Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Τα δύο πρόσωπα του "λαού"...

Η Αυγή online...

ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ*

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδότησε την ανασύνταξη του πολιτικού σκηνικού προς έναν καινούργιο άξονα: εκείνον που χαρακτηρίζεται από τη βαθιά, φαινομενικά πιο ξεκάθαρη, τομή Δεξιάς και Αριστεράς. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως πίσω από τη συγκεκριμένη σχηματοποίηση του πολιτικού τοπίου υπολανθάνει μια δεύτερη, λιγότερο ορατή διχοτομία, που ποτέ δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο επίπεδο της δημόσιας ρητορικής. Πρόκειται για δύο, διακριτές και συγκρουόμενες, αντιλήψεις για την έννοια του «κυρίαρχου λαού».
Για όλα τα κόμματα που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ουσιαστικά επιχειρούν τη διάσωση του σημερινού οικονομικού και πολιτικού συστήματος, ο «λαός» που καλείται να ψηφίσει στις επερχόμενες εκλογές είναι -εξακολουθεί να είναι- εκείνος που υπήρξε τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Καλείται να παρέχει νομιμοποίηση εντός μίας και μόνο «δημοκρατικής» στιγμής. Για να αποσυρθεί και πάλι, εκχωρώντας την κυριαρχική του εξουσία στους ειδικούς της τεχνοκρατικής νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.
Αυτός ο «λαός του δικομματισμού» και των παραφυάδων του εμφανίζεται κλειστός, φοβικός και πειθήνιος. Ελκύεται προνομιακά από την ατζέντα της ασφάλειας και δημιουργείται στο όνομα της οικονομικής σταθερότητας, στον αντίποδα μιας «απελπισμένης» βουτιάς στο «άγνωστο». Οι προσδοκίες που του χάριζε το πελατειακό κράτος έχουν εκλείψει, ενώ στη θέση τους μπαίνει γυμνός ο τρόμος για το ανοίκειο. Σε αυτόν τον λαό δεν υπάρχει καμία ελπίδα, κανένα αιτούμενο πέρα από τη μη χειροτέρευση της ήδη ρημαγμένης ζωής του. Δεκτικός στον αντιδραστικό λόγο, ανέχεται τον αυταρχισμό, εξοβελίζει το διαφορετικό και υποδέχεται άκριτα τον νέο εθνικό διχασμό.
Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ριζοσπαστική Αριστερά απευθύνονται σε έναν άλλο «λαό». Έναν «λαό» που ορίζει εκ νέου την πολιτική και τη δημοκρατία, που επιθυμεί να πλάσει ξανά τον κόσμο, αμφισβητώντας τόσο το νεοφιλελεύθερο δόγμα της κυριαρχίας των αγορών όσο και τις παλαιότερες, ιδιοτελείς, σαθρές και νοσηρές πολιτικές πρακτικές. Εδώ έχουμε περισσότερο να κάνουμε με το ιδεώδες ενός «λαού» που ανοίγει τον δρόμο για τον ποιοτικό, αξιακό και πολιτισμικό, μετασχηματισμό του ήδη υπαρκτού.
Απέναντι στα δύο αυτά, ανταγωνιστικά και αλληλοαποκλειόμενα, πρόσωπα του «λαού» στέκεται σήμερα η λεηλατημένη από την κρίση ελληνική κοινωνία και κυρίως τα διαλυμένα μεσοαστικά και μικροαστικά στρώματα που στήριξαν μέχρι χθες τη μεταπολιτευτική δημοκρατία μας∙ ένας κόσμος ηττημένος, καχύποπτος, ανασφαλής, διχασμένος ανάμεσα στο είδωλο του παρελθόντος του και την εικόνα ενός ανοικτού μέλλοντος που θα μπορούσε να είναι δικό του. Προσέρχεται στην πολιτική σύγκρουση Δεξιάς και Αριστεράς με κυνικό ρεαλισμό, χωρίς μεγάλα οράματα, αγωνιώντας για την υλική και κοινωνική του επιβίωση. Μετεωρίζεται, κλυδωνίζεται άγρια ανάμεσα στις μαθημένες έξεις και στάσεις αφενός και στη βαθιά, εσωτερική ανάγκη για μια νέα εκκίνηση αφετέρου. Με άλλα λόγια έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία που, αγγίζοντας τα υλικά και ιδεολογικά όριά της, βρίσκεται ανοικτή με το δύσκολο, το οδυνηρό ενδεχόμενο της ίδιας της υπέρβασής της.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο και τους ειδικούς του όρους ας τους έχουν κατά νου όσοι προσεγγίζουν τη ριζοσπαστική Αριστερά μέσα από σχήματα λαϊκισμών του παρελθόντος ή επικαλούνται τη θεωρία των «δύο άκρων». Το διακύβευμα είναι τεράστιο και προφανώς κανένας δεν θα μας το χαρίσει. Ξέρουμε, το βλέπουμε καθημερινά, πως η κοινωνία θα εκβιαστεί, ανοικτά, αισχρά, χωρίς προσχήματα, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Από αυτόν τον αγώνα όμως ας κρατήσουμε δύο μόνο σημεία.
Πρώτον, το ποσοστό που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε ήδη αυτόν, τον «δικό μας λαό», στο προσκήνιο βάζοντάς τον δυναμικά από τις πλατείες και τα κινήματα μέσα στην επίσημη πολιτική ατζέντα. Ως εκ τούτου, από εδώ και στο εξής, όλοι θα χρειαστεί να πορευτούν λαμβάνοντάς τον πλέον υπόψη. Υπάρχει ως φόβητρο, υπάρχει στον βαθμό που δεν μπορεί από κανέναν πια να αγνοηθεί.
Δεύτερον, αυτή η πρώτη μεγάλη νίκη είναι ακόμη ημιτελής. Οι άνθρωποι που μας στήριξαν δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα και τις αξίες της Αριστεράς. Ο «λαός» μας δεν έχει ακόμη συντελεστεί, δεν έχει ακόμη λάβει σάρκα και οστά. Και αυτό ακριβώς συνιστά το πιο κρίσιμο, το πιο μεγάλο στοίχημα. Το στοίχημα με το οποίο η Αριστερά θα κληθεί να αναμετρηθεί στο άμεσο μέλλον, πέρα από το αν αναλάβει τελικά κυβερνητικές ευθύνες ή όχι.

* Η Β. Καραφουλίδου είναι ιστορικός

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Το "κατηγορώ" του Εμίλ Ζολά ...

Η Αυγή online...
ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ*
Ιανουάριος του 1898. Ο Εμίλ Ζολά δημοσιεύει το περίφημο «κατηγορώ» του προς τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας για την πολύκροτη υπόθεση Dreyfus. Με ισχυρότατη την αίσθηση της ιστορικής και πολιτικής του ευθύνης, ο δημιουργός της «Νανάς» μιλάει μέσα από το πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας που γίνεται ανάρπαστη. Η φωνή του μοιάζει να αντλεί τη δύναμή της από τους πολίτες μιας πολιτείας που θέλει να είναι δημοκρατική, από το δικό τους απαράγραπτο δικαίωμα να ακούσουν την αλήθεια. Ξεκάθαρη, λιτή, οδυνηρή. Μια ισότιμη συνομιλία ανάμεσα σε έναν στοχαστή και έναν λαό: «Κατηγορώ» τη συνενοχή στο έγκλημα, την τερατώδη μεροληψία, τη σύνταξη ψεύτικων εκθέσεων και την επαίσχυντη εκστρατεία παραπλάνησης της κοινής γνώμης. «Εγώ», ο υπογράφων, ο Εμίλ Ζολά, «κατηγορώ».
Η μεγαλειώδης καταγγελία του στηρίζεται σε ένα αδιαμφισβήτητο ηθικό πλεονέκτημα. Εκπορεύεται μέσα από ένα βαθύ αίσθημα ειλικρίνειας και δικαιοσύνης. Σήμερα, τον Ιανουάριο του 2012, στην Ελλάδα που παραλυμένη οδηγείται στην καταστροφή, φαίνεται πως καμιά εκδοχή του δημόσιου λόγου δεν μπορεί να υψώσει ένα ανάλογο κατηγορητήριο, με την ίδια ένταση και το ίδιο, κορυφαίο, συμβολικό εκτόπισμα.
Από τη μια πλευρά, εκείνοι οι πνευματικοί άνθρωποι που επέλεξαν να στηρίξουν την μνημονιακή πολιτική αρθρώνουν το κομβικό ηθικοπολιτικό τους επιχείρημα με βάση τόσο την προνομιακά φορτισμένη ανάγνωση του νοσηρού εθνικού παρελθόντος όσο και την εκκωφαντική αποσιώπηση του τραγικού οικονομικοκοινωνικού παρόντος. Προσωπικότητες προερχόμενες στην πλειοψηφία τους από τον χώρο της κεντροαριστεράς επιθυμούν να θέσουν εκ νέου το οικείο δίλημμα του εκσυγχρονισμού, μετατοπίζοντας ωστόσο διαρκώς τη διχοτομία προόδου και συντήρησης προς αντιδραστικότερες κατευθύνσεις. Για να σκιαγραφήσουν το ζοφερό πορτρέτο της μεταπολίτευσης με αληθοφάνεια μεν, πλην χωρίς κοινωνική γείωση, αφού, στο όνομα της «ανάπτυξης» και της δυτικής φυσιογνωμίας της χώρας, προσφέρουν ιδεολογικό έρεισμα στις πολιτικές που αντί να θεραπεύουν κατεδαφίζουν. Άνθρωποι που τάχθηκαν στην υπηρεσία των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων σήμερα επικυρώνουν τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής, διαιωνίζουν τη μεταφυσική του νεοφιλελεύθερου μονοδρόμου και προσφέρουν γενναιόδωρα τη συνηγορία τους στη συρρίκνωση της δημοκρατίας.
Πίσω από όλα αυτά, διαφαίνεται αχνά η πιο σκληρή περιφρόνηση για την ελληνική κοινωνία με τα χρόνια πολιτισμικά ελλείμματα και τις πολυδαίδαλες στρεβλώσεις της. Με σημαία την καυτηρίαση του λαϊκισμού, αναδύεται η συγκατάθεση για την τιμωρητική, σχεδόν σαδιστική, συντριβή ενός «ανάξιου λαού». Ενός «λαού», που επειδή ποτέ δεν έγινε επαρκώς «ευρωπαϊκός», δεν δικαιούται σήμερα να ακούσει πως η Ευρώπη των τραπεζών δεν έχει πλέον καμία σχέση με την κλασική, ανθρωπιστική έννοια της Ευρώπης του Διαφωτισμού. Ενός «λαού» που, επειδή κακομεταχειρίστηκε τον κοινοβουλευτικό θεσμό και αφέθηκε στο κακοχωνεμένο φαντασιακό του καταναλωτικού εξισωτισμού, δεν δικαιούται σήμερα να διαφυλάξει τη Δημοκρατία του. Έτσι, καμιά φωνή από τον χώρο του πολιτικού φιλελευθερισμού δεν βρέθηκε να καταγγείλει τις σωρευτικές παραβιάσεις του Συντάγματος, καμιά δημοκρατική μνήμη δεν στάθηκε αρκετά ισχυρή να ονοματίσει τον ολοκαίνουργιο οικονομικό μας ολοκληρωτισμό. Καμιά φωνή δεν απευθύνθηκε στην κοινωνία την ίδια, δεν αξίωσε την ελεύθερη, ισότιμη απεύθυνση. Αντίθετα, στο κάλεσμά της αναζήτησε ξανά εκείνες τις φθαρμένες εξουσίες, που σήμερα στερούνται πλέον κάθε νομιμοποίησης.
Από την άλλη, οι στοχαστές του αντιμνημονιακού λόγου βρίσκονται ασφυκτικά φυλακισμένοι στην τραγωδία ενός χρόνου που πέρασε ανεπιστρεπτί. Σήμερα καταδεικνύουν με θάρρος και ακρίβεια το πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα της συγκυρίας, αλλά είναι πλέον αργά. Γιατί, οι συνειδήσεις και οι πολιτικές πρακτικές, στον συνδικαλισμό, στο πανεπιστήμιο και όπου αλλού, δεν διεκδικήθηκαν επαρκώς από την αριστερά όταν έπρεπε. Γιατί η αριστερά προσπάθησε, αλλά δεν μπόρεσε πολιτισμικά να λογαριαστεί εγκαίρως ούτε με εκείνους τους παλαιούς «μη προνομιούχους» του ΠΑΣΟΚ, ούτε με τους εκσυγχρονιστές του Σημίτη. Βέβαια, το γεγονός ότι, στις συνθήκες της τωρινής ακραίας πόλωσης, σημαντικοί διανοούμενοι υπερασπίζονται τη δημοκρατία και τον κόσμο της εργασίας, δεν παύει να τους τιμά ιδιαιτέρως. Η δική τους συμβολή είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε. Ποιος όμως «λαός» είναι τώρα διατεθειμένος να τους ακούσει; Κουφή στα λόγια τους, η κοινωνία, αβέβαιη και οργισμένη, δίχως ισχυρά πολιτισμικά και ιδεολογικά αναχώματα, προς το παρόν θα πορεύεται σκοτεινά, αδύναμη να βρει εκείνον τον λαμπερό και σπουδαίο Εμίλ Ζολά της.
* Η Β. Καραφουλίδου είναι ιστορικός.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Η σιωπή της πόλης...

Η Αυγή online ...
TΗΣ Βικυς Καραφουλιδου*
Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2011. Μέρες Χριστουγέννων, γιορτινές μέρες. Για όλους. Και όμως. Μέρες διαφορετικές από άλλες, αντίστοιχες, στο πρόσφατο παρελθόν. Η χαρά, το νεύμα προς την ευτυχία, την ανάπαυλα, στο γέλιο των παιδιών, πράγματα απλά και αυτονόητα, αλλάζουν, παίρνουν πια καινούργιο νόημα, άλλες πρωτόγνωρες σημασίες. Γίνονται μικρές, εσωτερικές πράξεις αντίστασης στη δημόσια βία της οικονομικής απόγνωσης, της ανασφάλειας, της τρομοκρατίας. Γίνονται συνώνυμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε καιρούς σκοτεινούς. Κανείς, απολύτως κανείς, δεν μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα στη γαλήνη.
Αυτήν ακριβώς την κοινή ανθρωπολογία της ψυχικής και υλικής επιβίωσης διαχειριζόμαστε σήμερα όλοι. Ο καθένας επιστρατεύοντας τη γλώσσα που διαθέτει. Ο επίσημος, “εθνικός” δημόσιος λόγος, με την τελετουργία των γιορτινών ενδυμάτων της αστικής γεωγραφίας, προσφέρει αδέξια την ύστατη απόκρυψη της αποτυχίας του. Χωρίς τις έξαλλες υπερβολές του παρελθόντος, οι μετριοπαθείς στολισμοί της “κρίσης” και της “υπευθυνότητας” υπαγορεύουν τη μοιρολατρία της ευταξίας. Έτσι βλέπουμε ξανά τα καρουζέλ και τους τροχούς στην πλατεία Αριστοτέλους, την πεζοδρόμηση στην Αγίας Σοφίας ή πλωτά χριστουγεννιάτικα δέντρα που βουλιάζουν στην προκυμαία σε μία συμβολική, ειρωνική, αποτύπωση της ήττας. Σε ποιους απευθύνεται και ποιους πείθει η αισθητική της “μετρημένης” παρηγοριάς του “περιούσιου έθνους”, η ιδεολογική χειραγώγηση του δημόσιου πένθους, ο εκβιασμός της καλής, αξιοπρεπούς πρόσοψης;
Μέχρι πρότινος, η υποκειμενική αυτοπραγμάτωση περνούσε μέσα από τον καταναλωτικό βίο, η ατομική ιδιαιτερότητα μέσα από τη διαχείριση του πλουραλισμού των αγαθών· για να φτάσουμε τώρα, απότομα και οδυνηρά, στην επιστροφή στο στοιχειώδες, στο λίγο, στο απολύτως αναγκαίο. Όμως εδώ δεν πρόκειται για την τιμωρία του ηδονιστή καταναλωτή, αλλά για τη συρρίκνωση των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, μαζί με το αξιακό κενό που την ακολουθεί. Ολοένα και περισσότεροι αντιμετωπίζουν το φάσμα της νέας φτώχειας μπροστά στις λαμπερές βιτρίνες των άδειων καταστημάτων, θαυμάζοντας τον υπερμεγέθη, προκλητικό μοντερνισμό του αρτοζαχαροπλαστείου “Blé”, όπου το ψωμί και το γλύκισμα εκτίθενται ως έργα τέχνης και κοστολογούνται στο απλησίαστο, και χυδαίο, πέντε - δεκαπέντε - είκοσι ευρώ το κιλό. Αλαζονεία.
Από την άλλη, εμείς αναζητούμε τη δική μας αλήθεια. Ελπίδα μας, μια δειλή, άτσαλη ευαισθησία που πάει να αναδυθεί μέσα στον διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Ένα κοινωνικό ιατρείο, ένα εναλλακτικό δίκτυο ενημέρωσης, το alterthess, που εκδίδει στο τυπογραφείο του ΚΕΘΕΑ το ημερολόγιο του νέου έτους. Με ιστορικές φωτογραφίες που μιλούν για την κάποτε πολυεθνοτική πόλη, για τους εργατικούς και αντιδικτατορικούς αγώνες της. Ελπίδα μας, επίσης, και πράγματα ακόμη πιο μικρά, που όμως ζητούν να οικοδομήσουν την αλληλεγγύη. Μια ταμπέλα στην “Πυξίδα”, το μικρό βιβλιοπωλείο που φωνάζει ενάντια στον αλώβητο “Ιανό”: “Στηρίξτε μας. Δεν ξέρουμε από κέρδη. Ξέρουμε όμως από καλά βιβλία”.
Τρόμος μας, οι μεγάλες αδράνειες στο πλατύ συλλογικό φαντασιακό. Η αποδοχή του καταποντισμού με τους όρους που υπαγορεύει η θεολογία του μνημονιακού αυταρχισμού, οι προσωπικές, τραγικές, διαδρομές των πολλών στα βαθιά νερά μιας “φυσικής” οικονομικής καταστροφής. Γιατί οι άνθρωποι τείνουν να ζουν τη μοίρα τους όπως τους έρχεται, γιατί οι νοοτροπίες και οι αντιλήψεις, η θέαση του κόσμου δεν αλλάζουν ευθύγραμμα με τους οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, οσοδήποτε οξείς. Η δικτατορία των αγορών θριαμβεύει έχοντας ήδη πλάσει τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο με τα δικά της μέτρα και σταθμά. Και αν κάτι χρειαζόμαστε σήμερα είναι να “ξεμάθουμε” αυτόν τον τρόπο κατανόησης της ατομικής ελευθερίας ή, αλλιώς, να υποβοηθήσουμε μια καινούρια σύνδεση του υποκειμενικού βιώματος με τo πολιτικό.
Μέχρι τότε, η όμορφη πόλη θα βυθίζεται ήσυχα στην υγρασία, την κούραση και τη φθορά της. Και η πολυπρόσωπη, θορυβώδης σιωπή των γιορτινών ημερών, αυτή η εκκωφαντική σιωπή που αφουγκράζεται τον κόσμο και τον προετοιμάζει, θα παραμείνει αινιγματική ως προς το τι πραγματικά κυοφορεί.
* Η Β. Καραφουλίδου είναι ιστορικός.

Ροη αρθρων