Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Οι ναζί, τα ΜΜΕ και ο «πραγματικός εχθρός»...

του Σταυρου Χριστακοπουλου, απο το Ποντικι...

«Μην μας τσουβαλιάζετε με τη Χρυσή Αυγή». Όχι, δεν το είπε ο ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο συστηματικά η κυβέρνηση – και τα δύο συμμετέχοντα κόμματα, αλλά με διαφορετική φρασεολογία – «τσουβαλιάζει» με την άθλια θεωρία περί «δύο άκρων». Το είπε η... Γαλλίδα ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν.

Η κόρη του Ζαν Μαρί Λεπέν, του ιδρυτή του φασιστικού Εθνικού Μετώπου, θεωρεί ντροπή και προβοκάτσια το να ταυτίζεται με δύο σχηματισμούς σε όλη την Ευρώπη: το κόμμα του ρατσιστή κατά συρροήν δολοφόνου Άντερς Μπρέιβικ στη Νορβηγία και το ναζιστικό κόμμα Χρυσή Αυγή με την εγκληματική δράση στην Ελλάδα.

Όχι τυχαία, ο σφαγέας Μπρέιβικ, ο οποίος φιλοδοξούσε να «καθαρίσει» την Ευρώπη από «μουσουλμάνους, προδότες και μαρξιστές», έχει αναφέρει στο μανιφέστο του, μεταξύ άλλων, ως πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν πιθανώς να βοηθήσουν την «εκστρατεία» («σταυροφορία») του τον καρατζαφέρειο Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό (ΛΑΟΣ), το Ελληνικό Μέτωπο του Βορίδη (το οποίο όμως προσχώρησε στον ΛΑΟΣ) και τη Χρυσή Αυγή.

Όσο και αν η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα φωνάζει ότι ξένες σκοτεινές δυνάμεις προσπαθούν να την καταστρέψουν αλλά αυτή θα συνεχίσει την «πολιτική δράση» της, η πικρή αλήθεια γι’ αυτούς τους τύπους είναι ότι δεν αποτελούν... πρότυπο πολιτικού σχηματισμού ούτε καν για τους ιδεολογικούς συγγενείς τους ανά την Ευρώπη.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Θέλει, στ’ αλήθεια, να θυμηθούμε ο Σ. Κεδίκογλου;

Του Διονυση Ελευθερατου, απο το Αριστερο Βημα...
Τα μαχαίρια των ναζί και το «συνταγματικό τόξο» - από τους «τυράννους μετανάστες» και τους «Δωριείς» μέχρι τον Μπαλτάκο και το "φαινόμενο" Λοβέρδου.
Ω, ναι, τώρα επιδίδονται σε αντιφασιστική άμιλλα οι δυνάμεις του μνημονιακού «συνταγματικού τόξου». Συνήθως αρχίζουν τους «δεκάρικούς» τους με φράσεις όπως «εμείς εγκαίρως προειδοποιούσαμε...». Σχεδόν πάντοτε καταλήγουν στην ίδια επωδό: «Να ρίξουμε όλοι νερό στο κρασί μας». Όπερ μεθερμηνεύομενο: για να καταπολεμηθεί η «Χρυσή Αυγή» (στο εξής ΧΑ) που ευδοκίμησε χάρη στα Μνημόνια, θα πρέπει να γίνει «βελούδινη» - αν όχι να αυτοαναιρεθεί ολοσχερώς- κάθε πολιτική και κοινωνική μάχη εναντίον της μνημονιακής κυβέρνησης. Τετράγωνη «λογική»...

Ω, ναι, τώρα τα ΜΜΕ «ανατριχιάζουν» με τη στρατιωτική δομή και λειτουργία της ΧΑ. Ε, ρε υποκριτές! Πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί όποιος «σοκάρεται» στη θέα «χρυσαυγίτικων» ταγμάτων που βαδίζουν και γρυλίζουν στρατιωτικά, αλλά δεν ανιχνεύει κανένα ίχνος εκφασισμού στην εικόνα ΜΑΤατζήδων, οι οποίοι υποχρεώνουν τους συλληφθέντες «στο σωρό» διαδηλωτές να κινούνται σαν αιχμάλωτοι πολέμου, με τα χέρια ενωμένα στον αυχένα;

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Σκοτεινά ερωτήματα , δύσκολες επιλογές...

Του Δημήτρη Α. Σεβαστάκη*, απο την Αυγη...
Η τεχνική του «μοναδικού δρόμου», της «έλλειψης άλλης λύσης» που υπερπροβάλλεται από την κυβέρνηση πετυχαίνει αρκετά. Απελευθερώνει τους πολιτικούς εκφραστές και κυβερνητικούς τελεστές από το άγχος να υπερασπίζονται μια πολιτική, η οποία έχει πολιτικό κόστος. Μπορούν μάλιστα να βρίζουν την τρόικα, τον Σόιμπλε, αλλά εντέλει να υπακούουν, αφού «δεν υπάρχει άλλη λύση». Μπορούν να αποστασιοποιούνται από την ασκούμενη «υποχρεωτική» πολιτική. Πετυχαίνουν έτσι να αποδεσμεύονται από τις επιπτώσεις του ίδιου του πολιτικού τους έργου. Μια κουτοπόνηρη ντρίμπλα, που επιχειρεί να μεταμφιέσει την ανικανότητα σε ειλικρίνεια.
Η πολιτική και κυβερνητική πράξη παράγεται στον «αυτόματο» της ευρωπαϊκής αναγκαιότητας από τους αυτονόητα κακούς τροϊκανούς και εμείς (οι πολιτικοί τελεστές δηλαδή) «εκτελούμε, αλλά αθώοι, αφού δυσφορούμε κιόλας». «Τι να κάνουμε; Είναι μια Ευρώπη που δεν μας αρέσει, αλλά εκτός της θα μας φάνε οι λύκοι». Γι' αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για την ελληνική πλευρά η καταρράκωση και η συντριβή της Κύπρου.
Αλλά πράγματι στερείται ο τόπος μας άλλης διεξόδου; Πράγματι δεν μπορεί να υποδειχθεί και πολιτικά να κερδηθεί διαφορετική λύση από την εξοργιστικά καταστροφική των τριών τελευταίων ετών; Είναι αλήθεια δηλαδή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υπόλοιπες αριστερές ομάδες και χώροι, δεν μπορούν να υποδείξουν το πολιτικά «άλλο», που θα λειτουργεί, θα αναδιανείμει, θα ισορροπεί, θα εκλογικεύει, θα ανατρέπει;
Νομίζω ένα λάθος είναι ότι έχει υποτιμηθεί, δεν αναλύεται (και άρα παγιδεύει σε μια ρηχή αισιοδοξία) , η δυναμική που κρύβουν οι μνημονικές συμβάσεις. Ότι δηλαδή κάθε στάδιο ενδοτισμού, κάθε υπογεγραμμένη φάση, κάθε στάδιο, Μνημόνιο Ι, ΙΙ, ΙΙΙ κ.λπ. χειροτερεύει τους όρους για αυτόν που θα θελήσει την αλλαγή. Δεν δεσμεύει μόνο τεχνικά, αλλά μετακινεί ολόκληρη τη σκηνή και τα διαμειβόμενα προς τα δεξιά. Δηλαδή οι διάφορες εφαρμογές μετά το 2010 λειτουργούν όλο και ανελαστικότερα για τον ΣΥΡΙΖΑ και τις άλλες αριστερές δυνάμεις, αλλά ακόμα και για τους αντινεοφιλελεύθερους στο εσωτερικό των κομμάτων εξουσίας.
Το κυριότερο όμως, για μένα, δεν είναι οι ποικίλες τεχνικοικονομικές και θεσμικές δυσχέρειες που προστίθενται με κάθε μνημονική μέρα που περνάει. Το κυριότερο είναι ότι η μετατόπιση προς τα δεξιά δεν είναι μόνο στο επίπεδο των θεσμίσεων, αλλά στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης. Είναι απολύτως αδιέξοδη η παρανόηση και η συνακόλουθη καλλιέργεια προσδοκίας, ότι το να εφευρεθεί ο άλλος δρόμος, να διατυπωθεί ο άλλος τρόπος, περίπου είναι σαν τη συγγραφή άλλου στόρυ. Άλλου σεναρίου.
Το κέντρο δεν είναι στον λόγο, αλλά σε έναν βαθύ, υπόρρητο συλλογικό εγερτικό συντονισμό που θα κάνει δυνατή την αλλαγή. Όσο ο λαός βυθίζεται στην ηττοπαθή πολιτική απραξία, τόσο θα διευρύνεται η εμπράγματη Δεξιά, η Δεξιά στις διαρκείς καθημερινές εφαρμογές, αλλά και η μικρή (ή μεγάλη) καθημερινή βία η οποία θα καταλαμβάνει τον κενό χώρο της κοινωνικής έγερσης. Νομίζω είναι υπερβολικά φορμαλιστικό να απαιτεί κανείς από τον ΣΥΡΙΖΑ (και ο ΣΥΡΙΖΑ από τον εαυτό του) την κατασκευή απλώς ενός νέου αφηγήματος, όταν μάλιστα είναι εξαιρετικά δύσκολη η ανατροπή σε εθνικό επίπεδο, ιδίως σε μια μικρή, παραγωγικά εξαρτώμενη χώρα, με εκμηδενισμένη πολιτική υπεραξία και, το κυριότερο, μια χώρα παραδειγματικά κακοδιοικημένη.
Ξέρω ότι τέτοιες σκέψεις για τις κολοσσιαίες δυσκολίες μιας αριστερής διεξόδου μοιάζουν δεξιές ή οπορτουνιστικές. Ότι χρυσώνουν το χάπι του «συμβιβασμού που αναγκαστικά θα έρθει» κλπ Όμως μεγαλύτερη «δεξιά απόκλιση» από τον ύπνο του λαού, δεν υπάρχει. Μεγαλύτερη «δεξιά απόκλιση» από την επιείκεια και τη συγχωρητική κολακεία των διάσπαρτων λαϊκών ελαττωμάτων, δεν υπάρχει. Και μεγαλύτερη ψευδαίσθηση ότι γενικόλογα στερεότυπα θα αφυπνίσουν τα εν υπνώσει αριστερά ανακλαστικά επίσης δεν υπάρχει.
Τις μέρες της κυπριακής κατάρρευσης (και προδοσίας) άκουγα αρκετούς πολίτες, λαϊκούς ανθρώπους, να επιχαίρουν. «Εμείς δηλαδή τι είμαστε και μας τσάκισαν τα χαράτσια; Ξέρεις τι μισθούς είχαν στην Κύπρο;». Ο λαϊκός εκμαυλισμός των 40 τουλάχιστον, χρόνων δεν μπαίνει καν στο στόμα της Αριστεράς ούτε λαμβάνεται υπόψη στο κτίσιμο της κριτικής και της πρότασης. Ο λαϊκός εκμαυλισμός, η ιδιοτελής σχέση με την εξουσία, δεν διαμόρφωσε μόνο τη μικρή διάσπαρτη διαφθορά, αλλά κυρίως τους όρους ηθικής κατάρρευσης και εκμηδένισης του κινήματος, έκλειψης της αλληλεγγύης, εξαφάνισης της σύμπνοιας, αλλά και της πολιτικής οξυδέρκειας. Αυτών των φαινομένων που, έκθαμβοι, βλέπουμε σήμερα.
Η ψόφια λαϊκή συμπεριφορά, η παράλυτη απελπισία, δεν μπορεί να ανορθωθεί από κανένα ΣΥΡΙΖΑ, από καμιά Αριστερά, από καμιά σάλπιγγα, αν δεν συντελεστεί μια δομική ποιοτική ανατροπή στην συλλογική συνείδηση. Εκεί είναι η ρίζα του προβλήματος κι όχι στον Σαμαρά ή στον Σόιμπλε ή στα μικροτεχνάσματα και τις κουτοπονηριές του πολιτικού συστήματος. Και το πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται πάνω στην κρυφή πληγή και ενοχή του καθένα, για σύμπασα τη νέα Αριστερά, είναι πιο απόκρημνο, πιο απροσδόκητο και πιο αμφίσημο.

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, Αν. καθηγητής ΕΜΠ dsevastakis@arch.ntua.gr

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Τους φταίει ο λαϊκισμός ή μήπως ο ίδιος ο λαός;

του Γιαννη Κιμπουροπουλου, απο την Αυγη...
«Ύστερ' απ' την εξέγερση της 17 του Ιούνη, / ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών / έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις / που λέγανε πως ο λαός
έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης / και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει / παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. Δε θα 'ταν τότε / πιο απλό, η κυβέρνηση / να διαλύσει το λαό
και να εκλέξει έναν άλλον;»

Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η λύση» (1953)
Μ' αυτόν τον ποιητικό σαρκασμό αντιμετώπισε ο Μπρεχτ τον αυταρχισμό του ανατολικογερμανικού καθεστώτος απέναντι στην πρώτη εξέγερση που αντιμετώπισε.
Με έναν ανάλογο, προβλέψιμο αυταρχισμό αντέδρασε η ηγεσία της Ε.Ε. στον εκλογικό κόλαφο που της επιφύλαξαν οι Ιταλοί. Γιατί, πέρα από τις πολυσχιδείς αναλύσεις του αποτελέσματος, το λιτό μήνυμα των Ιταλών είναι ευανάγνωστο: όχι στη λιτότητα, όχι στη δικτατορία των Βρυξελλών, όχι στη διακυβέρνηση των τεχνοκρατών τύπου Μόντι. Το αντι-μήνυμα με το οποίο αντέδρασαν συλλήβδην αγορές, ευρωκράτες, ΜΜΕ και πολιτικοί όλου του φάσματος, συμπεριλαμβανομένης μερίδας της Αριστεράς, ήταν ο μικρόψυχος αφορισμός περί έκρηξης του «λαϊκισμού». Ουσιαστικά όλοι τους έκαναν κυριολεξία τον ποιητικό σαρκασμό του Μπρεχτ: αν ήταν δυνατόν να διέλυαν τον ιταλικό λαό για να εκλέξουν έναν άλλο...
Διατρέχοντας τις περισσότερες βαρύγδουπες αναλύσεις ξένων και εγχωρίων σχολιαστών, παρατηρεί κανείς κατάχρηση του όρου «λαϊκισμός» για να περιγραφεί η θεαματική εισβολή στο προσκήνιο του κινήματος του Γκρίλο, αλλά και η «νεκρανάσταση» του δημοσκοπικά πεθαμένου μέχρι πρότινος, αλλά ρητορικά ευρωσκεπτικιστή πλέον Μπερλουσκόνι. Οι απαξιωτικές αναφορές στον «λαϊκισμό» έρχονται ως φυσική συνέχεια της υστερίας για «άνοδο των άκρων», που ανακατεύει εντέχνως την υποκριτική ανησυχία για τους νεοναζί με την πίεση προς τη ριζοσπαστική Αριστερά να μπει στο «καλούπι» της συναίνεσης.
Στις πληθωρικές αναφορές στον «λαϊκισμό» μπλέκονται η παραπλάνηση και η θεμελιώδης άγνοια. Αναρωτιέμαι τι είδους απάντηση θα έδιναν οι δημοσιολόγοι της ευκολίας στο απλό ερώτημα: «Και τι είναι λαϊκισμός;». Ο μέσος πολίτης δικαιούται, με βάση τα τραυματικά του βιώματα, να ταυτίζει τους λαϊκιστές με τους δημαγωγούς της αρχαίας Αθήνας, τους δημοκόπους και ψεύτες πολιτικούς που αποσπούν την ψήφο τους με υποσχέσεις τις οποίες διαψεύδουν άμα τη εκλογή τους. Αλλά για το τι εστί λαϊκισμός από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης χρειάζεται να προσφύγει κανείς στους μελετητές του φαινομένου, που διατρέχει τις δημοκρατίες από καταβολής τους.
Ο Αργεντίνος διανοητής Ερνέστο Λακλάου δίνει τον πιο πυκνό ορισμό του: «Είναι η διχοτόμηση του κοινωνικού πεδίου ανάμεσα στους 'προνομιούχους' και τους 'μη προνομιούχους'. Ο λαϊκιστής απευθύνεται στους τελευταίους, παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας, και ζητάει την υποστήριξή τους, ώστε να ανατραπεί το υπάρχον κατεστημένο».
Έτσι απάντησε προ πενταετίας ο ίδιος στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», με πλήθος αναφορών σε ιστορικά παραδείγματα, ακόμη και ελληνικά, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κατά τον Λακλάου ο λαϊκισμός είναι ένα ιδεολογικά «ουδέτερο» φαινόμενο και τελικά σταθερό στοιχείο της πολιτικής διαδικασίας που, στις εξάρσεις του, συμπυκνώνει τη δυσφορία των υποτελών τάξεων απέναντι σε επιλογές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Ο εσμός των «αντι-λαϊκιστών», που εμφανίζονται ταυτόχρονα ως εκφραστές ενός δογματικού, μεταφυσικού «ρεαλισμού», αποκρύπτει το γεγονός ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην Ελλάδα και τις άλλες υπό δημοσιονομική κατοχή χώρες της Ευρωζώνης επιβλήθηκε με κραυγαλέα παράκαμψη του «θεσμικού πλαισίου» της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με κανονικά συνταγματικά πραξικοπήματα και με την επιβολή μιας δημοσιονομικής χούντας των Βρυξελλών. Αλλά και με μια υστερική επιστράτευση λαϊκιστικών διχοτομήσεων ανάμεσα σε «εργατικούς Βόρειους και τεμπέληδες Νότιους Ευρωπαίους», σε «διεφθαρμένη και τίμια Ελλάδα» ή σε «προνομιούχους δημοσίους υπαλλήλους και καταπιεσμένους από το Δημόσιο ιδιωτικούς».
Ο νεοεφιλελευθερισμός, πεμπτουσία της «ρεάλ πολιτίκ» των μνημονιοφρόνων, επέλασε στην κοινωνία καβάλα στ' άλογο ενός ακραίου λαϊκισμού που δημιούργησε απέχθεια για κάθε τι κρατικό, δημόσιο, συλλογικό και λαϊκό, αφήνοντας πεδίο ελεύθερο μόνο στην ασυδοσία των οικονομικών ελίτ.
Επομένως το πρόβλημα των «αντι-λαϊκιστών» δεν είναι ο λαϊκισμός του Γκρίλο ή του Μπερλουσκόνι, η αξιοπιστία των οποίων θα κριθεί σύντομα, αλλά το πρόσημο που του έδωσε η πλειοψηφία της ιταλικής κοινωνίας επιλέγοντας να εκτραπεί από την «ορθοδοξία» του ευρωπαϊκού μονόδρομου, τον «ορθολογισμό» της λιτότητας και τον «ορθό δρόμο των μεταρρυθμίσεων». Το πρόβλημά τους είναι ο ίδιος ο λαός και η δημοκρατική του επιλογή.
Θα ήταν μικρό το κακό αν ο αυταρχικός ελιτισμός που εκφράζεται στον α λα καρτ «αντι-λαϊκισμό» εξαντλούνταν σε μερικούς δημοσιολόγους. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτός είναι ο πυρήνας της σκέψης των ευρωκρατών και, πολύ περισσότερο, η ουσία του ευρωπαϊκού θεσμικού τέρατος. Ο λαοί και οι δημοκρατικές τους επιλογές είναι ανεκτοί μόνο στον βαθμό που επικυρώνουν τις επιλογές του χρηματοπιστωτικού «διευθυντηρίου». Όσο αποκλίνουν απ' αυτές, τόσο το χειρότερο και για τους λαούς και για τις δημοκρατίες.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Το ξύπνημα του σιωπηλού γίγαντα...

του Μαζεστιξ...
Μεταξύ μας, είναι φανεροί οι στόχοι και οι προσδοκίες του ΚΚΕ που προκύπτουν από τη χθεσινή ριζοσπαστική του επαναδραστηριοποίηση, "δι' ασήμαντον αφορμήν", τουτ' έστιν για μια συνηθισμένη δήλωση του Υπουργού Εργασίας.
Αυτοί οι στόχοι σαφέστατα έχουν να κάνουν με το αναμοίρασμα της "αριστερής πίτας", προσπαθώντας -θεμιτώς βέβαια- να εκμεταλλευτεί την εικόνα που έχει δημιουργηθεί αυτή τη στιγμή στον κόσμο (είτε δικαίως είτε αδίκως-αυτή είναι άλλη κουβέντα) περί φιλομνημονιακής στροφής του ΣΥΡΙΖΑ.
Επίσης, είναι λογικό και την κυβέρνηση να τη βολεύει το να "φουσκώσει" λιγάκι το ΚΚΕ εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι και ο βασικός αντίπαλός της.
Αλλά:
Σημασία δεν έχουν τα κέρδη του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΚΕ, αλλά το ξύπνημα του σιωπηλού γίγαντα: του λαού.

Έστω κι έτσι λοιπόν, πονηρούλικα, θέλω να ελπίζω πως οι ενέργειες αυτές ίσως δώσουν το έναυσμα για επαναδραστηριοποίηση του λαϊκού κινήματος, το οποίο κοιμάται εδώ και ένα χρόνο.
Ίσως κουρασμένο, ίσως απογοητευμάνο, ίσως τρομοκρατημένο, ίσως παραμυθιασμένο.
Ήρθε όμως η ώρα για επιστροφή στους δρόμους για να διεκδικήσουμε τα δίκαιά μας.
Όχι απλώς ήρθε αυτή η ώρα, αλλά έχει αργήσει χαρακτηριστικά κιόλας.
(αλήθεια, θα μου πει κανείς πότε είναι οι εκλογές στη ΓΣΕΕ;;;)
Κακά τα ψέματα, το ΠΑΜΕ, ανεξαρτήτως της άποψης που έχω γι' αυτό, είναι ένας δυνατός κρίκος της σπασμένης αλυσίδας του λαϊκού κινήματος, κρίκος ο οποίος, ως κομμουνιστικό κίνημα, έχει το ρόλο της κινηματικής πρωτοπορίας.
Αυτές οι πρακτικές λοιπόν, εφόσον συνεχιστούν, ίσως αποτελέσουν τη σπίθα για να ξανανάψει η φωτιά στους δρόμους, με απεργίες, με καταλήψεις δημοσίων υπηρεσιών και άρνηση εκτέλεσης αντικοινωνικών πολιτικών, με μεγαλειώδεις διαδηλώσεις, με πολιτική ανυπακοή και αντίσταση.

Όπως έχουμε καλά καταλάβει όλοι, δεν πρόκειται ο λαός στους δρόμους να καταφέρει να ανατρέψει την κυβέρνηση και συνάμα την πολιτική της. Ούτε καν να την πιέσει.
Αυτή είναι αδιόρθωτη και θα συνεχίσει να δέρνει, να φυλακίζει και να διώκει κάθε εστία αντίστασης.
Διότι πρόκειται προφανώς για μία ακροδεξιά διακυβέρνηση, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της.
Δεν την αφορά το πολιτικό κόστος εξ αριστερών, αλλά εκ δεξιών.
Την αφορά μόνο να αποδείξει ότι το χρυσαυγίτικο σύνθημα "να ξεβρωμίσει ο τόπος" βρίσκει τη δικαίωσή του στα χέρια του Σαμαρά.
Όσο δέρνει απεργούς, μετανάστες, αριστερούς, φοιτητές κλπ, ξέρει πως κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους απογόνους της ΕΡΕ, του Μεταξά και του Παπάγου.
Έχει διαλέξει οριστικά πλευρά. Οι επισκέψεις του Κωστάκη στον Αη-Στράτη, προς κατευνασμό των παθών, ανήκουν στο παρελθόν. Τώρα έχει Αντώνη και Μελιγαλά.



Οι εντεινόμενες κινητοποιήσεις λοιπόν, δεν πρέπει να στοχεύουν αποκλειστικά στην υποχώρηση της κυβέρνησης σε εργασιακά και φορολογικά ζητήματα. (είπαμε: ανυποχώρητη!)
Μπορούν και πρέπει να στοχεύσουν όμως στην οριστική και απερίφραστη καταδίκη της ίδιας της ουσίας της πολιτικής των Μνημονίων, ούτως ώστε αυτή η πίεση του κινητοποιημένου λαού να ασκήσει τεράστια πίεση στην, κατά τα φαινόμενα, μελλοντική διακυβέρνηση της χώρας με κέντρο τον ΣΥΡΙΖΑ.
Όσο ο λαός είναι στους καναπέδες και παρακολουθεί την "Ανατροπή" από τα παράθυρα του Πρετεντέρη, τόσο ελλοχεύει και εκκολάπτεται ο ήδη ορατός κίνδυνος της πλήρους ενσωμάτωσης της επόμενης, αριστερής, κυβέρνησης στο σύστημα.
Όσο ο λαός βγαίνει στους δρόμους όμως και αγωνίζεται για την πραγματική Ανατροπή, τόσο παρασέρνει και τους φορείς του (και κυρίως την αριστερά) σε επιμονή σε ριζοσπαστικές λύσεις.
Εξάλλου, δεν υπάρχει αριστερά χωρίς εργατικό κίνημα, χωρίς κινητοποιήσεις, χωρίς κελεύσματα ανυπακοής και ανυποχώρητης ανατρεπτικής και αντισυστημικής δυναμικής.

Σε καλό θα βγει αυτός ο θεμιτός ανταγωνισμός για την αριστερή πίτα από ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ.
Επειδή την ίδια ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ συναγωνίζεται με το ΠΑΣΟΚ για το κέντρο, καλό είναι "να τον τραβάει και το αριστερό μανίκι" του ΚΚΕ, προκειμενου να μη στρίψει πολύ από τον προσανατολισμό που του επιβάλλουμε κι εμείς αλλά και οι συνθήκες.

Πρέπει το λαϊκό κίνημα να εκμεταλλευτεί, λοιπόν, αυτή τη συγκυρία της δυναμικής δραστηριότητας του ΠΑΜΕ, να πιάσει αυτή τη σπίθα, να την κάνει φωτιά, για να βγει μαζικά στις κινητοποιήσεις, οργανωμένα, με στόχευση και αιτήματα, με τα σωματεία του και τα δίκαιά τους.
Πρέπει να ξαναβγεί στους δρόμους, να ξανασηκώσει κεφάλι απέναντι στους δήμιούς του.
Όχι τόσο για να πιέσει την παρούσα κυβέρνηση να υπαναχωρήσει.
Αλλά κυρίως για να πιέσει και να δεσμεύσει τη μελλοντική κυβέρνηση σε ριζοσπαστικές λύσεις.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Γελάστε τώρα που μπορείτε...

Του Κωνσταντινου Πουλη...
Δεν αμφισβητώ καθόλου το γεγονός ότι η υπόθεση Παπακωνσταντίνου-ΠΑΣΟΚ έχει πλάκα. Η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ με την οποία διέγραφε τον πρώην υπουργό του και ταυτοχρόνως εγκαλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ από τον οποίον απαιτούσε να ζητήσει συγγνώμη, είναι προφανώς μια υψηλή στιγμή της κωμικής μας πολιτικής ιστορίας.
Το ίδιο η δήλωση Λοβέρδου, με την οποία παίρνει κι εκείνος αποστάσεις από τις κυβερνήσεις των μνημονίων, λέγοντας ότι διαφωνούσε έντονα. Περίεργο, δεν φάνηκε καθόλου. Προφανώς σε αυτό το επίπεδο, το «έντονα» θα πει «αρκετά ώστε να μην κλονιστεί η θέση μου».
Ωραία λοιπόν, έστω ότι γελάσαμε, και όπως έλεγε και ένας μεσαιωνικός γελωτοποιός που τον ανακαλύψαμε χάρη στον Ντάριο Φο, «άμα γελάσεις με τα αφεντικά, τους ξεβρακώνεις. Από βουνό που φαντάζουν γίνονται λόφος, βράχος, πέτρα, χαλίκι και στο τέλος τίποτα πια». Υπάρχει όμως μια πικρή λεπτομέρεια σε αυτή την ιστορία, που δεν μπορώ να μην επισημάνω.
Ο Παπακωνσταντίνου ήταν και πέρσι αστείος, το ίδιο και ο Βενιζέλος και το υπόλοιπο παρεάκι. Ξέρετε γιατί δεν γελάγαμε όλοι τότε; Γιατί οι περισσότεροι ήταν απασχολημένοι με άλλες δουλειές, όπως να τους ψηφίζουν. Το σημερινό γέλιο λοιπόν είναι το γέλιο του δούλου που αναθάρρησε γιατί ο αφέντης του σκόνταψε. Όμως, ας μη γελιόμαστε, εδώ κατέρρευσε ολόκληρο το κομμουνιστικό σύστημα και μπόρεσαν να διασωθούν οι επιτήδειοι της ελίτ του, δεν θα διασωθούν οι πασόκοι; Βεβαίως, δεν θα διασωθούν όλοι. Κάποιοι θα καούν.
Θα χρειαστεί να κρυφτούν ενδεχομένως και για μία γενιά, να επιστρέψουν τα παιδιά τους από το εξωτερικό να τα ξαναγνωρίσουμε. Αλλά δεν θα γίνει τίποτε δραματικότερο. Αυτό μόνο. Προς το παρόν το γέλιο με αυτά τα πρόσωπα έχει για μένα πικρή γεύση, γιατί καταλαβαίνω ότι ο κόσμος τολμάει να γελάσει μαζί τους μόνο τώρα που συντρίβονται.
Μέχρι χθες τους παρακάλαγε, τους θαύμαζε και τους έγλειφε. Και, βεβαίως, τους ψήφιζε. Τώρα λοιπόν που διαβάζουμε δημοσκοπήσεις που δείχνουν το ΠΑΣΟΚ να παίρνει στις ηλικίες 18-24 ποσοστά γύρω στο 2,5%, το πρώτο που κάνουμε είναι να αναρωτηθούμε ποιοι είναι αυτοί οι λίγοι και μετά σκεφτόμαστε ότι χρειάστηκε πρώτα να μηδενιστεί το ΠΑΣΟΚ για να ανακαλύψουν οι ψηφοφόροι του ότι οι υπουργοί του έχουν πλάκα.
Για πείτε μου, λοιπόν, πέρσι και πρόπερσι ήταν σοβαροί; Μάλιστα, επειδή πέρσι και πρόπερσι ήταν περίοδος γιαουρτολατρείας, αν πάμε πριν τρία χρόνια; Πριν την κρίση; Ήταν σοβαροί και υπεύθυνοι, τεχνοκράτες, τι ακριβώς ήταν; Ήταν πάντοτε αυτό το μείγμα ιδιοτέλειας, φαιδρότητας και επικινδυνότητας, που τους χαρακτηρίζει και τώρα.
Επαναλαμβάνω μια φράση που είχα χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν: οι κρεμάλες στήνονται ως τιμωρία για την αδυναμία, όχι για τον δεσποτισμό. Ας γελάσει λοιπόν τώρα που μπορεί ο λαουτζίκος, γιατί αργά ή γρήγορα σε κάποιου επόμενου υπουργού το χωλ θα παρακαλάει, σε κάποια καινούργια συγκέντρωση θα κρατάει σημαιάκι για να βολευτεί - γιατί πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι.
Μα, θα μου πείτε, χρονιάρες μέρες, άλλη όρεξη δεν είχα από το να βρίζω τον Έλληνα φορολογούμενο-πολίτη-ψηφοφόρο; Ε, εδώ που τα λέμε, τα θέλει κι αυτουνού ο κώλος του.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Αν...

του Θυμιου Καλαμουκη απο την Ελληνοφρενεια...
Αν ήμουν Σαμαράς, θα χαιρόμουν που έχω έναν τόσο υπάκουο και φιλήσυχο λαό. Έναν λαό έτοιμο να θυσιαστεί για όποιο θέμα εγώ και οι συνεργάτες μου στα ΜΜΕ, του ζητήσουμε να θυσιαστεί. Θα χαιρόμουν που έχω τον πιο φοβισμένο και ευκολόπιστο λαό, της Ευρώπης.
Αν ήμουν Μέρκελ, θα χαιρόμουν, που έχω το πιο ήσυχο και πρόθυμο πειραματόζωο, έτοιμο να δοκιμάσει κάθε πείραμα, ακόμη και αν αποδεδειγμένα το πείραμα έχει αποτύχει δύο φορές, μέσα σε 2,5 χρόνια.  Θα χαιρόμουν που αυτό το πειραματόζωο νομίζει ότι θα παραμείνει στην Ευρωζώνη και ότι θα είναι ευτυχισμένο μόνο μέσα στην Ευρωζώνη. Θα χαιρόμουν γιατί αυτό το πειραματόζωο, δεν μου χαλάει τα σχέδια και την πιάτσα γιατί το πάθημά του θα το χρησιμοποιήσω ως μάθημα για τους υπόλοιπους.
Αν ήμουν Βενιζέλος, θα χαιρόμουνα που με τέτοιον λαό, τα αφεντικά μου, θα συνεχίσουν την κερδοφορία τους, στο διηνεκές.
Αν ήμουν Κουβέλης, θα χαιρόμουν μόνο και μόνο που κατάφερα να έχω τον Ψαριανό συνεργάτη. Θα χαιρόμουν που επί χρόνια τους είχα πείσει να με θεωρούν σοβαρό και έναν από τους πιο σοβαρούς πολιτικούς.
Αν ήμουν ΔΝΤ, θα χαιρόμουν που κατάφερα να κάψω με τις συνταγές μου ΚΑΙ έναν ευρωπαϊκό λαό, που μέχρι πρότινος είχε κάποιον τσαμπουκά, να τον αφυδατώσω και να τον τρομοκρατήσω, μαζί με τους ντόπιους συνεργάτες μου.
Αν ήμουν τράπεζα, θα ευγνωμονούσα τον ελληνικό λαό, που μου εξασφαλίζει ανακεφαλαιοποίηση, 25 δισεκατομμυρίων,  για τα ταμεία μου, αναλαμβάνοντας αυτός  με τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, την αποπληρωμή τους. Θα τον ευχαριστούσα γιατί κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει.
Αν ήμουν ΜΕΓΚΑ, θα χαιρόμουν που έχω μόνιμους αποχαυνωμένους θαμώνες και φανατικούς θεατές, αν και η παράσταση που ανεβάζω κάθε βράδυ, αλλά και το πρωί, είναι τόσο κακοπαιγμένη, και τόσο ίδια. Θα χαιρόμουν γιατί, ότι και να τους πω, δεν πρόκειται να ξεκολλήσουν το τηλεκοντρόλ από το χέρι και δεν πρόκειται να πάψουν να καταναλώνουν ότι αηδία τους πλασάρω. Ελληνική ή Τούρκικη.
Αν ήμουν εφοπλιστής, θα χαιρόμουν που πληρώνουν άλλοι φόρους για μένα, για να υπάρχει ο εθνικός μύθος της ελληνικής ναυτιλίας. Θα χαιρόμουν που με το 3ο μνημόνιο αναμένεται να πληρώσω 80 εκατομμύρια φόρους και θα χαιρόμουν που δεν είμαι ανάπηρος γιατί θα έπρεπε να πληρώσω 82 εκατομμύρια φόρους. Πάντα σύμφωνα με το 3ο μνημόνιο.
Αν ήμουν βιομήχανος, θα χαιρόμουν που η ζωή στην Ελλάδα είναι τόσο εύκολη και γίνεται ακόμη ευκολότερη από τον φτηνό και πρόθυμο λαό της. Που έχω και θα έχω εργαζόμενους υποταγμένους, φτηνούς, άτολμους, εύκολα διαχειρήσιμους, χωρίς συμβάσεις, ωράρια, υπερωρίες, δώρα, επιδόματα, αποζημιώσεις.

Επειδή όμως δεν είμαι τίποτα από όλα τα παραπάνω, θέλω να μην ξεχνάω και να μην αγνοώ, να μην μάθω να ανέχομαι, να μην συνηθίσω τον βούρκο τους, να μην τσιμπάω σε ανθρωπάκια με φτηνά λογύδρια, και ελπίζω σύντομα μαζί με πολλούς, να μετατρέψω το πείραμά τους σε παγκόσμιο εφιάλτη, στέλνοντάς τους στο διάολο.
Πάντα και για πάντα.

Θύμιος Κ.

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Η άνοδος και η πτώση της Μελίνας Τσιλιμίγκρα ...

Red NoteBook...
Αρίστος Γιαννόπουλος

Τη Μελίνα Τσιλιμίγκρα δεν την ήξερα. Καθόλου. Διαφέρουν τόσο οι ηλικίες μας, οι  προσανατολισμοί μας και οι πολιτικές μας αναφορές, που πιθανότατα δεν θα την είχα προσέξει αν το όνομά της δεν αποτελούσε μια επιτομή της σύγχρονης Ελλάδας. Κατά την ταπεινή μου άποψη, συνδύαζε τη φευγαλέα υδραργυρική γοητεία του επίκτητου «Μελίνα», δανεισμένη από τη Μερκούρη, με την κακόηχη πεζότητα του εξ αίματος αναπόφευκτου επωνύμου, που θύμιζε  ασθένεια της αμπέλου ή εκείνους τους φιλότιμους ποδοσφαιριστές της δεκαετίας του ΄70, που περισσότερο κι απ΄ τα κλαδέματα των αντιπάλων τους στο ξερό, κινδύνευαν απ΄την καζούρα των αντίπαλων: «Παίξε, Μπατσακούτσαααα...! Τρέχα, Χαλιαμπάλιααααα...!».

Από τα λίγα (και ενδεικτικά) που ξέρω γι΄ αυτήν, η νεαρή Μελίνα, εξ Αργολίδος ορμωμένη φοιτήτρια Νομικής Αθηνών, στρατεύθηκε στη νεολαία του ΛΑΟΣ και θέλησε να αναδειχθεί στις τάξεις του, όταν τούτο το κόμμα ακόμη ανερχόταν στο κοινοβουλευτικό στερέωμα και προτού διαλυθεί, εισερχόμενο στην ατμόσφαιρα της ΝΔ, όπου και άφησε σημαντικά σωματίδιά του.

Απ΄ ό,τι φαίνεται, η φιλόδοξη κυρία Τσιλιμίγκρα θέλησε να αναδειχθεί στην «ξανθιά του κόμματος», όπως είναι (ή ήταν;) η κα Καϊλή για το ΠΑΣΟΚ και η κα Ράπτη για τη ΝΔ. Αγνοώντας, φυσικά, λόγω της νεανικής της αφέλειας και της πολιτικής της ανωριμότητας, πως η ανάδειξη των δύο αυτών γοητευτικών κυριών δεν οφειλόταν τόσο στα αναμφισβητήτως ωραία τους μάτια, όσο σε πολιτικές διασυνδέσεις, κοινωνικές διαπλοκές, τοπικές εκδουλεύσεις, οικογενειακές φιλίες, οικονομικές υποστηρίξεις και κομματικές γνωριμίες. Ξέχασα τίποτε; Ελπίζω ναι.

Έτσι, θέλοντας να γίνει γνωστή στο πανελλήνιο, η μικρή φοιτήτρια άρχισε να αναρτά δικές της συνεντεύξεις στο YouTube. Συνεντεύξεις επί παντός επιστητού, που δεν της τις είχε ζητήσει κανείς, ούτε και τις είχε πάρει κανείς για λογαριασμό κανενός Μέσου Μαζικής Ενημέρωσης. Στην εποχή του ίντερνετ, για να γίνεις γνωστός φαίνεται ότι αρκεί να κάνεις λίγη φασαρία γύρω απ΄ το όνομά σου. Και γιατί να κατηγορήσουμε, άλλωστε, τη Μελίνα, όταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο είχε αναδειχθεί και ο ηγέτης της, ο Καρατζαφέρης; Αυτοδημιούργητος αυτοαποκαλείτο ο αρχηγός, αυτοδημιούργητη ή -έστω- αυτοανάδεικτη θέλησε να γίνει και η νεαρή Μελίνα.

Ο θόρυβος, που η ευειδής εκ Ναυπλίου φοιτήτρια έκανε γύρω από τον εαυτό της, άρχισε σιγά-σιγά να αποδίδει. Στο μεταξύ, το μαλλί της γινόταν όλο και πιο ξανθό, η επιδερμίδα της όλο και λιγότερο ορατή. Η υγιώς ματαιόδοξη Μελίνα δεν φείσθηκε εξόδων για την αυτοπροβολή της. Και σε επαγγελματίες φωτογράφους πήγε, και την φτωχική φοιτητική γκαρνταρόμπα της ανανέωσε επί το συντηρητικότερον και θεσμικότερον. Δεν μπαίνω στον κόπο να σχολιάσω τις θέσεις της, όπως αυτή τις παρέθετε στα μικρά τηλεοπτικά στούντιο του «Τηλε-Άστυ» (πρώην Tele-City), όταν επιτέλους την ανακάλυψαν οι επικοινωνιακοί σύμβουλοι του Καρατζαφέρη. Ούτε και τα ελληνικά της θα σχολιάσω, γιατί αυτά δεν είναι το θέμα μας. Η κοπέλα αυτά πίστευε, αυτά ήξερε, αυτά έλεγε. Και οι παρουσιαστές των εκπομπών κουνούσαν εμφατικά το κεφάλι τους, χαρούμενοι -πιθανώς- που είχαν απέναντί τους μια ευειδή «γλάστρα» κι όχι την χιλιοβαμμένη κουρούπα του φλύαρου αρχηγού τους.

Μέχρι που η Μελίνα Τσιλιμίγκρα άρχισε να γίνεται όντως γνωστή. Κι αυτό ενόχλησε τους «συναγωνιστές» της, ιδιαίτερα τους πολιτευόμενους στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Κι ενώ αυτή θεωρούσε εαυτήν φυντάνι, άντε βλαστάρι της πολιτικής, εκείνοι επέμεναν να βλέπουν μόνο τη συσκευασία και να τη θεωρούν γλάστρα. «Αιδώς, Αργείοι!» που θά΄ λεγε κι ο Καρατζαφέρης, αν είχε τολμήσει να πάρει θέση. Διότι οι καλοί συναγωνιστές της κας Τσιλιμίγκρα άρχισαν να διαδίδουν ότι η νεαρή Μελίνα, εκτός από τα πολιτικά βίντεο είχε πρωταγωνιστήσει και σε άλλα βίντεο του YouTube. Μην με ρωτήσετε πώς τα εντόπισαν και τι ακριβώς έψαχναν όταν τυχαία έπεσαν πάνω τους, αυτοί, οι υπερασπιστές του «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»». Η καημένη η Μελίνα τους απάντησε πως δεν είναι αυτή η πρωταγωνίστρια και ότι την εποχή που γυρίστηκε το επίμαχο «ροζ» βίντεο, η ίδια ήταν μόλις 13 ετών. Του κάκου. Ο εσμός των ακροδεξιών μπανιστηρτζήδων νίκησε. Κανείς δεν την υπερασπίστηκε. Η Μελίνα Τσιλιμίγκρα αποχώρησε από το ΛΑΟΣ λίγο πριν τις εκλογές, που έμελλαν να είναι καταβαραθρωτικές για το δύσοσμο ισόγειο της γαλάζιας πολυκατοικίας, καθώς στο κοινοβουλευτικό φάσμα το υποκατέστησε το αληθινό υπόγειο της Γκεστάπο. Το οποίο επιτρέπει στις ξανθές να παρουσιάζονται μόνο στα εγκεκριμένα από το αρχηγό και τον Κασιδιάρη βίντεα!

Όπως λέει η ίδια (melinatsilimigkra.blogspot.gr), δεν περίμενε να την υπερασπιστεί η αριστερά, από την οποία την χωρίζουν τόσα και τόσα. Έτσι είναι, μικρή μου Μελίνα: δεν χώραγες στα τρία Κ (το γερμανικό Κουζίνα, Κρεβατοκάμαρα, Εκκλησία - τα μόνα για τα οποία θεωρούσαν οι Ναζί άξιες τις γυναίκες) και σε εκπαραθύρωσαν με τόνους λάσπης. Καλή τύχη, Μελίνα.
Αρίστος Γιαννόπουλος

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Τριχοτομημένη Τριανδρία...


Στάθης στον eniko...


Δεν έκανε κωλοτούμπα ο κ. Σαμαράς. Κωλοτούμπα έκαναν όσοι εκ του εκλογικού σώματος «πίστεψαν» την τελευταία στιγμή ότι ο κ. Σαμαράς θα επαναδιαπραγματευθεί και τον υπερψήφισαν.
Πρόσχημα έψαχναν. Διότι ουδέποτε πίστεψαν ότι ο  κ. Σαμαράς εννοούσε όσα έλεγε προεκλογικώς.
Ήξεραν ότι άλλα θα πράξει μετεκλογικώς – απλώς έπεισαν τον εαυτόν τους να «πιστέψει» για μιαν ακόμα φορά τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» για λόγους ανωτέρας βίας.
Και είναι αυτή η «ανωτέρα βία» ο εθισμός τους σε έναν κόσμο που φοβούνται να αλλάξουν.
Πολλοί ή λιγότεροι αυτοί οι πολίτες, συνιστούν πάντως πάντα την καθοριστική κρίσιμη μάζα. Που κάνει τις 9 στις 10 (για να εκφραστώ σχηματικά) εκλογικές αναμετρήσεις ακίνδυνες για το σύστημα και τη μία απρόβλεπτη.
Αναλογία που κάθε σώφρον (δηλαδή άφρων) εκδοχή του καπιταλισμού μπορεί να απορροφά και να ελέγχει – συνήθως! Διότι η «στραβή» για το σύστημα πάντα θα ελλοχεύει , πλην όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Ο κ. Σαμαράς μπήκε στη σκηνή ως αντιμνημονιακός προς άγραν, εκτός των σταθερών πελατών, εκείνων των ψηφοφόρων που θα έκαναν τη διαφορά – τακτική γνωστή στους δημοκρατικούς δημαγωγούς από την εποχή του Καίσαρα έως την εποχή του Κένεντυ, του Κλίντον ή του Ομπάμα.
Ούτε έκανε κωλοτούμπα ο κ. Σαμαράς όταν από «αντιμνημονιακός» ξανάγινε (αυτό που ήταν πάντα), μνημονιακός – τούμπα τους ψηφοφόρους του έφερε, τους εξαπάτησε εκ νέου – αλλά , και πάλι, όχι ακριβώς. Καθ ‘ ότι

στην εποχή μας (εκτός απ ΄τους ευήθεις οίτινες απαλλάσσονται λόγω αγαθότητος) όλοι γνωρίζουν τί συμβαίνει! Ακόμα κι όταν δεν το ομολογούν στον εαυτό τους με λόγια , κατά βάθος όλοι γνωρίζουν . Όλοι  γνωρίζουν τις σκέψεις τους.
Χρειάζεται δηλαδή μεταδιδακτορικό για να ξέρει κανείς τί είναι ο κ. Βενιζέλος; Υπάρχει κάτι από γενέσεως της ελληνικής που να μην το έχει πει και ταυτοχρόνως ξεπει αυτός ο άνθρωπος;
Αυτός λοιπόν κάνει κωλοτούμπες ή όσοι παρακολουθούν τις κυβιστήσεις του σαν αρκούδια που χορεύουν κάνοντας τούμπες  στον ίδιο καταραμένο χορό;
Θέλει πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι ο κ. Κουβέλης βαφτίζει το κρέας «ψάρι»; Ή μήπως δεν ξέρει και ο ίδιος ότι κάποια μέρα θα του καθίσει το «ψαροκόκκαλο» στον λαιμό; Το ξέρει, παίρνει όμως και αυτός τα ρίσκα του για λόγος υπέρτερους της ιδεολογίας του – άλλαξε προτεραιότητες ο άνθρωπος , δεν είναι κάτι που δεν εγκρίνει , φερ ‘ ειπείν , ο κ. Γεωργιάδης! Ο ίδιος άλλωστε , ο Αδώνιδας, δεν έβριζε σαν σκυλί τον κ. Σαμαρά; Όντινα τώρα εγκωμιάζει, όπως θα έκανε ο τελευταίος ξετσίπωτος τρίχας.
Ζούμε λοιπόν σε ένα σκηνικό που όλοι το ξέρουμε καλά – τριάντα χρόνια τώρα εκπαιδεύεται ο λαός να ζει μέσα του.
Όμως γνωρίζει.
Ποιός Έλληνας δεν γνωρίζει ότι τη χώρα κυβερνά ο Καθώς Πρέπει Υπόκοσμος της Διαπλοκής; Ποιος Έλληνας δεν γνωρίζει τον ρόλο που παίζουν τα Γκαιμπελόπαιδα της Προπαγάνδας κάθε βράδυ στις «ειδήσεις των οκτώ»;
Ουδείς, πλην των αποκολοκυνθωμένων – όμως ο καθένας επιλέγει τη θέση του και τη στάση του αναλόγως των προτεραιοτήτων του – και, απ’ ότι έχει αποδειχθεί, σπανίως οι προτεραιότητες κάθε πολίτη μπορούν να συντονισθούν με τρόπο ανατρεπτικό για το σύστημα μέσα από μία ή αλλεπάλληλες εκλογικές διαδικασίες. Αλλοιώς «οι εκλογές θα ήταν παράνομες» όπως θα έλεγε και ο Μαρξ. Και «η δημοκρατία επαναστατική».
Εκτός κι αν «σπάσει ο διάολος το πόδι του», όπως παρ’ ολίγον να το σπάσει στις προηγούμενες εκλογές και δεν αποκλείεται να το σπάσει στις επόμενες. Οψόμεθα. Όμως
Τι έχουμε για την ώρα;
Μια τριχοτομημένη τριανδρία, Σαμαράς – Βενιζέλος – Κουβέλης
επικεφαλείς διχοτομημένων κομμάτων
υποτελών της Τρόικας.
Πόσο μακρυά μπορεί να φθάσει αυτό θνησιγενές τυχωδιοκτικό και τυχάρπαστο σχήμα;
Μπορεί ανέκαθεν ο καπιταλισμός να ήταν οι κρίσεις του, αλλά η τελευταία του κρίση (που η έκφραση της στη χώρα μας κορυφώθηκε με το Μνημόνιο) έχει πάρει επικές διαστάσεις – τέτοιες που να προϊονίζονται λιμούς, λοιμούς και πολέμους.
Συνεπώς, όσο (κάνουμε ότι) δεν βλέπουμε τον Αρμαγεδδώνα να ‘ρχεται, μπορούμε να βλέπουμε εως την επόμενη δόση, αν «θα μας δοθεί ή όχι», πάλι το ίδιο έργο δηλαδή
Με τον κ. Στουρνάρα στη θέση του κ. Παπακωνσταντίνου, τον κ. Σαμαρά στη θέση του Γιωργάκη, τον κ. Κουβέλη στη θέση του κ. Καρατζαφέρη
Και τον κ. Βενιζέλο να βάζει «στη θέση τους» και τον θεό και τον Διάβολο – δεν

έχει που να πάει έτσι η Ελλάδα, με τους ίδιους κομπαγιανίτες, τα ίδια μαντζούνια (των ιδιωτικοποιήσεων για παράδειγμα) – τριάντα
χρόνια μας πάνε οι ίδιοι,
το ίδιο σύστημα, κατά κρημνών – ποιος πλέον δεν το ξέρει;...

«ποιος»; - μάλιστα το ερώτημα, όταν το θέτει κανείς στον εαυτό του, δεν είναι ρητορικό. Διότι ωτα ακούειν όλοι διαθέτουμε, ασχέτως αν ορισμένοι εξ ημών θεωρούν τον ίδιον τους τον εαυτό φωνή βοώσα εν τη ερήμω...

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Τα δύο πρόσωπα του "λαού"...

Η Αυγή online...

ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΚΑΡΑΦΟΥΛΙΔΟΥ*

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδότησε την ανασύνταξη του πολιτικού σκηνικού προς έναν καινούργιο άξονα: εκείνον που χαρακτηρίζεται από τη βαθιά, φαινομενικά πιο ξεκάθαρη, τομή Δεξιάς και Αριστεράς. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως πίσω από τη συγκεκριμένη σχηματοποίηση του πολιτικού τοπίου υπολανθάνει μια δεύτερη, λιγότερο ορατή διχοτομία, που ποτέ δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο επίπεδο της δημόσιας ρητορικής. Πρόκειται για δύο, διακριτές και συγκρουόμενες, αντιλήψεις για την έννοια του «κυρίαρχου λαού».
Για όλα τα κόμματα που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ουσιαστικά επιχειρούν τη διάσωση του σημερινού οικονομικού και πολιτικού συστήματος, ο «λαός» που καλείται να ψηφίσει στις επερχόμενες εκλογές είναι -εξακολουθεί να είναι- εκείνος που υπήρξε τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Καλείται να παρέχει νομιμοποίηση εντός μίας και μόνο «δημοκρατικής» στιγμής. Για να αποσυρθεί και πάλι, εκχωρώντας την κυριαρχική του εξουσία στους ειδικούς της τεχνοκρατικής νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.
Αυτός ο «λαός του δικομματισμού» και των παραφυάδων του εμφανίζεται κλειστός, φοβικός και πειθήνιος. Ελκύεται προνομιακά από την ατζέντα της ασφάλειας και δημιουργείται στο όνομα της οικονομικής σταθερότητας, στον αντίποδα μιας «απελπισμένης» βουτιάς στο «άγνωστο». Οι προσδοκίες που του χάριζε το πελατειακό κράτος έχουν εκλείψει, ενώ στη θέση τους μπαίνει γυμνός ο τρόμος για το ανοίκειο. Σε αυτόν τον λαό δεν υπάρχει καμία ελπίδα, κανένα αιτούμενο πέρα από τη μη χειροτέρευση της ήδη ρημαγμένης ζωής του. Δεκτικός στον αντιδραστικό λόγο, ανέχεται τον αυταρχισμό, εξοβελίζει το διαφορετικό και υποδέχεται άκριτα τον νέο εθνικό διχασμό.
Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ριζοσπαστική Αριστερά απευθύνονται σε έναν άλλο «λαό». Έναν «λαό» που ορίζει εκ νέου την πολιτική και τη δημοκρατία, που επιθυμεί να πλάσει ξανά τον κόσμο, αμφισβητώντας τόσο το νεοφιλελεύθερο δόγμα της κυριαρχίας των αγορών όσο και τις παλαιότερες, ιδιοτελείς, σαθρές και νοσηρές πολιτικές πρακτικές. Εδώ έχουμε περισσότερο να κάνουμε με το ιδεώδες ενός «λαού» που ανοίγει τον δρόμο για τον ποιοτικό, αξιακό και πολιτισμικό, μετασχηματισμό του ήδη υπαρκτού.
Απέναντι στα δύο αυτά, ανταγωνιστικά και αλληλοαποκλειόμενα, πρόσωπα του «λαού» στέκεται σήμερα η λεηλατημένη από την κρίση ελληνική κοινωνία και κυρίως τα διαλυμένα μεσοαστικά και μικροαστικά στρώματα που στήριξαν μέχρι χθες τη μεταπολιτευτική δημοκρατία μας∙ ένας κόσμος ηττημένος, καχύποπτος, ανασφαλής, διχασμένος ανάμεσα στο είδωλο του παρελθόντος του και την εικόνα ενός ανοικτού μέλλοντος που θα μπορούσε να είναι δικό του. Προσέρχεται στην πολιτική σύγκρουση Δεξιάς και Αριστεράς με κυνικό ρεαλισμό, χωρίς μεγάλα οράματα, αγωνιώντας για την υλική και κοινωνική του επιβίωση. Μετεωρίζεται, κλυδωνίζεται άγρια ανάμεσα στις μαθημένες έξεις και στάσεις αφενός και στη βαθιά, εσωτερική ανάγκη για μια νέα εκκίνηση αφετέρου. Με άλλα λόγια έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία που, αγγίζοντας τα υλικά και ιδεολογικά όριά της, βρίσκεται ανοικτή με το δύσκολο, το οδυνηρό ενδεχόμενο της ίδιας της υπέρβασής της.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο και τους ειδικούς του όρους ας τους έχουν κατά νου όσοι προσεγγίζουν τη ριζοσπαστική Αριστερά μέσα από σχήματα λαϊκισμών του παρελθόντος ή επικαλούνται τη θεωρία των «δύο άκρων». Το διακύβευμα είναι τεράστιο και προφανώς κανένας δεν θα μας το χαρίσει. Ξέρουμε, το βλέπουμε καθημερινά, πως η κοινωνία θα εκβιαστεί, ανοικτά, αισχρά, χωρίς προσχήματα, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Από αυτόν τον αγώνα όμως ας κρατήσουμε δύο μόνο σημεία.
Πρώτον, το ποσοστό που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε ήδη αυτόν, τον «δικό μας λαό», στο προσκήνιο βάζοντάς τον δυναμικά από τις πλατείες και τα κινήματα μέσα στην επίσημη πολιτική ατζέντα. Ως εκ τούτου, από εδώ και στο εξής, όλοι θα χρειαστεί να πορευτούν λαμβάνοντάς τον πλέον υπόψη. Υπάρχει ως φόβητρο, υπάρχει στον βαθμό που δεν μπορεί από κανέναν πια να αγνοηθεί.
Δεύτερον, αυτή η πρώτη μεγάλη νίκη είναι ακόμη ημιτελής. Οι άνθρωποι που μας στήριξαν δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα και τις αξίες της Αριστεράς. Ο «λαός» μας δεν έχει ακόμη συντελεστεί, δεν έχει ακόμη λάβει σάρκα και οστά. Και αυτό ακριβώς συνιστά το πιο κρίσιμο, το πιο μεγάλο στοίχημα. Το στοίχημα με το οποίο η Αριστερά θα κληθεί να αναμετρηθεί στο άμεσο μέλλον, πέρα από το αν αναλάβει τελικά κυβερνητικές ευθύνες ή όχι.

* Η Β. Καραφουλίδου είναι ιστορικός

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ανεξιλέωτη Σαπίλα!

 Στάθης στον eniko...
Η ταπεινότης μου είναι απ’ αυτούς που η ενασχόλησή τους με την πολιτική (στην περίπτωσή μου από τη δεκαετία του 1970) τους έμαθε, πρωτίστως, να σέβονται τον λαό.
Δεν πιστεύω ότι ο λαός είναι «λαϊκιστής», όπως επίσης δεν πιστεύω και το αντίθετο, ότι δηλαδή ο λαός πρέπει να ’ναι «σοφός». Κι ακόμα περισσότερο, ότι πρέπει να ’ναι άτεγκτος - μια αριστοκρατική απαίτηση άλλωστε,

η οποία μάλιστα συχνά χρησιμοποιείται εναντίον του λαού για να τον ψέξει, να τον ταπεινώσει, να τον κάνει να αισθανθεί ένοχος που δεν είναι ισόθεος.
Επιπροσθέτως πιστεύω ότι εκείνο που κάνει (αστική έστω) δημοκρατία ανθρώπινο πολίτευμα, είναι το γεγονός ότι διαθέτει κάποιον χώρο και για τους «κλεφτοκοτάδες», μια λελογισμένη δηλαδή παθολογία που κάνει το πολίτευμα υποφερτό.
Μιλώ για λελογισμένη παθολογία κι όχι για τη διαφθορά, την οποίαν εξάλλου γεννούν ακριβώς εκείνοι οι (ήδη διεφθαρμένοι) Δυνατοί που (αφού εκμαυλίσουν τον λαό) τον μέμφονται ύστερα για «χαμηλή διαφθορά»...
Ο λαός εκφράζεται ως ένα ενιαίο σώμα στις εκλογές, αλλά ενιαίο σώμα δεν είναι - χωρίζεται σε τάξεις. Και ακριβώς εκ του γεγονότος ότι ο λαός δεν ψηφίζει συνήθως με βάση την ταξική του θέση, αλλά τις ταξικές του προσδοκίες (φερ’ ειπείν να διορίσει ο εργάτης τον γιο του στο δημόσιο), ανοίγεται ο χώρος για τις κυρίαρχες αστικές κυρίως ελίτ προς άγρευσιν κομματικής πελατείας.

Με συγχωρείτε για αυτήν την ίσως σχοινοτενή εισαγωγή, αλλά ήθελα να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, ώστε να φανεί από ποιαν οπτική γωνία βλέποντας, θα κάνω την κριτική μου στους 200.000 συμπατριώτες μας που πήγαν και (υπερ)ψήφισαν Μπενύτο την περασμένη Κυριακή.
Εν πρώτοις δεν ήταν 200.000! 200.000 λέει ότι ήταν ο κ. Τσουκάτος.
Θα μπορούσαν να είναι και 400.000! Μήπως υπήρξε κάποιος μηχανισμός (εκλογικοί κατάλογοι, παρατηρητές) ή ό,τι άλλο που θα μας διαβεβαίωνε για του αριθμού το αληθές;
Οχι! Μόνον ο λόγος του κ. Τσουκάτου!

Θα μου πείτε ότι ο λόγος του κ. Τσουκάτου είναι συμβόλαιο (με την Ιστορία, τη Ζήμενς και τα βαλιτσάκια) - να το δεχθώ.
Να δεχθώ όμως και την επιστροφή Τσουκάτου;
Ετσι απλά! Σαν να μην έτρεξε τίποτα;

Αλλά σε αυτό ακριβώς το φαινόμενο εδράζεται το «αρχίζουμε» του Μπενύτο. Αρχίζουμε πώς;
Με την ίδια παθολογία; Με την ίδια ανεξιλέωτη σαπίλα! Με την ίδια

ακατάσχετη μπουρδολογία (να ομιλεί δηλαδή εκτός των άλλων και για τον εαυτόν του ο κ. Βενιζέλος ως να ήταν τουλάχιστον ο Ναζωραίος αυτοπροσώπως);
«Είμαι ευαίσθητος!»
«Είμαι με το βιομηχανικό προλεταριάτο», να δηλώνει αναίσχυντα ο άνθρωπος που πήγε τον μισθό στα 420 ευρώ (για να τον πάνε τα συνεταιράκια του στα 300 κι ακόμα παρακάτω).

Ή μήπως με ένα «συγγνώμη» καθαρίζει ο κ. Βενιζέλος όλην την κόπρο του Αυγείου που αυτός και το κόμμα του μαζί με τη Ν.Δ. επεσώρευσαν στη χώρα;
Αλλά, αν ο Μπενύτο είναι ένα ανδρείκελο της Τρόικας κι ένα κατάλοιπο του ανεξιλέωτου ΠΑΣΟΚικού παρελθόντος, αυτοί που τον ψήφισαν τι είναι;
Κατ’ αρχήν είναι πολίτες-μαϊμού! Οχι ένεκεν της απροσδιοριστίας του αριθμού τους

- αλήθεια αν ψήφισαν 250.000 πολίτες (διότι όσον οι ώρες, ο αριθμός τους ανέρχεται), ας μας δείξουν τις 500.000 ευρώ που εισέπραξαν -

- όχι τις αποδείξεις διότι ως καλοί ΠΑΣΟΚοι, αποδείξεις δεν έκοψαν -


Πολίτες-μαϊμού λοιπόν, όχι ένεκεν της αριθμητικής απροσδιοριστίας, αλλά διότι με τη συμμετοχή τους σε αυτήν τη φάρσα ευτέλισαν για μιαν ακόμα φορά τη δημοκρατία
ψηφίζοντας έναν μόνον υποψήφιο
με ποσοστό μονοκράτορα
Αθλιότητες!

Κι αυτό είναι το τραγικό: ότι οι συμπολίτες μας αυτοί που υποβαθμίζουν τον εαυτόν τους συμμετέχοντας, άλλοι από ιδιοτέλεια κι άλλοι από ιδεολογία σε μια φάρσα που βλάπτει τη δημοκρατία
επειδή την καθιστά γελοία (έστω στα ίδια τα εαυτών μέτρα) κι επειδή
βασίζεται σε ένα σχήμα όχι μόνον πνιγμένο στις αμαρτίες του παρελθόντος, αλλά που του εξασφαλίζει περαιτέρω «ασυλία», τουλάχιστον στον βαθμό που

οι αμετανόητοι υπερψηφίζουν τους ατιμώρητους.

Το ΠΑΣΟΚ, κατά τη γνώμη μου, τώρα μαθαίνει κι όχι πριν, στην πιο αισχρή του περίοδο με τον πιο παρακμιακό τρόπο.
Διότι όσο δεν λύνονται οι λογαριασμοί με το παρελθόν οι μόνοι λογαριασμοί που θα έχουν αξία στις τάξεις του, είναι οι λογαριασμοί των τραπεζών.

Οχι! Για μένα, αυτός που πήγε χθες και ψήφισε νομιμοποιώντας μιαν ακόμα αισχρότητα, δεν είναι ο φίλος μου ο ΠΑΣΟΚος της διπλανής πόρτας, αλλά ο συνένοχος στο κόψιμο των μισθών φερ’ ειπείν (και του δικού του μισθού βεβαίως) είτε διότι ιδιοτελώς άλλα προφυλάσσει ή εις άλλα ελπίζει, είτε διότι είναι βλαξ.

Ετσι λοιπόν, με βάση όσα σας εξέθεσα στον πρόλογο, αυτή μου η κριτική για ιδιοτέλεια ή βλακεία των πολιτών-μαϊμού, δεν είναι κριτική αφ’ υψηλού, αλλά απ’ τα χαμηλά

απ’ τα έσχατα, απ’ τον πάτο του Καιάδα, όπου μας έστειλαν όλους (ακόμα και τα παιδιά τους κι ας μην το καταλαβαίνουν) αυτοί οι

πρόθυμοι της φάρσας, της παράνοιας, της ατιμωρησίας κι, εν τέλει, της ανελευθερίας...

Αυτοί οι ευτελείς ιδιοτελείς

Ροη αρθρων