Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Με αφορμή τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων: Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;

του Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη, απο τα Ενθεματα...
και είπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης

Γεν. 4:10
Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό,το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.
Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.
Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.
Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».
Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.
Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων.
Εικονα: Τζέικομπ Λώρενς, από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-1941

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Οι τέσσερις κάρες του αγίου Γεωργίου...

kathimerini.gr ...
Tου Παντελη Μπουκαλα
Παρ' όλες τις λιτανείες, δεν τον βοήθησε τελικά τον Βλαντιμίρ Πούτιν η Αγία Ζώνη, με την περιφορά της στη Ρωσία, μια περιφορά που είχε γνωρίσματα κομματικοπολιτικής περιοδείας. Στην περιοδεία αυτή εξαναγκάστηκε το ιερό κειμήλιο από τους φερομένους σαν ιδιοκτήτες του, και συγκεκριμένα από τον άγιο Εφραίμ, έναν από τους λίγους θνητούς που είχε τη χαρά να απολαύσει πλούσια τα ελέη της πολιτικής Κολυμβήθρας του Σιλωάμ. «Αγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου» βέβαια, όπως νηπιόθεν διδασκόμαστε, κι όχι για να κατανοήσουμε, αλλά για να συγχωρήσουμε και να δώσουμε τόπο στη δίκαιη οργή. Κι ωστόσο οι Θωμάδες, και γενικά οι αμφισβητίες, στους οποίους εν πολλοίς οφείλει τη συνέχιση της πνευματικής της πορείας η ανθρωπότητα, δυσκολεύονται να αποδεχθούν την αγιοσύνη (ή έστω τη γνησιότητα) λειψάνων ή κειμηλίων τα οποία υφίστανται στυγνή εκμετάλλευση από ιερωμένους και λαϊκούς, που καπηλεύονται λαϊκά αισθήματα και ανθρώπινες ανάγκες, δίχως να πέσει τιμωρητικό πυρ εξ ουρανού ή να φανεί κάποια άλλη «διοσημία»· να φανεί λ.χ. ένα φραγγέλιο σχηματισμένο από πυκνά σύννεφα, που κάτι να θυμίζει σε όσους κατά τα λοιπά δηλώνουν ότι υπηρετούν ταπεινά το θείον.
Ολα βεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε πάντοτε εν όψει μιας πνευματικής μεταρρύθμισης και με την προσδοκία της, μιας μεταρρύθμισης πολύ βαρύτερης από εκείνη που μηχανικά ευαγγελίζονται τα κόμματα που τυχαίνει να διαχειρίζονται τη μοίρα μας. Γράφοντας λοιπόν για τον μεταρρυθμιστή Βυζαντινό αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε΄ στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους» ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν κρύβει τη θλίψη του που «πάντα σχεδόν τα διανοητικά των οπαδών της μεταρρυθμίσεως έργα» καταστράφηκαν από τους πολέμιους της μεταρρύθμισης. Ο Λέων δολοφονήθηκε δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, μέσα στην εκκλησία, αφού, «όσον και αν λέγεται δυσσεβής, ήτο ακριβέστατος περί την εκπλήρωσιν των χριστιανικών καθηκόντων, ποτέ σχεδόν δεν έλειπε από τον όρθρον»· μεταμφιεσμένοι σε κληρικούς οι συνωμότες, όρμησαν πάνω του μόλις τον άκουσαν να ψέλνει τον ειρμό «Τω Παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω» και τον θανάτωσαν όσο αυτός, αποκρούοντάς τους με βαρύ σταυρό ή με ένα θυμιατήρι, τους εξόρκιζε να μη βεβηλώσουν το άσυλο του ναού. Κι ύστερα αυτοί και οι ταγοί τους βάλθηκαν να σβήσουν από προσώπου γης τα ίχνη της λεόντειας μεταρρύθμισης. Δεν έχουμε έτσι στη διάθεσή μας τεκμήρια που θα μας επέτρεπαν να κρίνουμε με κάποια ασφάλεια αν «το ανθρώπινον πνεύμα είχεν αποβάλει εν μέρει τουλάχιστον τας πέδας αυτού», κι αν «είχεν αρχίσει να γυμνάζεται εις πορείαν ελευθέραν», δηλαδή, αν είχε πάρει τους δύσκολους δρόμους που οφείλει να παίρνει η ανθρωπότητα όποτε την πνίγει η δεισιδαιμονία ή το εκάστοτε «new age».
«Αλλά και εξ αυτών των χρόνων της μεταρρυθμίσεως», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, «περιεσώθη εις ημάς ως εκ θαύματος ποιημάτιόν τι χαρακτηριστικώτατον της διανοητικής των χρόνων εκείνων κινήσεως. Το ποιημάτιον τούτο, το οποίο εμπαίζει την πολυειδή κατάχρησιν, την παρεισαχθείσαν περί την χρήσιν και την εμπορείαν των ιερών λειψάνων, εδημοσίευσε πρώτον ο Γάλλος Βοασσονάδ εις τα σχόλια του εθνικού σοφιστού Ευναπίου. Και επιγράφεται μεν έργον «του Μυτιλήνης, προς τινα μοναχόν τα των ιδιωτών λείψανα ως άγια εξωνούμενον», αλλ' εν τω τέλει ο ποιήσας Χριστοφόρος αυτός εαυτόν ονομάζει απογραφέα των βασιλέων. [...]. Οπωσδήποτε εν τη μεγάλη ενδεία εν η ευρισκόμεθα σήμερον των διανοητικών προϊόντων της εικονομαχικής περιόδου το ποιημάτιον τούτο είναι άξιον αναγνώσεως διά την τόλμην, την ευφυΐαν και την χάριν μεθ' ης είναι γεγραμμένον και της οποίας ματαίως ηθέλομεν ζητήσει ίχνη εις τα προϊόντα των τε προτέρων και των μεταγενεστέρων χρόνων».
Αποτείνεται λοιπόν ο Χριστοφόρος στον μοναχό Ανδρέα, που αγόραζε τυχαία λείψανα, ενδεχομένως και βαρύτατα αμαρτωλών ή «εθνικών», παναπεί Ελλήνων-ειδωλολατρών, σαν να 'ταν άγια και τα επεδείκνυε υπερηφάνως στους φίλους του. Σωστό οστέινο περιβόλι οι λειψανοθήκες του καλόγερου. Και τι δεν περιέχουν: «Του Προκοπίου μάρτυρος χείρας δέκα, / Θεοδώρου δε πέντε και δέκα γνάθους, / και Νέστορος μεν άχρι των οκτώ πόδας, / Γεωργίου δε τέσσαρας κάρας άμα, / και πέντε μαστούς Βαρβάρας αθληφόρου / και νυν μεν οστά δώδεκα βραχιόνων / του καλλινίκου μάρτυρος Δημητρίου, / νυν τ' αυ καλάμους είκοσι σκελών όλων / του Παντελεήμονος (ω της πληθύος!)» Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα χρειάζεται μετάφραση εδώ. Ολα είναι κατανοητά, αμέσως αντιληπτά, κι όχι βέβαια λόγω των φημισμένων γονιδίων, που ομολογώ ότι δεν τα διαθέτω, γι' αυτό και ζηλεύω τους τυχερούς αδελφούς Γεωργιάδη και τους λοιπούς της συντεχνίας των αρχαιοεμπόρων. Με σαρκαστικό ύφος Ροΐδη πολύ πριν από τον Ροΐδη λοιπόν, ο ανοιχτόμυαλος μητροπολίτης μαστιγώνει τον μοναχό που, από τη «ζέουσα πίστη» του, μετέτρεψε σε χταπόδι τον μάρτυρα Νέστορα («εκ πίστεως σης και προς ιχθύν ετράπη / Νέστωρ ο μάρτυς, οκτάπους δεδειγμένος») κι άλλους αγίους τους κατάντησε πολυκέφαλους, άλλους δε τους υποχρέωσε να διαθέτουν «μαστών πλήθος, ώσπερ οι κύνες».
Και να 'ταν μόνον αυτά. Ο καλός Ανδρέας κατάφερε να αποκτήσει από τους «νεκροπράτες» και λειψανοπώλες εξήντα δόντια της αγίας Θέκλας, «λευκάς τρίχας του μεγίστου Προδρόμου» και τα γένια των σφαγέντων νηπίων εν Βηθλεέμ. Κάποιος πονηρός μάλιστα «οστούν προβάτου μηριαίον λαμβάνει», το θυμιατίζει και του το πλασάρει σαν κόκαλο του μάρτυρος Πρόβου (εξού και το καυστικό: «το δ' ην προβάτου μάλλον αλλ' ουχί Πρόβου»). Και για να ολοκληρωθεί η συλλογή του καλογέρου, ο μητροπολίτης τού υπόσχεται τον αντίχειρα του Ενώχ, τον γλουτό του Ηλίου του Θεσβίτου, ένα δάχτυλο του αρχαγγέλου Μιχαήλ, πούπουλα από το φτέρωμα του Γαβριήλ, τρεις κόρες οφθαλμών ενός χερουβίμ και μια πύρινη ρομφαία, να τη χρησιμοποιεί σαν λύχνο. Οχι, τον όσιο Βησσαρίωνα δεν τον είχε προλάβει ο άξιος συλλέκτης μας. Αυτός είναι δημιούργημα, και εμπόρευμα, της δικής μας ορθολογικότατης εποχής.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

everything you know is wrong ...

everything you know is wrong ...


Eίναι φανερό στην τηλεοκρατία μας αλλά είναι πιθανό και να εκπορεύεται από ορισμένες δημοσιογραφικές σχολές: ο δημοσιογράφος είναι ο πανεπιστήμων της εποχής μας. Ο δημοσιογράφος ο σωστός ξέρει από οικονομία, ξέρει από συνταγματικό δίκαιο, εγκληματολογία, σεισμολογία, ξέρει από βέσπα, ξέρει και από ιστορία, βεβαίως-βεβαίως. Για παράδειγμα, βγαίνει σήμερα μια κάποια κυρία Κατερίνα Σόκου (ή Σώκου;), δημοσιογράφος της Καθημερινής επί οικονομικών θεμάτων, και λέει εις το τιτιβηστήρι: «Αφού ανασύρουν ένα παράδειγμα από το Βυζάντιο, να θυμίσω πως η Πόλη έπεσε διότι δεν ζήτησε βοήθεια από τη Δύση;».
Ο έτερος εργαζόμενος στον όμιλο Αλαφούζου, ο πολύς Πάσχος Μανδραβέλης, καλός συνάδελφος ων, επικροτεί και επαυξάνει προσθέτοντας το δηλωτικό θαυμασμού θαυμάσιο θαυμαστικό του: «Σωστή! RT “@KaterinaSokou: Αφού ανασύρουν ένα παράδειγμα από το Βυζάντιο, να θυμίσω πως η Πόλη έπεσε διότι δεν ζήτησε βοήθεια από τη Δύση;”». Το συγκεκριμένου τιτίβισμα του εξέχοντος πανεπιστήμονος έτυχε της αποδοχής, της επικρότησης και της αναμετάδοσης τουλάχιστον δέκα ατόμων με τη γνωστή στην τιτιβιστερίαν μέθοδον του ριτουίτ. (Οι διαγραμμένες αράδες, όπως ορθά επισημάνθηκε σε σχόλιο, είναι άστοχες εκ μέρους μου και για αυτό βάζω μια γραμμή από πάνω αλλά δεν τις σβήνω για να φαίνεται ότι μαλακίστηκα και αδίκησα ανθρώπους).

Ας θυμίσω κι εγώ τα εξής: πρώτον, ιστορικά, είναι αντιμεθοδολογικό να κρίνεις εκ του αποτελέσματος. Δεύτερον, θα μπορούσα κι εγώ να υπενθυμίσω στην κα Σόκου, στον κο Μανδραβέλη και στους δέκα ανατιτιβιστές του (άραγε αν αποκαλέσω τους τελευταίους «μετα-παπαγαλάκια» θα θεωρηθεί προσβολή; - προσβολή ίσως όχι, αλλά σίγουρα θα είναι αντιεπιστημονικό καθότι οι παπαγάλοι δεν τιτιβίζουν, κρώζουν μάλλον – ή μήπως παπαγαλίζουν; Ουφ, μπέρδεμα - όπως παραπάνω. Όπως μού επισημάνθηκε, κάποιοι απ' τους ανατιτιβιστές δεν ενστερνίζονται την άποψη στο συγκεκριμένο τουίτ) ότι η πρώτη άλωση της Πόλης έγινε από τη Δύση, πλήγμα ισχυρό για τη βυζαντινή αυτοκρατορία το οποίο ποτέ δεν ξεπέρασε. Χώρια φυσικά όλα τα υπόλοιπα αίτια παρακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας που οδήγησαν στην πτώση της Πόλης από τα οποία επίσης μπορούμε να ανασύρουμε παραδείγματα για το σήμερα, εφόσον είναι της μοδός σύμφωνα με όσα ορίζει ο Οίκος Αλαφούζου (βλέπε 1821, μεγάλοι Ελληνες, νταντά αμέσου δράσεως κτλ.). Ας πούμε, θα μπορούσαν είτε ο κος Πάσχος είτε η κυρία Σώκου να κάνουν έναν συσχετισμό της σημερινής ελληνικής πραγματικότητος με τη διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων στο εσωτερικό της Βυζ.Αυτοκρατορίας, ένεκα του φεουδαρχικού συστήματος και της κυριαρχίας λίγων ισχυρών γαιοκτημόνων επί πολλών εξαθλιωμένων παροίκων, οι οποίοι στο φινάλε φινάλε ουδόλως νοιάστηκαν την κρίσιμη ώρα αν θα είναι οθωμανός ή χριστιανός αυτός που θα τους διαφεντεύει. Το κριτήριό τους ήταν μια καλύτερη διαβίωση, ανεξαρτήτως ζυγού.
Άλλος συσχετισμός με το σήμερα που θα μπορούσαν να κάνουν είτε ο κος Πάσχος είτε η κυρία Σώκου, αλλά δεν έκαναν, είναι ότι υπήρχε μεγάλη κρατική διαφθορά στα στρώματα των ανώτερων αξιωματούχων στο Βυζάντιο, οδηγώντας σε πλήρη αποδιοργάνωση την κρατική μηχανή. Ή θα μπορούσαν επίσης να κάνουν έναν συσχετισμό με το σήμερα και με την σταδιακή εκχώρηση εμπορικών προνομίων από τους Βυζαντινούς στους Βενετούς.
Δεν είμαι ιστορικός επιστήμων ούτε δημοσιογράφος για να τους κάνω όλους τους συσχετισμούς. Ενας επισφαλής εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα είμαι ο δυστυχής. Θα περίμενα ωστόσο από τους δύο πανεπιστήμονες να τους κάνουν και μετά ενδεχομένως να κάνουν και τον συσχετισμό που εξυπηρετεί την προπαγάνδα τού στιλ «θα την πατήσουμε όπως οι βυζαντινοί που δεν προσέφυγαν στη Δύση». Το οποίο, βέβαια, είναι απλώς μια δημοσιογραφική άποψη, την οποία κακώς προσπαθούν να την επιβάλουν ως πραγματικότητα, υποβιβάζοντας και απλοποιώντας σε σημείο κουρελοποίησης την ιστορική επιστήμη, η οποία είναι σαφώς πιο σύνθετη (υπενθυμίζω παλαιότερη σχετική ανάρτηση σχετικά με τις απόψεις και τα γεγονότα).
Κι αν αναρωτιέσαι γιατί κόπτομαι τόσο πολύ για μια μαλακίτσα 140 χαρακτήρων, μια πορδή στον άνεμο που την διέδωσαν καμιά δεκαριά άτομα, θα σού θυμίσω το τραγούδι των Ντιπές Μοντ με τίτλο Νιου Ντρες:
You can't change the world
But you can change the facts
And when you change the facts
You change points of view
If you change points of view
You may change a vote
And when you change a vote
You may change the world
Βέβαια με το τελευταίο στίχο του τραγουδιού έχουμε ένα θεματάκι, διότι εμένα τουλάχιστον δεν μου λένε και πολλά οι εκλογές της αστικής δημοκρατίας (ξες, το γνωστό «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλλάξουν τη ζωή μας θα ήταν παράνομες») αλλά βαριέμαι να διαφωνήσω και με μένα τον ίδιο.

Ροη αρθρων