Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

«Die Pressefreiheit»....

 του Μάκη Μπαλα­ούρα, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
Αυτές τις μέρες μάς πνίγει η μπόχα. Τα βρομόνερα μας πνίγουν.
Και ο Θέμος Αναστασιάδης κάθε τόσο προκαλεί. Τώρα έχει ένα υπερόπλο, την ιδιοκτησία μιας μεγάλης εφημερίδας. Ενα μέσο που το χρησιμοποιεί, τόσο όσο για να καθαγιάσει στο έπακρο τη δολοφονική συμμορία της Χρυσής Αυγής, όπως με την κακομοίρα γιαγιά που την πήγαιναν χρυσαυγίτες στα ΑΤΜ προστατευόμενη από τους κακούργους μετανάστες, έως τις διακοπές του Κασιδιάρη.

Χωρίς αιδώ τώρα το έπαιξε ανάποδα. Στην ίδια σελίδα εκεί που έχουν φιγουράρει χρυσαυγίτες, «πεταλούδες της νύχτας» και νταβατζήδες, πρόβαλε το άψυχο κορμί του Παύλου Φύσσα γερμένο στην αγκαλιά της κοπέλας του. Μια φωτογραφία που μοιάζει με τη φωτογραφία της δολοφονίας του εργάτη το 1936, φωτογραφία που ενέπνευσε τον Γ. Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο».

Πουλάει το θέμα, ιδιαίτερα στο «Πρώτο Θέμα». Ο Θ. Αναστασιάδης ήταν ένας φιλόδοξος, αδίστακτος δημοσιογράφος που, επειδή στη δεκαετία του ’90 πούλαγε το στιλάκι του, η «Ελευθεροτυπία» τού έδωσε περίοπτο χώρο. Ελεύθερος να πλασάρει τον ιδεολογικό χαβαλέ του lifestyle των celebrities, να γράφει τις πιο βρόμικες και αμοραλιστικές φαντασιώσεις του, όπως τα ψητά Εβραιόπουλα στον φούρνο ή η πρωτοπόρα πρότασή του για τοποθέτηση ενός Α! στο πέτο των Αλβανών, προκειμένου να τους εντοπίζουν εύκολα για να τους δέρνουν.

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Να καεί, να καεί;

Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί! Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον, εάν ημείς, του Εθνους οι εκλεκτοί, δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον, και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν του λαού, ήτις μας είναι λίαν χρήσιμος. [...] Την άποψή σας να τη βράσουμε! Η ανεργία, πληγή και παιδεμός του τόπου, θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου θα μπείτε εσείς σε ανεργία. Μπ. Μπρεχτ, «Αυτή η ανεργία!» (1930)
Η δημοσκόπηση της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» για τη στάση μας απέναντι στη δικτατορία έδειξε ότι η δημοκρατία κινδυνεύει σοβαρότερα από ό,τι νομίζαμε, γιατί ένα μεγάλο τμήμα του λαού δεν έχει πλέον διάθεση να την υπερασπίσει. Απορεί κανείς για αυτό;
Οταν το πρωτόγονο σύνθημα του τίτλου ακούστηκε στην «πάνω πλατεία» το 2011, διάφορες «παρθένες» της δημοσιογραφίας και της πολιτικής έτρεξαν κροκοδείλια δάκρυα για την ύβριν κατά του κοινοβουλευτισμού και το αβγό του φιδιού που επωαζόταν από τους διαδηλωτές. Είναι σαν οι τροχονόμοι να φέρνουν την κίνηση, οι ομπρέλες να προκαλούν βροχή. Το σύνθημα αυτό, όπως και τα γιαουρτώματα και τα γιουχαΐσματα των πολιτικών, δεν ήταν οι αιτίες της κρίσης, αλλά τα συμπτώματά της. Τίποτα πιο εύλογο από την ενστικτώδη αγανάκτηση απέναντι στην ολοφάνερη αποτυχία, τις αμαρτίες και την έπαρση του πολιτικού συστήματος. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι παρόμοιες στάσεις, όταν δεν εξορθολογίζονται, μπορεί να εκτραπούν και να καταλήξουν σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και όχι απλώς των φορέων τους.
Από την άλλη μεριά όμως, την εντύπωση ότι η δημοκρατία μας εκπορνεύθηκε από το πολιτικό σύστημα στους δανειστές της την έχει και εκείνη η μερίδα των στελεχών του που έχει συνείδηση του εγκλήματος: «Ημασταν σαν τις πόρνες μετά την πρώτη τους φορά» (sic!), εκμυστηρευόταν ινκόγκνιτο στο «Βήμα» στις 16-10-2011 «κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης» του ΠΑΣΟΚ, περιγράφοντας το χρονικό της υποταγής της χώρας στο πρώτο Μνημόνιο.
Αυτό που υπονομεύει, σε τελική ανάλυση, τον κοινοβουλευτισμό είναι το νεκροζώντανο πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται κυρίως από τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα και τις οικονομικές ελίτ με τις οποίες διαπλέκονται. Και τον υπονομεύει διπλά: αφ' ενός, με τις πολιτικές διάλυσης της χώρας που εφάρμοσαν και εφαρμόζουν και, αφ' ετέρου, με την ατιμωρησία, πολιτική και ποινική, όσων συνήργησαν σε αυτή. Τα Μνημόνια αποτελούν τη χαριστική βολή τόσο γιατί είναι οικονομικά ατελέσφορα και κοινωνικά διαλυτικά όσο και γιατί η εφαρμογή τους προϋποθέτει την αδρανοποίηση των κύριων δημοκρατικών θεσμών: πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αντί για νόμους που συζητούνται και αποφασίζονται ελεύθερα στη Βουλή, άτυπες συμφωνίες των τριών αρχηγών αντί για συλλογική λειτουργία του υπουργικού συμβουλίου, αδράνεια του Προέδρου της Δημοκρατίας ως προς την άσκηση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων.
Οι λύκοι της Χρυσής Αυγής στην αναμπουμπούλα αυτή χαίρονται, αλλά δεν είναι αυτοί που παράγουν την κρίση. Απλώς την εκμεταλλεύονται. Καπηλεύονται την αγανάκτηση του παραζαλισμένου και απελπισμένου πολίτη για να τη στρέψουν, τελικά, σε ατραπούς ακίνδυνες για το πολιτικό σύστημα: εναντίον του μετανάστη, του διαφορετικού. Εμφανίζονται έτσι ως αντισυστημική δύναμη, ενώ στην πράξη αποτελούν την τελευταία εφεδρεία του παλαιοκομματικού κατεστημένου, την τελική γραμμή άμυνας για να αποφευχθεί μια ανατροπή σε προοδευτική κατεύθυνση. Αυτοί θα είναι, με άλλα λόγια, το ύστατο ανάχωμα έναντι της Αριστεράς.
Είναι η Χρυσή Αυγή, άρα, ο βασικός εχθρός της δημοκρατίας σήμερα; Και όμως, όχι. Φυσικά, το νεοφασιστικό κόμμα συνιστά την πιο απόλυτη άρνηση του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης. Αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της πολιτείας, όχι όμως γενεσιουργό αιτία της κρίσης. Από αυτή την άποψη, ακόμη μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας είναι ο παλαιοκομματισμός, κυρίως τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, γιατί κάθε μέρα παραμονής τους στην εξουσία ενισχύει τα φαινόμενα διάλυσης και απονομιμοποίησης τόσο του κοινοβουλευτισμού όσο και της εμπιστοσύνης στο Σύνταγμα και τους θεσμούς.
Θα πρέπει να μπουν, λοιπόν, στην ανεργία, για να έχει μια ελπίδα ο τόπος. Αυτό αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για μια δημοκρατική ανόρθωση. Το μόνο φάρμακο για τις ασθένειες της δημοκρατίας είναι περισσότερη δημοκρατία, ιδίως η ενίσχυση της φωνής του πολίτη με αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς. Γι' αυτόν το λόγο έχουμε ανάγκη και από ένα νέο Σύνταγμα.
*Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΔΠΘ

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Κάτι ανασαίνει στα ερείπια...

ANemos...
Επιστρέφουν καθημερινά. Περνούν την είσοδο, πλησιάζουν την άκρη του πάγκου των κλητήρων να πάρουν το φύλλο της ημέρας όπως έκαναν τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια. Το χέρι μένει άδειο. Καλούν το ασανσέρ κι ανεβαίνουν στο γραφείο τους. Καφέ έχουν πιει ή έχουν φέρει μαζί τους σε πλαστικό ποτηράκι. Ανοίγουν τον υπολογιστή, κάνουν στην άκρη κάτι χαρτιά με σημειώσεις από τον περασμένο Δεκέμβρη, τραβούν το τασάκι, ανάβουν τσιγάρο. Το βλέμμα πέφτει στις ζωγραφιές με νερομπογιά και μαρκαδόρο του παιδιού στο χώρισμα, πατάνε με το δάχτυλο την άκρη από το σελοτέιπ που ξεκόλλησε στην μιαν άκρη. Ο υπολογιστής φορτώνει. Οι σκέψεις φορτώνουν. Τα χρόνια φορτώνουν. Enter. Fire Fox. 1982. Οδός Κολοκοτρώνη. Υστερα εδώ. Ο καπνός μπαίνει στο μάτι. Το δίπλα γραφείο άδειο. Οι άλλες αίθουσες άδειες. Μόνο κάτι σκιές, μικρά συννεφάκια καπνού, ένα τηλέφωνο που χτυπάει και δεν το σηκώνει κανείς. Ξανά το βλέμμα στη ζωγραφιά, "Μπαμπά χρόνια πολλά, Τάσος", "Μαμά σ' αγαπώ, Λίνα". Θυμάται πως σπάνια τα προλάβαινε ξύπνια το βράδυ. Ενα φιλί, ένα τράβηγμα της κουβέρτας πάνω από τον ώμο τους. Το πρωί που φεύγαν για το σχολείο εκείνος... εκείνη... κοιμόντουσαν ακόμη. Αλλη μια ρουφηξιά τσιγάρο, ένα παραπέτασμα καπνού που κρύβει τις σκέψεις για τους απλήρωτους λογαριασμούς, το δάνειο του σπιτιού, τα ένσημα που δεν έχουν μαζευτεί...
Επιστρέφουν καθημερινά. Αλλοι πρωί. Αλλοι απόγευμα. Περίπου την ίδια ώρα που έρχονταν για να πιάσουν δουλειά πριν από βδομάδες. Δεν έχουν τίποτα να κάνουν. Ανοίγουν συρτάρια, κλείνουν συρτάρια. Ανάβουν υπολογιστή, σβήνουν υπολογιστή. Γεμίζουν το τασάκι με αποτσίγαρα κι ύστερα το αδειάζουν στον κουβά σκουπίζοντας με ένα χαρτομάντιλο. Οπως άλλοι θα έβαζαν φρέσκο νερό στο ανθοδοχείο, θα άναβαν το καντηλάκι, θα καθάριζαν τα χορτάρια ή κανέναν λεκέ από το μεγάλο μάρμαρο. "21 ΙΟΥΛΙΟΥ 1975 - 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2011". Οντως! ΑΥΤΗ η δουλειά μαθαίνεται "στο μάρμαρο" τελικά... Σ' αυτό το "μάρμαρο" έμαθε να γράφει, να σβήνει, να κόβει, να ράβει, να στήνει σελίδες, να κάνει τίτλους και λεζάντες, να μετράει διαστάσεις, να διορθώνει, να σκίζει και να ξαναστήνει κασόχαρτα. Από αυτό το "μάρμαρο" θα έφευγε πρώτος. Ορθιος ή με τις μπότες μπροστά. Ετσι νόμιζε. Ετσι είχε δει να γίνεται. Ετσι ήθελε να γίνει. Και ποτέ δεν φανταζόταν ότι πρώτο θα έφευγε το "μάρμαρο" και θα έμενε το "μαγαζί" έτσι. Κενοτάφιο...
Επιστρέφουν καθημερινά.. Γιατί δεν έχουν που αλλού να πάνε. Σαν εξόριστοι χωρίς πατρίδα. Σαν φαντάροι χωρίς κοπέλα. Σαν ισοβίτες που ούτε που θυμούνται πως ήταν πριν...
Κάποια στιγμή θα τα μαζέψουν όλα, θα αδειάσουν τα συρτάρια τους, θα ξεκρεμάσουν τις ζωγραφιές των παιδιών τους, θα μαζέψουν τις μνήμες τους, τις σκιές των συναδέλφων τους,θα τις διπλώσουν, θα τις βάλουν στην τσέπη και θα φύγουν. Και δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ.
Μαζί τους θα έχουν πάρει όμως και την ψυχή τους και την ψυχή του μαγαζιού τους!

Αλίμονο σε εκείνους που θα μείνουν κενοί, μόνο με τα ερείπιά τους και τα χρέη τους! Οχι σε ανθρώπους και τράπεζες αλλά στην ίδια την ιστορία...

Για πάντα λησμονημένοι!

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Περί «Ελευθεροτυπίας», αλληλεγγύης και Πιτσιρίκου ...

Τεχνηέντως....

Του Αυγουστινου Ζενακου ...

Η πρώτη μου σκέψη για τις αντιδράσεις στο κείμενο του Πιτσιρίκου, «Ελευθεροτυπία», ήταν πως δεν δέχομαι η ανάρτηση ενός χιουμορίστα ιστολόγου να αποτελεί τόσο βαρύνον πεδίο διαξιφισμών για ένα θέμα όπως η εντεινόμενη κρίση στον χώρο του Τύπου και το κύμα απολύσεων που τη συνοδεύει. Ιδιαίτερα καθότι έτσι πέφτει κανείς στην παγίδα που πέφτουν οι διάφοροι επικριτές του κειμένου: να αναδεικνύουν ως ρυθμιστή της συζήτησης τον ίδιο ακριβώς στον οποίο αρνούνται με την κριτική τους αυτόν τον ρόλο και αποκαλούν «ασήμαντο» ή και, απλούστερα, «μαλάκα».
Ύστερα, όμως, σκέφτηκα ότι πίσω από την αντίδραση κατά του κειμένου του Πιτσιρίκου κρύβονται αντιλήψεις και παρανοήσεις που έχει σημασία να επισημανθούν. Αν λοιπόν την ευκαιρία τούτη τη φορά τη δίνει το κείμενο αυτό (έχουν υπάρξει κι άλλες ευκαιρίες, τις οποίες μπορείτε να δείτε στην κατηγορία ΜΜΕ), ας είναι, ας βουτήξω στην παγίδα με τα μάτια ανοιχτά˙ κι ας αποδοθεί η δυσανάλογη βαρύτητα που προσλαμβάνει το κείμενο στην οκνηρία που ενδημεί στα – κατά τα άλλα υπέροχα – κοινωνικά δίκτυα. (Αν έχετε κέφι και χρόνο, δείτε εδώ τη συζήτηση στο facebook.)
Υπάρχει μια άλλη παγίδα, ωστόσο, στην οποία δεν θα πέσω. Το κείμενο δεν θα το υπερασπιστώ ούτε θα δώσω τροφή σε όσους περιμένουν ότι θα το κάνω επειδή συμμετέχω με τον συγγραφέα του στη συντακτική ομάδα του UNFOLLOW. Από την άλλη, δεν θα παρασυρθώ και από όσους αντιδρούν. Τα κείμενα του Πιτσιρίκου μου αρέσουν πάρα πολύ συχνά, θεωρώ εκπληκτικό φαινόμενο την απήχηση του ιστολογίου του, εκτιμώ την πολιτική του στάση σε πολλά ζητήματα, γελάω πολύ με τα γραφόμενά του, και χαίρομαι που είναι μαζί μας. Ακόμη περισσότερο από το χιούμορ του και τη γραφή του, μου αρέσει ότι είναι πάντοτε συνεπώς ασεβής προς όλους και όλα. Οι διακηρύξεις ενός ψευδώνυμου ιστολόγου – με άβαταρ έναν μπέμπη – για το πώς «έγινε εκδότης», είναι πρωτίστως αυτό: ασεβείς και, ναι, αστείες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτα – ΤΙΠΟΤΑ: ούτε απολύσεις ούτε θάνατοι ούτε γενοκτονίες – με το οποίο να απαγορεύεται το χιούμορ. Απεχθάνομαι τέτοιου είδους όρια το ίδιο είτε τίθενται από ρασοφόρους είτε από νομικιστές των «δικαιωμάτων» είτε από ηθικολόγους των «κινημάτων». Πάλι, όμως, δεν υποχρεούμαι να συμφωνώ με το κείμενο.
Η βασική μου διαφωνία είναι ότι διαπιστώνω τουλάχιστον μία σοβαρή παράλειψη και ένα σοβαρό λάθος: Η παράλειψη είναι ότι υπό απόλυση στην «Ελευθεροτυπία», όπως και σε όλα τα κάποτε κραταιά ΜΜΕ, δεν είναι μόνο δημοσιογράφοι αλλά και άλλοι κλάδοι. Αν στους δημοσιογράφους, ή σε πολλούς από αυτούς, αρμόζει μια κριτική για τα πεπραγμένα τους, που φωτίζει διαφορετικά το ζήτημα των απολύσεών τους, δεν ισχύει το ίδιο για τους άλλους. Το λάθος βρίσκεται στη φράση ότι «οι άξιοι δημοσιογράφοι της Ελευθεροτυπίας δεν θα δυσκολευτούν να βρουν δουλειά». Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σε έναν κλάδο που καταρρέει, θα δυσκολευτούν, ακόμη και αν η αξιοκρατία γινόταν ξαφνικά βασικό κριτήριο. Κι έπειτα, ξανά, δεν μιλούμε μόνο για δημοσιογράφους. Οι «άξιοι» διοικητικοί πού θα δουλέψουν;
Δευτερευόντως, δεν το βρίσκω και τόσο κομψό να συνοψίζει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα σε μια προσωπική του διένεξη. (Αυτό, όμως, δεν με ενοχλεί και τόσο: επί της ουσίας, ο Πιτσιρίκος έχει δίκιο. Αυτός είναι ένας, έστω και δημοφιλής, blogger, ενώ η επίθεση εναντίον του έγινε με όλον τον οπλισμό που μια επώνυμη και έγκυρη δημοσιογράφος είχε στη διάθεσή της: τις σελίδες μιας από τις πρώτες σε κυκλοφορία πανελλαδικής εφημερίδας. Συχνά έχει γίνει συζήτηση για το αν οι bloggers είναι δημοσιογράφοι. Αλλά κι εμείς, οι δημοσιογράφοι, δεν αντιμετωπίσαμε φορές-φορές τις σελίδες των εφημερίδων μας ως blog, με συχνά μεγάλη ελευθερία, έλλειψη τεκμηρίωσης και άφθονη κακεντρέχεια, μην υπολογίζοντας το τεράστιο εκτόπισμα του Μέσου μας σε σύγκριση με τη δύναμη οποιουδήποτε άλλου;)
Πρόκειται, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, για ένα από τα πιο ατυχή κείμενα ενός εξαιρετικού ιστολογίου. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν για μένα τα σοβαρότερα ζητήματα. Με πρώτο το εξής: Έστω και άτεχνα διατυπωμένη, έστω και με έλλειμμα κομψότητας, έστω και συνδεδεμένη δυστυχώς με προσωπικές διενέξεις, η βασική θέση του κειμένου είναι ότι ο καταρράκτης των απολύσεων δεν είναι σωστό να ξεπλύνει μονομιάς τα πεπραγμένα ενός ΜΜΕ ούτε ως τίτλου ούτε ως αποτελέσματος των μεμονωμένων επιλογών των δημοσιογράφων του. Γι’ αυτή τη θέση, όσοι αντιδρούν τηρούν σιωπή.
Όταν, πριν λίγο καιρό, αντιλήφθηκα στον «Παραλληλογράφο» το κείμενο με τίτλο «Όταν σου αξίζει και απόλυση και περιφρόνηση», είχα σχολιάσει: «Το ποστ γράφει: “…όταν εγινε το πρώτο πογκρόμ απολύσεων και το κλείσιμο του καθημερινού Βήματος, κάποιοι παρακαλούσαν τους συναδέλφους τους να κατέβουν για λίγα λεπτά στη συναυλία διαμαρτυρίας που γινόταν ακριβώς έξω από τη γιάφκα του Ψυχάρη και να εκφράσουν την ηθική στήριξή τους προς τους απολυμένους.” Ποιοι «παρακαλούσαν»; Ποιοι διοργάνωσαν τη συναυλία; Ποιοι είναι η Εργασιακή Επιτροπή; Δημοσιογράφοι είναι κι αυτοί. Και διοικητικοί. Που και μιλάνε και αγωνίζονται. Κάποιοι απολύθηκαν (εκδικητικά, επειδή μίλησαν), άλλοι είναι εκεί ακόμη επειδή χρειάζονται να φάνε και να ταϊσουν τα παιδιά τους. Παρόλα αυτά, φωνάζουν. Μολονότι το ποστ έχει πολλά δίκια, είναι ελλιπές και άδικο. Ή απλώς απληροφόρητο, πράγμα που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά την αξία της επαγγελματικής δημοσιογραφίας…» Και συνέχισα: «Η “εντύπωση” που δίνει οποιασδήποτε χώρος δεν θα έπρεπε να αρκεί για να τσουβαλιαστεί. Όπως το διεκδικώ αυτό για τους δημοσίους υπαλλήλους ή όποιους άλλους συκοφάντησε το Βήμα ή η Καθημερινή, έτσι το διεκδικώ και για τους δημοσιογράφους, ακόμη και γι’ αυτούς του Βήματος και της Καθημερινής. […] Οι “εντυπώσεις” δεν μου αρκούν. Είναι αυτό ακριβώς που με ενοχλεί στα κείμενα των ψευτοφιλελεύθερων περί δημοσίων υπαλλήλων, μεγάλου κράτους, κτλ. “Εντύπωση” εκφράζει ο Θ. Πάγκαλος με το “μαζί τα φάγαμε”, μια εντύπωση που υποστηρίζεται από την αόριστη αίσθηση ότι όλοι διορίσαμε ανίψια και ζητήσαμε ρουσφέτι στον στρατό. Οι “εντυπώσεις” είναι καφενειακό είδος, ακόμη και όταν κάποιος επιστρατεύει πραγματικά περιστατικά για να τις τεκμηριώσει. Όντως πολλοί διόρισαν ανίψια, όντως πολλοί ζήτησαν ρουσφέτι στον στρατό, και πάλι, όμως, η “εντύπωση” του “μαζί τα φάγαμε” είναι παραπλανητική και επιζήμια. Δεν γίνεται όσοι υποτίθεται ότι αντιστεκόμαστε στην ιδεολογική προπαγάνδα αυτή, να αποδεχόμαστε τις ίδιες ακριβώς φόρμες για να κάνουμε κριτική…»
Δεν γίνεται όμως ούτε να ταλαντωνόμαστε ως εκκρεμές στο άλλο άκρο: η αλληλεγγύη μας δεν είναι χριστιανική. Είναι πολιτική. Όπως δεν δέχομαι να τσουβαλιαστούν όλοι επειδή η «εντύπωση» είναι ότι οι δημοσιογράφοι είναι «πουλημένοι», έτσι δεν δέχομαι ότι οφείλω άνευ όρων αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε. (Πόσο μάλλον που από τότε που έγραφα «Γιατί να νοιαστούμε για τους δημοσιογράφους», έχει κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι: συνάδελφοι που ψήφισαν κατά των ίδιων τους των ψηφισμάτων μιλώντας για «προβοκάτσιες» κι έμειναν κολλημένοι στα γραφεία τους όταν τους εκλιπαρούσαν οι υπό απόλυση διπλανοί τους…) Πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι: Γιατί άνθρωποι που θα αντιμετώπιζαν πολύ λίγα προβλήματα με ένα κείμενο όπως αυτό του Παραλληλογράφου, παθαίνουν τέτοια υστερία με ένα κείμενο όπως αυτό του Πιτσιρίκου, μολονότι πολύ ηπιότερο;
Την απάντηση τη βρίσκει κανείς σε μια από τις υπερασπιστικές γραμμές της «Ελευθεροτυπίας», αυτή που όχι απλώς μιλάει για τους εργαζόμενους αλλά διεκδικεί να μείνει ανοιχτό το έντυπο επειδή πρόκειται για «ιστορική εφημερίδα». Εν πρώτοις, θα μπορούσε να απορήσει κανείς επισημαίνοντας ότι, σε μια τέτοια αξιολόγηση, κερδίζει το «Βήμα»: ιδρυθέν ως όργανο του Κόμματος των Φιλελευθέρων το 1922, πρόκειται για πολύ «ιστορικότερη» εφημερίδα. Ουδείς όμως επιστράτευσε αυτό το επιχείρημα όταν έκλεινε το καθημερινό φύλλο ή γενικότερα ως υπερασπιστική γραμμή για τις απολύσεις του ΔΟΛ. Δεν είπε κανένας για κείμενα όπως του Παραλληλογράφου: «Όλα κι όλα. Τα Νέα είναι ιστορική εφημερίδα.» Δεν είπε κανένας όταν στο twitter γενικευόταν η επίθεση στον Πάσχο Μανδραβέλη: «Αρκετά. Η Καθημερινή είναι ιστορική εφημερίδα.»
Η απορία παραμένει μέχρι να συνειδητοποιήσει κανείς ότι το «ιστορική» είναι μετωνυμία για το «αριστερή». Η κριτική εκπορεύεται από αριστερούς δημοσιολογούντες, πολλοί από τους οποίους – αν και όχι όλοι – νιώθουν ότι στην περίπτωση του «Βήματος», όλα τα χτυπήματα επιτρέπονται, ενώ η «Ελευθεροτυπία» αξίζει άσυλο. Εδώ τα χαλάμε.
Διαφωνώ ότι πρέπει να είμαστε με όλους τους εργαζόμενους, άνευ όρων. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι «γραμμή παραγωγής». Με αυτούς που απολύθηκαν από τον ΔΟΛ, στη συνέχεια τη γλύτωσαν επειδή οι συνάδελφοί τους κατέβηκαν στον δρόμο, και όταν απέλυαν τους συναδέλφους τους μία εβδομάδα αργότερα, κοίταζαν το πληκτρολόγιό τους – με αυτούς δεν είμαι. Με αυτούς που απήλαυσαν προνόμια και καταξίωση (δεν μιλώ για τον Γιάννη Πρετεντέρη αλλά για εμάς, με τα κρασιά μας τις γιορτές και τα ταξίδια μας το καλοκαίρι, με τις προσκλήσεις μας σε δείπνα και το γλείψιμο στις παρέες) και τώρα θέλουν απλώς να γίνουν όλα όπως πριν, η επιχείρηση να διασωθεί κι ο εργοδότης τους να πάρει δάνειο για να τους πληρώνει – με αυτούς δεν είμαι.
Ακόμη λιγότερο είμαι με όσους ύστερα από την εκκωφαντική σιωπή των συντακτών για το κλείσιμο του «Ιού», στριγγλίζουν για την «ιστορική» Ελευθεροτυπία, προς χάριν του δικού τους, ευγενούς, αλληλέγγυου προφίλ και της δικής τους ανέλιξης στα «αριστερά» Μέσα, και ξεπλένουν την άλλη «Ελευθεροτυπία» που έχει κι αυτή υπάρξει: την «Ελευθεροτυπία» της ντεμέκ αριστεροσύνης με τα λεφτά του Βαρδινογιάννη.
Έχει και η «Ελευθεροτυπία» σκελετούς, όχι μόνο το «Βήμα» και ο «ΣΚΑΪ». Όποιος είναι με τους εργαζόμενους άνευ όρων, ας επιδείξει την ίδια λύσσα και για εκεί. Μέχρι τότε, όποιος τα βάζει με τέτοια ένταση και παραληρηματική υστερία με κείμενα σαν του Πιτσιρίκου, δεν είναι για μένα «αλληλέγγυος». Είναι υποκριτής. Κι εγώ προτιμώ το χιούμορ. Τουλάχιστον η πίκρα του ξεχνιέται γρήγορα.
Υ.Γ. Πιστεύω και κάτι ακόμη: Πολλοί από όσους επιτίθενται με οξύ τρόπο στον Πιτσιρίκο διεκδικούν δημόσιο λόγο, είναι δημοσιογράφοι ή πολιτικοποιούνται σε κινήματα, οργανώσεις κτλ. Η απήχηση των λεγομένων τους αποτελεί ζήτημα, πόσο μάλλον από τη στιγμή που πολλοί πιστεύουν ότι αν οι πεποιθήσεις τους εισακούονταν από μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος. Από επαγγελματική εμμονή, κοίταζα τα embed statistics στο blog του Πιτσιρίκου για το διαφημιστικό video του UNFOLLOW: ο άνθρωπος έχει 31.200 loads μόνο γι’ αυτή την ανάρτηση, που δεν είναι ούτε η πιο αστεία ούτε η πιο δημοφιλής. Πόσα ιστολόγια, πόσοι δημοσιολογούντες δεν θα ήταν ικανοποιημένοι με τα μισά; Μεγάλο μέρος της οξύτητας των κριτικών στον Πιτσιρίκο είναι σκέτος φθόνος. Λογικό: κοντά στη χριστιανική αλληλεγγύη πάνε και τα θανάσιμα αμαρτήματα.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

αποχαιρετισμός...

του Σταθη απο την Ελευθεροτυπία...
Σαν τσιγάρο που κόπηκε στη μέση χωρίς να βρει ένα επόμενο στόμα για να κάψει σ' αυτό τη ζωή του,σαν τραγούδι που έρχεται και ξανάρχεται στον νου σου θέλοντας να σου τραγουδήσει άλλα τραγούδια που δεν έχεις αυτιά ν' ακούσεις...
.......................................
Μια νύχτα του Δεκέμβρη, με το Ακροταίναρο να ταξιδεύει ορθόπλωρο
ξημερώνουν αίφνης μεσοπέλαγα τα παλιά σου κόμιξ κι αρχίζουνε τα θαύματα και οι περιπέτειες στ' στρα... Πάντα γίνονται θαύματα!..
Αποχαιρετισμός στα όπλα;
Μάλλον όχι! Αλλωστε ουδείς εξ όσων γνωρίζω απ' το είδος που εκτιμώ δεν αποχαιρετά, ούτε παρατά τα όπλα του, όχι
τουλάχιστον πριν ο ίδιος να αποφασίσει κι όχι κάποια ανωτέρα βία, συνήθως κατώτερη των περιστάσεων, να κρεμάσει την «ασπίδα του» πάνω απ' το τζάκι ή έστω τα «παπούτσια του» στον τοίχο.
Αποχαιρετισμός στους αναγνώστες;
Μάλλον όχι! Εχουμε συν-ταξιδέψει πολύ για να χαθούμε μεταξύ μας, όλο και κάπου θα ανταμώνουμε ξανά, σε ένα βιβλίο, σε ένα φιλμ, ένα ποίημα, έναν περίπατο, μια ανάμνηση.
Αποχαιρετισμός στην «Ελευθεροτυπία»;
Ναι!
Αυτό το υπέροχο σκαρί θα συνεχίσει χωρίς εμένα, ελπίζω όμως με όλους εσάς, πιστούς συνεπιβάτες.
Πέρασα μαζί σας πάνω σ' αυτό το σκάφος, πότε στην κουβέρτα, πότε στ' αμπάρια, άλλοτε στη γέφυρα ή στο μηχανοστάσιο και πάντα στον τηλέγραφο δέκα μεστά, γενναία και πολυκύμαντα χρόνια.
«Δέκα χρόνια στην πλώρη» ή μια ακόμα Ιλιάδα στα μέτρα της δικής μου μικρής ζωής - δέκα χρόνια στον «Ριζοσπάστη», δέκα χρόνια στα «ΝΕΑ» και δέκα χρόνια στην «Ελευθεροτυπία» - τριάντα χρόνια «υπό σκιάν» στο φως της δημοσιογραφίας.
Εν πρώτοις οφείλω τις ευχαριστίες μου σε παλιούς και νέους συναδέλφους που βρήκα όταν ήρθα εδώ στο σώμα της «Ελευθεροτυπίας», οι οποίοι πολλά μού έμαθαν και πολύ μου στάθηκαν. Ιδιαιτέρως όμως η καρδιά μου ευχαριστεί την ψυχή του Κίτσου Τεγόπουλου, όταν δίψασα με φώναξε στη βρύση του να πιω νερό -και τη δροσιά του θα 'χω πάντα φυλαχτό, δίπλα στις παιγνιώδεις προτροπές του Λέοντα Καραπαναγιώτη.
Επίσης ευχαριστώ εκ βαθέων όλους τους εργάτες του Τύπου που στολίζουν κάθε μέρα με τη δουλειά τους αυτό το καράβι, κλητήρες, διορθωτές, διοικητικούς, οδηγούς, τεχνικούς, τυπογράφους, όλους!
Απολογισμός.
Ενα κυρίως προσπάθησα: να μη σας γράφω ψέματα, να μη σας παραμυθιάζω. Οχι ότι υπήρξα αντικειμενικός, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα για τους γελοιογράφους ή τους σχολιαστές, αλλά πάντα πρόσεχα να «διασταυρώνω» τις πληροφορίες και να μαθαίνω απ' τα γεγονότα. Λάθη έκαμα, όχι όμως επίτηδες, όχι για να ξεγελάσω κανέναν, αλλά επειδή είναι αναπόφευκτο.
Ούτε διεκδίκησα ποτέ τη «δική μου αλήθεια» -μακρυά απ' αυτές τις μεταμοντερνικές ευκολίες, αλλά πάντα έψαχνα την απόδειξη της αλήθειας -γνωρίζοντας
ή μάλλον προσπαθώντας πάντα να ενθυμούμαι ότι υπάρχουν κι εκείνες οι αλήθειες που δεν αποδεικνύονται (ακόμα).
Αφήνομαι στην κρίση σας.
Τέλος, θέλω να σας ευχαριστήσω μίαν-μίαν κι έναν-έναν προσωπικώς καθώς και όλους μαζί, για τον καλό ή τον κριτικό σας λόγο τόσα χρόνια. Για τις ελπίδες και τα όνειρά σας που έθρεψαν και τις δικές μου ελπίδες, και τα δικά μου όνειρα.
Σας ευχαριστώ για τους δρόμους που μου δείξατε, για τις στιγμές που με ανακαλέσατε στην τάξη, για το κοινό μας γέλιο, τους θυμούς, το ονειροπόλημα.
Στην πραγματικότητα -το πιο συχνό- οι αναγνώστες είναι που γράφουν αυτά που μεταδίδει ο γραφιάς και τέτοιες στιγμές, νομίζω, ζήσαμε πολλές μαζί...
Τώρα τα κυπαρισσάκια γέρνουν προς την έξοδο.
Το ταξίδι όμως, ναυτάκια μου
και καπετάνισσες της καρδιάς μου αρχόντισσες
συνεχίζεται.
Εύχομαι η «Ελευθεροτυπία» να συνεχίσει καλοτάξιδη, προσέχοντας τις ανάγκες των ανθρώπων!
Η πέννα μου στα πόδια σας.
Και το πεννάκι μου επίσης! -όσο θα φτιάχνονται χάρτινα ανθρωπάκια, με μύτες σαν πατάτες, δεν θα «παραδεχθούμε ποτέ καμμιά ήττα», -κι αυτή είναι και θα είναι πάντα η νίκη του καλού...

Ροη αρθρων