του Αντωνη Λιακου, απο το περιοδικο Χρονος...
Πώς θα συνδέσουμε την κοινωνία της γνώσης με την ιδιότητα του πολίτη, τη δημοκρατία και την πολιτική του πολιτισμού.
Η κρίση που ζει η Ελλάδα, αλλά και η Ευρώπη, έχει ιστορικές παραμέτρους οι οποίες είναι πολύ ευρύτερες από τη χρηματοπιστωτική ιστορία των τελευταίων χρόνων. Στο κέντρο αυτών των παραμέτρων βρίσκονται οι τεχνοεπιστημονικές αλλαγές, εκείνο που περιγράφεται ως ψηφιακή (digital) και διαδικτυακή εποχή.
Πρόκειται για την τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Όπως και οι προηγούμενες, καθεμιά από αυτές τις μεγάλες στροφές στην τεχνοεπιστήμη περιλαμβάνουν όχι αναγκαιότητες αλλά δυνατότητες. Το μέλλον εξαρτάται από το ποιος θα είναι καβάλα στις αλλαγές και σε ποια κατεύθυνση θα τις οδηγήσει. Τώρα τις οδηγεί ένας συνασπισμός δυνάμεων ο οποίος σκοπεύει στην αναίρεση όλων των προηγούμενων συμβιβασμών και ισορροπιών ανάμεσα στο κεφάλαιο, στην εργασία και τη δημοκρατία.
Οι αλλαγές στην τεχνοεπιστήμη χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα αλλά και εργαλείο για την προσαρμογή της κοινωνίας σε μια νεοφιλελεύθερη λογική. Πράγματι, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός χρησιμοποίησε μια γλώσσα τεχνοεπιστημονικού μοντερνισμού ως εργαλείο για να αυτοπαρουσιαστεί ως η μόνη λύση στις νέες συνθήκες. Εκφράζεται με μια γλώσσα υπόκλισης στην πρόοδο, εκσυγχρονισμού ευκινησίας και ευελιξίας, ρίσκου και αριστείας, ατομικής επιλογής. Δημιουργεί έναν νοητικό χάρτη ανάμεσα στο σύγχρονο και το καθυστερημένο. Το πεδίο της αντιπαράθεσης αυτής είναι η κουλτούρα. Η κατάρρευση της παλιάς κρατικής ή κρατικοδίαιτης και ιεραρχικής κουλτούρας έδωσε τη θέση της σε ένα νέο πεδίο πολιτισμικού μοντερνισμού πάνω στον οποίο σμιλεύεται η νέα κυρίαρχη ιδεολογία, χωρίς να έχει ούτε τα χαρακτηριστικά του κυρίαρχου ούτε τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας. Πράγματι, περισσότερο και από ιδεολογία, πρόκειται για μια κουλτούρα ή οποία, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της –πολλές φορές κριτικό– είναι αρθρωμένη πάνω σε μια νέα γραμματική. Αυτή η γραμματική προετοιμάστηκε σε πανεπιστήμια και think tanks, εντατικά και συστηματικά, εδώ και χρόνια.
Πώς θα συνδέσουμε την κοινωνία της γνώσης με την ιδιότητα του πολίτη, τη δημοκρατία και την πολιτική του πολιτισμού.
Η κρίση που ζει η Ελλάδα, αλλά και η Ευρώπη, έχει ιστορικές παραμέτρους οι οποίες είναι πολύ ευρύτερες από τη χρηματοπιστωτική ιστορία των τελευταίων χρόνων. Στο κέντρο αυτών των παραμέτρων βρίσκονται οι τεχνοεπιστημονικές αλλαγές, εκείνο που περιγράφεται ως ψηφιακή (digital) και διαδικτυακή εποχή.
Πρόκειται για την τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Όπως και οι προηγούμενες, καθεμιά από αυτές τις μεγάλες στροφές στην τεχνοεπιστήμη περιλαμβάνουν όχι αναγκαιότητες αλλά δυνατότητες. Το μέλλον εξαρτάται από το ποιος θα είναι καβάλα στις αλλαγές και σε ποια κατεύθυνση θα τις οδηγήσει. Τώρα τις οδηγεί ένας συνασπισμός δυνάμεων ο οποίος σκοπεύει στην αναίρεση όλων των προηγούμενων συμβιβασμών και ισορροπιών ανάμεσα στο κεφάλαιο, στην εργασία και τη δημοκρατία.
Οι αλλαγές στην τεχνοεπιστήμη χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα αλλά και εργαλείο για την προσαρμογή της κοινωνίας σε μια νεοφιλελεύθερη λογική. Πράγματι, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός χρησιμοποίησε μια γλώσσα τεχνοεπιστημονικού μοντερνισμού ως εργαλείο για να αυτοπαρουσιαστεί ως η μόνη λύση στις νέες συνθήκες. Εκφράζεται με μια γλώσσα υπόκλισης στην πρόοδο, εκσυγχρονισμού ευκινησίας και ευελιξίας, ρίσκου και αριστείας, ατομικής επιλογής. Δημιουργεί έναν νοητικό χάρτη ανάμεσα στο σύγχρονο και το καθυστερημένο. Το πεδίο της αντιπαράθεσης αυτής είναι η κουλτούρα. Η κατάρρευση της παλιάς κρατικής ή κρατικοδίαιτης και ιεραρχικής κουλτούρας έδωσε τη θέση της σε ένα νέο πεδίο πολιτισμικού μοντερνισμού πάνω στον οποίο σμιλεύεται η νέα κυρίαρχη ιδεολογία, χωρίς να έχει ούτε τα χαρακτηριστικά του κυρίαρχου ούτε τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας. Πράγματι, περισσότερο και από ιδεολογία, πρόκειται για μια κουλτούρα ή οποία, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της –πολλές φορές κριτικό– είναι αρθρωμένη πάνω σε μια νέα γραμματική. Αυτή η γραμματική προετοιμάστηκε σε πανεπιστήμια και think tanks, εντατικά και συστηματικά, εδώ και χρόνια.