Η σημερινή ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα που ζει η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών αποδίδεται στην «κρίση δημόσιου χρέους». Εν όψει των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως της επόμενης μέρας τους, η οποία θα εναποθέσει στους ώμους της Αριστεράς μεγάλες ευθύνες, πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα χρέους από μόνο του. Η κρίση του 2008 δημιούργησε προφανώς πρόβλημα ιδιωτικού χρέους (η σχεδόν κατάρρευση του τραπεζικού τομέα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη) και μετατροπή του σε δημόσιο χρέος. Ωστόσο στην Ευρώπη αντί αυτό να σημάνει μία ενεργό εμπλοκή της ΕΚΤ, η οποία θα δάνειζε τα κράτη, οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις είδαν την κατάσταση ως ευκαιρία να βαθύνουν την εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο και για επιθετική αναδιανομή υπέρ των πλουσίων. Το χρέος αποτέλεσε το μέσο για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, την «τέλεια αιτία» με την οποία θα χτιζόταν το πολιτικό οικοδόμημα της λιτότητας, στη βάση του ότι «υπερκαταναλώναμε» (ποιοι;) και «όλοι μαζί τα φάγαμε».
Στο παραπάνω πλαίσιο η στρατηγική των νεοφιλελεύθερων ελίτ είναι απλή: Οι οικονομικές παρεμβάσεις που γίνονται προς την κατεύθυνση ελάφρυνσης του χρέους είναι σκόπιμα ημιτελείς, ώστε οι αγορές να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίζουν να εκβιάζουν για την εφαρμογή των νεοσυντηρητικών πολιτικών, ακριβώς λόγω του ότι το χρέος παραμένει (και μονιμοποιείται η μη-βιωσιμότητά του).
Στη σημερινή συγκυρία αντιστοιχεί στην Αριστερά να «σπάσει» αυτόν τον μηχανισμό, να αναιρέσει τη συνθήκη «σοκ και δέος». Η ρήξη θα ξεκινήσει από το εθνικό επίπεδο, από την κυβέρνηση της Αριστεράς που έρχεται στην Ελλάδα, αλλά θα μεταφερθεί και σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η λύση που προτείνουμε αποτελείται από δύο πυλώνες. Ο ένας αφορά τις χώρες με συγκριτικά μικρό ΑΕΠ, άρα και χρέος ως απόλυτο μέγεθος, όπως η Ελλάδα.