του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Red NoteBook...
Από μια πρώτη ματιά, το να μιλάμε για “ποινικοποίηση της αλληλεγγύης”
φαίνεται πολύ γενικό: ποινικοποίηση της αλληλεγγύης σε ποιους; Και πόσο
έγκυρες γενικεύσεις μπορεί να κάνει κανείς απαριθμώντας περιστατικά
διώξεων σε βάρος αλληλέγγυων; Όσο γενικόλογος κι αν φαίνεται, όμως, ο
όρος είναι έγκυρος και αποδίδει συνοπτικά μια διάχυτη τάση.
Τα όριά της, το μέχρι πού μπορεί να φτάσει, το βλέπουμε όλο και πιο συχνά πλέον στο μεταναστευτικό. Όμως η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης είναι κάτι πολύ ευρύτερο.
Ως λογική, η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης δεν έχει τίποτα το ιστορικά πρωτότυπο. Η ποινική δίωξη, δηλαδή, μιας πρακτικής που η ίδια δεν συνιστά απειλή κατά της ζωής ή της ιδιοκτησίας, ή τέλος πάντων δεν προσβάλλει κάποιο προφανές έννομο αγαθό, παραπέμπει σε αστυνομικά κράτη ή κράτη που ενεργοποιούν ad hoc έκτατκες εξουσίες. H μετεμφυλιακή Ελλάδα, για παράδειγμα, θέτει στο στόχαστρο τους συμπαθούντες τον κομμουνιστοσυμμοριτισμό. Και στη μεταπολεμική Ευρώπη, η καταστολή αγγίζει τους κύκλους των “συμπαθούντων” την τρομοκρατία (“συγκοινωνούντα δοχεία”). Ίχνη αυτής της λογικής, που ευτυχώς δεν φτάνουν στην ποινικοποίηση κατά κυριολεξία, είδαμε πρόσφατα στη δημόσια συζήτηση για το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα. Κανείς από αυτούς που στοχοποιούνταν δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα – η επιμέλεια ενός βιβλίου, δηλαδή, δεν προσέβαλλε κάποιο γνωστό έννομο αγαθό. Για τη στοχοποίηση όμως αρκούσε η (αποδιδόμενη) συμπάθεια, η στήριξη, η αλληλεγγύη σε “εγκληματίες”.
Υπάρχουν, ωστόσο, και χειρότερα, καθώς ο κύκλος της ποινικοποίησης διευρύνεται ταχύτατα, υποχρεώνοντάς μας να θυμηθούμε μια παλιά αλήθεια: το τι συνιστά έγκλημα δεν έχει να κάνει μόνο με το τι λέει ο νόμος επ” αυτού, αλλά και με το τι αποφασίζει η πολιτική ότι συνιστά έγκλημα σύμφωνα με το νόμο. Πρόσφατο παράδειγμα: Στο νομοσχέδιο για τις λαϊκές αγορές, που ψήφισε τον Μάιο η Βουλή, στο άρθρο 33 για το υπαίθριο εμπόριο διαβάζουμε ότι πλέον «δεν επιτρέπεται η άσκηση πλανόδιου εμπορίου (στο οποίο εντάσσονται και οι διανομείς «Χωρίς Μεσάζοντες») σε δήμους με πληθυσμό άνω των τριών (3.000) κατοίκων» – πρακτικά, δηλαδή, δεν επιτρέπεται καθόλου. Μολονότι λοιπόν το αλληλέγγυο εμπόριο καταφανώς δεν συνιστά έγκλημα, ποινικοποιείται. Και μαζί με αυτό, επιχειρείται να ποινικοποιηθεί επίσης η παροχή υπηρεσιών υγείας από τα αλληλέγγυα κοινωνικά ιατρεία, που σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις τους τελευταίους μήνες ελέγχθηκαν από κλιμάκια του ΕΟΦ και της Δίωξης Ναρκωτικών ως ύποπτα για την τέλεση έκνομων ενεργειών (έλεγχοι στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού και το ιατρείο των Γιατρών του Κόσμου)· στο ίδιο κλίμα, τον περασμένο Οκτώβριο στη Λάρισα συνεργείο του Δήμου εξαφάνισε πανό έξω από το κοινωνικό ιατρείο της πόλης με το σύνθημα: «Η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό – Δημόσια δωρεάν υγεία για όλους». Ούτε εδώ, προφανώς υπήρχε κάτι το επιλήψιμο.
Τα όριά της, το μέχρι πού μπορεί να φτάσει, το βλέπουμε όλο και πιο συχνά πλέον στο μεταναστευτικό. Όμως η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης είναι κάτι πολύ ευρύτερο.
Ως λογική, η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης δεν έχει τίποτα το ιστορικά πρωτότυπο. Η ποινική δίωξη, δηλαδή, μιας πρακτικής που η ίδια δεν συνιστά απειλή κατά της ζωής ή της ιδιοκτησίας, ή τέλος πάντων δεν προσβάλλει κάποιο προφανές έννομο αγαθό, παραπέμπει σε αστυνομικά κράτη ή κράτη που ενεργοποιούν ad hoc έκτατκες εξουσίες. H μετεμφυλιακή Ελλάδα, για παράδειγμα, θέτει στο στόχαστρο τους συμπαθούντες τον κομμουνιστοσυμμοριτισμό. Και στη μεταπολεμική Ευρώπη, η καταστολή αγγίζει τους κύκλους των “συμπαθούντων” την τρομοκρατία (“συγκοινωνούντα δοχεία”). Ίχνη αυτής της λογικής, που ευτυχώς δεν φτάνουν στην ποινικοποίηση κατά κυριολεξία, είδαμε πρόσφατα στη δημόσια συζήτηση για το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα. Κανείς από αυτούς που στοχοποιούνταν δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα – η επιμέλεια ενός βιβλίου, δηλαδή, δεν προσέβαλλε κάποιο γνωστό έννομο αγαθό. Για τη στοχοποίηση όμως αρκούσε η (αποδιδόμενη) συμπάθεια, η στήριξη, η αλληλεγγύη σε “εγκληματίες”.
Υπάρχουν, ωστόσο, και χειρότερα, καθώς ο κύκλος της ποινικοποίησης διευρύνεται ταχύτατα, υποχρεώνοντάς μας να θυμηθούμε μια παλιά αλήθεια: το τι συνιστά έγκλημα δεν έχει να κάνει μόνο με το τι λέει ο νόμος επ” αυτού, αλλά και με το τι αποφασίζει η πολιτική ότι συνιστά έγκλημα σύμφωνα με το νόμο. Πρόσφατο παράδειγμα: Στο νομοσχέδιο για τις λαϊκές αγορές, που ψήφισε τον Μάιο η Βουλή, στο άρθρο 33 για το υπαίθριο εμπόριο διαβάζουμε ότι πλέον «δεν επιτρέπεται η άσκηση πλανόδιου εμπορίου (στο οποίο εντάσσονται και οι διανομείς «Χωρίς Μεσάζοντες») σε δήμους με πληθυσμό άνω των τριών (3.000) κατοίκων» – πρακτικά, δηλαδή, δεν επιτρέπεται καθόλου. Μολονότι λοιπόν το αλληλέγγυο εμπόριο καταφανώς δεν συνιστά έγκλημα, ποινικοποιείται. Και μαζί με αυτό, επιχειρείται να ποινικοποιηθεί επίσης η παροχή υπηρεσιών υγείας από τα αλληλέγγυα κοινωνικά ιατρεία, που σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις τους τελευταίους μήνες ελέγχθηκαν από κλιμάκια του ΕΟΦ και της Δίωξης Ναρκωτικών ως ύποπτα για την τέλεση έκνομων ενεργειών (έλεγχοι στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού και το ιατρείο των Γιατρών του Κόσμου)· στο ίδιο κλίμα, τον περασμένο Οκτώβριο στη Λάρισα συνεργείο του Δήμου εξαφάνισε πανό έξω από το κοινωνικό ιατρείο της πόλης με το σύνθημα: «Η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό – Δημόσια δωρεάν υγεία για όλους». Ούτε εδώ, προφανώς υπήρχε κάτι το επιλήψιμο.