Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΙΑΝΤΖΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΙΑΝΤΖΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Φουστανάκια ποτισμένα με (ξένο) ιδρώτα...

 Ο στεναγμός, η κραυγή, η οργή επιτρέπονται: αρκεί να μη βγαίνουν από τα σύνορα της φυλακής, του στρατοπέδου, του χώρου εργασίας.
Κάποτε όμως βγαίνουν και φτάνουν πολύ μακριά: από το Μπανγκλαντές και την Κίνα στη Βρετανία. Και η κραυγή αυτή είναι γραμμένη σε ένα πανάκι τόσο δα, κρυμμένο μέσα σ’ ένα φτηνό ρούχο, απ’ αυτά που προορίζονται για τους φτωχούς της Δύσης και όλου του κόσμου.
Μια νεαρή Βρετανίδα αγόρασε έναντι δέκα λιρών ένα καλοκαιρινό φουστάνι από καλάθι προσφορών ενός μεγάλου καταστήματος, του Πρίμαρκ, σε μια πόλη της Ουαλίας. Φτάνοντας σπίτι της και αναζητώντας την ετικέτα με τις οδηγίες για το πλύσιμο, ανακάλυψε μια μικρή υφασμάτινη ετικέτα, γαζωμένη πάνω από την «κανονική», που έγραφε στα αγγλικά: «Αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε με εξοντωτικό ωράριο» (Forced to work exhausting hours). Ένα χαρούμενο φόρεμα ποτισμένο με ιδρώτα.
Παρόμοιες πάνινες κραυγές βρήκαν άλλες δύο γυναίκες, στην Ουαλία και στην Ιρλανδία,  σε ρούχα αγορασμένα από την ίδια αλυσίδα καταστημάτων, η οποία, ας σημειωθεί, προμηθευόταν ρούχα και από το εργοστάσιο ετοίμων ενδυμάτων στο Μπανγκλαντές όπου πέρυσι βρήκαν το θάνατο από πυρκαγιά 1.100 εργάτες.

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ξανά ο γυάλινος κόσμος...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
Η γυάλινη οροφή (glass ceiling) είναι ένας γνωστός όρος σε όσους έστω και ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το γυναικείο ζήτημα: είναι το ταβάνι που βρίσκουν οι γυναίκες εργαζόμενες και το οποίο τις καθηλώνει χαμηλά στην  ιεραρχία. Είναι μια αόρατη, άτυπη οροφή που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να γίνουν διευθυντικά στελέχη και ας έχουν τα προσόντα, ένα φράγμα χτισμένο από προκαταλήψεις αιώνων μέσα στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Έτσι λένε οι κοινωνιολόγοι.
Τι συμβαίνει όμως όταν, άνδρες και γυναίκες, πατάνε σε ένα γυάλινο πάτωμα; Σήμερα το γυάλινο πάτωμα της εργασίας γίνεται θρύψαλα καθώς εκατομμύρια άνθρωποι στην Ελλάδα και αλλού (εργαζόμενοι και μη, νέοι και συνταξιούχοι) χάνουν το όποιας στερεότητα μεταπολεμικό έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Οι απολυμένες (και δικαστικά δικαιωμένες) καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών δεν τράκαραν στη γυάλινη οροφή: το πάτωμα κατέρρευσε, όμως αυτές στέκονται ορθές πάνω στα σπασμένα, στα αιχμηρά σαν ξυράφι γυάλινα θραύσματα και διεκδικούν το αυτονόητο: το δικαίωμα να υπάρχουν ως καθαρίστριες, να εργάζονται και να ζουν με αξιοπρέπεια.
Φτηνή, ακόμα πιο φτηνή επιδιώκει η κυβέρνηση και ευρωπαϊκό διευθυντήριο να καταντήσουν την ανθρώπινη εργασία καθώς οραματίζονται μια Ελλάδα ξεπουλημένη με ανθρώπους γονατισμένους, που θα πουλάνε ψήφο και συνείδηση για μια αόριστη υπόσχεση απασχόλησης.
«Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης», λέει ο ποιητής, «ήμουν κι εγώ στη Σουηδία καθαριστής», θυμάται ο Γιώργος Παπανδρέου που τότε οι Σκανδιναβοί τον έλεγαν υποτιμητικά «Μαυροκέφαλο». Μόνο που ο Μαυροκέφαλος και όσοι τον διαδέχτηκαν στην κυβερνητική εξουσία φρόντισαν να κάνουν μαύρη τη ζωή των πολλών.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

«Δε μου περισσεύουνε...»

της Μαριαννας Τζιαντζη...
 
«Θέλω να κάνω διακοπές, αλλά η τσέπη μου δεν με ακολουθεί...» Έτσι έλεγε κάποτε (προ κρίσης) ένας οικογενειάρχης βιοπαλαιστής. Ήρθαν τα μνημόνια και η τσέπη κήρυξε απεργία διαρκείας.
 
Τι συμβαίνει όμως όταν όχι μόνο οι καλοκαιρινές διακοπές, αλλά και η ανοιξιάτικη ψήφος γίνεται όνειρο απατηλό; «Δε μου περισσεύουνε να πάω να ψηφίσω», έλεγε αυτές τις μέρες ένας άλλος βιοπαλαιστής, ετεροδημότης. Δεν υπάρχουν χρήματα για βενζίνη. Άλλες ανάγκες, πιο επιτακτικές (π.χ., φάρμακα, ΔΕΗ, χαράτσια) πρέπει να καλυφθούν. Το έλεγε με ύφος σχεδόν εχθρικό προς το συνομιλητή του, που πήγε και ψήφισε.
Μια ανάσα χωρίζει το «δεν ψηφίζω γιατί δε μου περισσεύουνε», από το «δεν ασχολούμαι γιατί δε μου περισσεύει». Δε μου περισσεύει χρόνος, χρήμα, διάθεση, ελπίδα.
Φέτος η αποχή από τους δύο γύρους των εκλογών δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή. Όμως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της δεν έχουν μελετηθεί. Η παλαιού τύπου αποχή της αφασίας, της βαρεμάρας έχει παραχωρήσει τη θέση της στην αποχή της αφραγκίας: δεν ψηφίζω γιατί δε μου περισσεύουνε. Το «κόμμα της παραλίας» δεν υπάρχει πια, όμως το «κόμμα της παραλιακής», το κόμμα του χουλιγκανισμού, του σκυλάδικου και των νονών της νύχτας, βασιλεύει και θεριεύει.
Εύκολα μπορούμε να δούμε το ποτήρι των εκλογικών αποτελεσμάτων μισογεμάτο, αφού η αριστερά αναντίρρητα σημείωσε μια σοβαρή επιτυχία. Με την ίδια ευκολία όμως μπορούμε να το δούμε και μισοάδειο αφού, ιδίως στο δεύτερο γύρο, εκατομμύρια συμπατριώτες μας ψήφισαν τους διαχειριστές της δυστυχίας τους ή πέταξαν την ψήφο τους στα σκυλιά (και όχι μόνο στα φασιστικά). Η πολυσυζητημένη «πόλωση» δεν αφορά απλώς τους κομματικούς σχηματισμούς, αλλά διαποτίζει τη συνείδηση των ανθρώπων.
Παμφάγο, βαμπιρικό ζώο η επιβίωση. Πού να περισσέψει χρόνος για την πολιτική, την ιστορία, την ποίηση, τη μάθηση, το ταξίδι. Όλα αυτά γίνονται εξαιρέσεις, είτε για τους γραφικούς είτε για όσους «τους παίρνει, τους περισσεύουνε». Η αξιοπρέπεια είναι ακριβή, ακριβή γίνεται και η ιδιότητα του πολίτη, όπως ακριβό φαίνεται να είναι ό,τι καθιστά τον άνθρωπο άνθρωπο. Την αλλοτρίωση δεν τη φέρνει μόνο η κατανάλωση: τη φέρνει και η φτώχεια με διαφορετικό τρόπο και με πολύ πιο ολέθρια αποτελέσματα.
 
(ΠΡΙΝ, "Το τέλος της αγοράς", 1/6/2014)

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Φαρμάκι στάζει ο μαστός της Ιουλιέτας...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
Με χρηματικό πρόστιμο απειλεί ο δήμαρχος της Βερόνας όσους δίνουν φαγητό στους άστεγους που ζουν στο ιστορικό κέντρο της πόλης και τους οποίους χαρακτηρίζει «υγειονομικό και περιβαλλοντικό κίνδυνο». Ζήλεψε ο άνθρωπος τη δόξα του Λοβέρδου, που είχε χαρακτηρίσει «υγειονομική βόμβα» τις οροθετικές γυναίκες και τόσο αναίσχυντα τις είχε διαπομπεύσει.
 
Το πρόστιμο κυμαίνεται από 25 έως 500 ευρώ. Αναρωτιέται κανείς αν η διακύμανση έχει σχέση με τον αριθμό των ταϊζόμενων αστέγων  ή με την ποσότητα και το είδος της τροφής. Μήπως υπάρχει τιμοκατάλογος; Π.χ., 25 ευρώ μια τσίχλα ή μια καραμέλα, 100 ευρώ μια σακούλα γαριδάκια, 250 ευρώ το σάντουιτς, 500 ευρώ η σούπα και γενικά το ζεστό γεύμα.
 
Η Βερόνα, ένα από τα προπύργια της Λέγκας του Βορρά, είναι μια πανέμορφη και πλούσια πόλη με μεγάλη τουριστική κίνηση καθώς εδώ γεννήθηκε κι έσβησε άδοξα ο έρωτας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Σ’ αυτό το αποστειρωμένο και πολιτικά ακροδεξιό περιβάλλον δεν χωράνε οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι μετανάστες, αυτοί που δε θέλουν να κρυφτούν και να ζήσουν σαν τα ποντίκια σε οργανωμένα άσυλα. 
 
Στην Ελλάδα η ατομική, η εξωθεσμική ελεημοσύνη δεν απαγορεύεται. Οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι ανέστιοι με άλλους τρόπους καταδιώκονται. Δεν τιμωρούνται όσοι τους δίνουν λίγα ψίχουλα αγάπης· τιμωρούνται οι ίδιοι επειδή υπάρχουν. Η διαταγή του δημάρχου της Βερόνας είναι μια κραυγαλέα παραλλαγή της ίδιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Υπάρχουν κι ευτυχισμένοι άστεγοι...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
Μπορείτε να φανταστείτε τον Χίτλερ να χορηγεί υποτροφίες σε ορφανά παιδιά που ο πατέρας τους εκτελέστηκε στη σφαγή των Καλαβρύτων; Ή να τους στέλνει  πασχαλινή λαμπάδα και σοκολατένια λαγουδάκια; «Δεν είμαστε κτήνη, όπως λένε εκείνοι που δε θέλουν να δουν τη Γερμανία να προκόβει. Έχουμε κι εμείς αισθήματα. Κι εμείς πονάμε με τον πόνο του ελληνικού λαού. Η Κατοχή είναι πικρή, αλλά ήταν αναγκαία».
Πρότυπο Κέντρο Άμεσης Βοήθειας Αστέγων θα λειτουργήσει, σε ενάμιση περίπου μήνα, στην πλατεία Βάθης.

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Ο Τσέχοφ στη Νιγρίτα...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
Μιλώντας για τους χιλιάδες κατάδικους, εξόριστους στο ρωσικό νησί Σαχαλίνη, στην Άπω Ανατολή, ο Τσέχοφ γράφει: «Τους οδηγήσαμε εκεί αλυσοδεμένους, τους διαφθείραμε [...] βοηθήσαμε να πληθύνουν οι εγκληματίες και όλα αυτά τα κακουργήματα τ’ αποδίδαμε στους δεσμοφύλακες με τις κόκκινες μύτες. Μα [...] δε φταίνε οι δεσμοφύλακες, φταίμε όλοι μας, κι όμως μια δεκάρα δε δίνουμε [...] Και η πολυθρύλητη δεκαετία του ’60 τίποτα δεν έκανε για τους αρρώστους και τους φυλακισμένους, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πιο σπουδαία υποθήκη του χριστιανικού πολιτισμού. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι για τους ασθενείς κάτι γίνεται, αλλά για τους φυλακισμένους τίποτα απολύτως» (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Περισσότερη ελευθερία: Ο Τσέχωφ, σελ. 159).
 
Το 1890 ο 30χρονος Τσέχοφ, πολλά υποσχόμενος συγγραφέας, εγκαταλείπει τη ρωσική πρωτεύουσα και, με την ιδιότητα του γιατρού, ταξιδεύει στην καρδιά του σκότους, σε ένα νησί-τόπο εξορίας. Επίσημος στόχος, η απογραφή των ασθενειών και η σύνταξη μιας επιστημονικής διατριβής. Αληθινός στόχος, «να φύγει, να ξεφύγει απ’ όλα αυτά», δηλαδή την κανονική, τακτοποιημένη ζωή. Δεν πήγε εκεί σαν καλός Σαμαρείτης για να βοηθήσει ή για να καταγγείλει την κτηνωδία του τσαρισμού. Πήγε για ν’ αλλάξει ο ίδιος. Και μετά την επιστροφή του στη Μόσχα, γράφει σε ένα φίλο του: «Τι λαπάς θα ήμουνα αν έμενα στο σπίτι».
      Στην Ελλάδα του 2014 έχουμε πολλές μικρές Σαχαλίνες. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να πούμε ότι «για τους ασθενείς κάτι γίνεται»: τα δημόσια νοσοκομεία μας «σαχαλινοποιούνται». Όσο για τα βασανιστήρια, για το συλλογικό έγκλημα της Νιγρίτας, δεν φταίνε μόνο οι αγριεμένοι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, αλλά φταίμε όλοι μας και κυρίως αυτοί που κυβερνούν, αυτοί που τους στηρίζουν, εμείς που δεν μπορούμε να τους ανατρέψουμε.
      Μετά τη Σαχαλίνη ο Τσέχοφ δεν έγραψε διηγήματα για κατάδικους (μόνο ένα). Όμως αυτό το κολασμένο νησί τον σφράγισε, άλλαξε το βλέμμα με το οποίο έβλεπε τους ανθρώπους και τον κόσμο.
      Κι εμείς παραμένουμε λαπάδες, καθώς ανεχόμαστε το Κακό ή μάλλον καθώς έχουμε αναθέσει την καταπολέμησή του σε λίγους ευαίσθητους ακτιβιστές, σε λίγους θαρραλέους επιστήμονες, σε λίγους σπλαχνικούς γραφιάδες και κοιτάζουμε μόνο «τους δεσμοφύλακες με την κόκκινη μύτη».
 
(ΠΡΙΝ, “Το τέλος της αγοράς”, 13.4.2014)

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

«Τρένα, καράβια, ποδήλατα...»

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
 
Καθώς επιχείρησα να διαβάσω το πολυνομοσχέδιο που έρχεται για ψήφιση σήμερα, θυμήθηκα ένα τραγούδι του Χάρρυ Κλυνν από το δίσκο Πατάτες: «Άλογα, βήματα, χέρια, μαχαίρια, τρένα, καράβια, ποδήλατα... φίδια, αράχνες, σκορποί, σαραντοποδαρούσες, Ρίχτερ, αντίσκηνο, Ουψάλα, φύγε, έλα, κάτσε, σήκω».
       Στις περίπου 200 πυκνογραμμένες σελίδες του νομοσχέδιου χωρέσανε όλα: γάλατα, ρυζόγαλα, πετρέλαια, κρεοσκευάσματα, φάρμακα, φωτοβολταϊκά, ψωμιά, κουλούρια, λαγάνες, αποζημιώσεις απολυμένων, «ράντες αναπηρίας», ενοικιαζόμενα μοτοποδήλατα (στις τουριστικές περιοχές), σιδηροδρομικά ακίνητα, οι Θίννες του Βαρθολομιού (μια περιοχή έκτασης 950 στρεμμάτων που μεταβιβάζεται στο ΤΑΙΠΕΔ), η συσκευασία του ελαιόλαδου, το «χύδην τσιμέντο», οι «δρόμωνες ίπποι». Χώρεσαν τα «άλφα» του Καράμπελα και το «μι» της Χάιδως.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

«Μας τελειώσανε οι γιατροί!»...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
...ή τι σχέση έχουν οι γιατροί και οι νοσοκόμες με τα σουβλάκια
Μια φορά κι έναν καιρό, κοντά σε ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο, υπήρχε μια μικρή λαϊκή ταβέρνα. Τις νύχτες της εφημερίας, ξέκλεβαν λίγο χρόνο και πετάγονταν εκεί μικρές παρέες γιατρών και νοσηλευτών,
οι περισσότεροι φορώντας τις άσπρες μπλούζες τους. Έτρωγαν κάτι κι έπιναν μια μπίρα ώστε να αντέξουν το μακρύ ξενύχτι που τους περίμενε.
«Τι ανάγκη έχεις εσύ», είπε πριν λίγες μέρες στον ταβερνιάρη ένας γείτονάς του. «Έχεις δίπλα το νοσοκομείο, δε θα σου λείψει η πελατεία».
«Μη το λες. Οι γιατροί μάς τελειώσανε. Το ίδιο κι οι νοσοκόμες. Δεν έρχονται πια. Μόνο κάτι επιμελητές έρχονται, κι αυτοί αραιά και πού. Το σουβλάκι έχει γίνει πολυτέλεια. Όλοι με ταπεράκι απ’ το σπίτι τη βγάζουνε».
Στη συνέχεια ο ταβερνιάρης είπε για το γιατρό που πετάχτηκε από το μαγαζί του, παρήγγειλε δύο σουβλάκια και μια κόκα κόλα, και ύστερα έψαχνε μανιωδώς να βρει το (τελευταίο του) πεντάευρο για να πληρώσει. «Εδώ το ’χω, εδώ το ’χω...». Το γύρευε σ’ όλες του τις τσέπες, ξανά και ξανά, αλλά μάταια. Ο μαγαζάτορας λυπήθηκε και ντράπηκε ταυτόχρονα. «Δεν πειράζει, γιατρέ. Γνωριζόμαστε, άλλη φορά περνάς και μου το δίνεις». Ο απένταρος γιατρός συνέχισε το ψάξιμο μέχρι που ξετρύπωσε το διπλωμένο στα τέσσερα χαρτονόμισμα σ’ ένα μικρό πίσω τσεπάκι. Ανακουφισμένος πλήρωσε, πήρε τα δυο σουβλάκια κι έφυγε.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

«Για ένα κομμάτι ψωμί»...

Μαριαννα Τζιαντζη...
Είναι μεγάλη αμαρτία το να σκοτώνεις ένα πουλί την ώρα που πίνει νερό, λέει μια τουρκική παροιμία. Ακόμα πιο μεγάλη αμαρτία είναι το να στέλνεις στο θάνατο ένα παιδί ενώ πηγαίνει να πάρει ψωμί για την οικογένειά του, όπως συνέβη με τον 14χρονο Μπερκίν Ελβάν πέρυσι το καλοκαίρι στην Κωνσταντινούπολη.*

Παμπάλαιοι μύθοι, βαθιά χαραγμένοι στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, ζωντανεύουν και σμίγουν με τη σύγχρονη υψηλής τεχνολογίας καταστολή.
Από τον άρτο που πολλαπλασίασε ο Χριστός, από το κλεμμένο καρβέλι στους Άθλιους (που ο Γιάννης Αγιάννης το πλήρωσε με 19 χρόνια στα κάτεργα), μέχρι τις φραντζόλες-λάβαρα στις διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης, το ψωμί έχει γίνει συνώνυμο της ζωής και της ελευθερίας.
Και τώρα, στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, το ψωμί του Μπερκίν έγινε και πάλι σύμβολο του αγώνα για ελευθερία, της δημοκρατίας και της αδικοχαμένης νιότης. Φραντζόλες στα χέρια του πλήθους που παρακολούθησε την κηδεία, ψωμί στο πεζοδρόμιο, πάνω σε ένα απλωμένο χαρτομάντιλο, μαζί με κόκκινα γαρίφαλα και τη φωτογραφία ενός γελαστού μελαχρινού παιδιού.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Πτωχογενές πλεόνασμα...

της Μαριαννας Τζιαντζη...


Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα; Γιατί έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα, παιδάκι μου.

Με πανηγυρικούς τόνους ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα στη Βουλή ότι έχουμε «πλεόνασμα σημαντικό, υψηλό, βιώσιμο» και έτσι ο καθένας μας θα νιώθει ότι ψήλωσε δέκα πόντους. Γοητευμένοι οι Ευρωπαίοι θα σπεύσουν να ελαφρύνουν το δημόσιο χρέος μας, να μειώσουν το κόστος δανεισμού, να μας τρατάρουν νεραντζάκι γλυκό στα σαλόνια τους.

Μια έγκριση από τη Γιουροστάτ, μια επιβεβαίωση της επιτυχίας μας περιμένουμε και ύστερα θα έρθει άσπρη μέρα και για μας. Προς το παρόν η Ευρώπη μάς κάνει τη δύσκολη, σαν τη νύφη λίγο πριν πει το ναι, περιμένετε και θα δούμε, λέει, τέλη Μαρτίου θα ξέρουμε, όταν θα έχει μετρηθεί και το τελευταίο τρίμηνο του 2013. Όμως οι (ελληνικοί) αριθμοί και η (ελληνική) λογική είναι με το μέρος  της κυβέρνησης Σαμαρά κι έτσι υποτίθεται ότι θα δούμε φως στην άκρη του τούνελ.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ένας παππούς στο σεισμό του 1953...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
Μια φίλη μου Κεφαλονίτισσα θυμάται το σεισμό του 1953. Δε θυμάται τον παππού της, που την ώρα του τρίτου τρομαχτικύ σεισμού, που αποτελείωσε το νησί, δεν προσπάθησε να προφυλαχτεί, αλλά να κρατηθεί όρθιος -στην κυριολεξία. Ενώ η γη τρανταζόταν, αυτός πάλευε να κρατήσει την ισορροπία του, να μη σωριαστεί: «Δε θα σου περάσει!» φώναζε, «δε θα με ρίξεις κάτω!»
Στο δρόμο για το Φισκάρδο. Ερείπια του ᾽53.
Εξήντα χρόνια πέρασαν κι εκείνο το κοριτσάκι, που τότε ήταν τεσσάρων χρονών, πάντα σε κάθε μπόρα θυμάται τον παππού, το μικροκαμωμένο γεροντάκι που αρνιόταν να γίνει φτερό στον άνεμο, θυμάται τα λόγια του και προσπαθεί, όσο μπορεί, να σταθεί όρθια.
Πολλούς σωριασμένους ανθρώπους συναντάμε στο διάβα μας και ας μην έχει προηγηθεί κάποια μεγάλη φυσική καταστροφή. Ανθρώπους που εγκατέλειψαν τα νεανικά τους όνειρα, τα φλογερά ιδανικά, τις μεγάλες υποσχέσεις.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Υπουργοί τραγικής ποιότητας...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
«Τραγική» είναι η ποιότητα των μεταναστών που δέχεται η Ελλάδα, υποστηρίζει ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, τραγική η διαφορά της κουλτούρας μας. Άλλο πράγμα ο μετανάστης από την πρώην Σοβιετική Ένωση ο οποίος συνήθως έχει ένα «μορφωτικό επίπεδο» και είναι «κατά κάποιο τρόπο Ευρωπαίος» και άλλο οι μετανάστες από τη βαθιά Ασία.
Πιστοποιητικό «ευρωπαϊκότητας» πρέπει, επομένως, να ζητάμε από όσους η φτώχεια, οι διωγμοί, ο πόλεμος ξεβράζουν στις στεριές μας. Ξεχνά ο κ. υπουργός πόσοι πτυχιούχοι μετανάστες από τη Γεωργία ή τη Βουλγαρία γηροκόμησαν τους γέροντές μας, πόσοι Αλβανοί μουσικοί ή δάσκαλοι έχυσαν τον ιδρώτα ή και το αίμα τους στα μεγάλα ολυμπιακά έργα, ξεχνά τι έπαθε η ευρωπαία Κούνεβα που έχει σπουδάσει αρχαιολογία κι έγινε καθαρίστρια και την έκαψαν με βιτριόλι επειδή διεκδίκησε τα στοιχειώδη ως Ευρωπαία και αυτή. Πόσο η μνημονιακή Ελλάδα σέβεται τα πτυχία των Ελλήνων εκπαιδευτικών, των νοσηλευτών, των υψηλής ειδίκευσης τεχνικών που καθημερινά πετιούνται στο δρόμο;
Ποτέ η Ελλάδα δεν έκλεισε ευρωπαίους μετανάστες σε στρατόπεδα ή σε «κέντρα φιλοξενίας», όμως οι ξένοι από το Αφγανιστάν ή το Μπανγκλαντές δεν πρέπει να απαιτούν περισσότερα, πάντα σύμφωνα με τη λογική του Δένδια. Εξάλλου, σε ένα τεράστιο άτυπο στρατόπεδο φτώχειας και ανεργίας μετατρέπεται μέρα τη μέρα η Ελλάδα, γι’ αυτό κι εμείς τώρα εξάγουμε άριστης ποιότητας πτυχιούχους μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη, στο Κατάρ, στο Ντουμπάι.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Παιδιά ενός ένστολου θεού...


Ένα παλιό σύνθημα τώρα δικαιώνεται: το Συμβούλιο της Επικρατείας δίνει πίσω τα κλεμμένα -λάθος, τα κομμένα,  κρίνοντας αντισυνταγματικές τις μνημονιακές περικοπές στους μισθούς και τα επιδόματα των ενστόλων.


Στρατιωτικοί, αστυνομικοί, λιμενικοί και πυροσβέστες θα λάβουν αναδρομικά ό,τι τους έχουν κόψει και ο μισθός τους θα επανέλθει στα επίπεδα του 2012. Και τούτο γιατί οι ένστολοι ανήκουν στο «σκληρό πυρήνα του κράτους» και αποτελούν ειδική κατηγορία δημόσιων υπαλλήλων αφού δεν μπορούν ούτε να απεργήσουν ούτε να εργαστούν αλλού.
Δύσκολο να χαρούμε και να πιστέψουμε ότι το μνημονιακό πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται. Η αδικία που αποκαταστάθηκε είναι μόνο μια πτυχή της μεγάλης αδικίας, της μισθολογικής συρρίκνωσης που ζει και βασιλεύει στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Διευκρινίζεται ότι η απόφαση αυτή του ΣτΕ δε δημιουργεί προηγούμενο, δε θα ισχύσει για άλλες κατηγορίες εργαζομένων του δημοσίου που ζητούν μισθολογική επαναφορά στο 2012  (π.χ., γιατροί του ΕΣΥ, πανεπιστημιακοί, διπλωματικοί υπάλληλοι).

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Γεύμα Χριστουγέννων στον παράδεισο...

της Μαριαννας Τζιαντζη...
Ας ξεχάσουμε το ερώτημα «τι θα γίνει αύριο;» και -εορταστική αδεία- ας ταξιδέψουμε σ’ έναν υποθετικό παράδεισο με πρώτη και δεύτερη θέση, γιατί χιλιάδες χρόνια επίγειας ιστορίας δείχνουν ότι ακόμα και στο θάνατο ή και μετά το θάνατο δεν είμαστε ίσα κι όμοια.
Οι καλοί πλούσιοι πηγαίνουν στον παράδεισο των σεφ, ενώ οι καλοί φτωχοί στον παράδεισο των λαϊκών μαγειρείων. Τη μέρα των Χριστουγέννων οι καλοί πλούσιοι γκουρμεδιάζουν και ρεύονται κρύβοντας το στόμα τους με δαντελένια μαντιλάκια. Οι καλοί φτωχοί τρώνε ψητό με πατάτες, πίνουν και ακούν τραγούδια που έγραψαν οι επί της γης φτωχοί και άγιοι, όπως ο Γούντι Γκάθρι, ο Βαμβακάρης, ο Άλκης Αλκαίος.
«Εσύ, φίλε μου, ήσουν καλός και πλούσιος. Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» ίσως ρωτούσαν τον παππού του Μάρκες που πάντα ταξίδευε δεύτερη θέση με το τρένο κι έτσι, καθώς του έμεινε το συνήθειο, βρέθηκε στην ίδια θέση κι εκεί ψηλά. Και ίσως εκείνος να έδινε την ίδια απάντηση: «Γιατί δεν υπάρχει τρίτη», όπως γράφει ο εγγονός του.
Στο μεγάλο τραπέζι της δεύτερης θέσης κάθεται ο  Παπαδιαμάντης με το τριμμένο του παλτό, τιμώντας τον πιο εκλεκτό ουράνιο ρητινίτη, κάθονται όλη της γης οι αδικοχαμένοι. Τόσοι πολλοί είναι αυτοί, που από το βάρος τους το σανίδωμα θα υποχωρήσει και κάποιοι θα κατρακυλήσουνε στη γη, να κάνουνε μαζί μας πάρτι.
Στα γόνατα του κυρ-Αλέξανδρου κάθεται ένα κοριτσάκι από τη Σερβία, η Σάρα που πήγε από ελληνικό μαγκάλι,

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Στα ζάρια η γαλοπούλα των απλήρωτων...

Και τότε ρίξανε τον κλήρο /να δούνε ποιος-ποιος θα πληρωθεί /οέ οέ οέ οέ...
Με κλήρωση πληρώθηκαν εργαζόμενοι σε έναν δημόσιο παιδικό σταθμό στην ιταλική πόλη Πράτο της Τοσκάνης. 
Οι απλήρωτοι ήταν 18 έκτακτοι εκπαιδευτικοί και καθαρίστριες και το σχολικό ταμείο  είχε μόνο 5.000 ευρώ. Αν πληρώνονταν και οι 18, ο καθένας θα έπαιρνε μόλις 277 ευρώ. Έτσι, ο διευθυντής αποφάσισε να κάνει κλήρωση. Οι πέντε τυχεροί, όπως διαβάζουμε στο Βήμα
(http://www.tovima.gr/world/article/?aid=549601), ήταν τέσσερις εκπαιδευτικοί και μια καθαρίστρια. Οι άτυχοι πρέπει να περιμένουν τον προϋπολογισμό του 2014 για να λάβουν τον οφειλόμενο μισθό του Δεκεμβρίου.
Φέτος στον Αϊ-Βασίλη δεν θα στείλουν γράμμα μόνο τα παιδιά των ανέργων ζητώντας «μια δουλειά για τον μπαμπά». Θα γράψουν και τα παιδιά των απλήρωτων εργαζομένων που θα παρακαλούν τον άγιο να πληρωθεί ο γονιός τους.
Στον κλήρο λοιπόν, στα ζάρια κρίνεται πια αν κάποιοι θα κάνουν «κανονικά» Χριστούγεννα. Παμπάλαιη τακτική. Στα ζάρια πια κρίνεται ποιοι θα απολυθούν, αφού ήδη έχει αποφασιστεί το «πόσοι», στον κλήρο κρινόταν κάποτε, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, πόσοι Έλληνες έπρεπε να εκτελεστούν σε αντίποινα για κάποια αντιστασιακή ενέργεια.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Το έπος του απο-ηλεκτρισμού....

της Μαριαννας Τζιαντζη....
«Πήρε φωτιά το Κορδελιό, καίγονται τα μορτάκια, γλεντάνε στο καφέ αμάν, ρωμιοί και χανουμάκια», τραγουδούσε το 1971 η Χαρούλα Αλεξίου, στη Μικρά Ασία των Καλδάρα-Πυθαγόρα.

Σήμερα το άλλο Κορδελιό, της Θεσσαλονίκης και όχι της Σμύρνης, παίρνει φωτιά, αλλά όχι πάνω στο γλέντι. Νοικοκυριά λαμπαδιάζουν επειδή φωτίζονται με κεριά ή θερμαίνονται με πρωτόγονα μέσα. Σε λίγο οι οικιακές πυρκαγιές θα πάψουν να είναι είδηση, όπως σιγά-σιγά παύουν να είναι είδηση οι αυτοκτονίες λόγω φτώχειας ή οι δηλητηριάσεις λόγω διατροφής από κάδους ή οι θάνατοι από μαγκάλι, ενώ το ίδιο ενδέχεται να συμβεί και με τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, ένα θέμα που η κυβέρνηση μας το φυλάει για πρωτοχρονιάτικο μπουναμά. Τώρα πια δε θα λέμε «ο θάνατός σου η ζωή μου», αλλά «ο θάνατός μας το σαξές στόρι τους».

Μέχρι και σύσκεψη πραγματοποίησαν αυτή την εβδομάδα Σαμαράς και Βενιζέλος για να ασχοληθούν με τα νοικοκυριά με το κομμένο ρεύμα. Εκεί αποφάσισαν να ρίξουν το μπαλάκι στην τοπική αυτοδιοίκηση: ο δήμος θα απογράφει τους ορίτζιναλ φτωχούς, αυτούς που πραγματικά δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔΕΗ, και θα μεσολαβεί στην εταιρεία για την ευνοϊκή τους αντιμετώπιση.

Σοσιαλισμός ίσον σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός: αυτό το σύνθημα δονούσε, περίπου πριν από έναν αιώνα, τους κολασμένους όλης της γης. Σήμερα οι σύγχρονοι κολασμένοι ανακαλύπτουν τον «απο-ηλεκτρισμό», το θλιβερό παράγωγο της αποβιομηχάνισης, της ανεργίας, της μοντέρνας κακομοιριάς. Θαρρείς πως η ιστορία κύκλους κάνει, πως ακολουθεί την περίφημη σπειροειδή κίνηση αλλά προς τα πίσω και προς τα κάτω. Δεν βλέπουμε πια ξυπόλητους ανθρώπους στο δρόμο, όμως βλέπουμε καλοντυμένους ανθρώπους που τρέφονται από τα σκουπίδια και ζουν στο σκοτάδι. Τρωγλοδύτες και τροφοσυλλέκτες νέας κοπής.

Η κυβέρνηση και τα μιντιακά παπαγαλάκια της βαφτίζουν την υπεράσπιση του αυτονόητου «εμμονή στη παρελθόν και στη στασιμότητα, άρνηση και απέχθεια στην αλλαγή», ενώ στοιχειώδεις λαϊκές κατακτήσεις βαφτίζονται «προνόμια» ή «βαρίδια στο δρόμο της προόδου».

Ωστόσο υπάρχουν όρια στον πόσο παραλογισμό, στην πόση κτηνωδία, στην πόση κοροϊδία μπορούμε να αντέξουμε σε μια εποχή που υπόσχεται τα πάντα και ταυτόχρονα τα παίρνει όλα πίσω.

(ΠΡΙΝ, “Το τέλος της αγοράς”, 8-12-2013)

Η φωτογραφία είναι του Βenjamin Rasmussen (μαγείρεμα σε καλύβα στο Αφγανιστάν).

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Από τον «Επίμονο κηπουρό» στον επίμονο (ή μάλλον στον αδίστακτο) υπουργό...


«Φαρμακευτικό σκουπιδοτενεκέ», χαρακτηρίζει την Αφρική ο Τζον Λε Καρέ στον Επίμονο κηπουρό, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκονται κάποιες φανταστικές πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες που αποφασίζουν σε ποια φτωχή χώρα οι άνθρωποι έχουν κάποια ελπίδα να ζήσουν και σε ποια χώρα (ή ήπειρο) θα πρέπει να πεθαίνουν σαν τα σκυλιά.
Εδώ ο «κακός» είναι το παγκόσμιο μονοπώλιο του φαρμάκου ενώ οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη διαιώνιση της κυριαρχίας του κυμαίνονται από την απλή εξαγορά, το λάδωμα, τις χορηγίες μέχρι και πιο σκοτεινές και υπόγειες εγκληματικές πράξεις. Όλα αυτά, βέβαια, είναι μυθοπλασία, όμως στον στον επίλογο του βιβλίου ο Λε Καρέ δηλώνει: «Οσο προχωρούσε το ταξίδι μου μέσα στη φαρμακευτική ζούγκλα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι, σε σύγκριση με την πραγματικότητα, η ιστορία μου ήταν τόσο άκακη όσο και μια καρτ ποστάλ διακοπών».

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Το Μαζαράκι και το Γκρόζνι...

Της Μαριαννας Τζιαντζη...
«Ήταν ένα ήσυχο παιδί, χωριατόπαιδο, οικογενειάρχης άνθρωπος. Δεν ήξερε από Αθήνα», λέει ο θείος του Τάσου Ντούπη. Και ο Τάσος Ντούπης είναι ο 28χρονος νέος από το Μαζαράκι της Πηνείας (του νομού Ηλείας), τον οποίο δολοφόνησε την Τρίτη ο μπράβος  ενός εστιατορίου στην Ομόνοια.

Τι γύρευε ένα χωριατόπαιδο στην οδό Γερανίου; Ο Τάσος ήρθε στην Αθήνα συνοδεύοντας τον πεθερό του που νοσηλεύεται σε ένα δημόσιο νοσοκομείο. Στην Αθήνα συνάντησε ένα φίλο και μια φίλη του και έτσι έμαθε ότι το πρώην αφεντικό της, ο εστιάτορας, της χρωστούσε μισθούς. Τότε ο «οικογενειάρχης» έκανε το αυτονόητο: πήγε μαζί τους στο εστιατόριο για να ζητήσουν τα δεδουλευμένα, αγνοώντας την πατροπαράδοτη συμβουλή «ου μπλέξεις». Εκεί κατέφτασε ο μπράβος, ο Τσετσένος από το Γκρόζνι, που σάπισε στο ξύλο τον νέο από το Μαζαράκι.
Στην Ελλάδα του πρωτογενούς πλεονάσματος και του σαξές στόρι, είναι λάθος το να ζητάς το δίκιο σου, είναι λάθος το να συμπαρίστασαι τους φίλους σου. Κοίτα τη δουλειά σου (κι αν δεν έχεις δουλειά, κοίτα το κενό), κατάπινε την ταπείνωση, την αδικία: έτσι κάνουν οι μυαλωμένοι.
Έγκλημα πάθους, έγκλημα εργασιακό, έγκλημα οικονομικό; Την ίδια μέρα που ο 28χρονος ξεψυχούσε αιμόφυρτος στο πεζοδρόμιο, ερχόταν στο φως η σύμβαση που υπέγραψαν στις 2 Νοεμβρίου οι υπάλληλοι μιας εταιρείας σεκιούριτι και με την οποία αυτοί αποδέχονται να πληρώνονται κάθε τρίμηνο. Το να πληρώνεσαι κανονικά είναι πλέον η εξαίρεση. Οι λέξεις με στερητικό «α-» πληθαίνουν: άνεργος, ανεπάγγελτος, ανασφάλιστος, άστεγος, άσιτος, απλήρωτος.
Η απλήρωτη εργαζόμενη (σερβιτόρα, λαντζέρισσα, ταμίας;) πουλούσε την εργατική της δύναμη. Ο πληρωμένος μπράβος πουλούσε τη μυική του δύναμη, ασκούσε καθήκοντα ιδιωτικού αστυνομικού. Και ο Τάσος δεν έχασε τη ζωή του στη ζούγκλα της Αθήνας, αλλά στα ερείπια που αφήνει στο πεδίο της εργασίας η μνημονιακή πολιτική. 

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ο πολιτισμός της απέναντι όχθης...

Της Μαριαννας Τζιαντζη..
Η  κουλτούρα της χούντας είχε πρόσωπο. Ήταν το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», η αρχαιοπληξία, η χαζοπόπ και το ελαφρολαϊκό, οι φαραωνικές φιέστες και οι παρελάσεις, η ΥΕΝΕΔ, η στραμπουληγμένη καθαρεύουσα. Ένα πρόσωπο τόσο κραυγαλέα απωθητικό που σχεδόν αυτόματα ένας νέος με στοιχειώδη ευαισθησία γύρευε κάτι άλλο. Αναζητούσε την κουλτούρα της αντίστασης, το έστω και υπαινικτικό μήνυμα της ελευθερίας ή προσπαθούσε να ανακαλύψει ένα νέο μήνυμα σε παλιές μορφές. Ιδίως μετά το 1970, ιδίως στην Αθήνα και ιδίως στη φοιτητική νεολαία, αυτό το «κάτι άλλο» δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί.
Η κουλτούρα της αντίστασης εκφραζόταν στο τραγούδι (την πιο άμεση και επιδραστική μορφή τέχνης), τον κινηματογράφο, το βιβλίο, το θέατρο, μέχρι και στους ενδυματολογικούς κώδικους. Η ένταξη στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα συνοδευόταν από την υιοθέτηση μιας ταυτότητας και την κατάκτηση μιας συλλογικότητας που υπερέβαινε τις κομματικές γραμμές και, ταυτόχρονα, είχε και μια αισθητική διάσταση. Η εξέγερση κατά της δικτατορίας ήταν και εξέγερση ενάντια στην ασχήμια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κομψότητα και η καλαισθησία είναι πάντα συνώνυμα της ελευθερίας.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ειδήσεις με στέγη τον ουρανό...

της Μαριαννας Τζιαντζη...

Μια παγκόσμια πρώτη σημειώθηκε το βράδυ της Πέμπτης στο δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ. Η Αγλαϊα Κυρίτση, όχι μόνο είχε φόντο τα πάνοπλα ΜΑΤ, αλλά μιλούσε en plein air, στο ύπαιθρο, με στέγη τον ουρανό. Μάλιστα φορούσε μπουφάν, κάτι που δεν συνηθίζεται στα τηλεοπτικά δελτία -μια δικαιολογημένη ενδυματολογική επιλογή μες στη νυχτερινή εργασία.


Ελάχιστα γνωρίζουμε για την προσωπική ζωή της Αγλαϊας Κυρίτση, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με άλλες τηλεπαρουσιάστριες που οι γάμοι, τα διαζύγια ή οι διακοπές τους απασχολούν τα κουτσομπολίστικά έντυπα και εκπομπές. Γνωρίζουμε όμως ότι εδώ και πέντε μήνες αγωνιζόταν «και αυτή» μέρα-νύχτα όχι απλώς για να μη χάσει τη θέση εργασίας της, αλλά για την ίδια τη δημοκρατία που ποδοπατήθηκε βάναυσα με το πρώτο και το δεύτερο «μαύρο». Είναι μία ανάμεσα σε εκατοντάδες εργαζόμενους της ΕΡΤ, γνωστούς και αγνώστους μας άνδρες και γυναίκες που επί 150 μέρες στάθηκαν όρθιοι σαν δημιουργικοί παραγωγοί και όχι απλώς σαν διαμαρτυρόμενοι απολυμένο.

Ροη αρθρων