Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

«Μανωλάδα, Σικάγο, μέρες του Μάη»...

Του Δημήτρη Καραμάνη και Της Σίσσυς Πετράκου, απο την Αυγη...



Καθημερινά παρακολουθούμε ειδήσεις σκόρπιες που φαινομενικά δεν συνδέονται μεταξύ τους. Ακούμε πυροβολισμούς στην Μανωλάδα με σχεδόν 30 τραυματίες. Πυροβόλησαν μετανάστες εργάτες στα χωράφια φράουλας που ζητούσαν τα δεδουλευμένα τους.
Μετά από μερικές μέρες για άλλη μια φορά με τον ίδιο μονότονο τρόπο ακούγαμε για την καταστροφική κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων που καταρρέουν. Τι σχέση όμως μπορεί να έχουν αυτά τα δύο γεγονότα; Γιατί να κάνεις τον κόπο να τα αναφέρεις μαζί; Ο τρόπος που μιλάμε για τον κόσμο γύρω μας, οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, οι συσχετίσεις που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε ή αποκρύβουμε δεν είναι μικρό πράγμα. Αποτελούν έκφραση συγκεκριμένων αντιλήψεων. Καμία ερμηνεία ποτέ δεν είναι ουδέτερη, ούτε η πρόσληψη της πραγματικότητας διεξάγεται στα πλαίσια ενός ιδεολογικού κενού. Το να προσπαθείς να συσχετίσεις τις δύο παραπάνω «ειδήσεις» κουβαλάει προϋποθέσεις και συνέπειες. Προϋποθέσεις για το πώς προσεγγίζεις και κατανοείς την πραγματικότητα και συνέπειες για την δράση που αναλαμβάνεις για να μετασχηματίσεις αυτή την πραγματικότητα. Σημαίνει ότι έχεις πάρει συγκεκριμένη θέση γιατί «δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα». Επίσης δεν μπορείς να αποφύγεις το να πάρεις θέση. Έχεις πάρει ήδη θέση αν επιλέξεις να μην μιλήσεις. Έχεις πάρει θέση αν μιλήσεις αναλόγως βέβαια με «το τι θα πεις».
Η βία που ασκήθηκε στους εργάτες γης της Μανωλάδας δεν μπορεί να αποδοθεί απλά σε κάποια συνθήκης τρέλας που υπάρχει στην περιοχή , τη στιγμή που απολαμβάνει την ανοχή της κρατικής εξουσίας. Η επίθεση λαμβάνοντας διαστάσεις εκστρατείας τρόμου, ωφελεί την καπιταλιστική μηχανή καθώς συμβάλλει στην εμπέδωση των σχέσεων εξουσίας
Στην παρουσίαση της επίθεσης στους εργάτες της Μανωλάδας ακούσαμε πολλές φορές την λέξη συμπλοκή. Μία λέξη που προσπαθεί να μοιράσει ευθύνες στους «ακραίους» που επέλεξαν να συγκρουστούν αντί να δώσουν χώρο στον διάλογο. Δεν ακούσαμε όμως σχεδόν καθόλου ή καθόλου την λέξη απεργία. Τι άλλο όμως μπορεί να είναι μια συγκέντρωση εργατών που διεκδικούν συλλογικά τα δεδουλευμένα τους; Είναι αλήθεια ότι ούτε κάποιο εργατικό κέντρο υπήρχε στην κινητοποίηση τους, ούτε ο Παναγόπουλος παρέδωσε κάποιο ψήφισμα στην βουλή. Αυτό όμως δείχνει απλά πόσο έχουν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εργατικού κινήματος στο τι σημαίνει απεργία και εργατικός αγώνας χωρίς να μπορεί να αποδείξει τίποτα για την φύση του αγώνα των εργατών της Μανωλάδας.
Η επίθεση στους εργάτες της Μανωλάδας αποτέλεσαν άλλη μια ενοχλητική υπενθύμιση. Το πώς η ανασφάλιστη εργασία αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες των χρυσών χρόνων της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Το πώς από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 η εργατική τάξη της Ελλάδας διευρύνθηκε με την είσοδο μεταναστών/τριών που βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν ένα καθεστώς σκληρής εργασιακής εκμετάλλευσης το οποίο δεν περιορίζεται αλλά συνεχώς διευρύνεται. Το πώς το «καθεστώς Κούνεβα» της εργολαβίας, της εργοδοτικής ασυδοσίας, των 400 ευρώ στην μνημονιακή Ελλάδα από εξαίρεση έγινε κανόνας.
 Η κατάρρευση σήμερα, της κοινωνικής ασφάλισης σχετίζεται άμεσα με την γενίκευση της ανασφάλιστης και ελαστικής εργασίας. Την ίδια στιγμή όμως είναι τουλάχιστον αρνητικά τα αντανακλαστικά τόσο του οργανωμένου εργατικού κινήματος όσο και της Αριστεράς. Καμία ουσιαστική οργάνωση για να δοθεί μια πραγματική μάχη στο συγκεκριμένο ζήτημα, ώστε να διεκδικήσουμε να μην υπάρχει εργαζόμενος χωρίς χαρτιά την στιγμή που με επίσημα στοιχεία το 40% των εργαζομένων δουλεύει χωρίς ασφάλεια.  
Επιπλέον, όταν καταρρέει οποιαδήποτε δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης,  και ο κόσμος της εργασίας βρίσκεται εκτός των ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας (σχ. βλ. τροπολογία ΠΑΣΟΚ για την διαμόρφωση του μισθού στους ανέργους στα 490 ευρώ)  η εργασία μετατρέπεται σε ιδιωτικό θέμα υπό τον έλεγχο των εργοδοτών, που δημιουργούν τις σύγχρονες φάμπρικες του τρόμου, απλά γιατί «μπορούν».
Χρειάζεται να κατανοήσουμε την κεντρικότητα του συγκεκριμένου αγώνα: «Στις Ενωμένες πολιτείες της Βόρειας Αμερικής παράλυε κάθε αυτοτελές εργατικό κίνημα, όσον καιρό  η δουλεία παραμόρφωνε ένα μέρος της δημοκρατίας. Η εργασία των ανθρώπων με λευκή επιδερμίδα δεν μπορεί να χειραφετηθεί εκεί όπου στιγματίζεται η εργασία των ανθρώπων με μαύρη επιδερμίδα. Από τον θάνατο της δουλείας όμως ξεπήδησε αμέσως μια καινούργια ξανανιωμένη ζωή. Ο πρώτος καρπός του εμφυλίου πολέμου ήταν η ζύμωση για το οχτάωρο που με ταχύτητα ατμομηχανής προχωράει από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό Ωκεανό, από τη Νέα Αγγλία ως την Καλιφόρνια.» Κ. Μαρξ    
Αυτές τις μέρες που οι μετανάστες εργάτες από το Μπαγκλαντές δέχονταν πυροβολισμούς στην Μανωλάδα, στο Μπαγκλαντές κατέρρευσε ένα εργοστάσιο ρούχων με 2 χιλιάδες εργαζόμενους μέσα. Αποτέλεσμα μέχρι στιγμής πάνω από 200 νεκροί και 1000 τραυματίες. Άλλη μία υπενθύμιση ότι μοναδική πατρίδα του κεφαλαίου είναι η εκμετάλλευση. Άλλη μία υπενθύμιση ότι πρέπει να τελειώνουμε με αυτό τον κόσμο και τους εκφραστές του ανεξαρτήτως χρώματος και γλώσσας. Όπως είπαμε και πριν όμως για να δεις έτσι τα πράγματα πρέπει να έχεις πάρει και μία συγκεκριμένη θέση γιατί «δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα»1.

1«Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στο ότι είναι απολύτως απαραίτητο να έχει υιοθετήσει κανείς προλεταριακές ταξικές θέσεις προκειμένου να μπορέσει πολύ απλά να δει και να κατανοήσει τι συμβαίνει σε μια ταξική κοινωνία. Στηρίζεται στην απλή διαπίστωση ότι (...) δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα. Μπορεί κανείς να διακρίνει την υφή αυτής της συγκρουσιακής πραγματικότητας μόνο αν υιοθετήσει μέσα στην ίδια τη σύγκρουση ορισμένες θέσεις και όχι κάποιες άλλες, διότι το να υιοθετήσει παθητικά κάποιες άλλες θέσεις θα σήμαινε ότι εμπλέκεται στη λογική των ταξικών ψευδαισθήσεων, η οποία πρέπει να ονομασθεί κυρίαρχη ιδεολογία. Φυσικά η προϋπόθεση αυτή αντιτίθεται σε ολόκληρη τη θετικιστική παράδοση - μέσω της οποίας η αστική ιδεολογία ερμηνεύει την πρακτική των φυσικών επιστημών (...)  Ουσιαστικά, σε ολόκληρο το έργο του ο Μαρξ δεν λέει τίποτε διαφορετικό. Όταν γράφει στον επίλογο του Κεφαλαίου ότι αυτό το έργο 'εκπροσωπεί το προλεταριάτο' εξηγεί σε τελική ανάλυση ότι πρέπει να υιοθετήσει κανείς τις θέσεις του προλεταριάτου για να γνωρίσει το κεφάλαιο» Λ. Αλτουσέρ

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Να ξαναγίνουμε επικίνδυνοι. Να ξαναγίνουμε χρήσιμοι ...


Δημήτρης Καραμάνης, Ελμίνα Κούκη, REDNotebook...
Είναι εμφανές ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο που το αστικό μπλόκ, με οδηγό το ακροδεξιό επιτελείο Σαμαρά, ανασυντάσσεται και επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα σε όλα τα μέτωπα. Ιδιωτικοποιήσεις, απολύσεις, διάλυση του ΕΣΥ, σχέδιο Αθηνά, σχέδιο δράσης για την εργασία των νέων, ένταση του κρατικού αυταρχισμού.

Απέναντι σε αυτό το blitzkrieg* του Σαμαρά, το κίνημα και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δείχνουν ένα σάστισμα. Αποσπασματικές ενέργειες, επιμέρους στήριξη αγώνων μόνο δια της παρουσίας των κεντρικών στελεχών, αδυναμία έμπνευσης του κόσμου που εντάχθηκε στο κόμμα, αμηχανία. Να συνεννοηθούμε ξανά: Κανένα νέο κόμμα δεν θα φτιαχτεί, καμιά κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα έρθει αν δεν υπηρετήσουμε με συνέπεια τη μάχη της ανατροπής της σημερινής κυβέρνησης. Τα σχέδια που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, θα παραμένουν σχέδια επί χάρτου στο βαθμό που κανένα από αυτά δεν θα είναι ικανό να μετρηθεί στην πρακτική, στους αγώνες, στη σύγκρουση με τον αντίπαλο. Ή θα απαντήσουμε στον Σαμαρά ή θα απαντάμε στους εαυτούς μας.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η αντιπαράθεση με τους μνημονιακούς είναι περίπατος στο δάσος. Δεν ισχυριζόμαστε ότι αρκούν κάποιες κεντρικές τοποθετήσεις, ένα καλό σύνθημα ή μια άρτια επικοινωνιακή στρατηγική για να τους ανατρέψουμε. Απεναντίας, ισχυριζόμαστε ότι ο στόχος της ανατροπής οφείλει να αποτιμάται καθημερινά, απαιτεί συστηματική δουλειά, σχεδιασμό και απόλυτη προσήλωση του όλου ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Υπ’αυτό το πρίσμα, βασικό κομμάτι θα πρέπει να είναι η εμπιστοσύνη στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, τις 400 και πλέον οργανώσεις βάσης, στους συντρόφους και τις συντρόφισσες που  στον κοινωνικό τους χώρο και στη γειτονιά τους, δίνουν και θα δίνουν τη μάχη καθημερινά. Απαιτείται λοιπόν για να μπορέσουμε να αναζωογονήσουμε τον πολιτικό φορέα, που συνεχίζει να αποτελεί τη μοναδική ελπίδα της κοινωνίας για αξιοπρέπεια και δημοκρατία, να στρέψουμε ξανά το βλέμμα προς τους «απέναντι» και τους «από κάτω».

Ο κεντρικός κόμβος της στρατηγικής Σαμαρά, προεκλογικά και μετεκλογικά, είναι η ανάπτυξη. Ανάπτυξη που θα στηρίζεται σε τρείς άξονες. Στοχοποίηση της δημόσιας περιουσίας (χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΤΤ), ιδιωτικοποιήσεις, ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Στο πλαίσιο της επίτευξης αυτού του στόχου, ο Σαμαράς και το επιτελείο του, γνωρίζουν πολύ καλά ότι δίνουν μια μάχη πέρα από τα νούμερα και τους δείκτες. Δίνουν μια μάχη σκληρά ιδεολογική. Θέλουν να ξεμπερδεύουν με ότι (μπορεί να) θυμίζει την έννοια του δημόσιου αγαθού και του κοινωνικού κράτους. Τα μπετά της ηγεμονίας τους ρίχνονται πάνω στο «αντιπαραγωγικό δημόσιο», στους «διεφθαρμένους συνδικαλιστές», στους «φακελάκηδες γιατρούς». Η πάλη για την ηγεμονία, από πλευράς μας, σε αυτό το επίπεδο είναι αναιμική. Δεν χτίζεται ηγεμονία σε σελίδες ή σε οθόνες. Χρειάζεται να δουλέψουμε ξανά πάνω στη λογική της υπεράσπισης των βασικών κοινωνικών αναγκών.

Αυτές οι ανάγκες για μας βρίσκονται εκτός της επικράτειας του εμπορεύματος, εκτός της λογικής του κέρδους. Δεν είναι δυνατόν η κυβέρνηση να βάζει ταρίφα για τη νοσηλεία των πολιτών, να κόβει τα φάρμακα στους συνταξιούχους, να καταστρέφει δομές ψυχικής υγείας και εμείς να αφήνουμε τους συντρόφους στον τομέα της Υγείας να παλεύουν μόνοι με το «θηρίο». Δεν είναι δυνατόν, να στοχοποιείται ολόκληρος ο κλάδος των εργαζομένων στις δημόσιες μεταφορές (ποιός θυμάται τους εργαζόμενους στην Ολυμπιακή;), μέσα από τον αγώνα των εργαζομένων του ΜΕΤΡΟ, και εμείς να παρεμβαίνουμε δια αντιπροσώπων για να στηρίξουμε τα δίκαια αιτήματα τους. Δεν είναι δυνατόν τα Λιόσια και το Γραμματικό να ετοιμάζονται να γίνουν τόποι-χωματερές και εμείς να μην έχουμε έναν άρρηκτα δεμένο κινηματικό και κοινοβουλευτικό σχεδιασμό. Δεν είναι δυνατόν να έχει γίνει καθεστώς η δωρεάν εργασία και εμείς να καθόμαστε ανήμποροι σε γραφεία, ξύνοντας τα κεφάλια μας, αφήνοντας συντρόφους και συντρόφισσες που παρεμβαίνουν στα σωματεία τους αποκομμένους από ένα συνολικότερο σχεδιασμό.

Είναι πρώτης τάξης ζήτημα λοιπόν, η στροφή προς τις κοινωνικές ανάγκες και την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών. Ο χώρος, με τη δυναμική και την επιρροή του, έχει τη δυνατότητα το επόμενο διάστημα να οργανώσει την παρέμβαση του από την ηγεσία μέχρι τη βάση, πάνω στους άξονες εργασία-υγεία-παιδεία-περιβάλλον. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, θα πρέπει να επανέλθει για να «ανακαταλάβει τους δρόμους». Η κινηματική νηνεμία, προδίδει αμηχανία και η αμηχανία, φόβο. Ας το ξεκαθαρίσουμε σε όλους τους τόνους: Το μόνο που έχουμε να φοβόμαστε είναι η ίδια η εξαθλίωση.

Παράλληλα με την υπόθεση της ανατροπής, θα πρέπει να δούμε με συγκεκριμένο τρόπο τα ζητήματα του προγράμματος. Εδώ χρειάζεται μια πρώτη επισήμανση. Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε τις απαντήσεις, στα λόγια του αντιπάλου. Η ανάπτυξη και η ανταγωνιστικότητα, δεν επανοηματοδοτούνται, όσο και αν τις «ντύσουμε». Αντιθέτως, η κοινωνική ευημερία, η συνεργατικότητα και η αλληλεγγύη, συγκροτούν τμήματα μιας νέας αφήγησης απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μονόδρομο των εννοιών. Σε αυτά τα πλαίσια, οφείλουμε να δούμε τα συγκεκριμένα βήματα. Το σχέδιο της αναδιανομής («μνημόνιο για τους πλούσιους», φορολογία μεγάλων επιχειρήσεων) που συνιστά επιθυμιτό κόμβο της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης της Αριστεράς, αν δεν κωδικοποιηθεί σε μια συγκεκριμένη πρόταση για το φορολογικό, θα μείνει στην ιστορία ως μια εξαιρετική ιδέα.

Ένα νέο σχέδιο για τους συνεταιρισμούς, για την αγροτική παραγωγή, για την ενίσχυση των δικτύων «χωρίς μεσάζοντες» στη διανομή των αγροτικών προϊόντων, οφείλει να πάρει συγκεκριμένη μορφή. Τέτοια παραδείγματα, συγκεκριμένης κατεύθυνσης που θα δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, θα δημιουργήσουν πολλαπλασιαστικά οφέλη αναφορικά με την επιρροή και το εύρος της παρέμβασης του, σε ακόμα μεγαλύτερα ακροατήρια. Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε το καθεστώς ρευστότητας που υπάρχει στο πολιτικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει, ότι το 27% της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν αποτελεί σταθερά, αλλά σημείο εκκίνησης που η δική μας παρέμβαση θα κρίνει αν θα προσαρμοστεί προς τα πάνω ή προς τα κάτω.

Κλείνοντας,  για να μπορέσουμε να προσανατολιστούμε στα παραπάνω, απαιτείται να ξαναβρούμε ανάμεσα μας μια νέα αλήθεια. Μια αλήθεια που θα υπερβάινει τις επιμέρους αλήθειες του καθενός και της καθεμιάς, που αναζητά σε εξηγήσεις περί πιθανής δεξιάς στροφής ή ιδεολογικών εκπτώσεων, τα αίτια της αμηχανίας όλων μας. Χρειαζόμαστε να «ξεθάψουμε την αλήθεια από τα ερείπια του αυτονόητου», όπως μας προτρέπει ο Μπρέχτ. Αυτή η νέα αλήθεια είναι η κοινωνική χρησιμότητα. Αυτή αποτελεί τον οδοδείκτη για να υπηρετήσουμε το στόχο της ανατροπής. Αυτή η αλήθεια αρκεί για να ξανακάνει τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ φόβητρο για τους κυρίαρχους και όπλο για τους υποτελείς.


* Kεραυνοβόλος πόλεμος (blitzkrieg) ονομάστηκε η πολεμική τακτική του Γερμανικού στρατού κατά το B΄παγκόσμιο πόλεμο. H τακτική αυτή περιλάμβανε αιφνιδιαστικές, σαρωτικές επιθέσεις, ταυτόχρονα και σε πολλά μέτωπα, οι οποίες αποσυντόνιζαν τον αντίπαλο.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Συμπεράσματα και καθήκοντα ....

Red NoteBook...
Δημήτρης Καραμάνης

Η προεκλογική περίοδος συμπύκνωσε σε 40 μέρες όλη τη στρατηγική των καθεστωτικών δυνάμεων κάτω από την επικεφαλίδα του φόβου. Ο φόβος, που εκπορέυεται από την επιστροφή στη δραχμή μέχρι την έξαρση της εγκληματικότητας, ήταν το πυρηνικό όπλο που είχε στα χέρια του το επιτελείο των μνημονιακών και αυτό που εν πολλοίς χάρισε στη ΝΔ την πρώτη θέση. Το άλλο σημείο που ευνόησε τη ΝΔ ήταν η -σε ένα σημαντικό βαθμό- επανενεργοποίηση της δυναμικής στις περιοχές που είτε για ιστορικούς είτε για ταξικούς λόγους αποτελούν «κάστρα» της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επικράτηση της ΝΔ με ποσοστό μικρότερο από την εκλογική συντριβή Καραμανλή το 2009, μόνο θρίαμβος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Η προσπάθεια του επικοινωνιακού επιτελείου της ΝΔ να εμφανίσει το 29,7% ως καθαρή, σαρωτική, θριαμβευτική επικράτηση το μόνο που καταφέρνει είναι να συνεχίζει την παράδοση της αυτογελοιοποίησης που ξεκίνησε από την 7η Μαϊου.

Στον αντίποδα, η θέση και το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αποτελούν μια μεγάλη νίκη τόσο για το λαό όσο και για την Αριστερά. Εδώ θα πρέπει να δούμε τρία σημεία που δικαιολογούν τον παραπάνω ισχυρισμό:

Πρώτον, καθίσταται πλέον δεδομένο ότι το θατσερικό ΤΙΝΑ (Τhere is No Alternative), το οποίο πάσχισαν να εμπεδώσουν στην ελληνική κοινωνία οι κατά καιρούς ηγέτες του ψυχορραγούντος δικομματισμού, είναι πλέον παρελθόν. Η ορατή, ρεαλιστική λύση απέναντι στην πολιτική της κοινωνικής ερήμωσης σήμερα δεν είναι ένα προγραμματικό κείμενο ενός φιλόδοξου κόμματος της Αριστεράς. Είναι ένα σχέδιο που στηρίζεται από κάτι λιγότερο από το 1/3 του εκλογικού σώματος και έχει αποκτήσει την επαρκή κοινωνική αγκύρωση για να καταστεί αργά ή γρήγορα, όχι μόνο πλειοψηφικό εκλογικά, αλλά και ηγεμονικό κοινωνικά.

Δεύτερον, επαναχαράσσεται η βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις, όχι στα ψεύτικα δίπολα του παρελθόντος, αλλά στο πεδίο της υπεράσπισης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και αναγκών. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι πλέον το κόμμα της νεολαίας, των ανέργων, των αυτοαπασχολούμενων.

Τρίτον, η ευρωπαϊκή νεοφιλελεύθερη ελίτ αρχίζει να αποκτά αντίπαλο.Έναν αντίπαλο που δεν διαφοροποιείται στις λέξεις, ούτε αναζητά διευκολύνσεις, αλλά εισηγείται και υπερασπίζεται ένα πλήρως αντιπαραθετικό μοντέλο στη στρατηγική της σιδηράς δημοσιονομικής πειθαρχίας και της λιτότητας.

Η μεγάλη νίκη του 27% δεν κρύβει το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη αποτελεί μια χαμένη ιστορική ευκαιρία. Το αιώνιο ερώτημα περί της ετοιμότητας του πολιτικού υποκειμένου που θα αλλάξει το ρου της ιστορίας δεν θα απαντηθεί ποτέ. Είτε μιλήσουμε με όρους τεχνοκρατικούς (κοστολόγησης μέτρων, δεξιοτήτων του πολιτικού προσωπικού κλπ), είτε μιλήσουμε με όρους αριστερής πλειοδοσίας (αιτήματα άμεσης βαθιάς ρήξης, πλατφόρμα συνολικής ανατροπής κλπ), δεν θα είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε το γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν είναι σήμερα στην κυβέρνηση.

Αφαιρώντας, λοιπόν, την κοντόφθαλμη και αντεπιστημονική αντίληψη περί «αντικειμενικών συνθηκών», ας προσπαθήσουμε να δούμε δύο βασικά σημεία.

Πρώτον, τον τελευταίο μήνα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν αντιπαρατέθηκε με τη ΝΔ. Αντιπαρατέθηκε με το κράτος και με σχεδόν κάθε ιδεολογικό μηχανισμό που αυτό συγκροτεί. Ο χώρος μας βρέθηκε στην πιο κρίσιμη μάχη απέναντι σε ένα καλά συντονισμένο, αρραγές μέτωπο, που χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να πετύχει τον τελικό του στόχο. Θα ήταν αφελής κάποιος να θεωρεί ότι οι συνιστώσες αυτού του μετώπου εξυπηρετούν -de facto και πάντα- κοινά συμφέροντα. Ισχύει, ωστόσο, ότι η πιθανότητα επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θα δυσκόλευε αφάνταστα την δυνατότητα αναπαραγωγής των σχέσεων και των δικτύων διαπλοκής πάνω στην οποία στήθηκε η ηγεμονία του αστικού μπλόκ για δεκαετιές. Aπέναντι λοιπόν σε αυτό το ενδεχόμενο, οι αντίπαλοι της Αριστεράς φάνηκαν πολύ περισσότερο λενινιστές από την ίδια την Αριστερά. Συγκρότησαν το μέτωπό τους και συμμάχησαν ακόμα και με το διάβολο για να ανασχέσουν τον «κίνδυνο».

Δέυτερον, αυτή τη μεγάλη μάχη ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ την έδωσε δίχως συμμμάχους στο πολιτικό επίπεδο. Το ΚΚΕ και η ΔΗΜΑΡ έπαιξαν το ρόλο που οι αντίπαλοι της Αριστεράς ονειρεύονταν. Το ΚΚΕ δεν ευθύνεται μόνο για το ότι βάφτισε την ελπίδα αυταπάτη και το σεχταρισμό συνέπεια. Ευθύνεται γιατί η καταστροφική γραμμή της ανιστόρητης ηγεσίας του έφερε το κόμμα-οδηγό της εθνικής αντίστασης, 70 χρόνια μετά να απέχει μόλις 2,5 μονάδες από το κόμμα των ταγματασφαλιτών και των νεοναζί. Στις μέρες που ζούμε, δυστυχώς, η λάθος γραμμή ισοδυναμεί με πολιτικό έγκλημα.

Από την άλλη πλευρά, η ΔΗΜΑΡ, ως «σύγχρονη» αριστερά, επιλέγει να σερβίρει ξαναζεσταμένο το δηλητήριο του «ιστορικού συμβιβασμού». Οι χιλιάδες αγωνιστές της κομμουνιστικής ανανέωσης σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, γνωρίζουν καλά την κατάληξη του δρόμου που έχει επιλέξει η ηγεσία Κουβέλη.

Οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν αν θα μπορέσουμε να πάμε μέχρι τέλους τον δρόμο που ανοίξαμε μαζί με το λαό από την 6 Μάη. Ως προς τη συνέπεια λόγων και έργων, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν έχει να αποδείξει τίποτα. Η άρνηση συμμετοχής του, σε δύο χρόνους, σε παιχνίδια οικουμενικού αχταρμά αποτελούν παράσημο για κάθένα και καθεμία ξεχωριστά από τους 1,65 εκατομμύρια ψηφοφόρούς του. Το μεγάλο στοίχημα, λοιπόν, είναι αυτό της συμμετοχής και της αλληλεγγύης. Αφ΄ ενός, πώς οι χιλιάδες κόσμου που πλησίασαν τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θα γίνουν κομμάτι ενός μαζικού, δημοκρατικού, λαϊκού κόμματος της Αριστεράς. Αφ΄ ετέρου, πώς ο νέος ΣΥΡΙΖΑ και τα δεκάδες χιλιάδες μέλη του θα γίνουν οι πρωτοπόροι στη μεγάλη προσπάθεια να σωθεί η κοινωνία από την καθολική εξαθλίωση.

Η Αριστερά μπορεί να βαφτίζεται όπως επιθυμεί: κυβερνώσα, επαναστατική, ριζοσπαστική, μεταρρυθμιστική. Αυτά όλα, όμως, είναι ψιλά γράμματα μπροστά στο βασικό επιθετικό προσδιορισμό που της αντιστοιχεί: χρήσιμη.


Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Έτσι που τα κάναμε, πρέπει να νικήσουμε ...

Red NoteBook...
 Του Δημήτρη Καραμάνη

H 6η Μάη άνοιξε μια νέα παράγραφο στην πολιτική ιστορία: δεν αποτελεί απλώς μια μονάχα σημαντική στιγμή, γιατί όταν ξεκινάει να γράφεται η ιστορία σπανίως μένει σε στιγμές, παρά μόνο όταν αυτοί που αρχίζουν να τη γράφουν είτε σαστίσουν μπροστά στην πρώτη λάμψη είτε έχουν αποφασίσει από τα πριν ότι ο στόχος έχει ήδη επιτευχθεί.

Έχει πάντα σημασία, όταν βρισκόμαστε στις ώρες της μεγάλης ρήξης, να κοιτάμε πίσω στις μάχες και τους αγώνες που μας δίνουν το δικαίωμα να βρισκόμαστε στην αρένα της σύγκρουσης και όχι στην εξέδρα. Εν προκειμένω όμως, έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία να δούμε την συγκυρία, όπως αυτή έχει αναδιαμορφωθεί. Το πώς αναδιατάσσεται το στρατόπεδο του αντιπάλου,τι μέσα χρησιμοποιεί και εν τέλει ποιος έχει το πάνω χέρι.

Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως η στρατηγική που ακολούθησαν μέχρι τώρα η ΝΔ,το ΠΑΣΟΚ και τα συστημικά media, ηττήθηκε κατά κράτος. Το δόγμα “για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ”, από την εξέγερση του Δεκέμβρη μέχρι το κίνημα ενάντια στα διόδια, κι από τα καμμένα νεοκλασικά μέχρι τα γιαουρτώματα στα κυβερνητικά στελέχη, χρησιμοποιήθηκε είτε για να αντιμετωπιστεί ο πραγματικός αντίπαλος (που στις δύο πρώτες περιπτώσεις υπήρξε και ο ΣΥΡΙΖΑ) είτε για να συκοφαντηθεί. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Επέλεξαν αντίπαλο. Και όταν έφθασε η 6η Μάη, η κοινωνία είδε μπροστά της τους πραγματικούς αντιπάλους. Και διάλεξε πλευρά.

Το αστικό πολιτικό σύστημα, για πρώτη φορά μετά το 1958, νιώθει την απειλή υπέρβασής του από τα αριστερά. Σε εκείνη την περίπτωση λειτούργησε συγκροτημένα, απροσχημάτιστα καλλιεργόντας τον φόβο, επιβάλλοντας την τρομοκρατία και επιστρατεύοντας τον καλύτερο φίλο του κράτους: το παρακράτος και τους μηχανισμούς του.

Στη σημερινή συγκυρία έχει μόνο έναν σύμμαχο: Τον φόβο. Τον φόβο της δραχμής,τον φόβο της βαλκανοποίησης,τον φόβο της χρεοκοπίας,τον φόβο του αντιευρωπαϊσμού. Για έναν περίεργο, εκ πρώτης, αλλά πασιφανέστατο -αν ακολουθήσει κανείς την ιστορική ροή των πραγμάτων- λόγο, στο άρμα του φιλελεύθερου μπλοκ συστρατεύονται άνθρωποι από τον Μάκη Βορίδη μέχρι τον Σταύρο Θεοδωράκη.

Τα επιχειρήματα τους δεν είναι νέα. Επικεντρώνουν, στην καλύτερη περίπτωση, στην ανικανότητα ή στην απροθυμία της αριστεράς να κυβερνήσει και φτάνουν μέχρι το σημείο να ταυτίζουν τον Τσίπρα με τον Χότζα.

Χωρίς καμία δόση αλλαζονείας, αυτή τους η τακτική μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους.Όταν ο Ευκ. Τσακαλώτος ισχυριζόταν -ορμώμενος από μια αντιπαράθεση του με τον δρύιδη της φιλελεύθερης ανοησίας στην Ελλάδα, Αν. Ανδριανόπουλο- ότι οι αντίπαλοι μας ίσως να μην είναι όσο ισχυροί τους φανταζόμασταν, είχε όλα τα δίκια του κόσμου.

Η αδυναμία των αντιπάλων δεν είναι ούτε τυχαίο αλλά ούτε και παντοτινό φαινόμενο. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ταξικής πάλης υπάρχουν ιδέες που άλλοτε κερδίζουν, άλλοτε χάνουν,άλλοτε απλά εξασθενούν κι άλλοτε πεθαίνουν.

Στη σημερινή συγκυρία όλο το αντίπαλο μπλοκ χρεώνεται την ήττα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Και είναι αναμενόμενο αυτή η εξέλιξη, καθώς επί 20 χρόνια δεν κινδύνεψε ούτε για ένα λεπτό η βεβαιότητα της εξουσίας τους, σήμερα να μοιάζουν σαστισμένοι και ανίκανοι να εξηγήσουν το πώς για πρώτη φορά η κοινωνία μοιάζει να βάζει τις ανάγκες της πάνω από τους «εθνικούς στόχους» τους.

Είναι επίσης φυσικό ο βασικός πυλώνας αυτού του μπλόκ να πληρώνει ακριβά το τίμημα του τέλους της σοσιαλδημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν κινδυνεύει απλά να χάσει την ταμπέλα του δικομματικού εταίρου, αλλά απειλείται ευθέως με πολιτική εξαφάνιση. Η αστική τάξη είχε πάντα κάποιο προσφιλές καταφύγιο, είτε αυτό λεγόταν ΕΡΕ είτε ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ, κυρίως από το 1996 και μετά, επέζησε και θριάμβευσε ως πολιτικός χαμαιλέοντας στηριζόμενο στην στήριξη των μικροαστών και της εργατικής τάξης για να υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου.Αυτός ο όρος ύπαρξης για το ΠΑΣΟΚ σήμερα απουσιάζει παντελώς.
Στον αντίποδα όλων αυτών βρίσκεται η Αριστερά. Η Αριστερά -κάθε απόχρωσης και ρεύματος- κατάφερε κάτι μοναδικό όλα αυτά τα χρόνια. Παρόλες τις αδυναμίες της, τους υποκειμενισμούς και τις αγκυλώσεις της, κατάφερε να κρατήσει ζωντανή τη σπίθα της αντίστασης και την πιθανότητα συγκρότησης ενός ισχυρού αντίπαλου πόλου στο πολιτικό πεδίο.

Στα δυο χρόνια της κρίσης ολόκληρη η Αριστερά ήταν εκεί που έπρεπε. Ακόμα κι αν κάποιοι ήταν λίγο παραπάνω στη Χαλυβουργία, το Σύνταγμα, την Υπατία, την Κερατέα. Τη στιγμή όμως που τέθηκε το θέμα της εξουσίας, μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ σήκωσε το γάντι. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έμεινε να παπαγαλίζει για το νόμισμα και το ΚΚΕ, όταν η εργατική τάξη στο Πέραμα,τη Νίκαια,την Ελευσίνα και την Καισαριανή έστρεφε το βλέμμα της στην Αριστερά, αυτό επέλεξε να αυτοεξαιρεθεί από την ίδια την Αριστερά.

Η μαζική ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ξέφυγε από το πλαίσιο της επιβράβευσης του καλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Έστειλε στο παγκάκι με τους γραφικούς όσους μίλησαν για κυβερνητισμό,δεξιές παρεκκλίσεις και μικρομεγαλισμό.Αποτέλεσε επένδυση του κόσμου της εργασίας στο μοναδικό συγκροτημένο αντιπαραθετικό σχέδιο απέναντι στον μνημονιακό μονόδρομο.

Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν σημαίνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επελαύνει προς την εξουσία. Αυτό που θα μπορέσει να ισχυροποιήσει την πιθανότητα αυτή, είναι να καταφέρει να αποδείξει το πόσο διαφέρει από τους απέναντι. Να ανοίξει τις διαδικασίες του στον κόσμο που τον προσεγγίζει, να μην αφήσει κανέναν και καμία να δηλητηριαστεί από την προπαγάνδα των καναλιών και, φυσικά, να μην εναποθέσει όλη τη «δουλειά» στις πλάτες του επικεφαλής του.

Ακόμα και οι πιο περίτεχνοι παίχτες της πολιτικής σκακιέρας, κάποια στιγμή ξεμένουν από ιδέες. Γι’αυτό λοιπόν ας οργανωθούμε. Μην το γυρίσουμε πάλι στο τάβλι.

Ροη αρθρων