Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Οι φίλοι είναι το χνάρι σου...

ΘΥΜΑΜΑΙ Χριστούγεννα λογιών λογιών. Η αλήθεια είναι πως από τα σαράντα, που θα θα έπρεπε να έχω μνήμες, δεν ξέρω αν μπορώ να ξεπεράσω τα δέκα. Λένε πως μόνο όταν χρειαστεί τα θυμάσαι, ή όταν ένας έμπειρος «ανακριτής» σε αναγκάσει να ζωντανέψεις μνήμες που δεν είχες κανένα λόγο να τις διατηρείς ζωηρές.
Κάτι παιδικά, μαθητής Δημοτικού, τα τρία Χριστούγεννα του στρατού, και τα σημαντικά πρώτα με τους οριστικά δικούς μου ανθρώπους. Και ένα στη Νέα Υόρκη, πριν παρουσιαστώ στο στρατό, στην Τρίπολη, όπου είπα να παίξω με την αντοχή μου στις απότομες αλλαγές, από το λούνα παρκ στο ορυχείο...
Παλιότερα, στα γιορτινά τραπέζια μετρούσα ανθρώπους. Δεν μπορούσα να ελευθερωθώ από τη μαύρη λεζάντα που έβλεπα πάνω από τα κεφάλια μας. «Για πόσο ακόμα; Και του χρόνου μαζί; Ολοι;». Τώρα σταμάτησα να το κάνω. Δεν έχει νόημα να φοβάσαι κάτι που θα γίνει έτσι κι αλλιώς. Ούτε να επιμερίζεις τα βασικά στοιχεία του κράματος. Να διαχωρίζεις τη λύπη από τη χαρά και να την πολεμάς χωριστά. Είναι σαν τα τραγούδια. Δεν έχει νόημα να τα τεμαχίζεις και να λες ωραίοι στίχοι, αδιάφορη μουσική, μέτρια ερμηνεία. Είναι αυτό που είναι και είναι ένα. Take it or leave it.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ έβγαιναν και οι δίσκοι, από Ελλάδα και εξωτερικό. Η εορταστική αγορά συγκέντρωνε όλο το αίμα του πλεονάσματος της αγοραστικής δύναμης και η μουσική διεκδικούσε το μερίδιό της. Ηταν τότε που περιμέναμε τα καινούργια τραγούδια σαν μωρά το γάλα. Μόνο η μουσική ημέρευε τα «κλάματά» μας. Ηταν γεγονότα οι κυκλοφορίες των δίσκων. Κυνηγούσαμε την τροφή μας. Υστερα ήρθε η κατανάλωσή της. Οπως σε όλα. Απονευρώθηκε το ένστικτο του κυνηγού, υποχώρησαν και οι τσακωμοί μας γύρω από κάτι απίστευτα θέματα που προέκυπταν ακόμη και από τον τρόπο παιξίματος του μπασίστα!

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

"Υπο-κρισία" & "Υπερ-κατανάλωση"...

του Μαζεστιξ...
Αυτές τις μέρες τις σημάδευαν τα παιδιά που τριγύριζαν στα σπίτια τις παραμονές των γιορτών και τραγουδούσαν τα κάλαντα για χαβαλέ, καταξίωση και λίγο χαρτζιλίκι.
Φέτος κανείς δε χτύπησε την πόρτα.
Μόνο όταν πήγα στην τράπεζα, είδα ένα γέρο να κουβαλά τα εγγόνια του και να τα λένε μέσα σ' αυτούς που "τα 'χουν", μπας και βγάλουν λεφτά.
Δίπλα στα ταμεία της τράπεζας, λες και τα κάλαντα είναι ευκαιρία για κονόμα και όχι μια παιδική συνήθεια με τα στοιχεία της παρέας, της πλάκας και της φιλοξενίας.

Απ' τη μια οι γονείς φοβούνται να τα αφήσουν, με τον δικαιολογημένο φόβο της εγκληματικότητας.
Κι απ' την άλλη τα παιδιά αρνούνται να αφήσουν τους υπολογιστές και τα playstation για να βγουν έξω στην πραγματική ζωή και να ζήσουν ως παιδιά, όσο μπορούν κι όσο τα αφήνουμε βέβαια μέσα στις βάρβαρες προ-μετα-μοντέρνες πόλεις μας.
Απλώς κάποιοι απ' τους γονείς επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη συναισθηματική ασπίδα που λέγεται "παιδιά" για να βγάλουν κάνα ψιλό, με πρόσχημα τα κάλαντα.


Και να 'ταν το μόνο;
Ο σεβάσμιος γέροντας Βασίλειος της Καισαρείας αντικαταστάθηκε (μεσα στο πνεύμα του εκσυγχρονισμού) από έναν χοντρομπαλά χάχα με κόκκινη στολή, ονόματι Αη Νικόλα -Santa Clauss κατά το ελληνικότερον-, που τριγυρίζει φορώντας στάμπες της Coca-cola κουβαλώντας στην παχύσαρκη πλάτη του ένα σάκο γεμάτο καταναλωτική μανία.
Εμένα η μάνα μου δε μου μίλησε ποτέ για Αγιοβασίληδες και τα τοιαύτα.
Δεν ήθελε να με ταϊζει καταναλωτικές μούφες.
Μου έπαιρνε πάντα ένα δωράκι για να χαρώ, αλλά ήξερα εξ αρχής ότι είναι από αυτήν και από τον πατέρα μου και όχι από κάποιο χαχανίζον προϊόν της καταναλωτικής σούπας.
Έτσι κι αλλιώς, από μικρό μου μάθαιναν πως, αν τελικά υπάρχουν Θεοί και Άγιοι, αυτοί σίγουρα δεν ασχολούνται με υλικές απολαύσεις, δώρα, νηστείες και τάματα.

Τα δωράκια αυτά που μου δίνανε δεν ήταν ποτέ εκείνα τα τεράστια και πλουσιοπάροχα, όπως άλλων παιδιών.
Όχι όμως από οικονομική ένδεια. (Αρκετά καλά ήμασταν οικονομικά, σίγουρα καλύτερα από το μέσο όρο.)
Κυρίως από άποψη. Επειδή ένα παιδί δεν έχει ανάγκη να γίνει ο γονιός του μεγαλομέτοχος του jumbo για να νιώσει αυτήν την ευχαρίστηση της πατρικής ή μητρικής στοργής.
Έχει κυρίως ανάγκη αυτήν την θαλπωρή, τη ζεστασιά που προσφέρει η προσφορά της ζωής του γονέα στις υπηρεσίες του παιδιού.
Με έμαθαν να μη θέλω, να μην αποζητάω το ακριβό ή το πολυτελές και να μη ζηλεύω εκείνον που είχε το πιο ακριβό δώρο.

Στην Ελλάδα του 2012 ο γονιός έχει πάψει να νιώθει πατέρας ή μάνα του παιδιού, αλλά νιώθει κυρίως ως πιστωτική κάρτα του παιδιού που απλά εξαργυρώνει πόντους προς κατανάλωση.
Κι όσο πιο ψηλά φτάσουν οι καταναλωτικοί πόντοι, τόσο πιο ψηλά θα ανέβει στο μετρητή αγάπης του παιδιού, που νομίζουν πως μονάδα μέτρησης έχει το ευρώ.
Οι γιορτινές μέρες από ευκαιρία για μάζεμα της οικογένειας, των συγγενών, των φίλων και των γειτόνων εξελίχτηκαν σε ευκαιρία για shopping therapy, για νταβατζήδικη διασκέδαση και για νεοπλουτίστικο νταηλίκι.
Οι γονείς αντί να πάρουν δώρο ένα παιχνιδάκι στα παιδιά, τους παίρνουν laptop, playstation ή i-phone, ανάλογα με τις δυνάμεις του ο καθένας.
Για να τα ξεφορτώνονται φυσικά τις υπόλοιπες μέρες του χειμώνα, όταν αυτοί γυρίζουν κουρασμένοι απ' τη δουλειά και τα παιδιά να αποχαυνώνονται ευχαριστημένα μπροστά σε οθόνες ψηφιακής πραγματικότητας.
Υποκρισία και υπερκατανάλωση πάνε μαζί άλλωστε.
"Υπο-" στην κρίση, "υπέρ-" στην κατανάλωση...



Τι κι αν φτωχύναμε; Η νοοτροπία έχει παραμείνει η ίδια.
Η μισή Ελλάδα περιμένει την παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς για να πάει να γλεντήσει στα μπουζούκια.
Λες και τις άλλες μέρες τα μπουζούκια παίζουν ξεκούρδιστα και μόνο αυτές τις δυο μέρες μπορούν να διασκεδάσουν, πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον, στιβαγμένοι κατά εξάδες σε τραπέζια τεσσάρων.
Κι όλα αυτά γιατί;
Όχι, σαφέστατα, για να διασκεδάσουν. Όποιος θέλει να διασκεδάσει άλλωστε, έχει 52 Παρασκευές και Σάββατα όλο το χρόνο.
Για να ικανοποιήσουν την κοινωνική ματαιοδοξία τους κυρίως.
Όποιος έχει ένα λογαριασμό facebook, μπορεί να το διαπιστώσει αυτό, αφού οι διασκεδάσαντες γνωστοί τους έχουν ανεβάσει πακτωλό φωτογραφιών από της νυχτερινή έξοδο της παραμονής.

Μια και είπα για φωτογραφίες, θυμήθηκα και τούτο.
Όποτε βγαίναμε με την παρεούλα σε κλαμπ, σε μπαρ, σε μπουζούκια, σε καφετέρια, σε ουζερί, σε οτιδήποτε τελοσπάντων, δε σταματούσαμε να μιλάμε, να γελάμε, να τραγουδάμε, να χορεύουμε, να διασκεδάζουμε τελοσπάντων στο χώρο που βρισκόμασταν.
Όταν εισήχθη η μανία της φωτογραφίας και της βιντεοσκόπησης των στιγμών διασκέδασης στη χώρα μας, πριν από πολύ λίγα χρόνια, διαπίστωσα με κάποια παρέα που 'χα βγει τότε, ότι βρισκόμασταν τρεις-τέσσερις ώρες σε ένα μαγαζί, τις δύο ώρες απ' τις οποίες αλληλοφωτογραφιζόμασταν και αλληλοβιντεοσκοπούμασταν χαχανίζοντας άσκοπα, ενώ τις άλλες δύο ώρες χασμουριόμασταν απότ η βαρεμάρα, αφού φαίνετια πως δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε.
Τους περισσότερους στην παρέα τους απασχολούσαν οι φωογραφίες που θα ανέβαζαν αύριο στο facebook και λιγότερο τους ενδιέφερε να αφεθούν, να διασκεδάσουν, να επικοινωνήσουν.



Διότι η αληθινή επικοινωνία έχει περιοριστεί στα όρια των social media.
Οι περισσότεροι λειτουργούν για το φαίνεσθαι και μόνο.
Ελάχιστους ενδιαφέρει πια η διασκέδαση, ως το ανώτερο (πλην έρωτος) μέσο αληθινής ένωσης με άλλους ανθρώπους.
Η διασκέδαση για τους περισσότερους είναι ένα μέσο επίδειξης.
Η διασκέδαση είναι ψεύτικα χαμόγελα στα φλας των φωτογραφικών μηχανών που σβήνουν και γίνονται ξινισμένες μούρες, μόλις κλείσουν οι κάμερες.


ΥΓ.: Όσοι αντέξατε και διαβάσατε τα παραπάνω, θέλω να ξέρετε ότι δεν είχα σκοπο να γράψω κάποια... πραγματεία για τα Χριστούγεννα.
Απλά σας μεταφέρω τα όσα έλεγα εχθές προφορικά σε έναν φίλο.
Είναι ανερμάτιστα αλλά έχουν έναν εσωτερικό συνεκτικό ιστό: μια κοινωνία που με πνίγει.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Των εμφανών..

Red NoteBook ...
Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Στα χρόνια που κάθε αριστερή οικογένεια είχε από έναν φυλακισμένο ή κυνηγημένο να λείπει απ’ το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι υπόλοιποι συνήθιζαν να κρατούν, γι’ αυτόν και για τους «αφανείς» εκείνου του καιρού, το δεύτερο κομμάτι της πρωτοχρονιάτικης πίτας. Μ’ αυτή τη μικρή πράξη αντίστασης, οι μεγαλύτεροι «διαπαιδαγωγούσαν» σιωπηρά τους μικρότερους, κι οι ίδιοι όμως ένιωθαν για μερικές στιγμές το σπίτι πιο ζεστό· έτσι που οι γιορτές μεγεθύνουν σαδιστικά κάθε έλλειψη, είναι ένα στοίχημα για τους ανθρώπους κάθε εποχής να επινοούν αντιπερισπασμούς – μικρές γιορτές μες στις γιορτές, που να κρατούν έστω για λίγο την ψύχρα σε απόσταση.

Τη συνήθεια αυτή θύμιζε σ’ ένα προ εξαετίας σημείωμα στην Αυγή ο Νίκος Μπελαβίλας, ζητώντας οι αριστεροί -αυτοί τουλάχιστον- να μην ξεχάσουν την ωραία παράδοση, τώρα που κυνηγημένοι («αφανείς»…) είναι οι μετανάστες. Είχε δίκιο ο Νίκος. Μόνο που αν έγραφε σήμερα το σημείωμα αυτό, έξι μόλις χρόνια μετά το hangover της ολυμπιακής Αθήνας, ίσως να διάλεγε έναν διαφορετικό τίτλο. Αυτοί που σήμερα διεκδικούν ένα κομμάτι στην πίτα μας -ακόμα κι αν φέτος στήσουν κι αυτοί ένα τραπέζι με τα βασικά, έτσι, «για το καλό»-, δεν είναι μόνο οι μετανάστες. Είναι κι οι εμφανέστατοι πια δικοί μας ξένοι.

Οι μέρες της ξιπασιάς για το «μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης» δεν είναι πια εδώ. Τη θέση τους πήραν δρόμοι που, καθώς αδειάζουν, κρύβουνε όλο και δυσκολότερα αυτούς που δεν παρηγορούνται από την έλευση του θείου βρέφους ή την άλλοτε πειστική Θεολογία του Εμπορεύματος. Οι κυνικοί δεν μπορούν πια να μιλούν το ίδιο εύκολα για μιζεραμπιλισμό – εκτός βεβαίως αν ο κυνισμός τους αποδείχτηκε χρήσιμος και τελικά προσοδοφόρος. Αλλά κι εμείς δεν είναι για να χαιρόμαστε με τις διαψεύσεις τους. Η φετινή Πρωτοχρονιά θα βρει πολλούς απ’ τους δικούς μας ν’ αγωνιούν αν οι άνθρωποί τους θα κερδίσουν τη μάχη με τη ζωή, άλλοι θα κλείνουν βιαστικά το καλοριφέρ, θα αποφεύγουν εξόδους κι επισκέψεις έχοντας αποτύχει να βρουν δανεικά ή θα προσπαθούν να περισώσουν κάτι απ’ τα χρέη και τους λογαριασμούς, μήπως και περισσέψει τίποτα για ένα δώρο. Άλλοι πάλι θα περνούν βιαστικά απ’ τους εμπορικούς δρόμους του κέντρου, πότε για να προφυλαχτούν από τον ψυχαναγκασμό της γιρλάντας και του αγιοβασιλιάτικου σκούφου, πότε για ν’ αποφύγουν τη θλίψη του μικρέμπορα, που φέτος ανακαλύπτει πιο πικρά από ποτέ ότι δεν φταίγαν οι ξένοι μικροπωλητές που ο τζίρος πήγαινε κατά διαόλου. Όπως και να’ χει, τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν είναι πια δυνατό να κρυφτεί από κανέναν.

***

Μεγάλωσα σ’ ένα μικροαστικό σπίτι για το οποίο οι γιορτές ήταν κατά παράδοση η ευκαιρία να τσακωθούν όλοι με όλους, εφ’ όλης της ύλης – από το αν θα φύγουμε και πότε για το χωριό, μέχρι τη θέση του καθένα στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Όμως, αν κάτι κράτησα από τις μέρες των γιορτών, δεν ήταν ούτε η ολιγόλεπτη συμφιλίωση την ώρα της αλλαγής του χρόνου, ούτε η καταναγκαστική κοινωνικότητα, που μέχρι πρότινος φούσκωνε με χρέη την πιστωτική κάρτα της μάνας μου. Αν κάτι κράτησα από τις μέρες αυτές είναι τα κάλαντα και το χαρτζιλίκι από τους θείους στην Καισαριανή, τα μελομακάρονα (όχι τους κουραμπιέδες!) και τη γέμιση, κυρίως όμως τη συνήθεια της μάνας μου να καλεί στο τραπέζι τους πιο μόνους από τους συγγενείς· τα ημερολόγια του Δικτύου από τον Αλέκο, τη μυρωδιά της βανίλιας στη βασιλόπιτα της γιαγιάς και τις πιο ζεστές στιγμές μετά την αλλαγή του χρόνου στο Χαλάνδρι. Αν κάτι κράτησα από τις μέρες αυτές είναι πως, ό, τι και να συμβαίνει, οι μέρες αυτές δεν είναι σαν τις άλλες. Το μαρτυρούν τα μεταναστόπουλα που λένε τα κάλαντα για να τα «κονομήσουν» -όπως κάναμε δηλαδή κι εμείς-, και όχι μόνο χάριν του εθίμου. Το μαρτυρούν τα παζάρια βιβλίων, η Αγγελική που επιμένει να βρούμε λίγη αισιοδοξία για τη χρονιά που έρχεται και, βεβαίως, το κουτί με τα μελομακάρονα που έμεινε πάνω στο γραφείο - αδειανό. Το μαρτυρούν οι ετοιμασίες για την Πρωτοχρονιά στη Χαλυβουργία, τα ημερολόγια του ΣΜΕΔ, του Δικτύου και του alterthess, οι ζεστές ευχές του Νικόλα και τα παραμύθια που ξανανακαλύπτουμε (αλίμονο αν αφήναμε στα δοκίμια να εκπαιδεύουν κατ΄ αποκλειστικότητα το αισθητήριό μας...).

Παρά τα φαινόμενα, η «συμμετοχή» στις μέρες αυτές έχει ελάχιστες προϋποθέσεις – ακόμα και οικονομικές. Όλο και κάτι θα υπάρχει στη βιβλιοθήκη για να χαριστεί, όλο και κάποιος θα δωρίζει ακόμα δίχως να απαιτεί αντίδωρο – κι όπως το θέτει το τραγούδι, υπάρχουν κάποιοι που για δώρο, και μάλιστα ακριβό, λογίζουν ένα και μόνο βήμα που οδηγεί πιο κοντά τους τους αγαπημένους τους.

Μπορεί λοιπόν ο Άη-Βασίλης να έχει χάσει πολλή από τη λάμψη του, μπορεί τα μεγάλα παιδιά να γνωρίζουν ότι οι γιορτές τελειώνουν γρήγορα ή να αποφεύγουν τις ευχές. Όμως, αυτές τις μέρες που εμφανείς και αφανείς μπερδεύονται επικίνδυνα, είναι σημαντικό οι γιορτές να μην είναι σαν τις άλλες μέρες. Είναι σημαντικό να σημαίνουν κάτι (ό,τι κάθε φορά διαλέγουμε εμείς), κι είναι σημαντικό να μυρίζουν αλλιώς – όπως, ας πούμε, μια βασιλόπιτα πού’ χει ένα γενναιόδωρο κομμάτι για όλους. Εδώ που τα λέμε, ημέρες αφθονίας δεν έχει πια κανείς να υποσχεθεί σε κανέναν: ούτε ο καπιταλισμός ούτε η αριστερά. Αυτό που εμείς τουλάχιστον μπορούμε να υποσχεθούμε είναι ότι ένα κομμάτι στην πίτα μας θα υπάρχει πάντα για όλους.

Ροη αρθρων