Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΜΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΜΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Οι ευρωεκλογές και ο Αλμπέρ Καμί...

«Λέτε Ευρώπη, αλλά σκέφτεστε γη για στρατιώτες, ελεγχόμενες βιομηχανίες, καθοδηγούμενη διανόηση. Μήπως υπερβάλλω; Τουλάχιστον όμως ξέρω ότι, όταν λέτε Ευρώπη, ακόμη και στις καλύτερες στιγμές σας, όταν παρασύρεστε από τα ίδια σας τα ψέματα,
τίποτα δεν σας εμποδίζει να σκέφτεστε ένα πλήθος από πειθήνια έθνη που οδηγούνται από μία Γερμανία αφεντάδων προς ένα απίστευτο, αιματοκυλισμένο μέλλον.
 Θα ήθελα να συνειδητοποιήσετε καλά τούτη τη διαφορά: η Ευρώπη είναι για σας αυτός ο τόπος που περιβάλλεται από θάλασσες και βουνά, που χωρίζεται από φράγματα, ο σκαμμένος στα έγκατά του από ορυχεία, ο κατάσπαρτος με καλλιέργειες, όπου η Γερμανία παίζει μια παρτίδα με μοναδικό διακύβευμα το ίδιο το μέλλον της.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ο επαναστατημένος άνθρωπος...

Γελωτοποιος...
 dakrigona
«…να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν τη φρίκη.»
                                                                                                                            Αλμπέρ Καμύ

Φανταστείτε τρεις ανθρώπους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο πρώτος είναι ένας ξερακιανός γέρος που κοιτάει κατάματα τις προτεταμένες κάνες και φωνάζει: «Δεν σας φοβάμαι!»
Ο δεύτερος μοιάζει με λεμούριο. Με τα γουρλωμένα του μάτια αντικρίζει τα όπλα με τρόμο και προσμονή.
Ο τρίτος θα μπορούσε να είναι ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Γνωρίζει ότι τον σημαδεύουν και ότι από στιγμή σε στιγμή θα ακουστεί το πρόσταγμα. Αλλά έχει γυρισμένο το κεφάλι από την άλλη, καπνίζει και παρατηρεί τις τολύπες του καπνού, πως στροβιλίζονται χαοτικά πριν εκμηδενιστούν.

Αυτοί ήταν οι τρεις λογοτέχνες της πρώτης μου νεότητας.
Πρώτος ο Καζαντζάκης, που στοίχειωσε το νου πολλών εφήβων με εκείνα τα «φτάσε όπου δεν μπορείς» και «παρατέντωσε με, κι ας σπάσω». Τα βιβλία του λιονταρίσια τροφή, όπως του Νίτσε. Ο άνθρωπος που κοιτούσε το κενό κατάματα χωρίς να φοβάται και χωρίς να ελπίζει.
Τον δεύτερο μου τον σύστησε μια καθηγήτρια. «Έχεις διαβάσει Κάφκα;» με ρώτησε. Όταν της είπα ότι τον είχα μόνο ακουστά μου έδωσε χαμογελώντας τη «Δίκη». Γρήγορα κατάλαβα γιατί χαμογελούσε.
Βιβλία που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, εφιαλτικά σχεδόν, αλλά χωρίς να θέλεις να ξυπνήσεις.
Κάποιες σκηνές από το ημιτελές «Αμερική» δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ αν τις διάβασα ή αν τις ονειρεύτηκα.
Θαρραλέος κι αυτός μπροστά στο θάνατο και στη ζωή, αλλά με έναν δικό του τρόπο, κάτι σαν ψυχοπαθής κλόουν, που σε πετσοκόβει με μια ματσέτα ενώ γελάει –και πίσω ακούγεται μουσική τσίρκου.
Και μετά ήρθε ο Καμύ.2013-01-02-AlbertCamus
Ολιγόλογος, αλλά καίριος. Στοχαστικός, αλλά και παθιασμένος. Αρρενωπός, αλλά όχι χυδαίος. Και μόνος.
Πολλοί νομίζουν ότι ο Καμύ άνηκε στην κυρίαρχη λογοτεχνική/φιλοσοφική κλίκα της μεταπολεμικής Ευρώπης, τον υπαρξισμό. Αυτό είναι λάθος. Ο Καμύ εξαρχής βρέθηκε αντιμέτωπος με τους υπαρξιστές και ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα τους, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και την πάπισσα τους, την Μπωβουάρ.
Όπως ήρθε σε σύγκρουση και με τους κομμουνιστές (μια εποχή που δεν επιτρεπόταν να είσαι διανοούμενος και να μην είσαι μαρξιστής), με τους φασίστες, με τους ναζί, με τους κληρικούς, με τους σουρεαλιστές, με τους αποικιοκράτες Γάλλους και με τους φονταμενταλιστές Αλγερινούς.
«Κάθε ιδεολογία», έγραφε στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, «αρνιέται όλες τις άλλες, υποχρεωτικά ξεπλανευτικές. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε
Και αλλού:
«Δεν έμαθα την ελευθερία από τον Μαρξ, την έμαθα στην αθλιότητα.»
Οι γονείς του Αλμπέρ αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από την Αλσατία στην Αλγερία για να γλιτώσουν από το φάσμα της πείνας. Αλλά κι εκεί δεν τα κατάφεραν καλύτερα.
proxy-storify-com1Ο πατέρας του, έξι μήνες μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του, σκοτώθηκε στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Κατερίνα Καμύ μετακόμισε στο Αλγέρι, στη συνοικία των άπορων, το Μπελκούρ, όπου ζούσαν Άραβες, Εβραίοι, Ισπανοί, Μαλτέζοι, Ιταλοί, Έλληνες και Γάλλοι. Καθάριζε σπίτια και έκανε ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει για να επιβιώσουν, αλλά ήταν φιλάσθενη, στο σώμα και στο νου.
Ο Αλμπέρ πήγαινε στο σχολείο όποτε το θυμόταν, μέχρι που συνάντησε τον άνθρωπο που τον έκανε τον Καμύ που γνωρίζουμε. Έναν δάσκαλο, τον Λουΐ Ζερμαίν, ο οποίος αφοσιώθηκε στο ορφανό με πατρική στοργή, δίνοντας ‘του δωρεάν μαθήματα έξω από τις ώρες του σχολείου και πείθοντας τη μητέρα του ότι ο μικρός έπρεπε να δώσει εξετάσεις για τις υποτροφίες του γυμνασίου.
Ο Καμύ αναγνώρισε αυτή την οφειλή στο δάσκαλο και όταν πήρε το νόμπελ του αφιέρωσε τους «Λόγους στη Σουηδία».
Κέρδισε μια υποτροφία για το γυμνάσιο, αλλά εκεί είχε να αντιμετωπίσει –ως άπορος- τους γιους των πλούσιων μεσοαστών.
«Αισθανόμουν μέσα μου απεριόριστες δυνατότητες, έπρεπε απλώς να βρω έναν τρόπο να τις πραγματοποιήσω. Δεν ήταν η φτώχια μου που έμπαινε εμπόδιο σ’ αυτό: στην Αφρική, η θάλασσα και ο ήλιος δεν κοστίζουν τίποτα. Εμπόδια ήταν μάλλον οι προκαταλήψεις και η ανοησία
Ο Καμύ αποφάσισε να επιβληθεί. Έγινε ο καλύτερος μαθητής του γυμνασίου –για να κερδίσει τους καθηγητές, και εξαιρετικός στα σπορ -για να κερδίσει τους συμμαθητές του.
Μέχρι να φύγει του είχαν βγάλει το παρατσούκλι «ο μικρός πρίγκιπας».
Ενώ ετοιμαζόταν για τις σπουδές –φιλοσοφίας- στο πανεπιστήμιο αρρώστησε για πρώτη φορά από φυματίωση, αρρώστια πολύ συνηθισμένη στη συνοικία του Μπελκούρ. Έμεινε έναν χρόνο στο νοσοκομείο και όταν βγήκε συνέχισε τις σπουδές από εκεί όπου τις είχε αφήσει.
Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την έκδοση της «Ανθρώπινης Μοίρας» του Μαλρώ, ο εικοσάχρονος Καμύ ανακαλύπτει τη συγγραφή και τον κομμουνισμό. Την πρώτη θα την τιμούσε μέχρι το τέλος του, αλλά ως κομμουνιστής έζησε μόνο δυο χρόνια.
Του είχαν αναθέσει να οργανώσει ένα Κίνημα Διεκδικήσεων μεταξύ των Μουσουλμάνων, αλλά το 1935, έρχονται εντολές από τη Μόσχα να παρακολουθούνται οι επαναστατικές δραστηριότητες των ντόπιων στο Αλγέρι, για να μη ξεφεύγουν από τη γραμμή και το δόγμα του Στάλιν.
Ο Καμύ (ως άλλος Λώρενς) «αρνείται να ευθυγραμμιστεί με τις οπορτουνιστικές αυτές εντολές και καταλήγει να κόψει κάθε δεσμό με το κομμουνιστικό κόμμα».
«Εκεί όπου ευδοκιμεί το ψέμα», γράφει, «αναγγέλλεται και διαιωνίζεται η τυραννία
Τελειώνει το διδακτορικό του στη φιλοσοφία και ιδρύει έναν ανεξάρτητο θίασο, το «Ομαδικό Θέατρο». Ο Καμύ πάντα θεωρούσε το θέατρο ως την ύψιστη μορφή τέχνης.
turkey-uprising1Εργάζεται ως δημοσιογράφος, γράφει θεατρικά και ανεβάζει παραστάσεις, ξεκινάει τον «Ξένο».
Με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία, που «ξάφνιασε» πολλούς μετριοπαθείς, γράφει:
«Να ‘χεις ζήσει μέσα στο μίσος αυτού του θεριού, να το έχεις μπροστά σου και να μην ξέρεις να το αναγνωρίσεις. Τόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Πιο ύστερα, χωρίς αμφιβολία, θα έρθουν η λάσπη, το αίμα, η πελώρια αηδία. Αλλά για σήμερα διαπιστώνουμε πως η αρχή των πολέμων είναι όμοια με την αρχή της ειρήνης: Ο κόσμος και η καρδιά την αγνοούν.»
Το 1941 τελειώνει το «Μύθο του Σίσυφου» και μπαίνει στη Γαλλική Αντίσταση.
«Κατάλαβα τότε πως απεχθανόμουν όχι τόσο τη βία όσο τη θεσμοθέτηση της βίας.»
Μετά την Απελευθέρωση (και άλλον έναν υποτροπιασμό της φυματίωσης) ο Γκαλιμάρ, ο εκδοτικός θρύλος της Γαλλίας, υποκύπτει στην πίεση του Μαλρώ και εκδίδει τον «Ξένο», πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν πρόκειται να πουλήσει πάνω από χίλια αντίτυπα. Έκανε λάθος.
Μαζί με το «Μύθο του Σίσυφου», που εκδίδεται τον επόμενο χρόνο, ο κόσμος ανακαλύπτει το αντίπαλο δέος του υπαρξισμού. Από τη μια είναι ένα ολόκληρο κίνημα, από την άλλη ένας μανιώδης καπνιστής, που ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι είναι φιλόσοφος.
Το 1948 η Ανατολική Ευρώπη γίνεται βορά της Σταλινικής δικτατορίας.
Ο Καμύ αντιδρά με μια σειρά από άρθρα:
«Όταν ένας άνθρωπος, κάπου στον κόσμο, υψώνει τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα τανκ και ουρλιάζει πως δεν είναι σκλάβος, τι χαρακτηρισμός μας ταιριάζει αν μένουμε αδιάφοροι;»
Όμως ενώ αντιτίθεται στον σταλινισμό, ένα χρόνο μετά δίνει στη δημοσιότητα μια έκκληση για τη ζωή των καταδικασμένων σε θάνατο Ελλήνων κομμουνιστών.
Το 1951 η έκδοση του «Επαναστατημένου Ανθρώπου» πέφτει σαν βόμβα. Ο Καμύ δέχεται επιθέσεις από δεξιά κι αριστερά (με πρωτοστάτη τον Σαρτρ), από κληρικούς και άθεους. Η «φιλοσοφία» του είναι μια φιλοσοφία ενάντια στο δογματισμό, πάσης φύσης, και υπέρ του ανθρώπου.
26964c22360334ac95cec07733bd4688_XL«Ο επαναστατημένος δε φυλάει τίποτα», γράφει, «τα παίζει όλα για όλα.»
Τι μπορεί να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος ενάντια στο αδηφάγο σύστημα;
«Είναι κακή κατασκευή, αγαπημένε μου», γράφει στην Πανούκλα. «Όσο μακριά και να γυρίσω πίσω θυμάμαι πως άρκεσε πάντα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε το φόβο του κι επαναστάτησε για να αρχίσει η μηχανή τους να τρίζει. Δε λέω δα και πως σταματά, θα απείχε πολύ. Πάντως όμως, τρίζει και μερικές φορές καταλήγει να χαλάσει στ’ αλήθεια.»
Συνεχίζει να γράφει, να κάνει παραστάσεις και να παρεμβαίνει πολιτικά όποτε χρειαζόταν.
Ακόμα και οι «εχθροί» του μαρτυρούν την ευγένεια και το σεβασμό που κυριαρχούσαν στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «Αγνοούσε τη δόξα του», γράφει η Μπωβουάρ και διατηρούσε στον άνθρωπο του λαού μια πίστη, που ορισμένοι έκριναν απλοϊκή.
Το 1956 εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Πτώση», όπου αναπτύσσει μια παλιότερη του σκέψη: «Το μόνο φιλοσοφικό ζήτημα είναι η αυτοκτονία».
Τρεις μήνες μετά του δίνουν το νόμπελ λογοτεχνίας και δύο χρόνια αργότερα σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό, τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα με το αυτοκίνητο του Γκαλιμάρ –σε παρόμοια ηλικία με τον Λώρενς.
«Αφελής» μέχρι το τέλος έγραφε:bl2orusceaadfpp1
«Αν είχα να γράψω ένα βιβλίο περί ηθικής θα είχε 100 σελίδες, οι 99 λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη.»


(Καθώς έγραφα αυτό το κείμενο είδα την αφίσα που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο για την «εξαφάνιση» του Ορχάν Παμούκ. Δυστυχώς δεν αρκεί η εξαιρετική γραφή και τα νόμπελ. Όταν σωπαίνεις μπροστά στη σφαγή είσαι ίδιος με τους σφαγείς.
Πληροφορίες για τον Καμύ άντλησα από το βιβλίο του P. Ginestier, «Η ζωή και η σκέψη του Καμύ», εκδόσεις Άπειρον, μτφ Αλέξανδρος Βέλιος.)
pamuk

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Κάθε τοίχος είναι μία πόρτα εξόδου...

του κ. Νικου Ξυδακη απο την Καθημερινη...
«Ενας σοφός της Ανατολής παρακαλούσε κάθε φορά τη θεότητα στην προσευχή του να τον απαλλάξει από το να ζήσει σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Επειδή εμείς δεν είμαστε σοφοί, η θεότητα δεν μας απάλλαξε κι έτσι ζουμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Εν πάση περιπτώσει, η εποχή μας δεν αφήνει περιθώριο να αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν». Εγραφε ο Καμύ.
Η εποχή μας είναι ενδιαφέρουσα, τόσο που μας γεμίζει φόβο, μας ωθεί με σφοδρότητα στη νοσταλγία του παρελθόντος, της αδιάφορης, αμέριμνης εποχής.
Η ζωή κυλάει σαν βράχος πάνω μας, βαριά, αργή, συνθλίβουσα. Αγνώριστη, φέρουσα καταπλήξεις και πλήγματα, καταθλίβουσα. Και όσο κι αν μελαγχολείς, αυτή κυλάει, ποτάμι ορμητικό φουσκωμένο κι εσύ κλαράκι· μόνο αν αφεθείς έχεις ελπίδα να γλιτώσεις. Ανασύρεις από τα προ κρίσεως χρόνια, μια μελαγχολική στάση, καθώς αργόσβηνε μια εποχή, ήταν 2005:
«Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανεξέλεγκτα στα νερά του ποταμού. Οσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες. Οσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα.»
Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Ολες οι καταιγίδες, σαν μία, δέρνουν το γυμνό κλαράκι. Πίσω από το αμήχανο μουρμουρητό του 2005, ακούω απόηχους προπατόρων, τον Διονύση Σαββόπουλο και πίσω κι απ’ αυτόν, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Αρη Αλεξάνδρου:
«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία / κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις / με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις» (Δ. Σ., «Οι παλιοί μας φίλοι»).
«Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ώς εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τι λες» (Μ. Α., «Ο στόχος»).
«Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα / χαράζοντας γραμμές / εδώ θα επιμένεις δίχως βία / χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση» (Α. Α., «Θα επιμένεις»).
Κρατάω αυτό: «Χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση». Ταιριάζει στη δική μας περίσταση· να μη γείρεις ούτε στη μια ούτε στην άλλη βολική εκδοχή, να μην παραδοθείς στις ευκολίες της θρηνωδίας ή του μίσους.
Δεν ακούς τέτοια στις τηλεοράσεις και στα Ιντερνετ, ούτε στους δρόμους. Ο δημόσιος χώρος πλημμυρίζει απόγνωση και περιφρόνηση, θλίψη, βαναυσότητα. Κεντάνε το πετσί μας. Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή δεν είναι μόνο αυτά, η ζωή ανθεί στα κρίσιμα διάκενα, ακόμη και τώρα. Ανατρέχω στον παντοτινά προσφιλή Αλμπέρ Καμύ, τον συντοπίτη μας της Μεσογείου, με την αγράμματη μάνα που τον έφτασε στο Νομπέλ. Πριν από περίπου μισόν αιώνα, το 1957, παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο και λέει στους συγκαιρινούς του, τους ανθρώπους που έζησαν ολοκληρωτισμούς, γενοκτονίες και πολέμους:
«Μπορούμε πάντα να αντιτάξουμε στην παρούσα κατάσταση τον θρήνο των ανθρωπιστών, να γίνουμε αυτό που ο Στέφαν Τροφίμοβιτς στους “Δαιμονισμένους” θέλει πάση θυσία να γίνει: η ενσάρκωση της μομφής. Μπορούμε να φτάσουμε, επίσης, σε εξάρσεις κοινωνικής θλίψης, όπως ο εν λόγω ήρωας. Αλλά η θλίψη αυτή δεν θα αλλάξει καθόλου την πραγματικότητα».
Ανάμεσα στη μομφή και τη θλίψη, λοιπόν, στο μίσος και στην αυτοκατάργηση. Τι αντιπροτείνει ο Καμύ;
«Κάθε τοίχος είναι μία πόρτα εξόδου, λέει σωστά ο Εμερσον. Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι. Αντιθέτως, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί όπου βρίσκεται, δηλαδή στο κέντρο της μάχης. Γιατί, κατ’ εμέ εκεί βρίσκεται. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, οι μεγάλες ιδέες έρχονται αθόρυβα στον κόσμο σαν πάτημα περιστεράς. Αν τείνουμε ευήκοον ους, ίσως αφουγκραστούμε, λοιπόν, σαν απαλό θρόισμα φτερών εν τω μέσω της βοής αυτοκρατοριών και εθνών, τον τερπνό σαματά της ζωής και της ελπίδας. Αλλοι θα πουν ότι αυτή την ελπίδα τη φέρνει ένας λαός· άλλοι, ένας άνθρωπος. Πιστεύω, αντιθέτως, ότι αυτή η ελπίδα υποκινείται, αναπτερώνεται και συντηρείται από χιλιάδες μοναχικούς, η δράση και το έργο των οποίων αναιρούν καθημερινά τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή προσχήματα της Ιστορίας, ώστε να λάμψει φευγαλέα η αενάως απειλούμενη αλήθεια που ο καθένας τρέφει, μες στις πίκρες και τις χαρές του, για το καλό όλων».

κι αυτο είναι ενα σχολιο που μου αρεσε:
Διαβάζοντας για την «προσευχή του σοφού της Ανατολής», θυμήθηκα την κατάρα των Κινέζων, που μνημονεύει (επικαλείται) ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά σον Γκρέκο».
Όμως ποια σχέση μπορεί να έχει η δική μας «ενδιαφέρουσα εποχή» με εκείνη, που περιγράφει ο Καζαντζάκης;
Ανέτρεξα στην «Αναφορά» (σελ. 540, για όποιον ενδιαφέρεται). Απογοήτευση!
Η δική του «ενδιαφέρουσα εποχή» είχε να κάνει με «σύγκρουσες ανάμεσα στις ίδιες τις αρετές»!
Γράφεις (αντιγράφεις) αγαπητέ Νίκο: «Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι.». Το στρίμωγμα είναι το ένα χαρακτηριστικό της κατάστασης, που ζούμε. Ένα άλλο, όμως, χαρακτηριστικό της είναι που νιώθουμε (νιώθω εγώ, τουλάχιστον) ότι τα πόδια μας είναι στον αέρα. Δεν πατάνε πουθενά. Το έχω ζήσει, όταν ήμουν νέος, στην έξοδο από ένα κατάμεστο γήπεδο ποδοσφαίρου! Προσπαθώ να μην το θυμάμαι! Όμως, έτσι νιώθω.
Ποιον ενδιαφέρει θα μου πεις. Αρκεί, όπως τα κακότυχα πρεζόνια, «να πάρουμε τη δόση μας». Ας τα δώσουμε όλα…
Σχολίασε ο/η Νίκος Κ. | 19:02:16, Νοέμβριος 4th, 2012

Ροη αρθρων