Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΕΡΣΤΑΪΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΛΕΡΣΤΑΪΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Το σύμπλεγμα του Σαμψών...

Του Immanuel Wallerstein, απο το Ιστολογιο Κοιτα τον ουρανο...
Στη Βίβλο υπάρχει η διάσημη ιστορία του Σαμψών, ο οποίος είναι ένας ήρωας. Υπάρχουν πολλές ερμηνείες για το νόημα της ιστορίας στην οποία ο Σαμψών, ένας Ισραηλίτης που του έχει χορηγηθεί θεϊκή δύναμη, γκρεμίζει το ναό των (πολύ ισχυρών) εχθρών Φιλισταίων, πεθαίνοντας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το εκλαμβάνω ότι σημαίνει πως μια πράξη που φαίνεται παράλογη (ο Σαμψών πεθαίνει στη διαδικασία) είναι και ηρωική και πολύ λογική γιατί γίνεται ο τρόπος (ίσως ο μόνος τρόπος) με τον οποίο ο ισχυρός εχθρός νικήθηκε και ο λαός του σώθηκε.

Εμείς φαίνεται να έχουν πολλούς υποθετικούς «Σαμψών» αυτές τις μέρες, που μπλοκάρουν ή επιδιώκουν να μπλοκάρουν ό, τι θεωρούν ότι είναι επικίνδυνοι «συμβιβασμοί» με τον εχθρό. Ο Benjamin Netanyahu, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, λέει ότι μια κακή συμφωνία είναι χειρότερη από καμία συμφωνία. Αναφέρεται σε αυτό που βλέπει ως συμφωνία των ΗΠΑ - Ρωσία για τη Συρία και την πιθανή συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν. Στην Κολομβία, ο πρώην πρόεδρος των Συντηρητικών είναι απέναντι στον σημερινό συντηρητικό πρόεδρό της επειδή βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την αντάρτικη οργάνωση γνωστή ως FARC, υπό την αιγίδα της Κούβας και της Βραζιλίας.

Και φυσικά έχουμε τις μαζικές μη διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των Ηνωμένων Πολιτειών, στις οποίες τα μέλη του Tea Party στο Κογκρέσο, κι ειδικά στη Βουλή των Αντιπροσώπων, χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να ασκήσουν βέτο σε οποιοδήποτε συμβιβασμό με τις δυνάμεις του εχθρού που βλέπουν να καθοδηγούνται από τον Πρόεδρο Ομπάμα και το Δημοκρατικό Κόμμα γενικά, με τη συνενοχή εκείνων που θεωρούν ότι είναι οι εσωτερικοί εχθροί, δηλαδή, όλοι αυτοί οι Ρεπουμπλικάνοι οι οποίοι ζητούν κάποιο είδος «συμβιβαστικής λύσης».

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Λιτότητα, στις πλάτες ποιων;

του Ιμάνιουελ Βαλερστάιν...  Austerity-At Whose Cost?  ©iwallerstein.com
Δημοσιευθηκε στην Προοδευτικη Πολιτικη...
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Νικολόπουλος)
Παντού πλέον, η λιτότητα είναι το ζητούμενο της εποχής. Για να είμαστε ακριβείς, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις προς το παρόν σε μερικές χώρες -Κίνα, Βραζιλία, χώρες του Κόλπου και πιθανόν μερικές άλλες. Αλλά αυτές σήμερα είναι εξαιρέσεις, σε μια παγκοσμίως κυρίαρχη τάση. Εν μέρει αυτή η τάση είναι εντελώς προσχηματική, εν μέρη αντανακλά ένα πραγματικό οικονομικό πρόβλημα. Ποιο είναι όμως αυτό;


Απ' τη μία πλευρά η απίστευτη σπατάλη του καπιταλιστικού συστήματος έχει όντως οδηγήσει σε μια κατάσταση κατά την οποία το σύστημα παγκοσμίως απειλείται από την πραγματική του αδυναμία να συνεχίσει να καταναλώνει παντού στη Γη στον ίδιο βαθμό που συνήθιζε μέχρι τώρα, ειδικά όσο η οριακή κατανάλωση βαίνει σταθερά αυξανόμενη. Είναι αληθές ότι εξαντλούμε τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης επιβίωσης, δεδομένου του καταναλωτισμού που υπήρξε η βάση των παραγωγικών αλλά και των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων.

Απ' την άλλη, γνωρίζουμε ότι η κατανάλωση παγκοσμίως ήταν εξαιρετικά άνιση, και μεταξύ των κρατών και στο εσωτερικό τους. Επιπλέον, το χάσμα μεταξύ των ευνοημένων αυτή τη στιγμή και των αποκλεισμένων συστηματικά αυξάνεται. Αυτές οι ανισότητες συνιστούν τη ρίζα της έντασης στο διεθνές σύστημα, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά και πολιτιστικά.

Δεν αποτελεί πια μυστικό για τον πληθυσμό παγκοσμίως: η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της, ο περιορισμός των αποθεμάτων νερού και τροφής και οι αντίστοιχες επιπτώσεις είναι ορατές σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους καλούν σε αλλαγή πολιτιστικών αξιών και αποστασιοποίηση από τον καταναλωτισμό.

Οι πολιτικές συνέπειες είναι άξιες σοβαρής ανησυχίας για μερικές από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες-παραγωγούς, που αντιλαμβάνονται πως δεν κατέχουν πλέον τα μέσα να στηρίξουν τη παγκόσμια θέση τους και χάνουν τη δυνατότητα να κυριαρχούν στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στη δημιουργία πλούτου. Η τρέχουσα τάση για λιτότητα είναι μια μόνο ήσσων και εκ των βραχυπρόθεσμων προσπαθειών να περιορίσουν τη δομική κρίση του διεθνούς συστήματος.

Η λιτότητα που εφαρμόζεται ασκείται στα κατώτερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού παγκοσμίως. Οι κυβερνήσεις σκοπεύουν να διασώσουν εαυτούς από τη χρεοκοπία και να προστατεύσουν τις μεγάλες επιχειρήσεις (συγκεκριμένα -αλλά όχι μόνο- τις μεγάλες τράπεζες) από το κόστος των επαναλαμβανόμενων αστοχιών τους και κάθε λογής αυτοτραυματισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να το επιτύχουν είναι περικόπτοντας (αν όχι διαλύοντας) το δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας που δημιουργήθηκε για να στηρίζει τον καθένα από τις συνέπειες της ανεργίας, των σοβαρών ασθενειών, των οικογενειακών βαρών και όλων των άλλων σοβαρών προβλημάτων που οι οικογένειες αντιμετωπίζουν υπό κανονικές συνθήκες.

Όσοι αποσκοπούν σε βραχυπρόθεσμα οφέλη συνεχίζουν να παίζουν στις χρηματαγορές με ρυθμό συστηματικό και ταχύτατο. Αλλά αυτό το παιχνίδι βασίζεται σε οριακά έσοδα και κυρίως στη δυνατότητα να βρεθούν αγοραστές των προϊόντων. Η δραστική ζήτηση μειώνεται σταθερά και λόγω των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες και λόγω του μαζικού φόβου ότι έρχονται περισσότερες περικοπές.

Οι υπερασπιστές της λιτότητας συνεχώς μας καθησυχάζουν πως σύντομα οι θυσίες τελειώνουν και η γενική ευημερία βρίσκεται προ των πυλών. Παρ' όλα αυτά, ούτε οι θυσίες σταματούν, ούτε το κλίμα ευημερίας επανέρχεται. Αντιθέτως, φαίνεται ότι θα καθυστερήσει αρκετά ακόμα.

Υπάρχουν επίσης και αυτοί που θεωρούν πως μια σοσιαλδημοκρατική λύση είναι δυνατή. Δηλαδή πως αντί για λιτότητα πρέπει να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες και να φορολογήσουμε το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού. Ακόμα και αν αυτό ήταν πολιτικά βάσιμο, θα έλυνε μαγικά το πρόβλημα; Οι υπερασπιστές της λιτότητας έχουν ένα εύλογο επιχείρημα: δεν υπάρχουν αρκετές πλουτοπαραγωγικές πηγές στο πλανήτη να διαθέσουν ένα βιώσιμο μοντέλο κατανάλωσης που θέλει ο καθένας, μιας και όλο και περισσότεροι πολίτες ζητούν πολιτικά να βρίσκονται μεταξύ των μεγάλων-καταναλωτών.

Εδώ βρίσκονται οι εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρθηκα αρχικά: στην παρούσα συγκυρία επεκτείνουν τους αριθμούς των μεγάλων καταναλωτών. Οι χώρες-«εξαιρέσεις» βρίσκονται εκ των πραγμάτων αντιμέτωπες με μεγαλύτερα οικονομικά διλήμματα τα οποία δεν μπορούν να επιλύσουν.

Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι σχετικά με τα πραγματικά διλήμματα σε αυτή τη δομική κρίση:
  • Ο πρώτος είναι να εγκαθιδρυθεί ένα μη-καπιταλιστικό αυταρχικό παγκόσμιο σύστημα που θα χρησιμοποιήσει τη βία και την εξαπάτηση αντί για την «αγορά» για να επιτρέψει και να αυξήσει την άνιση παγκόσμια διανομή των βασικών καταναλωτικών αγαθών.
  • Ο άλλος είναι να αλλάξουμε τις πολιτισμικές μας αξίες.

Για να καταφέρουμε να ζήσουμε σε ένα σχετικά δημοκρατικό και σχετικά εξισωτικό ιστορικό σύστημα, δε χρειαζόμαστε την οικονομική ανάπτυξη τόσο, όσο αυτό που αποκαλούν στην λατινική Αμερική «buen vivir» (την ευζωία). Αυτό κατ' ουσία απαιτεί δέσμευση σε διαρκή ορθολογικό διάλογο αναφορικά με το πώς οι κοινωνίες παγκοσμίως μπορούν να κατανείμουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ανά το κόσμο με τρόπο τέτοιο ώστε όχι μόνο να έχουμε τα αναγκαία προς επιβίωση, αλλά και οι επόμενες γενιές να έχουν τη δυνατότητα να πράξουν το ίδιο.

Για κάποια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού, σημαίνει ότι τα παιδιά τους θα «καταναλώσουν» λιγότερο και για κάποια άλλα ότι θα «καταναλώσουν» περισσότερο. Αλλά σε ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούμε όλοι να έχουμε το «δίχτυ ασφαλείας»  μιας ζωής εγγυημένης από την κοινωνική αλληλεγγύη που το εν λόγω σύστημα κάνει εφικτή.

Τα επόμενα είκοσι με σαράντα χρόνια θα δούμε μια τεράστια πολιτική μάχη, όχι σχετικά με την επιβίωση του καπιταλισμού (που δεν έχει πλέον εναλλακτικές να προσφέρει) αλλά σχετικά με το είδος του συστήματος που συλλογικά θα «επιλέξουμε» για να τον αντικαταστήσουμε: ένα αυταρχικό μοντέλο που επιβάλλει συστηματική (και αυξανόμενη) πόλωση ή ένα σύστημα που είναι δημοκρατικότερο και κοινωνικά δικαιότερο...


Ο Immanuel Wallerstein είναι Αμερικανός ιστορικός και κοινωνικός επιστήμονας

'Aλλα άρθρα του Immanuel Wallerstein:

Ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος είναι διεθνολόγος, απόφοιτος του πανεπιστημίου του Μάαστριχτ

'Αλλα άρθρα του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου:

2011
2007
  • Δήλωση υποστήριξης σε ιδέες και πολιτικές (με τους Δημήτρη Αγγέλη, Κώστα Ριζόπουλο, Αιμιλία Σταθούλια, Νίκο Νικολαΐδη, Παναγιώτα Εμμανουηλίδου, Βαγγέλη Τούντα, Γεωργία Αγγελοπούλου, Ευθυμία Ντίβη, Ευτυχία Παπαχρίστου, Παναγιώτη Μπακάλη, Δημήτρη Τσαγκάρη, Οδυσσέα Κορακίδη) (10/11/2007)
2005
2004

'Αλλες μεταφράσεις του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου:

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Στο βασίλειο της κατανάλωσης και της λιτότητας – και πώς να ξεφύγουμε από αυτό...

του Ιμάνουελ Βαλερστάιν
μετάφραση: Πεδάνιος Αναζαρβέας, για τα Ενθεματα...
Tο buen vivir των Λατινοαμερικάνων
Παντού, σε όλο τον κόσμο,  η πολιτική της λιτότητας είναι πρώτη πρώτη  στην ατζέντα. Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι, προς το παρόν, υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις: η Κίνα, η Βραζιλία, οι χώρες του Κόλπου, ίσως και κάποιες ακόμα. Αλλά αποτελούν εξαιρέσεις στην πολιτική της λιτότητας που διαπερνά σήμερα πέρα ως πέρα το παγκόσμιο σύστημα. Εν μέρει, η πολιτική αυτή είναι εντελώς κατασκευασμένη. Και εν μέρει αντανακλά ένα πραγματικό οικονομικό πρόβλημα. Πώς έχει το πράγμα;
Από τη μια, η απίστευτη σπατάλη του καπιταλιστικού συστήματος έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το παγκόσμιο σύστημα απειλείται από την αδυναμία του να διατηρήσει συνολικά την κατανάλωση  στο σημερινό επίπεδο — ιδίως  αν σκεφτούμε ότι το απόλυτο επίπεδο κατανάλωσης αυξάνεται συνεχώς. Εξαντλούμε βασικούς πόρους για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, δεδομένου ότι ο καταναλωτισμός αποτέλεσε τη βάση των παραγωγικών και κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων μας.
Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι η παγκόσμια κατανάλωση ήταν εξαιρετικά άνιση, τόσο μεταξύ των χωρών όσο και στο εσωτερικό των χωρών. Επιπλέον,  σήμερα, το χάσμα μεταξύ των ευνοημένων και των χαμένων μεγαλώνει διαρκώς, πράγμα που συνιστά τη βασική πόλωση του παγκόσμιου συστήματός, όχι μόνο από οικονομική αλλά και από πολιτική και πολιτισμική άποψη.
Κι αυτό δεν είναι πια μυστικό για τους κατοίκους τούτου του πλανήτη.
Η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της,  οι ελλείψεις τροφίμων και νερού και οι συνέπειές τους είναι ορατές σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους έχουν αρχίσει να ζητούν μια αλλαγή στις πολιτισμικές αξίες: να ξεφύγουμε από τον καταναλωτισμό.
Οι πολιτικές συνέπειες της κατάστασης δημιουργούν σοβαρή ανησυχία σε ορισμένους από τους μεγαλύτερους καπιταλιστές, οι οποίοι συνειδητοποιούν ότι πλέον αμφισβητείται σοβαρά η πολιτική ισχύς και θέση τους, και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούν πλέον να διαχειρίζονται τους πόρους και τα κονδύλια. Η εφαρμοζόμενη πολιτική της λιτότητας αποτελεί μια έσχατη προσπάθεια  να συγκρατηθεί η παλίρροια που προξενεί η διαρθρωτική κρίση του παγκόσμιου συστήματος.
Η λιτότητα επιβάλλεται  σήμερα εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων, σε όλο τον πλανήτη. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να σώσουν τον εαυτό τους από την προοπτική της πτώχευσης και να προστατεύσουν τις μεγα-εταιρείες (κυρίως, αλλά όχι μόνο, τις μεγα-τράπεζες) από το τίμημα που πρέπει να καταβάλουν  (απώλεια εσόδων) για τις βλακώδεις αποφάσεις και τις αυτοκτονικές επιλογές τους. Και προσπαθούν να το κάνουν, κατ’ ουσίαν, συρρικνώνοντας (αν όχι  εξαλείφοντας πλήρως) το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, το οποίο φτιάχτηκε, στη διάρκεια των χρόνων, για να προστατεύσει όσους μένουν άνεργοι, αρρωσταίνουν, τους κατάσχουν  το σπίτι ή αντιμετωπίζουν κάποιο άλλο από τα προβλήματα που πλήττουν σταθερά τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους.
Εκείνοι που επιδιώκουν βραχυπρόθεσμα οφέλη συνεχίζουν να παίζουν στο χρηματιστήριο, διαπραγματευόμενοι συνεχώς και γρήγορα. Αλλά αυτό είναι ένα παιχνίδι που εξαρτάται διαρκώς από την ικανότητά τους να βρίσκουν αγοραστές για τα προϊόντα που πουλάν. Και  η πραγματική ζήτηση μειώνεται διαρκώς, τόσο εξαιτίας των περικοπών στο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας όσο και του μαζικού φόβου ότι θα ακολουθήσουν ακόμα μεγαλύτερες περικοπές.
Οι υπέρμαχοι της λιτότητας  μας διαβεβαιώνουν, κάθε τόσο, ότι μόλις περάσαμε τον κάβο ή εν πάση περιπτώσει τον περνάμε όπου να ’ναι, και ότι εισερχόμαστε σε μια νέα εποχή γενικής ευημερίας. Βέβαια, καθώς δεν έχουμε διαβεί αυτό το μυθικό σημείο, οι υποσχέσεις για τη νέα ευημερία γίνονται  ολοένα και πιο συγκρατημένες και μετατίθενται διαρκώς σε ένα ολοένα πιο μακρινό μέλλον.
Υπάρχουν, ακόμα, εκείνοι που πιστεύουν στη δυνατότητα μιας σοσιαλδημοκρατικής λύσης: αντί να καταφεύγουμε στη λιτότητα, πρέπει να αυξήσουμε τις κρατικές δαπάνες και να φορολογήσουμε τους πλούσιους. Ακόμα κι αν αυτό καταστεί εφικτό πολιτικά, θα μας μπορέσει να μας δώσει τη μαγική λύση; Οι υπέρμαχοι της λιτότητας αντιτείνουν ένα εύλογο επιχείρημα: Δεν υπάρχουν αρκετοί πόροι στον πλανήτη για να διατηρηθεί το επίπεδο της κατανάλωσης που επιθυμεί ο καθένας, καθώς όλο και περισσότερα άτομα διεκδικούν να έχουν υψηλό επίπεδο κατανάλωσης.
Σ’ αυτό το σημείο, ας δούμε τις εξαιρέσεις για τις οποίες μίλησα στην αρχή. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με γεωγραφική μετατόπιση, αλλά με αύξηση των ατόμων που ανήκουν στο επίπεδο της υψηλής κατανάλωσης. Οι χώρες που συνιστούν «εξαιρέσεις», λοιπόν, δεν λύνουν τα οικονομικά διλήμματα, αλλά τα εντείνουν.  Και υπάρχουν δύο μόνο δρόμοι που μπορούμε να ακολουθήσουμε, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το πραγματικό δίλημμα που θέτει αυτή η  διαρθρωτική κρίση.  Ο ένας είναι να δημιουργηθεί  ένα μη καπιταλιστικό αυταρχικό παγκόσμιο σύστημα που θα χρησιμοποιεί τη βία και την χειραγώγηση, αντί την «αγορά», για να ρυθμίσει και να αυξήσει τον άνισο παγκόσμιο καταμερισμό της  κατανάλωσης βασικών ειδών. Ο  άλλος είναι να αλλάξουμε τις  πολιτισμικές αξίες μας.
Προκειμένου να επιτευχθεί ένα –έστω εν μέρει– δημοκρατικό και εξισωτικό σύστημα, στο οποίο θα ζούμε, δεν χρειαζόμαστε «ανάπτυξη», αλλά αυτό που στη Λατινική Αμερική ονομάζoυν buen vivir. Αυτό συνεπάγεται το ξεκίνημα μιας διαρκούς ορθολογικής συζήτησης με αντικείμενο πώς όλος ο πλανήτης μπορεί να κατανέμει τους πόρους του πλανήτη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι δεν είμαστε οι μόνοι που πρέπει να επιβιώσουν, αλλά πρέπει να εξασφαλίσουμε αυτή τη δυνατότητα και για τις μελλοντικές γενιές.
Για ορισμένα τμήματα των πληθυσμών του πλανήτη, αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά τους θα «καταναλώνουν» λιγότερο· για  άλλους,  ότι θα «καταναλώνουν» περισσότερο. Αλλά, σε ένα τέτοιο σύστημα, θα διαθέτουμε όλοι το  «δίχτυ ασφαλείας» για μια ζωή εξασφαλισμένη χάρη στην κοινωνική αλληλεγγύη που το σύστημα θα καθιστά δυνατή.
Τα επόμενα 20-40 χρόνια θα παρακολουθήσουμε μια τεράστια πολιτική μάχη, όχι για την επιβίωση του καπιταλισμού (ο οποίος έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του ως σύστημα), αλλά για το τι είδους σύστημα θα «επιλέξουμε» συλλογικά να τον αντικαταστήσει: ένα αυταρχικό μοντέλο που θα επιβάλλει τη συνέχιση (και ένταση) της πόλωσης ή ένα μοντέλο περισσότερο δημοκρατικό και ίσο.
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του I. Walerstein, http://www.iwallerstein.com, στις 15.12.2012, με τίτλο «AusterityAtwhatcost
Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Δύο λουόμενοι», 1912

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Η παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011...

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
του Ιμάνουελ Βαλερστάιν
μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης
Βλ. Μπουρλιούκ, «Μελαγχολικό φεγγάρι», 1913

Από κάθε άποψη, το 2011 ήταν μια καλή χρονιά για την Αριστερά όλου του κόσμου — ανεξάρτητα από το πόσο στενά ή πλατιά ορίζει κανείς την Αριστερά αυτή. Ο βασικός λόγος ήταν οι αρνητικές οικονομικές συνθήκες από τις οποίες υποφέρει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η ανεργία ήταν υψηλή, και αυξάνεται διαρκώς. Οι περισσότερες κυβερνήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλά επίπεδα χρέους και τη μείωση των εισοδημάτων. Απάντησαν προσπαθώντας να επιβάλουν μέτρα λιτότητας στους πολίτες τους, και, ταυτόχρονα, να προστατεύσουν τις τράπεζές τους.
Το αποτέλεσμα ήταν μια παγκόσμια εξέγερση αυτού που τα κινήματα Occupy Wall Street (OWS) ονόμασαν «το 99%». Μια εξέγερση ενάντια στην υπερσυγκέντρωση του πλούτου, τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις και την αντιδημοκρατική κατά βάση φύση αυτών των κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πολυκομματισμός.
Σίγουρα, το OWS, η Αραβική Άνοιξη ή οι Αγανακτισμένοι δεν πέτυχαν όλα όσα ήλπιζαν. Ωστόσο –και αυτό είναι το σπουδαίο– κατάφεραν να αλλάξουν τον τόνο στον λόγο που επικρατεί διεθνώς, μετατοπίζοντας τον από τα ιδεολογικά θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού σε ζητήματα όπως η ανισότητα, η αδικία, και η αποαποικιοποίηση. Για πρώτη φορά εδώ, και πολλά χρόνια, οι απλοί άνθρωποι συζητούσαν για την ίδια τη φύση του συστήματος στο οποίο ζούσαν· δεν το θεωρούσαν πλέον δεδομένο.
Το ερώτημα τώρα, για την Αριστερά, είναι πώς μπορεί να προχωρήσει, μετατρέποντας αυτή την πρωταρχική επιτυχία σε πολιτική αλλαγή. Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί με πολύ απλό τρόπο: Ακόμη και αν, με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει ένα σαφές και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ μιας πολύ μικρής ομάδας (του 1%) και μιας άλλης, εξαιρετικά μεγάλης (του 99%), η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί σε έναν ανάλογο οικονομικό διαχωρισμό: παγκοσμίως, οι πολιτικές δυνάμεις της Κεντροδεξιάς εξακολουθούν να κυβερνούν τον μισό περίπου πληθυσμό του πλανήτη ή, τουλάχιστον, εκείνους που είναι πολιτικά ενεργοί με οιονδήποτε τρόπο.
Ως εκ τούτου, για να αλλάξει τον κόσμο, η Αριστερά θα χρειαστεί έναν βαθμό πολιτικής ενότητας δεν τον έχει κατακτήσει ακόμα. Υπάρχουν βαθιές διαφωνίες τόσο σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους όσο και για τις βραχυπρόθεσμες τακτικές. Δεν πάσχουμε από έλλειψη συζήτησης αυτών των ζητημάτων· αντιθέτως, η συζήτηση και η αντιπαράθεση είναι έντονες, και έχει επιτευχθεί πολύ μικρή πρόοδος όσον αφορά την υπέρβαση των αντιθέσεων και των διαχωρισμών.
Οι αντιθέσεις και οι διαχωρισμοί δεν είναι καινούργιοι, αυτό όμως δεν κάνει ευκολότερη την υπέρβασή τους. Μπορούμε να σημειώσουμε δύο μεγάλες τέτοιες αντιθέσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τις εκλογές. Υπάρχουν δύο, ή μάλλον τρεις θέσεις σχετικά με τις εκλογές. Έχουμε, εν πρώτοις, αυτούς που είναι εξαιρετικά καχύποπτοι, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι απλώς πολιτικά αναποτελεσματική, αλλά επιπλέον νομιμοποιεί το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα.
Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει κομβική σημασία. Αλλά και αυτή η ομάδα χωρίζεται στα δυο. Από τη μια, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να είναι πραγματιστές. Θέλουν να δουλέψουν από τα μέσα: στους κόλπους του μεγαλύτερου κόμματος της Κεντροαριστεράς, όταν υπάρχει πολυκομματικό σύστημα, ή στο εσωτερικό του de facto μοναδικού κόμματος, όταν δεν επιτρέπεται η κοινοβουλευτική εναλλαγή. Και, από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που επικρίνουν αυτή την πολιτική του «μικρότερου κακού». Επιμένουν ότι τα μεγάλα κόμματα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους, και υποστηρίζουν την εκλογική ενίσχυση κάποιου «πραγματικά» αριστερού κόμματος.
Η συζήτηση αυτή είναι μας είναι γνώριμη σε όλους, κι έχουμε ακούσει επανειλημμένα τα παραπάνω επιχειρήματα. Ωστόσο είναι βέβαιο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ότι αν δεν υπάρξει κάποια σύγκλιση των τριών παραπάνω απόψεων, όσον αφορά την εκλογική τακτική, τότε η Αριστερά σε όλο τον κόσμο δεν έχει πολλές ελπίδες να επικρατήσει, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.
Πιστεύω ότι υπάρχει ένας τρόπος σύγκλισης· κι αυτός είναι να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στις βραχυπρόθεσμες τακτικές και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Συμφωνώ πλήρως με όσους υποστηρίζουν ότι η κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δεν συνδέεται με τη δυνατότητα ενός μακροπρόθεσμου μετασχηματισμού του παγκόσμιου συστήματος — ενδεχομένως μάλιστα να την υπονομεύει. Ως στρατηγική μετασχηματισμού έχει δοκιμαστεί πολλές φορές και έχει αποτύχει.
Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι, στο επίπεδο της βραχείας διάρκειας, η συμμετοχή στις εκλογές αποτελεί χαμένο χρόνο. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του 99% υποφέρει έντονα καθημερινά, στη βραχεία διάρκεια. Και ακριβώς τα δεινά που υφίστανται καθημερινά είναι η κύρια μέριμνα των ανθρώπων αυτών. Προσπαθούν να επιβιώσουν, να βοηθήσουν τις οικογένειες και τους φίλους τους να επιβιώσουν. Αν σκεφτούμε τις κυβερνήσεις, όχι ως δυνητικούς παράγοντες του κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά ως δομές που μπορούν να επιδράσουν στα δεινά που υφίστανται καθημερινά οι άνθρωποι, με τις άμεσες πολιτικές αποφάσεις που θα λάβουν, τότε η Αριστερά σε όλο τον κόσμο είναι υποχρεωμένη να κάνει ό,τι μπορεί για να ληφθούν αυτές οι αποφάσεις που θα ελαχιστοποιήσουν την ανθρώπινη δυστυχία.
Αν δρούμε για να ελαχιστοποιήσουμε την ανθρώπινη δυστυχία, τότε πρέπει να συμμετάσχουμε στις εκλογές. Και τι θέση παίρνουμε στη διαμάχη ανάμεσα στους υπέρμαχους της λογικής του μικρότερου κακού και εκείνους που επιμένουν ότι πρέπει να υποστηρίξουμε τα πραγματικά αριστερά κόμματα; Αυτό είναι θέμα τακτικής, που πρέπει να αποφασιστεί χωριστά σε κάθε χώρα· η γκάμα των επιλογών είναι πολύ μεγάλη, καθώς εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: το μέγεθος της χώρας, τη δομή του πολιτικού συστήματος, τη δημογραφία, τη γεωπολιτική θέση, την πολιτική ιστορία. Δεν υπάρχει μία απάντηση, και δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Η απάντηση του 2012 δεν θα ισχύει απαραιτήτως και το 2014 ή το 2016. Δεν πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ζήτημα αρχής, αλλά για ζήτημα τακτικής που επανεκτιμάται, ανάλογα με τις συνθήκες, σε κάθε χώρα.
Η δεύτερη βασική διαμάχη, στην οποία αναλίσκεται η Αριστερά σε όλο τον κόσμο, είναι η διαμάχη ανάμεσα σε αυτό που ονομάζω «λατρεία της ανάπτυξης» (developmentalism) και σε εκείνο που θα μπορούσε να αποκληθεί προτεραιότητα της πολιτισμικής αλλαγής. Παρακολουθούμε αυτή την αντιπαράθεση σε πολλά μέρη του κόσμου. Τη βλέπουμε στη Λατινική Αμερική, στις συνεχιζόμενες και έντονες διαμάχες ανάμεσα στις αριστερές κυβερνήσεις και τα κινήματα των αυτοχθόνων — για παράδειγμα, στη Βολιβία, στο Εκουαδόρ, στη Βενεζουέλα. Τη βλέπουμε στη Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη, στις διαμάχες μεταξύ των οικολόγων/Πρασίνων και στα συνδικάτα, που δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση και την επέκταση της απασχόλησης.
Η «λατρεία της ανάπτυξης», είτε προωθείται από αριστερές κυβερνήσεις είτε από συνδικάτα, πρεσβεύει ότι χωρίς οικονομική ανάπτυξη δεν υπάρχει τρόπος να επανορθωθούν οι οικονομικές ανισορροπίες του σημερινού κόσμου, είτε μιλάμε για την υπερσυγκέντρωση πλούτου στο εσωτερικό των χωρών είτε σε διακρατικό επίπεδο. Οι θιασώτες αυτής της αντίληψης κατηγορούν τους αντιπάλους τους ότι υποστηρίζουν, σίγουρα εξ αντικειμένου και ενδεχομένως και εξ υποκειμένου, τα συμφέροντα των δεξιών δυνάμεων.
Οι υποστηρικτές του «αντιαναπτυξιακού» ρεύματος λένε ότι η επικέντρωση στην προτεραιότητα της οικονομικής ανάπτυξης είναι λανθασμένη για δύο λόγους: αποτελεί μια πολιτική που διαιωνίζει απλώς τα χειρότερα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, ενώ, ταυτόχρονα, προκαλεί ανεπανόρθωτη καταστροφή — οικολογική και κοινωνική.
Η διαμάχη αυτή είναι ακόμα πιο παθιασμένη, αν μπορούμε να το πούμε αυτό, από τη διαμάχη για τη συμμετοχή στις εκλογές. Ο μόνος τρόπος να επιλυθεί είναι με συμβιβασμούς, που θα γίνουν συγκεκριμένα για κάθε περίπτωση. Για να καταστεί κάτι τέτοιο δυνατό, κάθε ομάδα πρέπει να δεχτεί, καλή τη πίστει, τα αριστερά διαπιστευτήρια της άλλης. Και αυτό δεν είναι εύκολο.
Μπορούν να ξεπεραστούν αυτές οι αντιθέσεις και οι διαχωρισμοί στην Αριστερά τα επόμενα πέντε με δέκα χρόνια; Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά, αν δεν ξεπεραστούν, πιστεύω ότι η Αριστερά σε όλο τον κόσμο δεν θα μπορέσει να κερδίσει στη μάχη που θα διεξαχθεί τα επόμενα είκοσι-σαράντα χρόνια για το σύστημα που θα διαδεχθεί τον καπιταλισμό, όταν αυτός καταρρεύσει οριστικά.
Το άρθρο «The World Left After 2011» δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Immanuel Wallerstein,http://www.iwallerstein.com/world-left-2011/

Ροη αρθρων