Κατά τη συζήτηση της πρότασης μομφής, συγκρούστηκαν όχι μόνο δύο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές για το παρόν και το μέλλον της χώρας, αλλά και δύο αντίθετοι κόσμοι ως προς τις αξίες και το ήθος τους. Ο Σαμαράς επιχείρησε να προσωποποιήσει την πολιτική αντιπαράθεση, κολακεύοντας τον εαυτό του, ειρωνευόμενος τον αντίπαλό του, ελεεινολογώντας τον λαό ως "κοσμάκη", δείχνοντας το απεχθές πρόσωπο μιας αυταρχικής εξουσίας. Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να ισχυρίζεται ότι δεν πάει στη Βουλή, δηλαδή απεκδύεται του κοινοβουλευτικού καθήκοντός του, επειδή, λέει, δεν του μιλάει καλά ο Τσίπρας!
Ο Σαμαράς συμπεριφέρεται ως πορφυρογέννητος, επισείοντας την "ανώτερη ταξική καταγωγή του" και την ανατροφή του μέσα στα σκοτεινά δώματα του παλατιού. Ξεχνάει ότι είναι ο μοναδικός υπουργός Εξωτερικών τον οποίο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (και, μάλιστα, ο πατριάρχης της παράταξής του, Κων. Καραμανλής) απέπεμψε από τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για το Μακεδονικό. Επίσης, είναι ο μοναδικός πολιτικός αρχηγός ο οποίος μεταπολιτευτικά έχει κατηγορηθεί για συνεργασία με επιχειρηματικά συμφέροντα ώστε να ανατραπεί (οποία ειρωνεία!) η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μετά από όλα αυτά, κατόρθωσε να ξαναβγεί στην επιφάνεια, εκμεταλλευόμενος την κρίση της παράταξής του και ψευδόμενος ασύστολα με συνθήματα κατά του Μνημονίου.