του Παντελη Μπουκαλα, απο την Καθημερινη...
Πόσοι άραγε από τους αναρίθμητους πρόσφυγες ανά τον κόσμο να
πληροφορήθηκαν πως η προχθεσινή ημέρα, Παρασκευή, 20 Ιουνίου, ήταν
αφιερωμένη στην ταπεινότητά τους, κατά το ετήσιο έθιμο, που αποσκοπεί
στην κάποια άμβλυνση των προσφυγικών προβλημάτων αλλά και στον μετριασμό
των τύψεων της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας και των ηγεσιών της;
Και πόσοι να χάρηκαν μαθαίνοντας ότι, σύμφωνα με πρόγραμμα της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, η τετριμμένη ιστοριούλα κάποιου απ’ όλους αυτούς μπορεί να γίνει ευρύτερα γνωστή; Να βρει δηλαδή τη θέση της στο διαδικτυακό οικουμενικό χωριό –ποιος ξέρει, ακόμα και να μεταποιηθεί σε σενάριο για ταινία– αν έχει την τύχη να αναλάβει τη διάδοσή της κάποιος διάσημος ηθοποιός, τραγουδιστής, πολιτικός, δημοσιογράφος, ποδοσφαιριστής, ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Ελάχιστοι. Μπορεί και κανένας από όλους αυτούς που, κυνηγημένοι από το φάσμα του πολέμου –το φάσγανό του μάλλον–, εγκαταλείπουν την εστία τους και μετακινούνται προς ένα από τα σημεία του ορίζοντα, σαν κουκκίδες σε άλλη μία μαζικότατη οικουμενική μετανάστευση. Και όχι τόσο επειδή ελπίζουν πως η ζωή τους θα γίνει ανθρωπινότερη αλλά με την προσδοκία ότι ο θάνατός τους έστω θα είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα.
Ελάχιστοι έχουν τον τρόπο ή την επιθυμία να τα μάθουν όλα τούτα, που όσο αναγκαία κι αν είναι, περισσότερο παρηγορούν όσους τα αποφασίζουν παρά τους αποδέκτες τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Αντίθετα, καθόλου σίγουροι δεν είμαστε ούτε καν για τον αριθμό των προσφύγων σήμερα, στα μισά του 2014, αφού πληθαίνουν κάθε μέρα, έτσι όπως πολλαπλασιάζονται οι πηγές πανικού· στις υπό διαρκή κρίση αφρικανικές και ασιατικές χώρες, ο πληθυσμός των οποίων υποχρεώνεται σε εσωτερική ή διακρατική εκτόπιση, προστέθηκε ήδη μία ευρωπαϊκή: η Ουκρανία.
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το σύνολο των προσφύγων ανήλθε στα 15 εκατομμύρια, των δε εκτοπισμένων είναι τρεις φορές μεγαλύτερο. Οι αριθμοί αυτοί ωστόσο αφορούν το 2012. Και αν ενάμισι ή δύο χρόνια δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινότητα όσων κατοικούμε στις αργόρυθμες δυτικές δημοκρατίες μας, σαν κακοδιάθετοι υποδοχείς τού αλλότριου πόνου, αντιστοιχούν σε πυκνές δεκαετίες για τη ζωή των ανθρώπων που γεννιούνται κάπου στην Ασία ή την Αφρική: στο Ιράκ, στην Παλαιστίνη, στο Αφγανιστάν, στη Νιγηρία, στο Σουδάν, στη Λιβύη, που έτσι όπως «εκδημοκρατίστηκε», έγινε κι αυτή παραγωγός φυγάδων.
Και πόσοι να χάρηκαν μαθαίνοντας ότι, σύμφωνα με πρόγραμμα της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, η τετριμμένη ιστοριούλα κάποιου απ’ όλους αυτούς μπορεί να γίνει ευρύτερα γνωστή; Να βρει δηλαδή τη θέση της στο διαδικτυακό οικουμενικό χωριό –ποιος ξέρει, ακόμα και να μεταποιηθεί σε σενάριο για ταινία– αν έχει την τύχη να αναλάβει τη διάδοσή της κάποιος διάσημος ηθοποιός, τραγουδιστής, πολιτικός, δημοσιογράφος, ποδοσφαιριστής, ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Ελάχιστοι. Μπορεί και κανένας από όλους αυτούς που, κυνηγημένοι από το φάσμα του πολέμου –το φάσγανό του μάλλον–, εγκαταλείπουν την εστία τους και μετακινούνται προς ένα από τα σημεία του ορίζοντα, σαν κουκκίδες σε άλλη μία μαζικότατη οικουμενική μετανάστευση. Και όχι τόσο επειδή ελπίζουν πως η ζωή τους θα γίνει ανθρωπινότερη αλλά με την προσδοκία ότι ο θάνατός τους έστω θα είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα.
Ελάχιστοι έχουν τον τρόπο ή την επιθυμία να τα μάθουν όλα τούτα, που όσο αναγκαία κι αν είναι, περισσότερο παρηγορούν όσους τα αποφασίζουν παρά τους αποδέκτες τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Αντίθετα, καθόλου σίγουροι δεν είμαστε ούτε καν για τον αριθμό των προσφύγων σήμερα, στα μισά του 2014, αφού πληθαίνουν κάθε μέρα, έτσι όπως πολλαπλασιάζονται οι πηγές πανικού· στις υπό διαρκή κρίση αφρικανικές και ασιατικές χώρες, ο πληθυσμός των οποίων υποχρεώνεται σε εσωτερική ή διακρατική εκτόπιση, προστέθηκε ήδη μία ευρωπαϊκή: η Ουκρανία.
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το σύνολο των προσφύγων ανήλθε στα 15 εκατομμύρια, των δε εκτοπισμένων είναι τρεις φορές μεγαλύτερο. Οι αριθμοί αυτοί ωστόσο αφορούν το 2012. Και αν ενάμισι ή δύο χρόνια δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινότητα όσων κατοικούμε στις αργόρυθμες δυτικές δημοκρατίες μας, σαν κακοδιάθετοι υποδοχείς τού αλλότριου πόνου, αντιστοιχούν σε πυκνές δεκαετίες για τη ζωή των ανθρώπων που γεννιούνται κάπου στην Ασία ή την Αφρική: στο Ιράκ, στην Παλαιστίνη, στο Αφγανιστάν, στη Νιγηρία, στο Σουδάν, στη Λιβύη, που έτσι όπως «εκδημοκρατίστηκε», έγινε κι αυτή παραγωγός φυγάδων.

