Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Tα «δημιουργικά» βασανιστήρια της εξουσίας: Χριστός, Μίσσιος, Λειβαδίτης...

Του Χρήστου Αβραμίδη

Όπως είναι γνωστό, στις 21 Απριλίου επιβλήθηκε η χούντα των Συνταγματαρχών. Τόνοι μελάνης θα χυθούν, για ακόμα μια φορά, ενάντια σε αυτή τη βάρβαρη εξουσία. Οι καθεστωτικές εφημερίδες θα χύσουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους για τα βασανιστήρια, ίσως οι πιο διψασμένες για πωλήσεις θα αναπαράγουν και τις μαρτυρίες ανθρώπων που αντιστάθηκαν. Είναι τέτοια η εμπορική ανάλωση του θέ(α)ματος που σου δίνει την εντύπωση πως για να περιγράψει κανείς τι ήταν τελικά η χούντα δεν μπορεί να καταφέρει πολλά αν δεν μπλέξει τον λόγο του με την τέχνη, για να δείξει σαν μεγεθυντικός φακός, όπως έλεγε και ο Μαγιακόφσκι, το παρανοϊκό νουάρ που παίχτηκε εκείνα τα χρόνια σε αυτή τη μικρή γωνιά της γης. Παρανοϊκό όσο οι χούντες της Λατινικής Αμερικής και παρακμιακό, όσο ένα υπόγειο μπουρδέλο της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας. Θα παραθέσουμε, λοιπόν, ένα απόσπασμα του Χρόνη Μίσσιου, που αναδεικνύει ποιος ήταν αυτός ο κόσμος της δεξιάς που ανήλθε στην εξουσία.
«Μου λεγε ένας φιλαράκος φοιτητής, όταν τον βασάνιζε ένας λοχίας της ΕΣΑ, και στα διαλείμματα του έκανε κατήχηση, τού λεγε, είσαι βλάκας, ρε, που κάνεις και το μορφωμένο. Από δω ρε μαλάκα, είναι ο μαρξισμός, ίσον προδοσία της πατρίδος και δε συμμαζεύεται. Από κει, ρε κόπανε, είναι οι ακρογιαλιές με τους κώλους και τα κωλαράκια ξαπλωμένα στην αμμουδιά. Με ποιους θα πας, ρε, άμα δεν είσαι μαλάκας; Τρισχιλιετής πολιτισμός να σου φύγει το καφάσι».

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Χα­μη­λό­μι­σθος Χρι­στός...

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας, απο την Εποχη...
Χα­μη­λό­μι­σθος Χρι­στός / που πα­ρα­παίο­ντας α­νή­μπο­ρος / σέρ­νει σταυ­ρό / την α­ξιο­πρέ­πειά του.
Σω­τή­ρης Στα­μά­της

«Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε χαι­ρε­τώ. Πρώ­τον έρ­χο­μαι να ε­ρω­τή­σω δια την κα­λή σου υ­γεία και δεύ­τε­ρον εάν ε­ρω­τάς και δι’ ε­μέ υ­γιαί­νω πλή­ρως. Δεν ή­ταν σω­στό να μου στεί­λεις τα ρού­χα σου τα ο­ποία ε­σύ θα τα χρεια­σθείς πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ε­μέ­να. Διό­τι ε­γώ αν χρεια­σθώ κά­τι έ­χω του­λά­χι­στον κά­ποιον να με βο­η­θή­σει, ε­νώ ε­σύ δεν έ­χεις κα­νέ­ναν».
«Παι­δί μου γλυ­κύ­τα­το, Μή­τσο μου, Σε φι­λώ, η τε­θλιμ­μέ­νη μά­να σου Δη­μη­τρού­λα». «Πε­ρι­μέ­νω γράμ­μα, Η γυ­ναί­κα σου, Σε φι­λώ η α­δελ­φή σου, Σε φι­λώ με δά­κρυα στα μά­τια, Ο α­δελ­φός σου Τά­κης».
«Μά­θε και για τη μη­τέ­ρα μας, τις 4 του μη­νός α­πε­βίω­σε, εί­τα­νε με­γά­λο κρί­μα που δεν εί­δε το γιο της για τε­λευ­ταία φο­ρά, που εί­χε δε­κα­πέ­ντε χρό­νια να σε δει. Η κη­δεία της ή­ταν με­γά­λη λύ­πη που της έλ­λει­παν τό­σα παι­διά».
«Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε φι­λού­με. Εύ­χο­μαι το γράμ­μα μου να σε εύ­ρει πλή­ρη υ­γεία, κα­θώς και ε­μείς τώ­ρα εί­μα­στε κα­λά. Πα­τέ­ρα α­πό την Αθή­να φύ­γα­με την Πα­ρα­σκευή βρά­δυ και το Σάβ­βα­το το πρωί εί­μα­σταν στο σπί­τι μας κα­λά. Είρ­θα­με χα­ρού­με­νοι ευ­τυ­χι­σμέ­νοι και ι­διαί­τε­ρα ε­γώ, ύ­στε­ρα α­πό 17 ο­λό­κλη­ρα χρό­νια γνώ­ρι­σα τον Πα­τέ­ρα μου και ας τον γνώ­ρι­σα μέ­σα α­πό σί­δη­ρα αρ­κεί που πί­στε­ψα πως έ­χω Πα­τέ­ρα».
«Βλέ­πω με χα­ρά μπα­μπά μου να βγαί­νουν διαρ­κώς α­πό τις φυ­λα­κές. παίρ­νω λί­γο θάρ­ρος μ’ αυ­τούς και κά­θε βρά­δυ στον ύ­πνο μου προ­σεύ­χο­μαι προς το Θεό να λυ­πη­θεί λί­γο κι ε­μάς και α­φού σε φέ­ρει κο­ντά μας να μας κά­νει λί­γο ευ­τυ­χι­σμέ­νους».
«Μα δεν χόρ­τα­σαν οι άν­θρω­ποι με τό­σους που μας σκό­τω­σα­ν; Δεν βα­ρέ­θη­καν να σε κρα­τούν 16 χρό­νια στη φυ­λα­κή; Μα τι κα­κό κά­να­με ε­μείς στην κοι­νω­νία; Ό,τι πιο κα­λό εί­χα το έ­δω­σα γι’ αυ­τήν την κοι­νω­νία. Τα παι­διά μου, τα πά­ντα τη ζωή μου […] Ήλιε μου, θα σε πε­ρι­μέ­νω μή­πως βα­ρε­θούν οι άν­θρω­ποι και σε α­φή­σουν […] Τώ­ρα θα θέ­λεις και λε­πτά κι ας μη μου το γρά­φεις. Όμως δεν έ­χω. Σε φι­λώ η μα­νού­λα σου Αγγε­λι­κή Πα­πα­δά­του».
«Έτε­ρο δεν έ­χω να σου γρά­ψω. Χαι­ρε­τι­σμούς α­πό τα παι­διά και α­πό τη μά­να μας, και Σω­κρά­ται­να με παι­διά της. Σου στέλ­νω και 4 γραμ­μα­τό­ση­μα. Γρά­ψε μας ε­σύ τι κά­νεις». «Αυ­τά και στα­μα­τώ, μπα­μπά, για­τί δεν έ­χω κου­ρά­γιο να γρά­ψω άλ­λα, Η κό­ρη σου Μα­ρί­κα».

Δεν εί­ναι ε­πι­στο­λές μελ­λο­ντι­κών κρα­του­μέ­νων, θύ­μα­τα της μι­σαλ­λό­δο­ξης στρα­τη­γι­κής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας, ό­πως συ­χνά πυ­κνά προ­φη­τεύουν οι α­στέ­ρες της δη­μο­σιο­γρα­φίας Αφοί Κα­ψή και ΣΙΑ. Εί­ναι 29 γράμ­μα­τα σε φυ­λα­κι­σμέ­νους με­τα­ξύ των πρό­σφα­των ε­τών 1959-1963 που πα­ρου­σιά­στη­καν α­πό τον ποιη­τή Τά­σο Λει­βα­δί­τη με γε­νι­κό τίτ­λο «Προ­σκυ­νού­μεν Σου τα Πά­θη…». (Επιθ. Τέ­χνης τχ. 105, Σε­πτέμ­βριος 1963, σελ. 265-284).

Η σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ι­στο­ρία που ε­ξα­κο­λου­θεί να γρά­φε­ται πα­ρα­χα­ρασσ­σό­με­νη α­πό τους ί­διους νι­κη­τές, και να δια­βά­ζε­ται στα κρυ­φά σχο­λειά της διαρ­κώς ητ­τη­μέ­νης α­ρι­στε­ράς. Χα­μέ­νης, α­κό­μα και μέ­σα στον α­νέλ­πι­στο θρίαμ­βό της, κα­θώς ε­ξα­κο­λου­θεί να ζει με τις α­γκυ­λώ­σεις, τις διαι­ρέ­σεις, τις εμ­μο­νές και τις φο­βίες της. Διαρ­κώς α­μυ­νό­με­νη και ο­πι­σθο­χω­ρού­σα. Πα­λιο­μο­δί­τισ­σα και πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νη, α­κό­μα και στα α­πο­σπα­σμα­τι­κά κι α­προ­γραμ­μά­τι­στα «α­νοίγ­μα­τά» της. Αμή­χα­νη α­κό­μα κι ό­ταν ε­γκα­λεί­ται γι’ αλ­λό­τρια ε­γκλή­μα­τα.

Δε μπαί­νω στα χω­ρά­φια των δια­φη­μι­στών image makers αλ­λά ό­σοι εί­δα­νε το «Νο», του Πά­μπλο Λα­ρέν, την κα­μπά­νια των υ­πο­στη­ρι­κτών του «Όχι» στο δη­μο­ψή­φι­σμα του 1988 στη Χι­λή, που α­νέ­τρε­ψε τε­λι­κά τον δι­κτά­το­ρα Πι­νο­σέ­τ, θα κα­τά­λα­βαν πως κα­θε­στώ­τα και κυ­βερ­νή­σεις, ό­σο α­ντι­δη­μο­κρα­τι­κές κι αν εί­ναι πα­ρα­μέ­νουν στην ε­ξου­σία έ­στω και με λαϊκή α­νο­χή. Που θα με­τα­βλη­θεί σε έ­μπνευ­ση, πί­στη και στή­ρι­ξη των ι­δεών σου, μό­νο ό­ταν δια­φα­νεί η βά­σι­μη ε­ναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση. Ένα ου­ρά­νιο ε­πα­να­στα­τι­κό τό­ξο γα­λή­νης και προο­πτι­κής. Όχι α­νά­θε­μα στο χτες και τα σα­βα­νω­μέ­να πτώ­μα­τα του σή­με­ρα.
Δε­δο­μέ­να και αυ­το­νό­η­τα τα ε­γκλή­μα­τα της δε­ξιάς, η βία των ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, η πο­λι­τεία του Δέν­δια, η α­γυρ­τεία του Κε­δί­κο­γλου, ο φα­σι­σμός των φα­σι­στών. Το α­ντί­θε­το θα ή­ταν έκ­πλη­ξη.

Με­γα­λώ­σα­με γνω­ρί­ζο­ντας πως τα ευυ­πό­λη­πτα στη­ρίγ­μα­τα της κοι­νω­νίας «στην κα­το­χή κυ­κλο­φο­ρού­σαν με γερ­μα­νι­κές στο­λές, μας σκό­τω­ναν με γερ­μα­νι­κά ό­πλα και τώ­ρα τρι­γυ­ρί­ζουν ε­λεύ­θε­ροι α­νά­με­σά μας, τους συ­να­ντά­με στα κα­φε­νεία, στα θέ­α­τρα, στην πο­λι­τι­κή, έ­τοι­μους να μας ξα­να­σκο­τώ­σουν μ’ ο­ποιασ­δή­πο­τε προ­ε­λεύ­σεως ό­πλα» (Τά­σος Λει­βα­δί­της). Ανά­λο­γα τα ζή­σα­με με­τά τη δι­κτα­το­ρία του 1967. Με ό­σους πλά­σα­ραν ε­αυ­τούς και αλ­λή­λους στα νέα τζά­κια της Αλλα­γής. («Α, ρε Λαυ­ρέ­ντη ε­γώ ξέ­ρω κα­λά τι κου­μά­σι εί­σαι», έ­λε­γε κά­που ο Ανα­γνω­στά­κης).

Όμως, το θέ­μα εί­ναι τώ­ρα τι λες; Για­τί α­κό­μα και στα Κρε­μα­τό­ρια οι άν­θρω­ποι ε­ρω­τεύο­νταν, ήλ­πι­ζαν στη ζωή, εύ­χο­νταν να γλι­τώ­σουν, έ­στω προ­σω­ρι­νά, πα­ρό­τι ξέ­ραν ό­τι οι φούρ­νοι δου­λεύουν α­κα­τά­παυ­στα, α­κό­μα και με το δι­πλα­νό τους.

Μό­νο ε­δώ υ­πάρ­χει τό­ση Κό­λα­ση γύ­ρω μας, τέ­τοιο διαρ­κές σφί­ξι­μο, τό­σος χει­μω­νιά­τι­κος πό­νος δί­χως κα­μιά προο­πτι­κή ό­πως δεί­χνουν τ’ α­πε­γνω­σμέ­να «δεν ξέ­ρω, δεν α­πα­ντώ», οι α­να­πο­φά­σι­στοι, τα χα­μη­λά των δη­μο­σκο­πή­σεων, τα χι­λιά­δες σκυμ­μέ­να κε­φά­λια ό­σων κου­ρά­στη­καν να τι­μω­ρού­νται, και συ­νή­θι­σαν να υ­πο­τάσ­σο­νται.

Σχε­δία­ζα πολ­λά να γρά­ψω ι­δίως με­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της α­περ­γίας. («Πες μου τη ΓΣΕΕ σου να σου πω ποιος εί­σαι», η πα­ροι­μία. Και η α­ντί­στοι­χη βρι­σιά ευ­πρε­πούς α­πελ­πι­σμέ­νου: «Τη ΓΣΕΕ μου μέ­σα»).

Γε­νι­κά «ή­μα­σταν μια ω­ραία α­τμό­σφαι­ρα» που θα ’λε­γε κι ο Ηλιό­που­λος, ό­χι ο Σταύ­ρος, της Αρι­στε­ράς αλ­λά ο Ντί­νος, της κω­μω­δίας.
Όμως, τέ­λος χρό­νου.

Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Ροη αρθρων