Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΑΓΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΑΓΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Γκάλοπ, πάθη και ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη μεταπολίτευση

του Γιώργου Παπανάγνου, απο τα Ενθεματα...
Τον τελευταίο καιρό διαβάζουμε, πολύ συχνά, ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο λαϊκισμός, ότι υποθάλπει τη βία, ότι είναι τριτοκοσμικός, ότι υμνεί τον ολοκληρωτισμό, ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κινηματικές του «ασθένειες», καθώς και ότι η στροφή του προς τον «ρεαλισμό» (συνάντηση με Σόιμπλε, επίσκεψη στις ΗΠΑ κ.α.) και δεν πείθει αλλά και δημιουργεί εσωτερικές έριδες. Παράλληλα, μια σειρά δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πρωτιά της Αριστεράς στις επόμενες εκλογές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Έτσι, αυθαίρετα έρχεται και το συμπέρασμα ότι (κάποια από) τα παραπάνω εξηγούν την παρούσα στασιμότητα.
Προκειμένου όμως να εξηγήσει κανείς τα δημοσκοπικά αποτελέσματα πρέπει να πάει στην ουσία των πραγμάτων. Πρέπει δηλαδή να εξετάσει τι πρεσβεύει η Αριστερά, πού δείχνει να πηγαίνει και γιατί, εν τέλει, προκαλεί τόσες –παθιασμένες– αντιδράσεις.
Καταρχάς, οφείλει να ομολογήσει κανείς ότι ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει υπάρξει κατά καιρούς αμφίσημος. Παράλληλα, κατά περιόδους, εμφανίζει μια αδυναμία σε επικοινωνιακό επίπεδο όταν εκφράζονται θέσεις που εύκολα μπορούν να παρερμηνευθούν. Την ίδια στιγμή, γίνεται σαφές ότι η τρικομματική κυβέρνηση δεν βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η θετική απόφαση για τις δόσεις, το καλύτερο κλίμα για την Ελλάδα στο εξωτερικό αλλά και το ενδεχόμενο ενός νέου «κουρέματος» μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτέμβρη δημιουργούν την προσδοκία για μια σχετική ανάσα, μετά το 2013. Έπειτα από τέσσερα χρόνια πρωτοφανών θυσιών με μοναδικό στόχο, αλλά και ως τώρα αντίκρισμα, την παραμονή στο κοινό νόμισμα είναι παράλογο να πιστεύει κανείς ότι αυτές οι εξελίξεις δεν θα βοηθήσουν την κυβέρνηση. Επιπλέον, τα μέτρα είναι μεν εξαιρετικά επώδυνα αλλά οι συνέπειες τους δεν είναι ίδιες για όλους, ενώ στηρίζονται με πάθος από τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης.
Αυτά όμως εξηγούν μονάχα εν μέρει τα γκάλοπ. Μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση είναι αναγκαία.
Είναι σαφές ότι οι ιστορικές ρίζες του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται στην ευρωκομμουνιστική Αριστερά και τη νεομαρξιστική σκέψη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η τελευταία αποτελεί και τη μοναδική πηγή έμπνευσης. Η δημοκρατική Αριστερά έχει αποτελέσει, παραδοσιακά, μήτρα καινοτόμων ιδεών (οικολογία, δικαιώματα γυναικών, μεταναστών, ομοφυλόφιλων, δικαιότερη κατανομή φορολογικών υποχρεώσεων κ.ά.) που υιοθετήθηκαν από μεγάλο κομμάτι του πολιτικού κόσμου. Ωστόσο, η εμμονή των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ στον υποτιθέμενο «παλαιομαρξισμό» του έχει προφανώς στόχο την πόλωση και τη συσπείρωση συντηρητικών ψηφοφόρων, που πιέζονται δραματικά από την κρίση.
Επιπρόσθετα, αυτές οι αναφορές συνήθως συνοδεύονται και από υποτιμητικά σχόλια για τον «κινηματισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι γεγονός ότι η δημοκρατική Αριστερά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των εργατικών και φοιτητικών κινημάτων όπως και εκείνων των μειονοτήτων. Η πολιτική κουλτούρα της, άλλωστε, είναι ιστορικά θεμελιωμένη πάνω στις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας έκφρασης και των κοινωνικών δράσεων. Αυτό όμως δεν αποτελεί ίδιον της ελληνικής Αριστεράς. Αντίθετα, η διασύνδεση με τα κινήματα αποτελεί καταστατικό στοιχείο σύσσωμης της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι πρόδηλο λοιπόν ότι όσοι τρομάζουν από τη διασύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κοινωνικοοικονομικά και τα πολιτισμικά κινήματα μάλλον εμπνέονται από μια αρκετά συντηρητική αντίληψη για την πολιτική.
Βέβαια, είναι σαφές ότι η διασύνδεση με τα κινήματα και η έμφαση στη δημοκρατία μπορεί να οδηγήσει και σε φαινόμενα κακοφωνίας. Ωστόσο, προφανώς είναι προτιμότερο να διαχειρίζεται κανείς την κακοφωνία παρά να καταλύει τη διαφωνία και τον διάλογο. Το να προβάλλει κανείς ως ιδεατό (έστω στο όνομα της αποτελεσματικότερης κομματικής λειτουργίας) την απόλυτη στοίχιση με τις ιδέες του κομματικού ηγέτη είναι ελάχιστα δημοκρατικό. Επιπλέον, ακριβώς αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα, που διαχρονικά χαρακτήρισε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., αποτέλεσε μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής απαξίωσης των κομμάτων από τους πολίτες. Οπότε, αυτοί που βλέπουν αρνητικά την πολυφωνία του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον αδυνατούν να υπερβούν συγκεκριμένες μεταπολιτευτικές αντιλήψεις.
Σε ό,τι αφορά στον λαϊκισμό, η αδυναμία της ανάλυσης είναι καταφανής. Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχτισε την εκλογική του επιρροή στη βάση της καταδίκης του Μνημονίου και προβάλλοντας την ανάγκη για εναλλακτικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης. Αν και κατά καιρούς δεν αποφεύχθηκαν οι υπερβολές και οι ευκολίες στη διατύπωση προτάσεων, η –κυνική)– παραδοχή από το ΔΝΤ ότι η λιτότητα χειροτέρευσε τα πράγματα και η καταφανέστατη αποτυχία του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης καταστούν τον ΣΥΡΙΖΑ ηθικό νικητή αυτής της συζήτησης. Το 30% που δηλώνουν έτοιμοι να ψηφίσουν την Αριστερά δεν είναι λοιπόν θύματα του λαϊκισμού. Αντίθετα, σύμφωνα με κοινωνιολογικές μελέτες, είναι προοδευτικά στρώματα της μεσαίας και της εργατικής τάξης που έχουν πληγεί σε δραματικό βαθμό από την κρίση.* Συνεπώς, η έμμεση καταδίκη τους (μέσω της απόλυτης καταδίκης του ΣΥΡΙΖΑ) μάλλον προκύπτει από την αδυναμία ορισμένων να διαχειριστούν την απώλεια της πρότερης ισχύς τους.
Αν ωστόσο το αντι-Μνημόνιο ως κομβικό σημαίνον έφτανε για να συνασπίσει αυτό το ευρύ πλέγμα κεντροαριστερών ψηφοφόρων σε έναν δίκαιο αγώνα (και σε καταστάσεις πολιτικοοικονομικής αποσύνθεσης), είναι φανερό ότι από μόνο του δεν είναι αρκετό. Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι πειστικές προτάσεις για την οικονομία, την παιδεία, την έρευνα, την ανταγωνιστικότητα, τον δημόσιο τομέα — και όλα αυτά εν μέσω μιας προοπτικής μείωσης του χρέους. Με άλλα λόγια χρειάζεται μια ολοκληρωμένη, ηγεμονική πρόταση υπέρβασης της μεταπολίτευσης.
Αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ το έχει κατανοήσει εδώ και καιρό, και γι’ αυτό βρίσκεται σε πορεία οργανωτικής αλλά και πολιτικής ανασυγκρότησης. Και είναι τελικά αυτό το οποίο προκαλεί και τις πιο παθιασμένες αντιδράσεις — εξ ου και οι υποτιμητικές κρίσεις περί όψιμου «ρεαλισμού». Διότι είναι σαφές ότι το πολιτικό πρόταγμα της Αριστεράς θα βρίσκεται στον αντίποδα των πολιτικών που εφαρμόζονται σήμερα και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με το πνεύμα της μεταπολίτευσης.
Τα τελευταία χρόνια έχει συναρθρωθεί μια αφήγηση που κάνει λόγο για τον καταστρεπτικό ρόλο των «συντεχνιών», του κρατισμού, των δαπανών του παρελθόντος κτλ. Σαφώς και η αφήγηση αυτή δεν στερείται απόλυτα νοήματος. Ωστόσο, με πυρήνα αυστηρά νεοφιλελεύθερες λύσεις επαναδιατυπώνει συνταγές που εφαρμόστηκαν (με τη γνωστή «επιτυχία») πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ωστόσο, τα βασικά και αλληλοσυνδεόμενα πρoβλήματα της χώρας, τα οποία την οδήγησαν στο σημερινό τέλμα είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και η φοροδιαφυγή. Η μεταπολίτευση εξέθρεψε μεν ένα μεγάλο, δαπανηρό (ως προς την ποιότητα των υπηρεσιών του) και κατά περιπτώσεις διεφθαρμένο δημόσιο, αλλά κυρίως δημιούργησε ένα παραγωγικό μοντέλο υψηλής έντασης εργασίας, χαμηλής παραγωγικότητας, εθνικών προμηθευτών και διαπλεκόμενων, με βασικό μοχλό ανάπτυξης την εσωτερική ζήτηση. Όμως, η εσωτερική υποτίμηση, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, η ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας, καθώς και η δραματική περικοπή των δημοσίων δαπανών σε καμία περίπτωση δεν θα λύσουν τα προαναφερθέντα προβλήματα.
Αν η χώρα λοιπόν επιθυμεί να ξεπεράσει το προβληματικό παρελθόν, θα πρέπει να επενδύσει στην ανταγωνιστικότητα. Και αυτό δεν θα επιτευχθεί με την εσωτερική υποτίμηση αλλά με την αύξηση της παραγωγικότητας — πράγμα που συνεπάγεται συστηματικές, δημόσιες δαπάνες για την τεχνολογία, την έρευνα και ανάπτυξη και την παιδεία. Αυτό όμως απαιτεί μια άλλη αντίληψη για το κράτος, και για τους χρονικούς ορίζοντες μείωσης των ελλειμμάτων. Επιπρόσθετα, καθιστά περισσότερο από αναγκαία τη συστηματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής –σε όλες τις εκφάνσεις της– και τον δίκαιο καταμερισμό των φορολογικών βαρών.
Αυτό ακριβώς είναι σε πορεία να διαμορφώσει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό πρέπει να είναι το πρώτο του μέλημα αν θέλει να ηγηθεί στην νέα εποχή. Τελικά, όμως, αυτό που γίνεται φανερό είναι ότι, τόσο στο κοινωνικοοικονομικό αλλά και στο πολιτικό πεδίο, ο ΣΥΡΙΖΑ κομίζει ένα νέο μοντέλο, το οποίο έρχεται σε πλήρη ρήξη με τα πεπγραγμένα και τις αντιλήψεις της μεταπολίτευσης. Και είναι αυτό, τελικά, που προκαλεί τις σφοδρές αντιδράσεις.

* Δημήτρης Μαύρος, «Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ», Η Αυγή, 25.11.2012 ( goo.gl/efODU)

Ο δρ Γ. Παπανάγνου είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ηνωμένων Εθνών-Ινστιτούτο Συγκριτικών Μελετών Περιφερειακής Ενοποίησης.

Εικονα: Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες», 1888. Στο πανώ μπροστά διαβάζουμε: «Ζήτω ο
σοσιαλισμός!»

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως νεο-ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά: Θέλει; Μπορεί; Έχει σημασία;

του Γιώργου Παπανάγνου απο τα Ενθεματα...

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ – Μπρεσόν, 1936
Απο τις εκλογές του Ιούνη έχει αρχίσει ένας έντονος διάλογος γύρω από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, μπορεί, ή ακόμα και αν θα έπρεπε να προσδοκά να γίνει το νέο ΠΑΣΟΚ. Για πολλούς, η ενδεχόμενη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα νεο-ΠΑΣΟΚ είναι κάτι αναπόφευκτο, κυρίως επειδή δείχνει να το θέλει. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης συνήθως προβάλλουν με χαιρεκακία την υιοθέτηση από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ ορισμένων παραδοσιακών σημαινόντων του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να γίνει συστημικό κομμάτι του πολιτικού σκηνικού. Από τη άλλη, υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει νεο-ΠΑΣΟΚ, είτε διότι (για μερικούς) παραμένει στην «άκρα» κινηματική Αριστερά είτε επειδή (για άλλους) οι εποχές δεν είναι οι ίδιες. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν συνάρτηση του πώς αντιλαμβάνεται κανείς το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικό μόρφωμα. Για μια καλύτερη εικόνα, μια σφαιρικότερη προσέγγιση είναι απαραίτητη.
Η πορεία του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο της μεταπολίτευσης και των ρηματικών κομβικών σημείων που την χαρακτήρισαν.[1] Αυτό που χαρακτήρισε εν γένει τη μεταπολίτευση ήταν η μαζική επιθυμία για μια πιο δίκαιη κοινωνία, με τη δημιουγία κοινωνικού κράτους και την ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών (εκσυγχρονισμός ηθών). Το ΠΑΣΟΚ έδωσε την απάντηση σε αυτές ακριβώς τις ανησυχίες. Με βασικά σημαίνοντα το σοσιαλισμό, τη Δημοκρατία, αλλά και την ατομική πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση συνάρθρωσε έναν άκρως πειστικό και τελικά ηγεμονικό πολιτικό λόγο. Είναι σαφές ότι το λαϊκό στοιχείο στον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ (ιδιαίτερα μετά το 1985) υπερεκτάθηκε, με αποτέλεσμα τις λαϊκίστικες υπερβολές που, σε συνδυασμό με το εκλογικό σύστημα (ο πρώτος τα παίρνει όλα), είχαν τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία, τη δημόσια διοίκηση κ.τ.λ.
Μετά τις αποτυχίες της δεκαετίας του 1980 το ΠΑΣΟΚ συνάρθρωσε ένα καινούργιο πολιτικό πρόταγμα, με βασικό σημαίνον τον εκσυγχρονισμό. Αν οι πολιτικές αναφορές των δεκαετιών του 1960 και του 1970 επέτρεπαν σοσιαλιστικές αναζητήσεις και οράματα, ήταν σαφές ότι μετά και την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ο φιλελευθερισμός ήταν κυρίαρχος. Ο εκσυγχρονισμός του ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε τις βασικές οικονομικές συνταγές της ΟΝΕ,[2] αλλά από την άλλη δεν απεμπόλησε τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους –παρά τις περικοπές στο πλαίσιο ενός εξορθολογισμού των δαπανών– αλλά και τον εκσυγχρονισμό των ηθών (Συνήγορος του Πολίτη, ταυτότητες κ.ά.), με ομολογουμένως μικρότερη ένταση από τη δεκαετία του 1980. Η ρήξη του ΠΑΣΟΚ με το παρελθόν, αν και σημαντική, δεν ήταν τόσο δραματική όσο πιστεύουν ορισμένοι. Το ΠΑΣΟΚ στην ουσία δεν έκανε κάτι διαφορετικό από ό,τι όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Αναπροσάρμοσε την οικονομική πολιτική του, επιχειρώντας να γίνει η κεντροαριστερή κυβερνητική λύση στο πλαίσιο του ηγεμονικού νεοφιλελεύθερου παραδείγματος.
Σήμερα είναι πλέον σαφές (σχεδόν) στους πάντες ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο παρήγαγε αναρίθμητα αδιέξοδα. Η θεωρία της διάχυσης (trickle down)[3] ήταν εξαρχής αμφισβητήσιμη (το λιγότερο), ενώ η τυφλή προσήλωση στην αύξηση του ΑΕΠ και στην επιδίωξη ολοένα και μεγαλύτερων κερδών είχαν ως συνέπεια τη διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα, παράλληλα, ήταν σαφές ότι στο πλαίσιο του στυγνού δικομματισμού οι πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις (όπως η φοροσυλλογή) παραπέμφθηκαν στις καλένδες. Πολύ απλά, το ΠΑΣΟΚ, παρά τις κατά καιρούς μεγαλόσχημες διακηρύξεις του, δεν ενδιαφέρθηκε να αυξήσει σημαντικά τα δημόσια έσοδα — αδιαφορία που απογείωσε η ΝΔ. Εν τέλει, το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ, στο όνομα της απελευθέρωσης των αγορών (deregulation) και έναντι του πολιτικού κόστους, επέτρεψε τον ατομικό πλουτισμό των Ελλήνων σε βάρους του κράτους. Όσο τα νούμερα ήταν καλά, τα επιτόκια επέτρεπαν το δανεισμό και το ΑΕΠ αυξανόταν, δεν υπήρχε πρόβλημα. Η λογική αυτή αποδείχτηκε –και ήταν εξαρχής– καταστροφική.
Επιστρέφοντας, στον ΣΥΡΙΖΑ οφείλει κανείς να αναλύσει την παρούσα συγκυρία προκειμένου να κατανοήσει τι ακριβώς είναι το κόμμα της Αριστεράς ή, ακόμα καλύτερα, τι μπορεί να γίνει. Ο κύκλος της μεταπολίτευσης έκλεισε αμετάκλητα. Επιπλέον, σε παγκόσμιο επίπεδο το ζητούμενο για τις προοδευτικές δυνάμεις είναι η τελική ρήξη με το νεοφιλελευθερισμό. Προφανώς, μια τέτοια ρήξη περνάει μέσα από την υπέρβαση των προαναφερθέντων αξιωμάτων της ΟΝΕ και τη δημιουργία κοινωνικά συνεκτικών κοινωνιών. Στην Ελλάδα, περνά πρωτίστως μέσα από τη συστηματική πάταξη της φοροδιαφυγής και τον δικαιότερο καταμερισμό των φοροευθυνών. Μια κυβέρνηση που θα έχει αυτό ως πρώτο στόχο θα μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα και τις λοιπές δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.[4] Από την άλλη, η πολυπληθής μεσαία τάξη που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές επιθυμεί την παραμονή της χώρας στο ευρώ και στην Ευρώπη,[5] την ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών και του κοινωνικού κράτους, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ουσιαστική αναβάθμιση του δημόσιου τομέα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λοιπόν την ιστορική ευκαιρία να συναρθρώσει έναν ηγεμονικό πολιτικό λόγο, με κομβικά σημεία την ανάπτυξη, τη (δίκαιη) συλλογή των φόρων, την αναβάθμιση του μοντέλου παραγωγής και την εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους. Με άλλα λόγια, έχει την ευκαιρία, ως δύναμη της Αριστεράς, να βάλει τις βάσεις για το ποιοτικό ξεπέρασμα της μεταπολίτευσης. Αυτό ωστόσο προϋποθέτει ρήξεις και πολιτικές συγκρούσεις, τόσο με μερίδα του κεφαλαίου όσο και με όσους βολεύονται με την «απλή», καθημερινή φοροδιαφυγή και τις πελατειακές σχέσεις. Ο δικομματισμός, ο φόβος μπροστά στο πολιτικό κόστος και η απόλυτη κυριαρχία του πρώτου κόμματος έθρεψαν τα αδιέξοδα της μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πιστός στις αρχές του, θα πρέπει (από θέση εξουσίας ή μη) να πιέσει για την εφαρμογή της απλής αναλογικής (ή τουλάχιστον ενός αναλογικότερου νόμου). Η υπέρβαση της μεταπολίτευσης οφείλει να έχει ως καταστατικό στοιχείο τη δημιουργία πολυκομματικών κυβερνήσεων και ευρύτερων συμμαχιών που θα ανατρέψουν παγιωμένες νοοτροπίες.
Είναι, μπορεί ή θέλει λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει το «νέο ΠΑΣΟΚ»; Είναι σαφές ότι αν θεωρήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη δύναμη πρωτοπορίας που από τα αριστερά έχει την ευκαιρία να προτάξει έναν ηγεμονικό πολιτικό λόγο, τότε, ναι, μπορεί να γίνει το «νέο ΠΑΣΟΚ». Αν θεωρήσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ως στόχο να γίνει ο δεύτερος πόλος του δικομματισμού, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι ούτε πρέπει να γίνει το «νέο ΠΑΣΟΚ». Αν, τέλος, αναλογιστεί κανείς τις αξιακές αναφορές και τις προσδοκίες της μεσαίας και της εργατικής τάξης της Ελλάδας του 1980 και αυτής του 2012, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι ούτε μπορεί να γίνει το «νέο ΠΑΣΟΚ».
Τελικά, γίνεται κατανοητό ότι αυτή η συζήτηση δεν έχει και τόση σημασία. Σαφώς, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των κομμάτων στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας επιτρέπουν τη διατύπωση αναλογιών. Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ έχουν κοινές αξιακές καταβολές, παρελθοντικές και σύγχρονες, οπότε είναι τουλάχιστον αστείο να μιλά κανείς για καπήλευση σημαινόντων. Από την άλλη, οι εποχές και οι προκλήσεις είναι διαφορετικές, απαιτούν διαφορετικά πολιτικά προτάγματα και συναρθρώσεις. Αυτό που προέχει είναι η πολιτική πράξη και το πώς η Αριστερά, με ευθύνη, θα καταφέρει να βάλει τις βάσεις για την υπέρβαση.
Ο δρ Γ. Παπανάγνου είναι επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ηνωμένων Εθνών-Ινστιτούτο Συγκριτικών Μελετών Περιφερειακής Ενοποίησης.

[1] Ernesto Laclau, On Populist Reason, Verso 2005.
[2] Ανεξαρτησία κεντρικών τραπεζών, προτεραιότητα στη μάχη κατά του πληθωρισμού, σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση των αγορών.
[3] Σύμφωνα μ’ αυτήν, τα κέρδη και οι φοροαπαλλαγές για τα μεγάλα εισοδήματα θα έχουν ως συνέπεια και την άυξηση των χαμηλών εισοδημάτων.
[4] Επιγραμματικά, την έλλειψη καινοτομίας και έρευνας, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό που δημιουργείται κυρίως από τη λειτουργία διαφόρων ειδών καρτέλ. Για μια λεπτομερή ανάλυση, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=674854
[5] Χωρίς βέβαια να αποκλείεται, αν συνεχιστούν οι καταστροφικές πολιτικές της ύφεσης, αυτή η στάση να αλλάξει.

Ροη αρθρων