Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναρκομανείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναρκομανείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Οι «παρίες» και ο κοινωνικός αυτοματισμός...

Του Χρήστου Καραγιαννίδη, απο το Red NoteBook...
Η πρώτη αίσθηση είναι αυτή του μπουκώματος. Ίσως γιατί φαίνεται αδιανόητο να ζει άνθρωπος κάτω από  τέτοιες συνθήκες.

Ένας χώρος με ανεπαρκή φωτισμό -και δε μιλώ για φυσικό φως γιατί  στις συνθήκες που επικρατούν κάτι τέτοιο καταλήγει να ακούγεται ως παράλογο αίτημα – με κάγκελα και υπερπληθυσμό.

Ποιό είναι αυτό το τρισμέγιστο κακό που μπορεί να έχει κάνει κάποιος-α ώστε να μένει σε έναν χώρο σαν αυτό για δυο, τρεις ή και 14 μήνες;

Αστυνομικό τμήμα Ομόνοιας: Μετά την ενημέρωση από τον διοικητή η κάθοδος στην κόλαση. Άνθρωποι κάθε χρώματος και θρησκείας, στοιβαγμένοι σε κελία των έξι με κοινή τουαλέτα για τριαντάρια άτομα, χωρίς να βλέπουν ήλιο και χωρίς να μπορούν να περπατήσουν πάνω από δέκα μέτρα.

 Θα πίστευε κάνεις πως αυτές οι συνθήκες κράτησης έχουν βγει απευθείας από το  «εξπρές του μεσονυκτίου». Και δεν είναι μόνο το παράνομο της μεγάλης χρονικά κράτησης, που από μόνο του συνιστά τεράστια παράκαμψη της νομιμότητας, αλλά το ότι αυτοί οι κρατούμενοι-ες χάνουν καθημερινά την ανθρωπινή υπόσταση τους.

Κλειδωμένοι-ες στα ανήλιαγα και βρωμερά κρατητήρια περνούν στη λήθη περιμένοντας το κράτος δικαίου (το ποιο;) να κάνει τα αυτονόητα: να τους παρέχει δηλαδή ανθρώπινες συνθήκες κράτησης. Δυστυχώς, και δε ξέρω αν μια λέξη μπορεί να περιγράψει αυτό που έζησαν οι επισκέπτες.

Το χειρότερο πάντως μας το φύλαγαν για το τέλος.  Κρατητήρια ασφάλειας Ομόνοιας: Δεκαπέντε άνθρωποι να κοιμούνται στο τσιμεντένιο πάτωμα μ’ ένα σεντόνι, ανάπηρος με κομμένο πόδι και ανάγκη για ιατρική περίθαλψη ξεχασμένος, άλλος με ψυχικό νόσημα.  Το νερό το πίνουν με τις χούφτες, ενώ το φαγητό είναι  ελάχιστο ή δεν προσφέρεται καθόλου. Δε έχει νόημα να γραφτούν παραπάνω λόγια. Δε ξέρω αν έχουμε γίνει τόσο απάνθρωποι για να επιτρέπουμε αυτές τις συμπεριφορές.

Σε καιρούς κρίσης οι πρώτοι που συνθλίβονται είναι οι αδύναμοι, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι μετανάστες,  όσοι δηλαδή δεν έχουν γύρω τους ένα δίχτυ προστασίας από την οικονομική βία και από  την κρατική καταστολή.

Το «σκούπισμά» τους  από το κέντρο της Αθήνας, σηματοδοτεί την έναρξη ενός πολέμου πρώτα θύματα του οποίου είναι οι πιο φτωχοί και οι πιο αδύναμοι, ενώ προετοιμάζεται η επίθεση και σε άλλες και  άλλους. Ας σκεφτεί ο καθένας μας και η καθεμία μας γιατί δεν θα είναι ο επόμενος  ή η επόμενη.

Η ραγδαία επιβολή υγειονομικών ζωνών στην πόλη υλοποιεί το σχέδιο μιας σκληρής κοινωνικής ιεράρχησης των ανθρώπων της. Αυτή η μεθοδολογία αγγίζει το σημείο της αμφισβήτησης της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης των μεταναστών, των τοξικοεξαρτημένων, των διεμφυλικών ατόμων, των οροθετικών γυναικών και ανδρών.

Για όσους και όσες θεωρούν τη Γερμάνια του 1930 μια πολύ μακρινή ιστορική συγκυρία, το αστυνομικό τμήμα Ομονοίας αλλά και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτό της Αμυγδαλέζας, στέκονται έξω από τη σπιτική τους θαλπωρή και ουρλιάζουν την απανθρωπιά της πολιτισμένης Ευρώπης.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Διασχίζοντας τη Γιαννιτσών...

του Νίκου Βράντση, Dubium...
Η σημερινή ιστορία είναι μια ιστορία που αφορά σε κάποιους δρόμους πιο απόμερους, πιο περιθωριοποιημένους. Σε κάποια σκοτεινά σοκάκια, που το σκοτάδι τους έλκει τους εξόριστους μιας κοινωνίας.

Μετανάστες, ιερόδουλες, ναρκομανείς, τραβεστί. Βλέμματα λάγνα, πονεμένα, λόγια σκληρά όσο η ζωή τους. Και σε αυτόν τον δρόμο βρέθηκα ένα βράδυ συντροφιά με τον καλό μου φίλο, τον Χρήστο.

Κάνοντας πλάκα άλλοτε και άλλοτε σιωπώντας για να κρύψουμε την αμηχανία μας μπροστά στις φιγούρες που αντικρίζαμε, ξεκινήσαμε να βαδίζουμε την Γιαννιτσών, έναν κακόφημο δρόμο της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Είχαμε σκοπό να κάνουμε ένα ρεπορτάζ για κάποιους από αυτούς τους απόκληρους, που η κοινωνία έχει βαπτίσει τραβεστί.

Το σκηνικό οξύμωρο, παρακμιακό, σκοτεινό με την παραφωνία κάποιων εμπορικών κέντρων που παραβίαζαν την ένταση του σκοταδιού με τις φωτεινές μαρκίζες τους. Άνθρωποι διαφορετικοί, φυσιογνωμίες που συναντάς μονάχα στον δρόμο εκείνον, συγκεντρωμένοι όλοι σε μια ευθεία. Άλλοι να κουρνιάζουν σε γωνιές, άλλοι να ποζάρουν στο πεζοδρόμιο κάνοντας χειρονομίες, στέλνοντας πρόστυχα φιλιά ώστε να δελεάσουν τους περαστικούς.

Κατεβήκαμε την Γιαννιτσών και προχωρήσαμε μέχρι που βρήκαμε στην πιάτσα τους απόκληρους που ψάχναμε. Πόδια καλλίγραμμα να εξέχουν από τις ανοιχτές πόρτες σπορ αυτοκινήτων. Ψηλοτάκουνες γόβες, έντονο μακιγιάζ, περήφανο βάδισμα. Πλησιάσαμε. Το λάγνο βλέμμα μετατράπηκε αμέσως σε καχυποψία όταν κάναμε την πρώτη μας ερώτηση.

"Θα ήθελες να μας μιλήσεις;"
"Τί είστε εσείς;"
"Προσπαθούμε να κάνουμε ένα ρεπορτάζ...."
"Τόσα βάσανα έχει ο κόσμος, για την δική μου ανωμαλία θα κάνετε ρεπορτάζ;"

Μάταια προσπαθούσαμε να την πείσουμε πως υπάρχει κόσμος που νοιάζεται.

"Κανείς δεν ενδιαφέρεται. Κανείς. Όλοι ενδιαφέρονται στα λόγια. Κανείς πραγματικά".

Δεν ήθελε να μιλήσει. Φοβόταν. Φαινόταν πως κάτι είχε λυγίσει το σθένος του περήφανου ανθρώπου που παλεύει για μια ζωή αξιοπρεπή. Που θέλει να φωνάξει μα έχει παραδωθεί. Πιο κάτω βρήκαμε δυο τέτοιους ανθρώπους, που είχαν ακόμα αποθέματα φωνής μέσα τους. Μια από αυτούς ήταν η Κρίστι που στην πορεία της ζωής της κατάλαβε και αποδέχτηκε την θηλυκή πλευρά. Και η Τζοάνα που από μικρή ήξερε πως ήταν γυναίκα.

Μας μίλησαν για πολλά. Μας μίλησαν για δυσκολίες στην ζωή τους, για τις σχέσεις τους με τους γονείς τους και πως αυτές σταδιακά εξομαλύνθηκαν μέσα απο αμοιβαίες υποχωρήσεις. Για τη δυσκολία των σχέσεων με το ταίρι τους. Μας είπαν για τα όνειρά τους, για μια ζωή φυσιολογική σε ένα σπίτι με έναν σύντροφο που θα τους εκτιμά. Μας είπαν για νταβατζήδες που ζητούν λεφτά και εκβιάζουν. Για απόπειρες δολοφονίας σε βάρος του. Για τραμπουκισμούς και βρισιές που είναι πλέον φαινόμενο καθημερινό. Μας είπαν γιατί το κάνουν αυτό και πώς κατέληξαν να εκδίδονται για λόγους βιοποριστικούς."Κανείς δεν κάνει αυτή τη δουλειά επειδή το θέλει". Μας ζήτησαν να μεσολαβήσουμε για τους ελέγχους της δημοτικής αστυνομίας και για την ποσόστωση στις δημόσιες υπηρεσίες. "Θέλω να δουλέψω σαν όλους τους φυσιολογικούς ανθρώπους".

Μας είπανε πολλά. Πολλά που λέγονται και άλλα που μένουν μυστικά. Αυτό που κράτησα εγώ είναι η βία. Η απίστευτη λεκτική και σωματική βία που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αυτοί. Περίπου 30 αμάξια πέρασαν, σταμάτησαν με μόνο σκοπό να τις βρίσουν, να τις χλευάσουν, να τις γελοιοποιήσουν. Πώς ξεκινούν οι τύποι αυτοί το βράδυ τους; "Πάμε στην πιάτσα στα τραβέλια, να τους πετάξουμε κάνα μπουκάλι, να τους βρίσουμε, να αισθανθούμε ωραία." Θλιβερή μέθοδος για να αισθανθείς ωραία μα συνηθισμένη σε μια κοινωνία που συσσωρεύει οργή για να την ξεσπάσει σε λάθος κατευθύνσεις. Κοινωνικός κανιβαλισμός.

"Έχω σταματήσει να ασχολούμαι" μου λέει η Κρίστη ενώ η φίλη της απαντά με πάθος στις βρισιές και ανταποδίδει τις χειρονομίες. Γλώσσα σκληρή. Είκοσι χρόνια στην πιάτσα πως να μην σε κάνουν σκληρό. Και όμως ανταποκρίνονται με ευγένεια σε ένα ευγενικό κάλεσμα. Σκληρή γλώσσα, ευαίσθητη, διαφορετική καρδιά.

Πόσο ανέτοιμη είναι η ελληνική κοινωνία; Πόσο ανώριμη να αντιμετωπίσει με λογική τους ανθρώπους που διαφέρουν. "Δεν ζητάμε τίποτα. Παρα ίση αντιμετώπιση. Τόσο απλό, τόσο αυτονόητο.'' Παράξενο να μιλάς για αυτονόητα σε μια κοινωνία που οι σκληρότερες μάχες διεξήχθησαν γι' αυτά.

Συγκλονιστική εμπειρία, διδακτική. Από αυτές που μένουν για μια ζωή. Κάθε βήμα, βιβλίο ολόκληρο. Ειπώθηκαν πολλά. Φύγαμε με την υπόσχεση να επιστρέψουμε για να πούμε ακόμα περισσότερα. Να περιμένετε νέα. Μέχρι τότε καλό βράδυ.

Ροη αρθρων