Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Η Νεοφιλελεύθερη Αυταπάτη...

του Γιάννη Γεράσιμου, απο το Νοστιμον Ημαρ...
«H φωνή των φτωχών δεν είναι πάντα δίκαιη, αλλά αν δεν την ακούσεις δε θα μάθεις ποτέ τι είναι δικαιοσύνη!!»
Howard Zinn
Σήμερα το κοινωνικό κράτος δέχεται επίθεση!!
Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της λιτότητας σε όλη την Ευρώπη επιχειρούν να αναιρέσουν τις κοινωνικές κατακτήσεις ολόκληρων γενεών (περικοπές σε μισθούς, συντάξεις οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα ανεργίας και υποβάθμιση σημαντικών δομών κοινωνικής πρόνοιας όπως η υγεία και η παιδεία) και να ελαστικοποιήσουν τις εργασιακές σχέσεις (ριζική απομάκρυνση από την πολιτική πλήρους απασχόλησης, ευέλικτο ωράριο εργασίας, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας) οδηγώντας ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και ιδιαίτερα τη νεολαία στην ανεργία, στην κοινωνική εξαθλίωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό.
Η επίθεση αυτή σε επίπεδο πολιτικού λόγου συνοδεύεται από μία ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη για ανταγωνιστικότητα της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας (με κάθε κοινωνικό και εργασιακό κόστος) και από μία αμφισβήτηση και τελικά έμπρακτη υπονόμευση των δομών του κοινωνικού κράτους.
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι για έναν από τους πατέρες του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, τον Friedrich Hayek, το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας «αντικατοπτρισμός», «μια άδεια και στερούμενη ουσιαστικού περιεχομένου έννοια», «ένα είδος κοινωνικού αταβισμού» που υπονομεύει την αξία της ατομικής ελευθερίας και έχει ένα έντονα αντιαναπτυξιακό πρόσημο (δεδομένου ότι καθιστά δυσχερέστερες τις ιδιωτικές επενδύσεις) (βλ. «The constitution of liberty», «Social Justice, Socialism and Democracy»). Η αντίληψη αυτή περί κοινωνικής δικαιοσύνης συμβαδίζει ή και πιθανόν εκπορεύεται από μια αντίληψη περί του οικονομικού ανταγωνισμού ως της μοναδικής πηγής ευμάρειας των σύγχρονων κοινωνιών, δεδομένου ότι καταφέρνει να εξισορροπεί και να μετατρέπει την εγωιστική επιδίωξη ατομικού οφέλους από τους ιδιώτες σε πηγή κοινωνικής και οικονομικής προόδου (μείωση μονοπωλίων και ολιγοπωλίων, σύνδεση με το κράτος δικαίου) (βλ. Άνταμ Σμιθ, Χομπς).

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Νορμπέρτο Μπόμπιο: Δεξιά και Αριστερά...

ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ...
Τα τελευταία χρόνια έχει ειπωθεί πολλές φορές, μέχρις σημείου να θεωρείται πια κοινός τόπος, ότι η διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, που επί δύο αιώνες περίπου, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά χρησιμοποιήθηκε για να διαιρέσει τον πολιτικό κόσμο σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα, δεν έχει πια λόγο να χρησιμοποιείται. Η διάκριση δεν έχει πια καμία αξία, ούτε ευρετική ούτε ταξινομητική ούτε, ακόμη λιγότερο, αξιολογική.

Οι πρώτες αμφιβολίες για την εξαφάνιση της διάκρισης θεωρείται συχνά ότι έχουν ως βάση και αφετηρία τη λεγόμενη κρίση των ιδεολογιών.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Πάντα με τις πεταλούδες (θα) είμαστε...

Του Γιώργου Σταματόπουλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...

Είτε η ανάγκη επικρατεί στα ανθρώπινα είτε η πλήξη, είναι πάντως αυτές οι έννοιες που μας οδηγούν στη σύναψη μιας συνθήκης ειρήνης, ίσως για να εξορίσουμε τον πόλεμο που διεξάγεται κάθε μέρα στις κοινωνικές σχέσεις (τον πόλεμο όλων εναντίον όλων). Οντας αδύναμα φυσικά πλάσματα, χωρίς νύχια γαμψά, κοφτερά δόντια ή κέρατα που απαιτούνται για να επιβιώσουν τα δυνατά ζώα, χρησιμοποιούμε τον νου, αλλά, τι κρίμα, την προσποίηση του νου, ή τις ψευδαισθήσεις και τα οράματα. Ολα αυτά με λεπτότητα, είναι αλήθεια, λεπτότητα που ταυτίζεται με την υποκριτική και τη γραμματική της μάσκας, μιας γλώσσας τραυλής, χαμένης στη μετάφρασή της σε μιαν άλλην, άγνωστη.

petaloudes

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Συνάντησα το Θεό! Ήταν στο τρένο των 5:15!

Γελωτοποιος...
«Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτά θα πρέπει να σωπαίνει»
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν – Tractatus Logico-Philoshophicus
Ένας Ινδός σοφός είχε πει: «Ο μόνος τρόπος να εξηγήσεις το Θεό είναι η σιωπή».
Και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε από την Αθήνα το 415 π.Κ.Ε. επειδή έγραψε την πρώτη αγνωστικιστική πραγματεία.
«Για τους θεούς», άρχιζε, «δεν μπορώ με βεβαιότητα να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποια γνωρίσματα έχουν. Γιατί υπάρχουν πολλά που εμποδίζουν τη γνώση γι’ αυτούς –και η απουσία σαφών δεδομένων και η συντομία της ανθρώπινης ζωής.»
Ο Νίτσε, ο μανιακός φιλόσοφος-ποιητής, δεν ήταν τόσο ευγενικός.
«Ο Θεός πέθανε!» έγραφε στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, στο τέλος του 19ου αιώνα, ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αποθέωση του ανθρώπου και τη σφαγή του, όπως αυτή πραγματώθηκε τον 20ο αιώνα –και μετά.
Ο άνθρωπος πέθανε στο Άουσβιτς, ο άνθρωπος πέθανε στη Δρέσδη, ο άνθρωπος πέθανε στη Χιροσίμα, ο άνθρωπος πέθανε στην Μπιάφρα, ο άνθρωπος πέθανε λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μου -επειδή δεν πρέπει να πεθάνουν οι τράπεζες.

Ξεκινάω μιλώντας για όσα δεν πρέπει να μιλώ, για όσα θα έπρεπε να σωπαίνω. Για το Θεό, για τον άνθρωπο, για το τραπεζικό σύστημα.
Το μυαλό μου είναι λίγο μπερδεμένο, ίσως από τις αναθυμιάσεις στην ψησταριά, ίσως και από τις αναθυμιάσεις στα social media.
Μιλάμε για όλα τώρα πια, μιλάμε όλοι και συνήθως αυτά που λέμε είναι σαν κουνούπια που βγαίνουν μέσα από λιμνάζοντα νερά. Κανείς δεν είναι πλέον δράστης, κανείς δεν δρα, μόνο καυτηριάζουμε-κατακεραυνώνουμε-σιχτιρίζουμε, και η πλησμονή της γλώσσας αντικαθιστά την ένδεια των πράξεων.

Θα συγκεντρωθώ, θα σταματήσω να πλατειάζω, θα γίνω άνθρωπος κι εγώ τα σκάρτα μου να κάψω, όπως λέει ο τραγουδοποιός. Μπορώ;

«Ο Θεός απέθανε, ζήτω ο Θεός».
Οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς κάποιο θεό, χωρίς κάποιο δόγμα. Και αν σκότωσαν τη θρησκεία την αντικαστήσανε με άλλους πήλινους θεούς, με δόγματα ακόμα πιο επίπλαστα από εκείνον τον γενειοφόρο κύριο που στοίχειωνε τη σκέψη των παιδιών και των υπέργηρων.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Η φιλοσοφία της ανατροπής...

του Δημητρη Παπαχρηστου, απο το Εθνος...
Η φιλοσοφία της ανατροπής
Υπάρχει μία νοοτροπία που την εκφράζει ο καθένας όταν έρχεται η στιγμή να πάρει θέση σε ό,τι γίνεται γύρω του. Η εύκολη λύση-απάντηση είναι πως οι άλλοι φταίνε, βγάζοντας τον εαυτό του απ' έξω. Εμείς δεν είμαστε οι άλλοι. Οι γενικεύσεις διευκολύνουν απλώς και δημιουργούν συγχύσεις. Ο καθένας πράττει καθώς βολεύεται.
Μόνο που σήμερα κανένας δεν νιώθει βολεμένος και όποιος πει πως είναι καλά, πιθανόν να μην πάει καλά στα μυαλά, αγνοώντας την ανάγκη της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η οικονομική κρίση δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς, δεν αφορά μόνο το στομάχι και την τσέπη μας. Εχει να κάνει με την κοινωνική πολιτική και, προπαντός, με την πολιτισμική και πολιτιστική ύπαρξή μας. Πολλοί είναι αυτοί που εύκολα τα βάζουν με τους διανοούμενους, που απαξιωτικά τους αποκαλούν κουλτουριάρηδες. Θεωρούν πνευματικούς ανθρώπους αυτούς που προβάλλει το σύστημα, τα δεκανίκια του, αυτούς που το εξωραΐζουν και γίνονται απολογητές του. Οι άλλοι, που πάντα θα υπάρχουν, που έχουν λόγο που βγαίνουν στον δρόμο, που παίρνουν θέση και συμμετέχουν ως ενεργοί πολίτες για να δώσουν νόημα και περιεχόμενο σε μια δημοκρατία που έχει καταντήσει λερό πουκάμισο, αδειανό, δεν φαίνονται, δεν ακούγονται και όταν η παρουσία τους και ο λόγος τους ενοχλεί αποκαλούνται εξτρεμιστές και επικίνδυνοι τρομοκράτες που υπηρετούν τη βία.
Δεν παρακολούθησα το 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας που γίνεται στη χώρα η οποία γέννησε την τέχνη, τον οικουμενικό πολιτισμό, τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη δημοκρατία. Είναι χρήσιμο να γίνονται συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, άνθρωποι από όλο τον κόσμο, να έχουν λόγο δημιουργικό που να δίνει απαντήσεις. Για κάθε άνθρωπο, που πέρα από τις ανάγκες που τον καταδυναστεύουν, θέλει να καλύψει και τις υπαρξιακές του ανάγκες. Η φιλοσοφία θα μπορούσε να είναι η τέχνη του ευ ζην.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ο επαναστατημένος άνθρωπος...

Γελωτοποιος...
 dakrigona
«…να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν τη φρίκη.»
                                                                                                                            Αλμπέρ Καμύ

Φανταστείτε τρεις ανθρώπους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο πρώτος είναι ένας ξερακιανός γέρος που κοιτάει κατάματα τις προτεταμένες κάνες και φωνάζει: «Δεν σας φοβάμαι!»
Ο δεύτερος μοιάζει με λεμούριο. Με τα γουρλωμένα του μάτια αντικρίζει τα όπλα με τρόμο και προσμονή.
Ο τρίτος θα μπορούσε να είναι ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Γνωρίζει ότι τον σημαδεύουν και ότι από στιγμή σε στιγμή θα ακουστεί το πρόσταγμα. Αλλά έχει γυρισμένο το κεφάλι από την άλλη, καπνίζει και παρατηρεί τις τολύπες του καπνού, πως στροβιλίζονται χαοτικά πριν εκμηδενιστούν.

Αυτοί ήταν οι τρεις λογοτέχνες της πρώτης μου νεότητας.
Πρώτος ο Καζαντζάκης, που στοίχειωσε το νου πολλών εφήβων με εκείνα τα «φτάσε όπου δεν μπορείς» και «παρατέντωσε με, κι ας σπάσω». Τα βιβλία του λιονταρίσια τροφή, όπως του Νίτσε. Ο άνθρωπος που κοιτούσε το κενό κατάματα χωρίς να φοβάται και χωρίς να ελπίζει.
Τον δεύτερο μου τον σύστησε μια καθηγήτρια. «Έχεις διαβάσει Κάφκα;» με ρώτησε. Όταν της είπα ότι τον είχα μόνο ακουστά μου έδωσε χαμογελώντας τη «Δίκη». Γρήγορα κατάλαβα γιατί χαμογελούσε.
Βιβλία που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, εφιαλτικά σχεδόν, αλλά χωρίς να θέλεις να ξυπνήσεις.
Κάποιες σκηνές από το ημιτελές «Αμερική» δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ αν τις διάβασα ή αν τις ονειρεύτηκα.
Θαρραλέος κι αυτός μπροστά στο θάνατο και στη ζωή, αλλά με έναν δικό του τρόπο, κάτι σαν ψυχοπαθής κλόουν, που σε πετσοκόβει με μια ματσέτα ενώ γελάει –και πίσω ακούγεται μουσική τσίρκου.
Και μετά ήρθε ο Καμύ.2013-01-02-AlbertCamus
Ολιγόλογος, αλλά καίριος. Στοχαστικός, αλλά και παθιασμένος. Αρρενωπός, αλλά όχι χυδαίος. Και μόνος.
Πολλοί νομίζουν ότι ο Καμύ άνηκε στην κυρίαρχη λογοτεχνική/φιλοσοφική κλίκα της μεταπολεμικής Ευρώπης, τον υπαρξισμό. Αυτό είναι λάθος. Ο Καμύ εξαρχής βρέθηκε αντιμέτωπος με τους υπαρξιστές και ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα τους, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και την πάπισσα τους, την Μπωβουάρ.
Όπως ήρθε σε σύγκρουση και με τους κομμουνιστές (μια εποχή που δεν επιτρεπόταν να είσαι διανοούμενος και να μην είσαι μαρξιστής), με τους φασίστες, με τους ναζί, με τους κληρικούς, με τους σουρεαλιστές, με τους αποικιοκράτες Γάλλους και με τους φονταμενταλιστές Αλγερινούς.
«Κάθε ιδεολογία», έγραφε στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, «αρνιέται όλες τις άλλες, υποχρεωτικά ξεπλανευτικές. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε.»
Και αλλού:
«Δεν έμαθα την ελευθερία από τον Μαρξ, την έμαθα στην αθλιότητα.»
Οι γονείς του Αλμπέρ αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από την Αλσατία στην Αλγερία για να γλιτώσουν από το φάσμα της πείνας. Αλλά κι εκεί δεν τα κατάφεραν καλύτερα.
proxy-storify-com1Ο πατέρας του, έξι μήνες μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του, σκοτώθηκε στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Κατερίνα Καμύ μετακόμισε στο Αλγέρι, στη συνοικία των άπορων, το Μπελκούρ, όπου ζούσαν Άραβες, Εβραίοι, Ισπανοί, Μαλτέζοι, Ιταλοί, Έλληνες και Γάλλοι. Καθάριζε σπίτια και έκανε ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει για να επιβιώσουν, αλλά ήταν φιλάσθενη, στο σώμα και στο νου.
Ο Αλμπέρ πήγαινε στο σχολείο όποτε το θυμόταν, μέχρι που συνάντησε τον άνθρωπο που τον έκανε τον Καμύ που γνωρίζουμε. Έναν δάσκαλο, τον Λουΐ Ζερμαίν, ο οποίος αφοσιώθηκε στο ορφανό με πατρική στοργή, δίνοντας ‘του δωρεάν μαθήματα έξω από τις ώρες του σχολείου και πείθοντας τη μητέρα του ότι ο μικρός έπρεπε να δώσει εξετάσεις για τις υποτροφίες του γυμνασίου.
Ο Καμύ αναγνώρισε αυτή την οφειλή στο δάσκαλο και όταν πήρε το νόμπελ του αφιέρωσε τους «Λόγους στη Σουηδία».
Κέρδισε μια υποτροφία για το γυμνάσιο, αλλά εκεί είχε να αντιμετωπίσει –ως άπορος- τους γιους των πλούσιων μεσοαστών.
«Αισθανόμουν μέσα μου απεριόριστες δυνατότητες, έπρεπε απλώς να βρω έναν τρόπο να τις πραγματοποιήσω. Δεν ήταν η φτώχια μου που έμπαινε εμπόδιο σ’ αυτό: στην Αφρική, η θάλασσα και ο ήλιος δεν κοστίζουν τίποτα. Εμπόδια ήταν μάλλον οι προκαταλήψεις και η ανοησία.»
Ο Καμύ αποφάσισε να επιβληθεί. Έγινε ο καλύτερος μαθητής του γυμνασίου –για να κερδίσει τους καθηγητές, και εξαιρετικός στα σπορ -για να κερδίσει τους συμμαθητές του.
Μέχρι να φύγει του είχαν βγάλει το παρατσούκλι «ο μικρός πρίγκιπας».
Ενώ ετοιμαζόταν για τις σπουδές –φιλοσοφίας- στο πανεπιστήμιο αρρώστησε για πρώτη φορά από φυματίωση, αρρώστια πολύ συνηθισμένη στη συνοικία του Μπελκούρ. Έμεινε έναν χρόνο στο νοσοκομείο και όταν βγήκε συνέχισε τις σπουδές από εκεί όπου τις είχε αφήσει.
Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την έκδοση της «Ανθρώπινης Μοίρας» του Μαλρώ, ο εικοσάχρονος Καμύ ανακαλύπτει τη συγγραφή και τον κομμουνισμό. Την πρώτη θα την τιμούσε μέχρι το τέλος του, αλλά ως κομμουνιστής έζησε μόνο δυο χρόνια.
Του είχαν αναθέσει να οργανώσει ένα Κίνημα Διεκδικήσεων μεταξύ των Μουσουλμάνων, αλλά το 1935, έρχονται εντολές από τη Μόσχα να παρακολουθούνται οι επαναστατικές δραστηριότητες των ντόπιων στο Αλγέρι, για να μη ξεφεύγουν από τη γραμμή και το δόγμα του Στάλιν.
Ο Καμύ (ως άλλος Λώρενς) «αρνείται να ευθυγραμμιστεί με τις οπορτουνιστικές αυτές εντολές και καταλήγει να κόψει κάθε δεσμό με το κομμουνιστικό κόμμα».
«Εκεί όπου ευδοκιμεί το ψέμα», γράφει, «αναγγέλλεται και διαιωνίζεται η τυραννία.»
Τελειώνει το διδακτορικό του στη φιλοσοφία και ιδρύει έναν ανεξάρτητο θίασο, το «Ομαδικό Θέατρο». Ο Καμύ πάντα θεωρούσε το θέατρο ως την ύψιστη μορφή τέχνης.
turkey-uprising1Εργάζεται ως δημοσιογράφος, γράφει θεατρικά και ανεβάζει παραστάσεις, ξεκινάει τον «Ξένο».
Με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία, που «ξάφνιασε» πολλούς μετριοπαθείς, γράφει:
«Να ‘χεις ζήσει μέσα στο μίσος αυτού του θεριού, να το έχεις μπροστά σου και να μην ξέρεις να το αναγνωρίσεις. Τόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Πιο ύστερα, χωρίς αμφιβολία, θα έρθουν η λάσπη, το αίμα, η πελώρια αηδία. Αλλά για σήμερα διαπιστώνουμε πως η αρχή των πολέμων είναι όμοια με την αρχή της ειρήνης: Ο κόσμος και η καρδιά την αγνοούν.»
Το 1941 τελειώνει το «Μύθο του Σίσυφου» και μπαίνει στη Γαλλική Αντίσταση.
«Κατάλαβα τότε πως απεχθανόμουν όχι τόσο τη βία όσο τη θεσμοθέτηση της βίας.»
Μετά την Απελευθέρωση (και άλλον έναν υποτροπιασμό της φυματίωσης) ο Γκαλιμάρ, ο εκδοτικός θρύλος της Γαλλίας, υποκύπτει στην πίεση του Μαλρώ και εκδίδει τον «Ξένο», πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν πρόκειται να πουλήσει πάνω από χίλια αντίτυπα. Έκανε λάθος.
Μαζί με το «Μύθο του Σίσυφου», που εκδίδεται τον επόμενο χρόνο, ο κόσμος ανακαλύπτει το αντίπαλο δέος του υπαρξισμού. Από τη μια είναι ένα ολόκληρο κίνημα, από την άλλη ένας μανιώδης καπνιστής, που ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι είναι φιλόσοφος.
Το 1948 η Ανατολική Ευρώπη γίνεται βορά της Σταλινικής δικτατορίας.
Ο Καμύ αντιδρά με μια σειρά από άρθρα:
«Όταν ένας άνθρωπος, κάπου στον κόσμο, υψώνει τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα τανκ και ουρλιάζει πως δεν είναι σκλάβος, τι χαρακτηρισμός μας ταιριάζει αν μένουμε αδιάφοροι;»
Όμως ενώ αντιτίθεται στον σταλινισμό, ένα χρόνο μετά δίνει στη δημοσιότητα μια έκκληση για τη ζωή των καταδικασμένων σε θάνατο Ελλήνων κομμουνιστών.
Το 1951 η έκδοση του «Επαναστατημένου Ανθρώπου» πέφτει σαν βόμβα. Ο Καμύ δέχεται επιθέσεις από δεξιά κι αριστερά (με πρωτοστάτη τον Σαρτρ), από κληρικούς και άθεους. Η «φιλοσοφία» του είναι μια φιλοσοφία ενάντια στο δογματισμό, πάσης φύσης, και υπέρ του ανθρώπου.
26964c22360334ac95cec07733bd4688_XL«Ο επαναστατημένος δε φυλάει τίποτα», γράφει, «τα παίζει όλα για όλα.»
Τι μπορεί να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος ενάντια στο αδηφάγο σύστημα;
«Είναι κακή κατασκευή, αγαπημένε μου», γράφει στην Πανούκλα. «Όσο μακριά και να γυρίσω πίσω θυμάμαι πως άρκεσε πάντα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε το φόβο του κι επαναστάτησε για να αρχίσει η μηχανή τους να τρίζει. Δε λέω δα και πως σταματά, θα απείχε πολύ. Πάντως όμως, τρίζει και μερικές φορές καταλήγει να χαλάσει στ’ αλήθεια.»
Συνεχίζει να γράφει, να κάνει παραστάσεις και να παρεμβαίνει πολιτικά όποτε χρειαζόταν.
Ακόμα και οι «εχθροί» του μαρτυρούν την ευγένεια και το σεβασμό που κυριαρχούσαν στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «Αγνοούσε τη δόξα του», γράφει η Μπωβουάρ και διατηρούσε στον άνθρωπο του λαού μια πίστη, που ορισμένοι έκριναν απλοϊκή.
Το 1956 εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Πτώση», όπου αναπτύσσει μια παλιότερη του σκέψη: «Το μόνο φιλοσοφικό ζήτημα είναι η αυτοκτονία».
Τρεις μήνες μετά του δίνουν το νόμπελ λογοτεχνίας και δύο χρόνια αργότερα σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό, τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα με το αυτοκίνητο του Γκαλιμάρ –σε παρόμοια ηλικία με τον Λώρενς.
«Αφελής» μέχρι το τέλος έγραφε:bl2orusceaadfpp1
«Αν είχα να γράψω ένα βιβλίο περί ηθικής θα είχε 100 σελίδες, οι 99 λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη.»


(Καθώς έγραφα αυτό το κείμενο είδα την αφίσα που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο για την «εξαφάνιση» του Ορχάν Παμούκ. Δυστυχώς δεν αρκεί η εξαιρετική γραφή και τα νόμπελ. Όταν σωπαίνεις μπροστά στη σφαγή είσαι ίδιος με τους σφαγείς.
Πληροφορίες για τον Καμύ άντλησα από το βιβλίο του P. Ginestier, «Η ζωή και η σκέψη του Καμύ», εκδόσεις Άπειρον, μτφ Αλέξανδρος Βέλιος.)
pamuk

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Η πλεκτανη και η ωρα της αναγκης...

Το Ραφειο...
πουθενα
Πλεκτάνη , δολοπλοκία , μηχανορραφία. Ωραίες λέξεις ! Σχεδόν συνώνυμες !
Πολυχρησιμοποιημένες , φθαρμένες , που έχασαν την λάμψη τους , το νόημα και την βαρύτητά τους όπως τόσες και τόσες λέξεις που νεκρές πια έπαψαν να σημαίνουν.
Για να ξαναρίξουμε το φως πάνω τους , απαιτείται να συλλογιστούμε και να συνειδητοποιήσουμε την ζωντανή τους έκφραση στον καιρό μας , στην αμείλικτη εποχή μας.

Πώς στήθηκε η πλεκτάνη , πώς πλέχτηκε το δίχτυ των αναρίθμητων συστημάτων ( πολιτικών , θρησκευτικών , life style και άλλων πολλών και ποικίλων ) , που μας τυλίγει , μας σφίγγει και μας απονευρώνει ; Πόσο τεράστια είναι αυτή η Λερναία Ύδρα με τα πολλά πλοκάμια , που τα κεφάλια της ξεπηδούν από παντού σε μια άνευ προηγουμένου επίθεση ; Πόσο είμαστε μπλεγμένοι και διαπλεκόμενοι και πώς θα απεμπλακούμε ;
Είμαστε μπερδεμένοι μέσα σ’ ένα φαντασιακό μιας τεράστιας γκάμας εκφάνσεων – διαπροσωπικές σχέσεις , πολιτική , διαπαιδαγώγηση , μόρφωση , διασκέδαση , διατροφή και γενικά τρόπος να ζεις και να πορεύεσαι – , που κόβει και ράβει ρούχα για να χωρέσουμε με μια προκρούστεια λογική που δεν λαμβάνει υπόψιν της τα δικά μας μέτρα , με κυρίαρχο μοντελάκι τον ατομισμό.
Έχουμε έναν εγκέφαλο γεμάτο με εμφυτευμένες ιδέες σε κονσέρβα για να καταναλωθούν άκριτα και ασυνείδητα αφήνοντας την επίγευση του ανικανοποίητου και το κενό από την έλλειψη νοήματος.
Στεκόμαστε αμήχανοι μπροστά σε αδιέξοδους δαιδαλώδεις δρόμους , χαραγμένους από δόγματα και σχήματα που απολιθώθηκαν , από αντιλήψεις που ξέχασαν την ελαστικότητα και την ευκαμψία τους , που τελμάτωσαν και έχασαν την δυναμική τους για εξέλιξη και προσαρμοστικότητα στις αλλαγές των καιρών.
Εμποτιστήκαμε από τις απορροές ενός απρόσωπου “πολιτισμού” , υμνητή του ανούσιου και προβολέα προσόψεων , που απεμπόλησε την αληθινή εμπειρία , το προσωπικό βίωμα και την μνήμη.
Και αν μια σταδιακή και με μικρά βήματα προϊούσα συνειδητοποίηση αυτής της κατάστασης , κάτι αφήνει να σαλέψει , κάτι να διαφανεί μέσα από το τέλμα και τη σήψη της ακινησίας , κάτι να θέλει να ελευθερωθεί και να αυτοπροσδιοριστεί , δημιουργεί τους πρώτους τριγμούς στο σύστημα της πολυμήχανης πλεκτάνης , καταφθάνει η ΑΝΑΓΚΗ για να δώσει το μοιραίο χτύπημα , να επισπεύσει τα πράγματα , να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις και να σημάνει την έναρξη της επανανοηματοδότησης.
Η Ανάγκη , που στα γόνατα της γυρίζει το αδράχτι του κόσμου ( Πλάτωνας ) , έχοντας σαν αιχμή στο δόρυ της την οικονομία , χτυπάει τα εικονικά και απολιθωμένα συστήματα , που καταρρέουν θρυμματιζόμενα με βροντώδεις ήχους για όσους έχουν ανοιχτά τα αφτιά τους και τις κεραίες τους ορθωμένες.
Μην τρομάξεις από τις βροντές. Είναι το τελευταίο όπλο του τέρατος που κατακερματίζεται. Απομακρύνσου να μην σε πάρουν τα θραύσματα !
Σ’ αυτήν την απότομη καμπή του χρόνου , που με βία αλλάζουν όλα ( ο Κρόνος – χρόνος στην μυθολογία αρέσκεται στους βιασμούς ) , έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να ξεφύγουμε από την πλεκτάνη που έχει στηθεί εις βάρος μας και που εμείς εμπλακήκαμε ως θύτες και ως θύματα.
Εδώ σ’ αυτόν τον χώρο και σ’ αυτόν τον χρόνο , όσο καιρό πάρει ( και θα είναι πολύς καιρός ) έχουμε να παλέψουμε , ακολουθώντας μια πορεία δύσκολη χωρίς πεπατημένη , χωρίς χαραγμένα μονοπάτια. Ελισσόμενοι , προσαρμοστικοί αλλά ασυμβίβαστοι θα προχωράμε πέφτοντας και σκοντάφτοντας … αλλά θα προχωράμε. Αφαιρώντας τα εμφυτεύματα από τον εγκέφαλο μας , παρακολουθώντας τα σημεία των καιρών , με τη λογική και την καρδιά μας σε εγρήγορση και με εργαλεία τα λόγια και τις σκέψεις περασμένων και σύγχρονων στοχαστών και ποιητών – προφητών , θα χαράξουμε καινούργιους δρόμους.
“ Τον δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας” άκουσα από ένα Χαΐνη !

* η φωτογραφία είναι από την παράσταση “ΠΟΥΘΕΝΑ” του Δημήτρη Παπαϊωάννου ( ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ χειμώνας 2009-2010 )

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

το κάλεσμα του τέλους...

Ουδέν αμιγές...
Ξέρω μια γυναίκα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής της. Δεν το υποθέτω, δεν το μαντεύω, εκείνη το ισχυρίζεται, η ίδια μου το είπε. Μου είπε ότι το τέλος έρχεται επειδή εμείς το καλούμε. Κι εκείνη, λέει, το κάλεσε. Καθένας έχει τους λόγους του για να διαλέγει το τέλος, λέει. «Άλλοι επειδή βαρέθηκαν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι δεν χρησιμεύουν πια σε τίποτα, άλλοι επειδή κουράστηκαν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να δουν και να μάθουν, άλλοι επειδή νομίζουν ότι ολοκλήρωσαν τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκαν.»
«Μα δεν είμαστε αθάνατοι», της είπα, «είτε θέλουμε, είτε δεν θέλουμε, φεύγουμε».

Όμως εκείνη δεν συμφωνεί. Λέει ότι δεν θα μάθουμε ποτέ αν είναι έτσι, μέχρι να υπάρξει κάποιος που θα μπορέσει να αποδείξει ότι διάλεξε να μη φύγει και ότι το πέτυχε με το να μην έχει καλέσει ποτέ στη ζωή του, ούτε μια φορά, το τέλος του.
«Μα πώς καλεί κανείς το τέλος;», τη ρώτησα. «Το καλείς», μου είπε με σιγουριά, «όταν το σκέφτεσαι, όταν προετοιμάζεσαι γι’ αυτό, όταν βλέπεις να πεθαίνει κάποιος και είσαι βέβαιος ότι είσαι κι εσύ προορισμένος να πεθάνεις, όταν, μερικές φορές, το εύχεσαι. Απ' όταν είμαστε μικρά παιδιά μας το διδάσκουν, οι περισσότεροι το ακούμε αδιαμαρτύρητα και τελικά το δεχόμαστε.»
«Τότε όμως, δεν θα ‘πρεπε να πεθαίνουμε αμέσως μόλις το σκεφτούμε;»
«Όχι», είπε η γυναίκα «παίρνει λίγο καιρό, οι περισσότεροι άλλωστε, το μετανιώνουν αμέσως και ζητούν αναβολή η οποία τους δίνεται. Το αίτημα όμως έχει αποσταλεί. Μετά, όσο και να καθυστερήσει, οπωσδήποτε θα ικανοποιηθεί.»

«Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δεν έχει υπάρξει ποτέ άνθρωπος που να μην έχει καλέσει το τέλος του. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι σκέφτεται και τι δεν σκέφτεται καθένας. Αυτό που λες, δεν επιβεβαιώνεται με κανέναν τρόπο», της είπα συνειδητοποιώντας το παράλογο της συζήτησης.
«Φυσικά», είπε τότε εκείνη, «είναι, άλλωστε, απίθανο να υπάρξει. Ακόμα κι αν το κόλπο του θανάτου άρχισε να εφαρμόζεται όταν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο κατάφερε να πεθάνει, οι υπόλοιποι πρέπει να χάρηκαν πολύ ανακαλύπτοντας ότι, αν το θελήσουν, μπορούν να τον αντιγράψουν. Όλα όσα κάνουμε έγιναν κάποτε για πρώτη φορά. Μετά έγιναν συνήθεια. Όσοι ακολουθούν, χρησιμοποιούν τη γνώση των προηγούμενων. Πηγαίνοντας προς τα πίσω μπορείς να φτάσεις στον πρώτο διδάξαντα.»
«Τι λες;», της είπα έκπληκτη και σίγουρη πια ότι μιλάω με τρελή, «μου λες ότι πεθαίνουμε από μιμητισμό;»

«Και μάλιστα ανακουφισμένοι και ευγνώμονες για την σπουδαία αυτή ανακάλυψη των προγόνων μας. Τους χρωστάμε τη γνώση, που με τους αιώνες καταγράφηκε στο dna μας, ότι υπάρχει μια, έστω προσωρινή, διέξοδος, η δυνατότητα ενός διαλείμματος. Πρέπει να χάρηκαν πολύ οι άνθρωποι την πρώτη φορά που το είδαν να συμβαίνει, μην κοιτάς που, με τον καιρό, οι ιδέες και τα αισθήματα εκφυλίζονται.»
«Μα, αν ισχύουν αυτά που λες, με τόση ποικιλία χαρακτήρων και ιδιοσυγκρασιών στο ανθρώπινο γένος, είναι εντελώς απίθανο στατιστικά να μην έχει υπάρξει κανένας που να παρεκκλίνει από τον μέσο όρο, όλο και κάποιος θα είχε πετύχει να μείνει εδώ», επέμεινα απελπισμένη με την εξέλιξη της κουβέντας.
«Και να έχει υπάρξει, δεν θα το μάθεις ποτέ», μου είπε εκείνη γελώντας. «Αν σου έλεγε κάποιος ότι είναι δύο χιλιάδων εξακοσίων ετών, δεν θα τον πίστευες, έτσι δεν είναι; Θα σκεφτόσουν, είτε ότι αστειεύεται και μάλιστα με τρόπο παλιακό, είτε ότι είναι τρελός. Και πιθανότατα θα ήταν. Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε να μείνει για πάντα, ή έστω για τόσο πολύ καιρό, σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο; Εσύ θα έμενες εδώ για πάντα, μόνο και μόνο για να μην πεθάνεις;»

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Κατασκευάζοντας μια είδηση: Το αντιδεοντολογικό πείραμα του Γελωτοποιού!

Γελωτοποιός...

(Εναλλακτικός τίτλος: «Αχ, υποκειμενική Ελλάδα, σ’ αγαπώ»)
«Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών’ οι κότες», μου έλεγε η γιαγιά μου, κι εγώ, ως παιδί-γελωτοποιός, φανταζόμουν αυτόν τον τόσο φρικιαστικό και βασανιστικό θάνατο: Από τσιμπολόγημα κότας.
Μετά από τόση ψυχολογία, αντιδεοντολογία και πειράματα ο Γελωτοποιός φαγώθηκε...
Σκέφτηκε, λοιπόν, να κάνει κι αυτός το δικό του πείραμα.
Η σκέψη ξεκίνησε με την απήχηση που είχε το άλλο κείμενο του: «Το τέρας μέσα μας – Το πείραμα του Μίλγκραμ». Και ειδικά με την «παραδοξότητα» της αναδημοσίευσης του από τη επίσημη ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής (έστω και αν ο λογοκλόπος το οικειοποιήθηκε).
Λίγες μέρες πριν είχε ανακαλύψει την αναδημοσίευση του από το indymedia.
Οι αντιεξουσιαστές και οι ακροδεξιοί (πέρα από τις ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρίζου) είχαν δημοσιεύσει το ίδιο κείμενο.
Μήπως ο Γελωτοποιός (και ο Μίλγκραμ βεβαίως) είχε επιτύχει εκεί που πολλοί άντρες απέτυχαν: Να ενώσει τα αντίθετα άκρα;

Το ανέφερα σε έναν φίλο-ψυχολόγο κι εκείνος έμεινε άφωνος: «Η Χρυσή Αυγή να ενστερνίζεται ένα κείμενο σχετικά με τη συμμόρφωση στην εξουσία;»
Η πρώτη σκέψη δεν μπορεί να είναι άλλη από την εύκολη: Ο λογοκλόπος ήταν ηλίθιος.
Όμως, το έχουμε ξαναπεί: «Ηλίθιος είναι –πρωτίστως- όποιος πιστεύει στην ηλιθιότητα». Και ο Ηράκλειτος θα συμφωνούσε: «Η κρυφή αρμονία είναι πάντα πιο σημαντική από τη φανερή».
Ο Γελωτοποιός κατάλαβε ότι είναι κάτι πιο βαθύ (που μας λερώνει) και όχι ηλιθιότητα ή απερισκεψία. Και θυμήθηκε, για άλλη μια φορά, τη ρήση του Φρειδερίκου Νίτσε: «Εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, είναι η πεποίθηση».
Ο αναδημοσιευτής της Χρυσής Αυγής (όπως και εκείνος του indymedia) διάβασε το κείμενο και ένιωσε ότι απευθυνόταν στις δικές του ιδέες (και πεποιθήσεις).
Ο αντιεξουσιαστής και ο χρυσαυγίτης πιστεύουν το ίδιο πράγμα: Ότι είναι οι μόνοι που αντιτίθονται στις επιταγές της εξουσίας!
Με πολύ σοβαρές ιδεολογικές διαφορές σίγουρα, αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα: «Εμείς είμαστε οι μόνοι που κάνουμε αντίσταση».
Πόσοι ακόμα πιστεύουν το ίδιο;
Ένα τέτοιο κείμενο (όπως το «Τέρας μέσα μας») δε θα το αναδημοσίευαν ποτέ «Τα Νέα» ή «Το Πρώτο Θέμα», γιατί αυτοί γνωρίζουν-πιστεύουν ότι δεν κάνουν αντίσταση.
Οπότε, ο κόσμος μας δεν σχηματίζεται από τη γνώση μας γι’ αυτόν, αλλά από τις πεποιθήσεις μας γι’ αυτόν. Και το πιο παράδοξο όλων; Ο εαυτός μας σχηματίζεται από τις πεποιθήσεις μας...
Το πως σχηματίζονται οι πεποιθήσεις νομίζω ότι κανείς –ακόμα- δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως. Δεν είναι μόνο το περιβάλλον ούτε μόνο τα γονίδια, γιατί τότε όλα τα δίδυμα θα είχαν ακριβώς τις ίδιες πεποιθήσεις –πράγμα το οποίο δεν ισχύει.
Ο εγκέφαλος μας είναι πιο περίπλοκος (πολύ πιο πολύπλοκος) από τις χαοτικές καιρικές συνθήκες, που δεν επιτρέπουν στους μετεωρολόγους να προβλέψουν τον καιρό του επόμενου μήνα (είχα γράψει και κάποιο χαοτικό κείμενο σχετικά με την μη-προβλεψιμότητα του τόσο οργανωμένου Χάους).
Ο εγκέφαλος του Χρυσαυγίτη (ή του Έλληνα) δε διαφέρει σε τίποτα στατιστικά από τον εγκέφαλο του Αντιεξουσιαστή (ή του Πακιστανού). Και όμως δεν υπάρχουν (ούτε ανάμεσα στους ομοζυγωτικούς διδύμους) δύο απολύτως όμοιοι άνθρωποι.
Όλοι είμαστε ίσοι (ή πρέπει να είμαστε), αλλά όλοι είμαστε διαφορετικοί. Μέσα όμως σε αυτή τη διαφορετικότητα των εφτά δισεκατομμυρίων ατόμων θα βρούμε ομοιότητες, κοινούς τόπους, που πάλι σχετίζονται με τον εγκέφαλο μας.
Όλοι οι άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα (μητρική). Και ο τρόπος που τη μαθαίνουνε διέπεται από τους ίδιους ακριβώς κανόνες (είτε ζεις στην Ευρώπη είτε στον Αμαζόνιο), όπως έδειξε ο γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκι.
Όλοι συνουσιάζονται (όποιοι δεν το κάνουν απλά εκλίπουν, αν δεν πεθάνουν από μελαγχολία) και όλοι προτιμάνε τις γλυκιές γεύσεις (αυτό προέρχεται από συγκριτική ανάλυση ανθρωπολόγου).
Όλοι κλαίνε, γελάνε, σκέφτονται, πιστεύουν...
Οι ομοιότητες μας (ακόμα και με τους πιο κοντινούς συγγενείς μας, τους Μπονόμπο), είναι περισσότερες από τις διαφορές μας.
Κυρίως, όμως, όλοι είμαστε εγωκεντρικοί και υποκειμενικοί. Κρίνουμε εξ’ ιδίων τα αλλότρια, όχι επειδή μάθαμε να το κάνουμε, αλλά επειδή έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλος μας.
Για να καταλάβεις κάτι πρέπει να το συγκρίνεις με αυτά που έχεις ήδη καταλάβει. Ταξινομούμε τις νέες γνώσεις και σκέψεις έχοντας ως κανόνα τα «ήδη ειδώθεν». Καθετί «καινούριο» της νόησης προέρχεται από ήδη υπάρχουσες κατηγορίες: Ο Πήγασος είναι ένα άλογο με φτερά και το email δεν είναι τίποτα άλλο από «ηλεκτρονικό ταχυδρομείο».
Δεν μπορούμε να εν-νοήσουμε κάτι, αν δεν έχουμε προηγούμενα διαμορφωμένα πλαίσια νόησης σχετικά με αυτό. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι που είναι πέρα από την νόηση μας.
(Ο τηλέγραφος όταν ανακαλύφτηκε περιγράφηκε σαν μια [πάρα πολύ μακριά] γάτα που της τραβάς την ουρά –για να μεταδώσεις το μήνυμα. Ο ασύρματος ήταν το ίδιο πράγμα... Αλλά χωρίς τη γάτα!)
Έτσι μαθαίνουμε όσα ήδη ξέρουμε ή μάλλον όσα ταιριάζουν με αυτά που πιστεύουμε. Έτσι κάπως προέκυψε ο «δρ Τζόνσον και τα αντιδεοντολογικά του πειράματα». Δεν ήταν ακριβώς πείραμα, γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε και τη στατιστική ανάλυση των αντιδράσεων. Ήταν πιο πολύ ένα παιχνίδι (γιατί ο Γελωτοποιός δεν είναι sapiens, είναι ludens).
Η σημειολογία του κειμένου ήταν αυτοαναιρούμενη: Ο ίδιος ο τίτλος περιείχε την ακύρωση του υπόλοιπου κειμένου: «Κατασκευάζοντας μια είδηση»...
Και αν λίγοι άνθρωποι πιστέψανε (έστω με ένα χαμόγελο δυσπιστίας) τα λόγια του διόλου έγκυρου και ούτε παρ’ ελπίδα έγκριτου Γελωτοποιού, φανταστείτε πόσο εύκολα μπορούμε να πιστέψουμε και να ενστερνιστούμε τις ιδέες κάποιας αυθεντίας (δημοσιογραφικής, πολιτικής, επιστημονικής, καλλιτεχνικής, φιλοσοφικής).
Είμαστε όμηροι των πεποιθήσεων μας!
(Και Όμηροι των πεποιθήσεων μας).
Δείτε και το θέμα που δημιουργήθηκε με τη χρήση του «Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ», έξω από το στρατόπεδο-κέντρο λαθρομεταναστών στην Κόρινθο. Το τραγούδησαν οι ακροδεξιοί, η κόρη του Ρασούλη τους το απαγόρευσε και όλες οι εφημερίδες ασχολήθηκαν περισσότερο με την απαγόρευση παρά με την ουσία του θέματος.
Και ο δήμαρχος (ως άλλος Καίσαρας) έκοψε το νερό στο στρατόπεδο, επειδή «δεν τον ενημερώσανε».
(Μια συμβουλή προς τον κύριο κύριο δήμαρχο: Αν θέλετε να κάνετε αντίσταση, κόψτε το νερό των Κορίνθιων βουλευτών.)
Όμως ένα τραγούδι (ειδικά ένα τραγούδι που δεν έχει και την έκταση ενός μυθιστορήματος) είναι η υποκειμενική θεώρηση της αλήθειας αυτοπροσώπως.
Ένα έργο τέχνης οφείλει να είναι ασαφές, γιατί αλλιώς ξεπέφτει στο επίπεδο της πολιτικής δήλωσης.
Και την πολιτική πολλοί εμίσησαν, την ασάφεια όμως ουδείς.
Δεν υπάρχει οικουμενική και αναλλοίωτη αλήθεια. Υπάρχουν μόνο οι απόψεις της.
Φανταστείτε μια σκηνή από ταινία:
Από τη μια μεριά (σε ένα κεντρικό αστικό δρόμο) προχωράνε οι ακροδεξιοί τραγουδώντας το «Πότε θα κάνει ξαστεριά».
Από την άλλη έρχονται οι ακροαριστεροί τραγουδώντας το ίδιο ακριβώς κομμάτι.
Συναντιόνται και στέκουν απέναντι ο ένας στον άλλο τραγουδώντας το ίδιο κομμάτι: «Να πάρω το, να πάρω το ντουφέκι μου...»
Για μια στιγμή ενώνουν τις φωνές τους και τραγουδάνε όλοι μαζί.
Το τι θα συμβεί στη συνέχεια της ταινίας εξαρτάται από το σκηνοθέτη:
Αν θέλει ένα happy end, θα αγκαλιαστούν όλοι, αριστεροί και δεξιοί, και θα ξεχάσουν τις διαφορές τους.
Αν η ταινία είναι μιούζικαλ θα αρχίσουν να χορεύουν.
Αν ο σκηνοθέτης είναι ο Τέρι Γκίλιαμ θα εμφανιστούν οι ιππότες της ελεεινής τραπέζης και θα αρχίσουν να σφάζουν -ασχέτως πεποιθήσεων.
Και αν ο σκηνοθέτης είναι του ρεαλιστικού κινηματογράφου (για παράδειγμα ο Κεν Λόουτς) θα τελειώσει το τραγούδι και θα αρχίσουν να σκοτώνονται αναμεταξύ τους.
Όλα –ειδικά στην τέχνη- είναι θέμα άποψης. Και ο καλύτερος καλλιτέχνης είναι αυτός που παρουσιάζει ως σωστές τις απόψεις όλων, χωρίς να προβάλλει καθόλου τη δική του. (Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη είναι ένα καλό παράδειγμα.)
Και αυτό είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε όλοι ως πείραμα: Να μπούμε στη θέση των άλλων και να σκεφτούμε όπως αυτοί. Να αφήσουμε πίσω μας οποιαδήποτε πεποίθηση, ακόμα και τις αυτονόητες, όπως ότι είναι κακό να κανιβαλλίζεις.
Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ότι ο Σαμαράς είναι ο καλύτερος πρωθυπουργός που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα (ακούγεται αποτρόπαιο, το ξέρω) και ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια πρόοδος για την ανθρωπότητα (αυτό δεν μπορώ ούτε να το σχολιάσω).
Ότι ο πόλεμος είναι κάτι καλό και η παιδεραστία το ίδιο!
Εξεγείρεστε και μόνο στη σκέψη να σκεφτείτε κάτι τέτοιο; Πολύ καλά κάνετε, σας λέει ο Γελωτοποιός. Γιατί κι αυτός έχει παρόμοιες πεποιθήσεις. Δυστυχώς δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί αρκετά από τον εαυτό του για να καταφέρει να σκεφτεί κάτι τέτοιο.
Ο Ναμπόκοφ το έκανε: Η Λολίτα ήταν μόλις δώδεκα χρονών! (ή δεκατεσσάρων;)
Αλλά, μου φαίνεται, ότι ως συνήθως ξέφυγα από το θέμα μας –που δε θυμάμαι καν ποιο ήταν. Ίσως να μην έχουμε και θέμα, μόνο ένα άδειο χαρτί που προσπαθούμε να γεμίσουμε.
Εν κατακλείδι:
«Κανόνας πρώτος: Δεν υπάρχει κανόνας κανείς.» Οδυσσέας Ελύτης
ή, ακόμα καλύτερα:
«Το μέτρο των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος».
Ποιος το είπε αυτό;
(Τις επόμενες ημέρες ο Γελωτοποιός θα κάνει ένα ταξίδι στο Μεσαίωνα. Ίσως, όταν γυρίσει, να σας πει πως ήταν εκεί... Για να αρχίσετε να προετοιμάζεστε.) 

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Ποια αλήθεια;


Έργο του Eugene Zak


ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
 του Γιώργου Κατσαμπέκη
«Αλήθεια»: μια λέξη που τελευταία έχει αποκτήσει πολλούς αυτόκλητους κοινωνούς και ένθερμους υπερασπιστές, μια λέξη υπεράνω υποψίας, που δύσκολα απορρίπτει κανείς. Ποιος-α δεν θέλει την αλήθεια; Ένας εκ των πιο ένθερμων «υπερασπιστών» της, ο Ευ. Βενιζέλος, σημείωνε πρόσφατα με στόμφο (16.2.2012), σχολιάζοντας το μανιφέστο «εξορθολογισμού» και «ανόρθωσης» του στενού συμμάχου του Α. Λοβέρδου:
«Έχουμε να πείσουμε για τις ηθικές προϋποθέσεις του διαβήματός μας […] πρέπει να πείσουμε πως λέμε την αλήθεια ή πως είμαστε ειλικρινείς, γιατί αυτό έχει σημασία. Την αλήθεια πρέπει να μπορείς να την καταλάβεις. Μπορεί να είσαι ειλικρινής και να μην μπορείς να πεις την αλήθεια, γιατί δεν μπορείς να την κατανοήσεις και να την περιγράψεις. Και αν δεν μπορέσεις να κατανοήσεις και να περιγράψεις ένα πρόβλημα, δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να το λύσεις».
Αυτό που συνάγεται είναι ότι όχι μόνο υπάρχουν τελικά κάποιοι που λένε την αλήθεια (υποθέτουμε η «υπεύθυνη» κυβερνητική ελίτ και η «εξορθολογισμένη» τάξη των κάθε λογής ειδημόνων), αλλά αυτοί αξιώνουν τώρα ότι μπορούν να την καταλάβουν κιόλας (ή τουλάχιστον πως έτσι πρέπει να μας πείσουν). Η «κατανόηση» της αλήθειας καθίσταται βασικό κριτήριο εγκυρότητας. Αυτό άραγε δεν σημαίνει πως κάποιοι άλλοι, που διαφωνούν, ενδέχεται να λένε μια «δική τους» αλήθεια, η οποία όμως είναι κίβδηλη, καθώς δεν μπορούν να κατανοήσουν την μία και μοναδική για την οποία μας μιλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ;
Λίγες ημέρες νωρίτερα, και μάλιστα υπό έντονο εκνευρισμό, ο κ. Βενιζέλος έσπευδε να υπερασπιστεί την αλήθεια από τις δυνάμεις του επάρατου λαϊκισμού και του ανέξοδου ψεύδους: «Υπερήφανη χώρα δεν είναι η χώρα που αυτοκτονεί στο όνομα του πιο ακραίου και χυδαίου λαϊκισμού. Υπερήφανη χώρα είναι η χώρα που ξέρει την αλήθεια!», φώναζε στη Βουλή στις 12 του Φλεβάρη. Όσοι-ες αρνούνται τούτη την «αλήθεια», όσοι-ες τολμούν να αρθρώσουν τη διαφωνία, το εναλλακτικό, εξοβελίζονται στο περιθώριο ως εκπρόσωποι ιδεών που ως σίγουρο αποτέλεσμα έχουν μόνον μια Ελλάδα φτώχειας, εξαθλίωσης, γενικευμένης κοινωνικής καταστροφής!  Ως εάν να μη βλέπουμε τα τελευταία χρόνια αυτή την Ελλάδα της φτώχειας, της ύφεσης, του κοινωνικού αποκλεισμού, της κατήφειας, του φόβου και της νέας μισαλλοδοξίας να βυθίζεται σε ένα εφιαλτικό καθοδικό σπιράλ εξαθλίωσης και μιζέριας. Ως εάν να μην είναι όλα αυτά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Η «συντεταγμένη» πορεία προς τον γκρεμό περιβάλλεται το ένδυμα μιας «φυσικής» και αναπόδραστης εξέλιξης.
Γιατί όμως τέτοια επιμονή/εμμονή εκ μέρους κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών και παραγόντων των ΜΜΕ (εντός και εκτός Ελλάδας) στην υπεράσπιση της «αλήθειας»; Και σε τι συνίσταται τελικά η αλήθεια αυτή; Έχει κάποιο ουσιακό περιεχόμενο; Είναι η αλήθεια τούτου εδώ του κόσμου ή μήπως υπερβατική; Αλλά για να μην μπλέκουμε με «βαριά» ερωτήματα, ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για την αλήθεια της ιδιαίτερης μορφής άρθρωσης και λειτουργίας του σύνθετου παγκοσμιοποιημένου κοινωνικοοικονομικού μας συστήματος, του οποίου τα μυστικά μας λένε ότι δύνανται να τα ξεκλειδώσουν μόνον οι λίγοι και (κατά Διαμαντοπούλου) «άριστοι»: εξέρχονται από το πλατωνικό σπήλαιο της διαμεσολαβημένης ημιμάθειας και των συγκεχυμένων ειδώλων στο οποίο στέκουμε δέσμιοι και πλανεμένοι όλοι οι υπόλοιποι, χαζεύοντας θολές αντανακλάσεις, και τελικά επιστρέφουν για να μας τραβήξουν στο φως της αλήθειας των πραγμάτων.
Για όσους-ες όμως τέτοιου τύπου ζητήματα υπερβατικής τάξης, βαθύτερων ουσιών και απώτερων θεμελίων έληξαν με τη λεγόμενη «απομάγευση» του κόσμου, μια τέτοια επιμονή στην «αλήθεια» (έτσι γενικά κι αόριστα) μόνο σε μια ακόμα εκδοχή βαθέος συντηρητισμού –αν όχι σκοταδισμού– θα μπορούσε να παραπέμπει. Ο πολιτικός διάλογος με όρους επίκλησης της αλήθειας μας έναντι του ψεύδους των άλλων εγκυμονεί την υπονόμευση και τελικά το τέλος του δημοκρατικού (δια)λόγου μέσα από την εύκολη απόρριψη/καταδίκη και τον ριζικό αποκλεισμό: «Εγώ λέγω την αλήθεια ενώ οι άλλοι ψεύδονται, είτε επειδή είναι ανόητοι και δεν κατανοούν την αλήθεια, είτε επειδή είναι φαύλοι λαϊκιστές και ψεύδονται συνειδητά βλάπτοντας το κοινό καλό». (Τι κι αν αυτοί που σήμερα επικαλούνται την «αλήθεια» έχουν ήδη αυτοδιαψευστεί αρκετές φορές τα τελευταία δύο χρόνια.)
Για ποια αλήθεια μπορούμε άλλωστε να μιλάμε, ειδικά στην πολιτική, με δημοκρατικούς όρους; Για ποια αλήθεια μπορούμε να μιλάμε εν γένει μετά τον Διαφωτισμό, την διάδοση της κριτικής σκέψης, του λόγου της δημιουργικής αμφισβήτησης και του ριζικού αναστοχασμού; Αν κρύβει κάποια «αλήθεια» τελικά η νεωτερικότητα (και μαζί της η δημοκρατική υπόσχεση) αυτή μπορεί να αναζητηθεί στη νομιμοποίηση και θεσμοποίηση της αμφισβήτησης, της αμφιβολίας. Η αλήθεια έκτοτε θα ορίζεται από το εκάστοτε συγκείμενο, τους διαμορφωμένους συσχετισμούς, την ιδιαίτερη συγκυρία, τη διαθέσιμη γνώση (για την οποία ποτέ δεν θα είμαστε απόλυτα σίγουροι, όπως μας έχει δείξει ο Τόμας Κουν). Για να το απλουστεύσουμε: Θα μπορούσαν άραγε να μας μιλήσουν για την ίδια «αλήθεια» πολιτικά οι υπερασπιστές του μπρουτάλ νεοφιλελευθερισμού των αυτοματισμών της αγοράς που επελαύνει πλέον στην Ευρώπη, οι υπέρμαχοι ενός μετριοπαθούς νεοκεϋνσιανού προνοιακού παρεμβατισμού ή εκείνοι που οραματίζονται μια αταξική κοινωνία απόλυτης ισότητας; Προφανώς όχι, και ούτε θα θέλαμε κάτι τέτοιο. Ο ιστορικός ρους δεν διέπεται από υφέρπουσες αιώνιες «αλήθειες» ή προδιαγεγραμμένες πορείες τις οποίες μένει απλώς να ανακαλύψουμε και να ακολουθήσουμε.
Ο νέος αυτός περί αλήθειας λόγος δεν κομίζει τίποτα το νέο. Αντί για τη νέα αλήθεια της εκσυγχρονιστικής τεχνοκρατίας και του «εξορθολογισμού», θα μπορούσαμε κάλλιστα να στραφούμε στην παλιά γνώριμη αλήθεια της θρησκείας· αυτή άλλωστε μας υπόσχεται και τη μετά θάνατον σωτηρία της ψυχής μας και την «αιώνιον ζωή», κάτι που ο Βενιζέλος και οι συν αυτώ (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν μας υπόσχονται!
Τι σημαίνει όμως το άνοιγμα στο αβέβαιο, στο οποίο φαίνεται να καταλήγουμε; Ότι κάθε στιγμή ανοίγει μπροστά μας μια βεντάλια επιλογών/εναλλακτικών, όπου η κάθε ακτίνα ανοίγει με τη σειρά της στην εκ νέου επιλογή, ξεδιπλώνοντας έτσι ένα ατέλειωτο φάσμα πιθανοτήτων. Κάθε κίνηση, κάθε επιλογή, κάθε διαμορφωμένη τάξη, κάθε δεδομένη νόρμα (και βεβαίως καθετί που έχουμε συνηθίσει να καλούμε «αυτονόητο»)[1] θα μπορούσε πάντα να είναι και αλλιώς. Ο αγώνας της συλλογικής αυτοδιαμόρφωσης σε ένα δημοκρατικό πεδίο είναι πάντα ανοιχτός, και ένα από τα κρίσιμα στοιχεία του είναι το δικαίωμά μας να σφάλλουμε, να μαθαίνουμε, να προχωράμε.
Προς τι όμως η θεωρητικολογία; Μα ακριβώς για να δείξουμε πως το φαινομενικά αθώο, θεμιτό και νομιμοποιημένο της επίκλησης της «αλήθειας» μόνο απλό κι αθώο δεν είναι, όταν ανακύπτει στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής και μάλιστα με τέτοιους όρους σιδερένιας πυγμής. Μπορεί μάλιστα να εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για μια πολιτεία που λογίζαμε ως δημοκρατική, στην οποία πλέον η επαναφορά νεοεμφυλιακών παθών νομιμοποιείται στη mainstream σχολιογραφία με πρωτόγνωρα διχαστικούς όρους. Η εμμονή τους στη μία και μοναδική «αλήθεια» είναι στη ρίζα της βαθιά αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική. Γιατί αν ο κύριος Βενιζέλος και οι ομοϊδεάτες του είναι οι μόνοι κοινωνοί της αλήθειας, τότε όλοι-ες που ενδεχομένως διαφωνούμε τι είμαστε; Αν είμαστε ψεύτες, τι αντιμετώπιση επιφυλάσσει ένα σύστημα (μια πολιτική τάξη) στους φαύλους «ψεύτες»  που απειλούν την αναπαραγωγή και ιδιοσυστασία του; Και αν αυτοί οι «ψεύτες» θέτουν τελικά σε κίνδυνο το ίδιο το έθνος, δεν καθίστανται έτσι εσωτερικοί «εχθροί»; Δεν επιστρέφουμε άραγε έτσι στα αντεθνικά «μιάσματα» μιας νέας (αναβαπτισμένης στην «ορθολογική» μεταφυσική της αγοράς) εθνικοφροσύνης, που ξυπνά τις μνήμες μιας «καχεκτικής δημοκρατίας»; Με άλλα λόγια, θα ήταν υπερβολικό να ανιχνεύσουμε στο «μνημονιακό μπλοκ» τη γέννηση μιας νέας εθνικοφροσύνης;
Ίσως ακουγόμαστε υπερβολικοί ή υπέρμετρα δραματικοί. Δεν χρειάζεται όμως να σκάψουμε βαθιά στην ιστορία για να θυμηθούμε πόσο εύκολα, με ένα απλό γύρισμα του ιστορικού ανέμου, οι εκ πρώτης όψης υπερβολικές ανησυχίες μετατρέπονται σε ανελέητες πραγματικότητες. Ειδικά όταν στη γωνία περιμένουν επίδοξοι θεριστές των ανέμων της νέας εθνικοφροσύνης, του φόβου και του ρατσιστικού λόγου…
ΥΓ. Πρόσφατα, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ σημείωνε ότι οι σημερινές εκλογές είναι η ώρα για τα «υπεύθυνα» κόμματα να πουν την αλήθεια στον λαό, ώστε να μην παρασυρθεί από αντιμνημονικά «περιθωριακά» κόμματα, «επιδεικτικά λαϊκιστικά». Μπορούμε να υποθέσουμε πως η «αλήθεια» της δεν απέχει πολύ από την αλήθεια Βενιζέλου και του κάθε Βενιζέλου. Είναι η αλήθεια των προβλέψεων του «Μνημονίου Ι», η αλήθεια του «μεσοπρόθεσμου», η αλήθεια του φωτός στην άκρη του τούνελ της ανάκαμψης, της σύντομης επανεξόδου στις αγορές· η αλήθεια που πεισματικά δεν επαληθεύεται.
Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος δρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] Γι’ αυτό, η «επανάσταση του αυτονόητου» στην οποία καλούσε πριν δύο περίπου χρόνια ο Γιώργος Παπανδρέου  ήταν η επανάσταση του τίποτα, αφού το «αυτονόητο» δεν υπάρχει!

Ροη αρθρων