφηγήματα, για παιδιά και ενήλικους, από τον Ταρζάν μέχρι τον Τζον Γουέιν, συστηματικά και επίμονα πρόβαλαν τους κατακτημένους ή υπό κατάκτηση λαούς ως υπανθρώπους, ως χειρότερους από άγρια ζώα, που όφειλαν οι καλοί λευκοί να εξημερώσουν και να φέρουν στο δρόμο του θεού. Έτσι συνεχίστηκε, στους νεότερους χρόνους, η παράδοση του ρατσισμού στις αναπτυγμένες κοινωνίες που είχε καλλιεργηθεί για προφανείς λόγους τον καιρό των κατακτήσεων και της δουλείας.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ανομολόγητη βία του ιμπεριαλισμού...

Χωρίς να περάσουν απαρατήρητα, δύο συμβάντα των τελευταίων εβδομάδων δεν έτυχαν της προσοχής και ιδίως της εμβάθυνσης που η σημασία τους απαιτεί. Το πρώτο αφορά το στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ.
Επειτα από κράτηση τριών και πλέον ετών, εκ των οποίων ένα έτος σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης και μεταχείρισης που κρίθηκε από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ ως «απάνθρωπη και εξευτελιστική» και αντίθετη με όλες τις διεθνείς συμβάσεις, καταδικάστηκε σε 136 χρόνια φυλάκισης για «κατασκοπία». Το αδίκημά του; Σοκαρισμένος από όσα είδε ο ίδιος στο Ιράκ, όπου υπηρετούσε στις γραμμές των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής, ο Μάνινγκ δημοσιοποιεί το 2010 μέσω του ιστότοπου WikiLeaks εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά κρατικά ντοκουμέντα σχετικά με τη δράση των ΗΠΑ στο Αγφανιστάν και στο Ιράκ. Ενα μέρος τους αναδημοσιεύθηκε από τα μεγαλύτερα και θεωρούμενα πιο έγκυρα έντυπα διεθνώς, ενώ το σύνολό τους κυκλοφόρησε φυσικά ελεύθερα στο Διαδίκτυο.
Το δεύτερο συμβάν αφορά την οδύσσεια του Εντουαρντ Σνόουντεν, στον οποίο η Ρωσία έδωσε τελικά πολιτικό άσυλο έπειτα από πολύμηνη παραμονή στη ζώνη τράνζιτ του αεροδρομίου της Μόσχας. Ο Σνόουντεν καταζητείται επίσης για «κατασκοπία» από τις αρχές των ΗΠΑ γιατί, όπως και ο Μάνινγκ, έδωσε στη δημοσιότητα εκατοντάδες χιλιάδες εμπιστευτικά ντοκουμέντα αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, και ειδικότερα της NSA. Τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν τους «βρόμικους πολέμους» των ΗΠΑ, αλλά μια άλλη πτυχή της αυτοκρατορικής τους κυριαρχίας: ένα ολικό σύστημα παγκόσμιας παρακολούθησης όλων των τηλεπικοινωνιών τόσο μεταξύ απλών πολιτών όσο και μεταξύ κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών. Ο Σνόουντεν κατέθεσε αιτήσεις ασύλου στις αρχές 20 χωρών, μεταξύ άλλων πολλών χωρών της Ε.Ε. και της Λατινικής Αμερικής, αλλά κατόπιν ανοιχτών εκβιασμών των ΗΠΑ οι περισσότερες απορρίφθηκαν.
Τι συνδέει αυτές τις δύο περιπτώσεις; Κατ' αρχάς το κοινό τεχνολογικό μέσο και η μέθοδος που ακολούθησαν οι δύο πρωταγωνιστές: η μαζική διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων στο Διαδίκτυο, που βραχυκυκλώνει κάθε απόπειρα. Με αυτή την έννοια, ο Μάνινγκ και ο Σνόουντεν ανήκουν στους ηρωικούς πρωτοπόρους της διαδικτυακής εποχής στην οποία ζούμε. Και τούτο διότι «αναποδογυρίζουν» κατά έναν τρόπο τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και αναδεικνύουν την «άλλη» πλευρά της. Οτι μπορεί δηλαδή από μέσο ολικής παρακολούθησης να γίνει μέσο διαφάνειας, που βγάζει στην επιφάνεια με τον πιο αδιαμεσολάβητο τρόπο τις πιο σκοτεινές πλευρές της εξουσίας, επί του προκειμένου του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας που έχουν οικοδομήσει οι ΗΠΑ.
Εξ ου και το δεύτερο κοινό στοιχείο αυτών των δύο προσωπικότητων: πρόκειται για «μοναχικούς ήρωες», για ατομικές συνειδήσεις που εξεγείρονται ενάντια στη βαναυσότητα των εξουσιαστικών μηχανισμών τους οποίους αμφότεροι έζησαν εκ των ένδον. Κατ' εξοχήν όπλο τους είναι το Διαδίκτυο, με την αμεσότητά του και τον φαινομενικά τουλάχιστον αδιαμεσολάβητο χαρακτήρα του. Οσο για τη δράση τους, δεν την τοποθετούν στα πλαίσιο του οποιουδήποτε οργανωμένου κινήματος ενώ, απ' όσα ξέρουμε, η ιδεολογία τους φαίνεται να περιορίζεται στο δικαίωμα του ατόμου να αντιστέκεται στην καταπιεστική εξουσία και να την καταγγέλλει.
Κάθε καλοπροαίρετος θα σκεφτόταν ότι όσοι πρεσβεύουν τις φιλελεύθερες αξίες στις οποίες βασίζονται τα κράτη της «πεφωτισμένης Δύσης» θα έβλεπε με συμπάθεια τέτοιους ήρωες. Ειδικά όταν, για παράδειγμα, στο παρελθόν στεκόταν με ενθουσιασμό αλληλέγγυος με τους «διαφωνούντες» του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», τους οποίους θεωρούσε ήρωες του αγώνα ενάντια τον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό». Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Καμιά δυτική χώρα δεν διαμαρτυρήθηκε για την απάνθωπη μεταχείριση που υπέστη ο Μάνινγκ, καμιά δεν προσέφερε άσυλο στον Σνόουντεν, ενώ ο «σοσιαλιστής» Ολάντ απαγόρευσε τη διέλευση από το γαλλικό εναέριο χώρο του αεροπλάνου του προέδρου της Βολιβίας Μοράλες, γιατί οι ΗΠΑ είχαν αφήσει να διαρρεύσει (ψευδώς) ότι σ' αυτό επέβαινε ο κατηζητούμενος πρώην υπάλληλος της NSA.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική σημασία αυτών των υποθέσεων: οι Μάνινγκ και Σνόουντεν δεν είναι αγαπητοί στη φιλελεύθερη δυτική συνείδηση ακριβώς γιατί είναι οι διαφωνούντες στη σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Γιατί φέρνουν στο φως με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο την απεριόριστη, ολοκληρωτικού χαρακτήρα βία στην οποία θεμελιώνεται αυτή η τάξη, που περισσότερο από ποτέ πρέπει να αποκαλείται με τον όρο που παραδοσιακά φωτίζει την πραγματική της φύση: ιμπεριαλισμός.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Πύλη ή κερκόπορτα;

του Κιμπι...
Η όλη υπόθεση μου θυμίζει τον Φωτόπουλο στην ταινία του Σακελλάριου «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», στον ρόλο του σταθμάρχη της Θυμαριάς, όπου εκτυλίσσεται ένα γαϊτανάκι συζυγικής απιστίας. Η Θυμαριά είναι ένα μικρό χωριό -μου είναι άγνωστο αν πράγματι υπάρχει- για το οποίο ο σταθμάρχης Φωτόπουλος θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι είναι «μικρό, αλλά κόμβος». Κάπως έτσι και η εκτός παγκοσμίου παραγωγικού και εμπορικού χάρτη Ελλάδα υποτίθεται ότι επιχειρεί να ανακτήσει τη θέση που είχε στο πέρασμα των αιώνων ως κόμβος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Μικρά, παρηκμασμένη, υπερχρεωμένη, αλλά κόμβος. Ή πύλη, κατά την ορολογία που επισήμως υιοθέτησε ο πρωθυπουργός στο Πεκίνο και στη Σανγκάη. Για την ακρίβεια πύλη της Κίνας προς την Ευρώπη.

Θεμιτή η φιλοδοξία, αλλά πρέπει να σκεφτεί κανείς τα χωροταξικά, τα γεωοικονομικά, τα γεωπολιτικά και τα λοιπά όριά της. Για πόσους και ποιους «περαστικούς» η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη; Πύλη τις Κίνας, του εργοστάσιου του κόσμου, προς τη Δύση και αντιστρόφως. Ενεργειακή πύλη της Ρωσίας προς την Ευρώπη, αλλά και πύλη για το αζερικό αέριο προς τον ίδιο προορισμό. Πύλη, ή για την ακρίβεια κόμβος, των δικτύων μεταφοράς, εμπορευματικών και επιβατικών, από ανατολάς προς δυσμάς και τούμπαλιν. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η Ελλάδα παραμένει βασική πύλη για τα μεταναστευτικά ρεύματα της Ασίας και της Αφρικής προς τη Δύση, ρεύματα τα οποία κατά κανόνα τροφοδοτεί η Δύση με τις πολεμικές και αποικιοκρατικές αθλιότητες στις οποίες συχνότατα επιδίδεται στην Ανατολή. Σημειωτέον, επίσης, ότι η Ελλάδα παραμένει πάντα πύλη, τουλάχιστον εφεδρική, για τις εκστρατευτικές εξόδους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ προς Ασία και Αφρική. Επίσης, αντιμετωπίστηκε στο παρελθόν ως πύλη για την οικονομική επέκταση της Ευρώπης στα Βαλκάνια, αλλά και ως πύλη εισόδου των μεταναστευτικών πληθυσμών που εξόρισε η «ανασυγκρότηση» των Βαλκανίων και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Το να γίνει μια χώρα «πύλη» ακούγεται ελκυστικό, προνομιακό. Υπόσχεται πλούτο, υπεραξίες, επενδύσεις, απασχόληση και εισόδημα. Ενέχει, ωστόσο, και τον κίνδυνο να τη μετατρέψει σε κέντρο διερχομένων. Το Χρηματιστήριο, για παράδειγμα, είναι εδώ και εβδομάδες μια «πύλη» κεφαλαίων που περνούν, κάνουν την αρπαχτή τους και εξαφανίζονται. Τίποτα δεν έρχεται για να μείνει ή έστω να σταθμεύσει για λίγους μήνες. Το τραπεζικό σύστημα, επίσης, εδώ και τρεις δεκαετίες χρησιμοποιήθηκε ως «πύλη» από την οποία πέρασαν κεφάλαια πολλών δισεκατομμυρίων, και σ’ αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό το χρηματοπιστωτικό big bang, από το οποίο σήμερα έχει απομείνει μόνο μια ισχνή σκιά. Τα δεκάδες δισεκατομμύρια των ΚΠΣ που ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’90 πέρασαν επίσης από την «πύλη» της ελληνικής οικονομίας και σήμερα δεν έχουν απομείνει παρά ελάχιστα ίχνη τους. Και το ολυμπιακό πάρτι του 2004 χρησιμοποιήθηκε ως μια τεράστια «πύλη» από κατασκευαστικούς και τεχνολογικούς κολοσσούς, αλλά τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που πέρασαν από το κατώφλι του απλώς διεύρυναν τη μαύρη τρύπα του χρέους.

Το να επιλέγει μια χώρα να γίνει «πύλη» δεν επιφέρει αυτονόητα αγαθά. Μπορεί να επισωρεύει και δεινά. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο παραδείγματα παγκόσμιων «πυλών» που πλήρωσαν το προνόμιό τους με πολύχρονη αποικιοκρατία, συρράξεις, στρατιωτικές επεμβάσεις, πραξικοπήματα. Οι διώρυγες του Σουέζ και του Παναμά, τεχνητές πύλες τις διεθνούς ναυτιλίας και δίκτυα κατάκτησης των παγκόσμιων αγορών από τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, υπήρξαν ταυτόχρονα πυλώνες της αποικιοκρατίας για τους Αιγύπτιους και τους Παναμέζους. Οι δυο χώρες πλήρωσαν ακριβά, και μάλιστα αιματηρά, το προνόμιό τους.

Από πολλές απόψεις κάτι ανάλογο συνέβη και με το νεότερο ελληνικό κράτος. Η υποστήριξη της συγκρότησής του από τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις σχετίζεται ακριβώς με το γεγονός ότι το αντιμετώπιζαν σαν μοναδική γεωγραφικά πύλη για τις οικονομικές, αποικιοκρατικές και επεκτατικές βλέψεις τους. Έστω κι αν οι βλέψεις αυτές ήταν ανταγωνιστικές -τα σχέδια της βρετανικής αυτοκρατορίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας συγκρούονταν στην κατανομή της ισχύος και της επιρροής στη διαμελιζόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία-, ευνόησαν την απελευθέρωση και τη συγκρότηση κράτους. Ωστόσο, το γεγονός ότι το κράτος αυτό παρέμεινε βασικά μια «πύλη», μια συμπληρωματική στις ισχυρές χώρες κρατική οντότητα και οικονομία, χωρίς ουσιώδη πολιτική και οικονομική αυτονομία, εξηγεί πολλές από τις αιματηρές περιπέτειες που διατρέχουν την ελληνική ιστορία από τα τέλη του 19ου και μετά. Ίσως και μέχρι τις μέρες μας, στους μνημονιακούς σκοτεινούς χρόνους.

Το αντεπιχείρημα που ενδεχομένως θα ακουστεί από τους ζηλωτές της μετατροπής της Ελλάδας σε «πύλη» είναι ότι ο ελλαδικός χώρος υπήρξε τέτοια πύλη ανέκαθεν. Από τους μυκηναϊκούς χρόνους και μετά, αυτή η έντονα διαμελισμένη κόγχη της Μεσογείου με τις δεκάδες νησιωτικές γέφυρες, που καθιστούσαν ασφαλέστερο ένα ναυτικό ταξίδι από την Πύλο στη Βόρεια Αφρική ή από τη Σικελία στα μικρασιατικά παράλια, αποτελεί τη σταθερή «πύλη» επικοινωνίας Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Ορθό, με τη διαφορά ότι ταυτόχρονα αποτέλεσε διαδοχικά την ενδοχώρα πολιτικά ισχυρών και οικονομικά ανθηρών ηγεμονιών ή αυτοκρατοριών επί σχεδόν 3.000 χρόνια, με μακρά σκοτεινά διαλείμματα, βεβαίως. Η αθηναϊκή θαλασσοκρατορία, η αλεξανδρινή αυτοκρατορία, τα ελληνιστικά βασίλεια, η ρωμαϊκή, η βυζαντινή και η οθωμανική αυτοκρατορία, με διακυμάνσεις και διαβαθμίσεις, προσέδιδαν στον ελλαδικό χώρο όχι απλά τον χαρακτήρα μιας «πύλης», αλλά μιας οικονομικής και κοινωνικής οντότητας που δεν εξαρτιόταν θανάσιμα από τους κύκλους της παγκόσμιας οικονομίας και του διεθνούς εμπορίου.

Επομένως, ακόμη κι αν κάποιος θεωρήσει σήμερα ως λύση ανασυγκρότησης τη μετατροπή της Ελλάδας σε πύλη του διεθνούς εμπορίου, ακόμη κι αν μετατρέψει όλα τα λιμάνια σε «πάρκινγκ» εμπορευματοκιβωτίων στη διαδρομή τους από την Ανατολή προς τη Δύση και αντίστροφα, ακόμη κι αν διαθέσει όλα τα μεταφορικά δίκτυα, τις σιδηροδρομικές ράγες, τους οδικούς άξονες, τα αεροδρόμια, το έδαφος από το οποίο περνούν αγωγοί πετρελαίου και αερίου, αυτό δεν εξασφαλίζει μακρόχρονη επιβίωση. Η μετατροπή μιας χώρας σε «διάδρομο» αγαθών και κεφαλαίων με τους σημερινούς όρους δεν αποτελεί παρά συγκεκαλυμμένη μορφή αποικιοποίησης μιας οικονομίας χωρίς έναν ελάχιστο παραγωγικό ιστό. Εκτός από κούληδες, βαστάζοι και σερβιτόροι, οι Έλληνες κάτι πρέπει να παράγουμε στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Πολύ περισσότερο που διαθέτουμε μια πολλά υποσχόμενη γη, με ό,τι αυτή περιλαμβάνει στο υπέδαφος και στην επιφάνειά της, κάτω από τη θάλασσα και στον αφρό της.

Το λέει, άλλωστε, και η Μέρκελ -«δεν νοείται χώρα χωρίς βιομηχανικό τομέα»-, με τη διαφορά ότι είναι η ίδια η χώρα που πρέπει να επιλέγει το είδος παραγωγικής δραστηριότητας που την καθιστά απαραίτητη κι όχι συμπληρωματική στις οικονομίες των ηγεμόνων της.

Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, το «όραμα» της μετατροπής της Ελλάδας σε πύλη της Κίνας, της Ρωσίας, της Γερμανίας και οποιουδήποτε άλλου εξελίσσεται σε μια αποδοχή της νέας αποικιοποίησής της. Εκτός από αποικία χρέους, η ελληνική οικονομία προορίζεται για μια κανονική εμπορευματική αποικία, με τους όρους της σκληρής αποικιοκρατίας των προηγούμενων αιώνων. Το πλεονέκτημα της πύλης μετατρέπεται σε μια κερκόπορτα άλωσης της επικράτειας, των υποδομών της, του πλούτου της και των ανθρώπων της. Αν μάλιστα ο αποικισμός συνεχιστεί με τους κινεζικούς όρους απασχόλησης που φημολογείται πως επικρατούν στο λιμάνι του Πειραιά ή τους όρους «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας που επιβάλλει η τρόικα (οποία αγαστή συνέργεια!), τότε η «πύλη» της Ανατολής για τη Δύση, και αντιστρόφως, για τους ιθαγενείς καταλήγει απλώς μια πύλη για την κόλαση.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Mεσόγειο τη λεν και παίζουνε γυμνά

παιδιά με μαύρα μάτια, αγάλματα πικρά

Γέννησε τους Θεούς, τον ίδιο το Χριστό,

το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τον καιρό.

Μεσ’ τη Μεσόγειο



Το αίμα τους αιώνες σκάλισε εκεί

τα βράχια και τους κάβους και τη βαθιά σιωπή.

Νησιά σαν περιστέρια, αιώνιες φυλακές,

το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τις βροχές.

Μεσ’ τη Μεσόγειο…



Οι κάμποι κι οι ελιές χάνονται στη φωτιά,

τα χέρια μένουν μόνα κι άδεια τα κορμιά.

Λαοί της συμφοράς και πίκρα του θανάτου,

το καλοκαίρι εκεί δε χάνει τα φτερά του.

Μεσ’ τη Μεσόγειο…



Εδώ, στη λίμνη αυτή γεννήθηκα κι εγώ.

Mεσόγειος του φόβου και των πικρών καιρών.

Τα όνειρα που ’παίζαν στα βαθιά νερά

γινήκαν δέντρα μόνα στα ξερά νησιά.

Μεσ’ τη Μεσόγειο…



Τον Παρθενώνα κρύβουν σύννεφα βαριά.

Στην Ισπανία εχάθη η λέξη «λευτεριά».

Πάντα η Αθήνα μένει όνειρο πικρό.

Το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τον καιρό.

Μεσ’ στη Μεσόγειο…


Δημήτρη Χριστοδούλου, «Μεσόγειος» (Μουσική Ζορζ Μουστακί)


(Από τη στήλη «Ελεύθερος Σκοπευτής», Επενδυτής, 25/5/2013)

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Οι όροι της σύγκρισης...

του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
O θάνατος του Ούγκο Τσάβες, που λόγω και των σχετικών δημοσιευμάτων επανέφερε στην αργούσα μνήμη τα κρίσιμα επεισόδια της πολιτείας του ηγέτη της Βενεζουέλας, αποτέλεσε το έναυσμα για να αναπτυχθεί ένας κάποιος διάλογος περί του τι εστί δημοκρατία, λαϊκισμός (στη λατινοαμερικάνικη περίπτωση ίσως είναι περισσότερο ταιριαστός ο μάλλον λιγότερο απαξιωμένος όρος ποπουλαρισμός), σοσιαλισμός κ.τ.λ. Το εγγενές και πιθανότατα αθεράπευτο πρόβλημα στις κουβέντες αυτές είναι το πώς ορίζεται ο δεύτερος όρος σύγκρισης και ποιος τον επιλέγει, δηλαδή «από πού μιλάει», από ποιο ιδεολογικό βάθρο. Αυτό εφόσον πράγματι θέλουμε να συν-σκεφτούμε, και όχι απλώς να ακούσουμε τα χειραγωγημένα «γεγονότα» (όσα επιλέγουμε να θυμόμαστε και να υπερτονίζουμε) να επικροτούν την έτοιμη από καιρό άποψή μας.
Η δημοκρατία, βεβαίως, είναι μέγεθος απόλυτο και δεν επιδέχεται σχετικοποιήσεις. Αυτό όμως ισχύει στο μυαλό μας, όπου κατοικεί στο ιδεατό της σχήμα. Εξω, στον αυθεντικό κόσμο, με τις αντιπαλαίουσες εξουσίες, πολιτικές, οικονομικές και πλέον μιντιακές, τα πράγματα διαφέρουν και τα ιδεατά σχήματα καταρρέουν. Οταν λοιπόν συζητάμε για το «πόσο δημοκρατικό είναι το μπολιβαριανό καθεστώς του Τσάβες», με όσα μπορεί να ξέρει γι' αυτό ένας απόμακρος παρατηρητής, φρόνιμο είναι να θίγουμε ταυτόχρονα το ερώτημα «πόσο δημοκρατικές είναι οι δυτικού τύπου πολιτείες», όπως η δική μας. Ισως αυτή η συνεξέταση θα μας παρότρυνε να φερόμαστε με λιγότερο σνομπισμό (δυτικού και πάλι τύπου) απέναντι σε ό,τι διαφέρει από τα οικεία μας παραδείγματα. Διότι ο σνομπισμός δεν εξετάζει. Απλώς απορρίπτει ό,τι τον ενοχλεί εκ προοιμίου, λ.χ. αισθητικά. Παρακολουθούσα, ας πούμε, στην τηλεόραση κάποιες μετατσαβικές προσεγγίσεις και το νόημα δεν το έδιναν όσα έλεγε ο αναλυτής, αλλά το ξινισμένο ύφος του. Η άποψή του ήταν η σηκωμένη μύτη του.
Αν ως δεύτερο όρο συγκρίσεως, λοιπόν, θέσουμε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, τότε όποια πολιτεία κι αν τεθεί ως πρώτος όρος, θα μετρηθεί, θα ζυγιστεί και θα βρεθεί ελλιπής. Κι αυτό, παρότι η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν, βέβαια, μια εξαιρετική «επινόηση» που προαπαίτησε μακρές και σφοδρές συγκρούσεις, φιλοσοφικές και πολιτικές, πλην δεν της έλειπαν τα ψεγάδια, που έχουν άλλωστε επισημανθεί προ πολλού (οι δούλοι, η παρακατιανή θέση των γυναικών, η αποικιοκρατία). Δημοκρατίες α λα Τσάβες φέρνουν στο προσκήνιο τους παρίες, έχουν όμως τα όριά τους, όσα θέτει η προσωπολατρία, το κίνημα-κράτος, η εμπλοκή του στρατεύματος, κι ας ορκίζεται στον Μπολιβάρ. Ορια ωστόσο, όλο και στενότερα φοβάμαι, έχουν και οι δυτικές δημοκρατίες μας, όσα θέτει η παντοδυναμία των Αγορών (και των δανειστών), η ισχύς των λόμπι, το κόμμα-κράτος, το επικράτος των μίντια. Για να ξαναβρεί το νόημά της η δημοκρατία πρέπει να ξαναγίνει επινοητική. Στο υπάρχον πλαίσιο της κατ' όνομα αντιπροσώπευσης ασφυκτιά και μαραζώνει. Δεν το ζούμε;

Ροη αρθρων