Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΔΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΔΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Μίσος και πολιτικός αυταρχισμός...

Του Ευάγγελου Γρ. Αυδίκου*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Τα τελευταία χρόνια η ψυχολογία, μαζί με την οικονομία, είναι από τις επιστήμες που πρωταγωνιστούν στον δημόσιο χώρο. Η οικονομία είναι το πεδίο όπου οι οικονομολόγοι και οι οικονομολογούντες διασταυρώνουν τα ξίφη τους με πολιτικούς και δημοσιογράφους, σε μια προσπάθεια να οικοδομήσουν μια «αντικειμενική» παρουσίαση της βαθιάς περιδίνησης στην οποία έχει περιπέσει η ελληνική οικονομία. Συχνά τα ξίφη όλων αυτών συστρατεύονται επιχειρώντας να δημιουργήσουν συνθήκες αναγκαιότητας για τις αδυσώπητες περικοπές που έχουν φέρει όλους τους Ελληνες σε κατάσταση παραζάλης, μόνιμης κατάθλιψης και στέρησης της αισιοδοξίας για τους μεγαλύτερους, που βλέπουν ότι ο ουρανός έχει μαζέψει πολλά και σκοτεινά σύννεφα, σε σημείο να μην ελπίζουν. Χάνουν την πίστη τους στο μέλλον, πως δηλαδή μπορούν να ονειρεύονται.

Σ’ αυτό το σημείο η ψυχολογία γίνεται η επιστήμη των παρενεργειών που προκαλούν οι αψυχολόγητες πράξεις της εξουσίας με την ταπείνωση και εξαθλίωση των Νεοελλήνων. «Δεν υπάρχει εξουσία χωρίς μίσος», υποστηρίζει ο Ευριπίδης. Προφανώς, αυτό είναι αληθές για τα αυταρχικά καθεστώτα, τα αντιδημοκρατικά αλλά και όσες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες διολισθαίνουν σ’ αυτό. Η δημοκρατική εξουσία αντλεί δύναμη από το ενδιαφέρον για τον άλλο, ιδίως τον πιο αδύναμο αλλά και όλους τους πολίτες. Φροντίδα ενός δημοκρατικού καθεστώτος, που διαπνέεται από ανθρωπιστικά ιδανικά, είναι να θέσει κανόνες και να διαπαιδαγωγήσει τους πάντες στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αναλογικότητα της συνεισφοράς στα οικονομικά βάρη. Η δημοκρατία, συνεπώς, δεν μισεί. Αν το κάνει, είναι μια ένδειξη ότι έχει εκτροχιαστεί από τις βασικές δημοκρατικές αρχές.

Το μίσος είναι προϋπόθεση του «διαίρει και βασίλευε». Αποτελεί βασική επιλογή όσων ενδιαφέρονται για την ευημερία των αριθμών, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί στον οικονομικό Καιάδα πολλούς συμπολίτες. Οπου η δημοκρατία δεν αναπνέει, παράγονται συναισθήματα δυσανεξίας και επιθετικότητας. Δημιουργούνται συνθήκες ανθρωπιστικής και πολιτικής κρίσης.

Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι και η Ελλάδα της τελευταίας τριετίας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν δομικές δυσπλασίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, μια δημοκρατική πολιτεία επιλέγει τον επιμερισμό των υποχρεώσεων. Αντίθετα, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα -αποτελεί κοινό τόπο πλέον- είναι η ασυλία στους λίγους και η απομύζηση και της τελευταίας ικμάδας από τους πολλούς. Είναι η διαμόρφωση συνθηκών πολέμου με άπειρα θύματα, βιολογικά και ψυχολογικά.

Ο δρόμος όμως ώς τη δημιουργία συνθηκών «παγετώνων» χρειαζόταν σχεδιασμό. Κι εδώ η εξουσία που διολισθαίνει στον αυταρχισμό προσφεύγει στην ψυχολογία και την προπαγάνδα. Σπέρνει το μίσος. Στρέφει τη μια ομάδα εναντίον της άλλης. Είναι αυτό που αποδόθηκε με τη φράση που μπήκε στο λεξιλόγιο όλων μας στα χρόνια του Μνημονίου: κοινωνικός αυτοματισμός. Για να χειραγωγηθεί η πολιτική βούληση των πολιτών σπέρνεται ο διχασμός. Στοχοποιούνται κάθε φορά τα κοινωνικά στρώματα που αμφισβητούν τον πολιτικό αυταρχικό διεκδικώντας τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Η εξουσία είναι «μανούλα» στην πρόκληση του κοινωνικού αυτοματισμού. Στην Ελλάδα δε οι κυβερνώντες αναδείχτηκαν σε μάστορες της ψυχολογίας των πολιτών. Κάθε φορά ένα κοινωνικό στρώμα κατασυκοφαντούνταν, απαξιωνόταν, δινόταν βορά στα ανθρωποφαγικά ένστικτα που η ίδια η εξουσία είχε φροντίσει να καλλιεργήσει και να απελευθερώσει.

Η παραγωγή μίσους γίνεται τρόπος διακυβέρνησης στη μνημονιακή Ελλάδα. Ολοι εναντίον όλων. Ετσι, βήμα το βήμα διαμορφώνονται συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Το βασικό γνώρισμα ενός εμφυλίου είναι ο διχασμός και η διάσπαση του κοινωνικού ιστού. Το μίσος, ως επίσημη ιδεολογία ή υφέρπουσα πρακτική. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Χάνεται η κοινωνική συνείδηση και επιστρέφουμε στα όσα είπε ο Δαρβίνος σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Η εξουσία απεκδύεται τον κοινωνικό της ρόλο. Μεταβάλλεται σ’ έναν απλό διαχειριστή, που φροντίζει, σε τακτικό χρόνο, να τροφοδοτεί την αρένα με νέα θύματα.

Καιρός είναι να θυμηθούμε τα ανθρωπιστικά ιδανικά. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της. Να υπερασπιστεί τα βασικά δικαιώματα των πολιτών. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το πετύχει. Νόμιμοι. Αρκεί να το θελήσουν οι πολίτες.

…………………………………………………………

* Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Το μεντάτι και η φιλευσπλαχνία...

Του Ευάγγελου Γρ. Αυδίκου*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Η παράδοση έχει γίνει αντικείμενο πολλών σχολίων. Από την υμνολογία στην απόρριψη είναι το πιο συχνό δρομολόγιο. Οι ενδιάμεσες αποχρώσεις απαιτούν ευαισθησία, αναζήτηση της ουσίας, ισορροπημένη σχέση με τον πολιτισμό. Ο φανατισμός συνήθως σχηματοποιεί τα πράγματα. Σε καταστάσεις συναισθηματικής έντασης ξεφεύγουν οι λεπτομέρειες, απουσιάζει η νηφαλιότητα και η σχέση με την παράδοση είναι επιφανειακή.
H παράδοση ήταν το εύκολο θύμα στις μυλόπετρες του διπολισμού, τον οποίο ακολούθησε η ελληνική κοινωνία της τελευταίες δεκαετίες. Στη μια πλευρά, ο κόσμος της προόδου που συνοδεύεται από πλούτη, νεωτερικές ιδέες, κοσμοπολιτισμό, συνεχή ανανέωση σε συναισθήματα, αξίες, αναφορές. Στον αντίποδα, ο παλιός κόσμος που ταυτίστηκε με τη συντήρηση, τα παλιά μυαλά. Συχνά, αυτός ο κόσμος απαξιώθηκε. Αντιμετωπίστηκε υποτιμητικά. Τόσο ήταν το σχοινί του. Η θέση του πλέον ήταν στην αποθήκη, σε κάποιο αρχείο, στην καλύτερη περίπτωση σε επετειακές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές.


Η οικονομική και πολιτισμική κρίση, ωστόσο, άλλαξε τα δεδομένα. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν κοινωνικές συμπεριφορές που τους έδωσαν εντυπωσιακά ονόματα. Κοινωνικά κινήματα με αξιομνημόνευτη δράση. Ωστόσο, πρόκειται για μορφές αλληλεγγύης που έρχονται από πολύ παλιά. Αποτελούσαν τη σπονδυλική στήλη στο παρελθόν, τότε που οι άνθρωποι θεωρούσαν την αλληλοβοήθεια συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασής τους.

Στις μέρες μας που έχει θεριέψει η κοινωνική κρίση, η παράδοση μπορεί να υποστηρίξει τις ανθρώπινες σχέσεις, να σταθεί αρωγός, οικονομικά και ψυχολογικά, σε όσους δοκιμάζονται από τη φτώχεια και την ανεργία. Οσους κλυδωνίζονται ψυχολογικά. Τα τελευταία χρόνια, παλιά κοινωνικά σχήματα παραμερίστηκαν. Ελειψε η ζεστασιά της γειτονιάς, η αίσθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης που μπορεί να εκδηλωθεί στις δύσκολες συνθήκες. Επικράτησε η φιλανθρωπία, συχνά με ιδιοτελή στόχο. Τηλεοπτικοί σταθμοί και διάφοροι οργανισμοί διαφημίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη με θορυβώδη τρόπο, συχνά ενοχλητικό. Ελειψε ο σεβασμός στον άνθρωπο, η διακριτικότητα στη βοήθεια.

Στο παρελθόν οι κοινωνίες είχαν υιοθετήσει πιο ισορροπημένες μορφές αλληλοβοήθειας. Ηταν το μεντάτι που στηριζόταν σε ισοδύναμες κοινωνικές σχέσεις. Η βοήθεια απαιτούσε συμμετοχή και ανταπόδοση βοήθειας από όλους, μικρούς και μεγάλους, γυναίκες και άντρες, με σωματική ρώμη ή αδύναμους. Ο καθένας πρόσφερε αυτό που μπορούσε. Για να χτιστούν σπίτια, ν’ ανοίξουν δρόμοι, να γεφυρωθούν ποτάμια, να οργώσουν και να μαζέψουν τη σοδειά. Παντού, σε κάθε τομέα το μεντάτι ήταν η απάντηση στις δυσκολίες. Οσα έργα γίνονται σήμερα αντικείμενο θαυμασμού, είναι αποτέλεσμα ανταποδοτικής συνεργασίας. Ολοι σ’ αυτό το σύστημα έβρισκαν τη θέση τους και η συμμετοχή στο μεντάτι επικύρωνε την ύψιστη αξία της συλλογικότητάς τους.

Προφανώς, η απάντησή μας στην κρίση δεν είναι η παθητική αντιγραφή του παρελθόντος. Οι καιροί έχουν αλλάξει. Ομως, μπορούμε να μαθητεύσουμε σ’ αυτόν τον πολιτισμό αντλώντας εμπειρίες και μοτίβα συμπεριφοράς. Η κρίση μάς ανάγκασε ν’ αναζητήσουμε την αλληλεγγύη. Ωστόσο, η μορφή που παίρνει μοιάζει με φιλανθρωπία. Με οίκτο προς τους αδύναμους. Κι είναι αυτό που κάνει προβληματική αυτού του είδους την αλληλεγγύη. Ταπεινώνει τους ανθρώπους και τους θυμίζει πως επιβιώνουν χάρη στη γενναιοδωρία άλλων. Απουσιάζει η δική τους προσφορά. Η συμμετοχή που κάνει ισορροπημένη τη σχέση της αλληλεγγύης.

Σ’ αυτό το σημείο, μπορεί να φανεί χρήσιμη η παράδοση. Το μεντάτι μπορεί να γίνει οδηγός για μια νέα σχέση κοινωνίας και θυμάτων της κρίσης. Που δεν θα σπρώχνει τους «αδύναμους» στα σχοινιά του κοινωνικού ρινγκ. Αυτό θα συμβεί αν οι έχοντες ανάγκη (άνεργοι, νεόπτωχοι κ.λπ.) παίρνουν τη βοήθεια αλλά το ανταποδίδουν με υπηρεσίες προς τους άλλους. Με αυτο-διαχείριση του συσσιτίου που σε άλλους καιρούς ονομαζόταν ανταμικό. Με προσφορά οιωνδήποτε υπηρεσιών, ανάλογα με τις δεξιότητες, το επάγγελμα, την ηλικία και την αντοχή.

Τα συσσίτια που οργανώνονται είναι το πρώτο βήμα. Το αναγκαίο για την επιβίωση. Ωστόσο, χρειάζεται κάτι περισσότερο που να μη βαθαίνει το κοινωνικό χάσμα. Η εικόνα όσων σιτίζονται τις γιορτές ή άλλες ημέρες από τα συσσίτια των δήμων και άλλων κοινωνικών εταίρων γίνεται συχνά βορά στον αδηφάγο τηλεοπτικό φακό. Οσοι παίρνουν το πλαστικό πιάτο είναι οι κομπάρσοι μιας διαφημιζόμενης κοινωνικής ευαισθησίας, που ωστόσο δεν τους ανατάσσει ψυχολογικά. Απουσιάζει, όμως, η ανάγκη για όλους να νιώσουν τη χαρά ότι κερδίζουν τη ζωή τους. Οτι δεν τους χαρίζεται από ελεήμονες συμπολίτες. Οταν το «δώρο» δεν εξισορροπείται με το «αντίδωρο», τότε δεν παράγονται θετικά συναισθήματα. Χτίζονται σχέσεις εξάρτησης, που υπονομεύουν τον πυρήνα της δημοκρατίας.

Με αφορμή λοιπόν την κρίση οι άνθρωποι ανακάλυψαν τη συντροφικότητα, την ουσία του πολιτισμού. Την αλληλεγγύη. Αρχισαν να σκέφτονται στον πληθυντικό αριθμό. Δεν ζουν μόνοι στον πλανήτη. Υπάρχουν οι αδύναμοι, τα θύματα του σαρκοβόρου νεοφιλελευθερισμού. Η παράδοση έχει να ιστορήσει πολλά για την κοινωνική αλληλεγγύη. Για μια αλληλοβοήθεια που δεν θα δημιουργεί ενοχικά συναισθήματα σε όσους βοηθιούνται. Που θα είναι η αναγνώριση ότι όλοι συμμετέχουν, στο μέτρο του δυνατού, σ’ αυτή την κοινωνική διάδραση.

……………………………………………………………………….

*Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Το μειλίχιο τέρας...

Του Ευάγγελου Αυδίκου*, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Ο τίτλος είναι δανεικός. Ανήκει σε βιβλίο του Ιταλού φιλοσόφου Ραφαέλε Σιμόνε, που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα. Βάζει το νυστέρι του σ’ ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Στον τρόπο δηλαδή που ο καταναλωτισμός, ο σύγχρονος Μινώταυρος, άλλαξε προβιά παίρνοντας τη μορφή μειλίχιου όντος που νοιάζεται για το καλό όλων. Είναι η ίδια ιστορία που λέγεται με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Το ζήσαμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Υποσχέθηκε παραδείσους. Σαγήνεψε κλείνοντας το μάτι με υπονοούμενα. Ο κόσμος έμοιαζε νήπιος. Χωρίς προβλήματα. Με πλατιά χαμόγελα. Με μια διαρκή νιότη που την εξασφάλιζαν οι πολλές πιστωτικές κάρτες, τα τραβηγμένα πρόσωπα στα εργαστήρια των πλαστικών ελπίδων. Με μια έγνοια για ξόδεμα. Για φυγή. Οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν σαν τις σταγόνες στους καταρράκτες την ώρα που επιχειρούν το σάλτο μορτάλε.

Οι άνθρωποι άλλαξαν. Εχασαν την ψίχα τους. Την ανθρωπιά. Τη σκέψη που λοιδορήθηκε. Ο σύγχρονος Μινώταυρος μπόρεσε να δράσει ύπουλα. Εγινε τρυφερός, τσαχπίνης. Πήρε το μάθημα από τον Θησέα. Αφησε τους λεονταρισμούς και την προσπάθεια να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους του. Ανακάλυψε τις γαλιφιές και μπόρεσε έτσι σιγά σιγά να καταβροχθίσει τα σωθικά του αντιπάλου του. Να τον κάνει υποχείριό του. Να πιστέψει σε νέους θεούς. Αρχισε να σκάβει τον λάκκο του. Να βρομίζει το περιβάλλον, να φοβάται και τη σκιά του, να τρομοκρατείται στην ιδέα των γηρατειών. Να γίνει άφιλος. Να μείνει μόνος με την τηλεόραση. Να κάνει μέτρο της ευτυχίας του τις πιστωτικές κάρτες, τη διαρκή κίνηση, τα λαμπερά φώτα. Να ξεχάσει τη χαρά των απλών πραγμάτων, τη ζεστασιά του σπιτιού του, το χαμόγελο των αγαπημένων του ανθρώπων.

Το μειλίχιο τέρας πήρε τη μορφή της τηλεφωνήτριας που ντάλα μεσημέρι τηλεφωνούσε στους πελάτες για να πουλήσει τα «εικονίσματα» της καινούργιας «θεότητας». Ανοιγες την τηλεόραση κι εμφανίζονταν με τη μορφή διαφημίσεων. Οδηγούσες και οι μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες σε έκαναν να νιώθεις ένοχος που δεν είχες προλάβει να ψωνίσεις. Το μειλίχιο τέρας έγινε η σύγχρονη λερναία ύδρα. Τα κεφάλια του, αμέτρητα. Είχε την ικανότητα να παίρνει πολλές μορφές. Να τρυπώνει παντού και τελικά να ξεριζώνει την ψυχή των ανθρώπων. Να τους αναγκάζει να μαϊμουδίζουν. Να αγοράζουν «προτηγανισμένες» συμπεριφορές. Ο σύγχρονος Μινώταυρος έχει την ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους όμοιους. Να τους μετατρέπει σε μηχανές που απλώς αλέθουν. Που μέλημά τους έγινε η εικόνα, όχι η ουσία. Το μειλίχιο τέρας έχει κάνει τους ανθρώπους ζόμπι. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να περιγράψει αυτούς που σκάβουν τον λάκκο τους; Που μολύνουν το περιβάλλουν, καίνε τα δάση, ζούνε με θόρυβο, ξοδεύουν άστοχα τον χρόνο τους και τρέχουν για να προλάβουν; Που η ζωή τους έχει γίνει ένα ανελέητο κυνηγητό της σκιάς τους;

Το μειλίχιο τέρας έκανε καλά τη δουλειά του. Δημιούργησε άβουλα όντα που ξοδεύουν την ώρα τους στην πολυθρόνα πατώντας αμήχανα το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Σ’ αυτό έβαλαν πλάτη οι τράπεζες. Με τα δάνεια και το πλαστικό χρήμα. Καλλιέργησαν τεχνητούς παραδείσους. Είναι αυτές που πάσχιζαν να ταΐσουν την ακόρεστη βουλιμία του μειλίχιου τέρατος. Κι όταν πλέον ο καταναλωτισμός έφτασε στα όριά του, οι τράπεζες, μέσω των πολιτικών τους εκπροσώπων, αποσύνδεσαν τους πελάτες τους από τον τεχνητό παράδεισο. Τους έστειλαν στην ανεργία, τους πετσόκοψαν τους μισθούς, τους ρήμαξαν τις ζωές. Το μειλίχιο τέρας είχε κάνει τη δουλειά του. Καιρός να πληρώσουν οι «αφελείς» που πίστεψαν σε τεχνητούς παραδείσους. Η Κύπρος είναι ένα ακόμη θύμα του τραπεζικού Μινώταυρου. Οι Κύπριοι αλλά και οι «νότιοι» της Ευρώπης πληρώνουν με τις ζωές τους, αφού πρώτα τάισαν, με την αγορά εμπορευμάτων, τον Μινώταυρο της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Ο «ελεύθερος» κόσμος μας, παιδί του νεοφιλελευθερισμού, χάλκευσε χαλκεία της βούλησης του σύγχρονου πολίτη. Ηταν η αναγκαία προϋπόθεση για να γίνει τροφή του αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Αν η περιπέτεια που μας έχει γονατίσει όλους γίνει αφορμή να σκεφτούμε, να ξεριζώσουμε το «μειλίχιο τέρας» εντός μας, μπορεί να ξαναβρούμε το νόημα στα καθημερινά πράγματα. Τότε, μπορεί να γίνει πιο καθαρή η ματιά μας όταν αποφασίζουμε για την τύχη της χώρας. Να κατανοήσουμε πως εκείνοι στην Εσπερία που μας κουνάνε απειλητικά το δάκτυλο είναι οι ιδιοκτήτες του Μινώταυρου. Είναι αυτοί που έστελναν τους υπουργούς-ατζέντηδες για να αγοράσουμε τη δική τους πραμάτεια. Μαζί τους και πολλοί απ’ τους «ημέτερους» που σπέρνουν τον φόβο, για να ξεστρατίσει η σκέψη μας από τις δικές τους ευθύνες.

……………………………………………………………………..

* Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ροη αρθρων