Φαντάσου έναν ουρανό να βρέχει νεκρά περιστέρια. Φαντάσου τα φανάρια των αθηναϊκών διασταυρώσεων εκεί όπου διασταυρώνεται το τίποτα με το τίποτα, το πουθενά με το πουθενά και το ανύπαρκτο με το ανύπαρκτο, γεμάτα από σκιές παιδιών που ουδέποτε υπήρξαν. Μια ακόμη εκδοχή της πραγματικότητας. Μια ακόμη εκδοχή της φρίκης, που βέβαια εντάσσεται στα θεμέλια, ή μάλλον στα έγκατα του ηθικού ρεαλισμού, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζει τον περιώνυμο πολιτικό ρεαλισμό των τεράτων. Και των συν αυτοίς κολαούζων, καθώς και των αδίστακτης χαμέρπειας απολογητών ενός απίστευτα συνθλιπτικού καθεστώτος. Έλεγα, λοιπόν, για τα νεκρά περιστέρια. Δεν είναι σχήμα λόγου. Μιλώ -και το είχα γράψει πριν από χρόνια σ' αυτή τη φιλόξενη στήλη της "Αυγής"- για τα περιστέρια που δηλητηρίαζαν οι υπηρέτες πολλών αφεντάδων γύρω από το Ηρώδειο κάθε φορά που υπήρχε κάποιο φιλανθρωπικό γκαλά φασιστικής γκλαμουριάς για την οποία διάφορες λιγωμένες πένες έγραφαν τα ζαχαρωτά τους λόγια. Και γέμιζε ο τόπος από νεκρά περιστέρια μην τυχόν και λερωθούν από καμιά κουτσουλιά οι εσθήτες των βαρβαρισμένων κυριών και των βαρβαρικών κυρίων. Μην τυχόν και λερωθεί ο ήχος, άψογα ερμηνευμένος βέβαια από μια παγκοσμίου φήμης Συμφωνική Ορχήστρα ενός Μπετόβεν, ενός Μότσαρτ και άλλων. Ένας ήχος ήδη λερωμένος από το αίμα μιας πληγής, από το αίμα αυτού του αδυσώπητου ηθικού ρεαλισμού της φιλανθρωπίας που κανένας δεν άκουσε. Και σε πολλές περιπτώσεις όχι από αδυναμία ακοής, αλλά από επιλογή ωτοσκλήρυνσης, με άλλα λόγια από επιλογή βραχυκαρδίας.