Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΖΑΟΥΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΖΑΟΥΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Η αλλοτινή και η μελλοντική Ευρώπη...

Το όραμα του Σπινέλι
Του Μαρκ Μαζαουερ
Aυτές τις μέρες κυκλοφορεί, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, το βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ «Κυβερνώντας τον κόσμο. Η ιστορία μιας ιδέας». Ξεκινώντας από το 1815 και φτάνοντας μέχρι σήμερα, εξετάζει τις αντικρουόμενες δυνάμεις που μορφοποιούν την ιδέα της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Οι μυθοπλασίες του Ιουλίου
Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Οι δύο μάσκες"
Τζόρτζιο ντε Κίρικο, “Οι δύο μάσκες”
Βερν και του Χ. Τζ. Γουέλς, οι σημαίες του διεθνισμού και η παγκόσμια αδελφοσύνη, η αυτοκρατορία του δικαίου, η Ιερά Συμμαχία, η Κοινωνία των Εθνών, ο ΟΗΕ, η ΕΟΚ και η Ε.Ε., τα σχέδια της εσπεράντο, η αμερικανική κυριαρχία, είναι μερικές από τις ψηφίδες της συναρπαστικής αυτής αφήγησης. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα του τελευταίου κεφάλαιο που αναφέρεται στην Ευρώπη — και δείχνουν πόσο ουσιαστικά πολιτικό είναι αυτό το σημαντικό ιστορικό βιβλίο.
ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

H βία των θεσμών...

Του Γιαννη Κιμπουροπουλου, απο την Αυγη...
Ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, στην ενδιαφέρουσα διάλεξή του στην Αθήνα, προχώρησε σε μια πολιτικά χρήσιμη «αποκάλυψη» για τον ολοκληρωτισμό της θεωρίας των άκρων, η οποία πρακτικά καταλήγει σε μια συνηγορία υπέρ του νεοναζισμού. Εξ ίσου ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορική «νομιμοποίηση» που απέδωσε ακόμη και στα φαινόμενα πολιτικής βίας, τα οποία έχουν καταγραφεί κατά την τριετία του Μνημονίου κυρίως από τον αντεξουσιαστικό χώρο, επισημαίνοντας ότι αυτά δεν αποτελούν ουσιαστική απειλή για την κοινοβουλευτική δημοκρατία και αποδοκιμάζοντας την «εξομοίωση όλων των μορφών 'ανομίας'». «Είναι μεγαλύτερο πρόβλημα η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος από την αναβολή κάποιων μαθημάτων», είπε ο Βρετανός ιστορικός, απογοητεύοντας προφανώς τον Έλληνα πανεπιστημιακό που του απαιτούσε μια «καθαρή» απάντηση στο αν «η Αριστερά σέβεται τους νόμους όταν οργανώσεις της παρενοχλούν καθηγητές». Το συμπέρασμα του Μαρκ Μαζάουερ, που μάλλον ενόχλησε αρκετούς «σελέμπριτις» του ακροατηρίου του, ήταν ότι έχει την προσδοκία από την Αριστερά και ιδιαίτερα από τον ΣΥΡΙΖΑ να παίξει ρόλο στην επανανομιμοποίηση της πολιτικής και στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών της δημοκρατίας που έχουν τρωθεί βαθιά από τον διεφθαρμένο δικομματισμό.
Η ανάλυση αυτή βρίσκει συνηγορία και στην ιστορική εμπειρία, σύμφωνα με την οποία η Αριστερά όλων των αποχρώσεων, ακόμη κι αυτή που εξ ορισμού απορρίπτει την κοινοβουλευτική δημοκρατία ως καμουφλάζ της δικτατορίας του πλούτου, την έχει υπερασπίσει πολύ πιο αποτελεσματικά από αστικά κόμματα που ομνύουν σ’ αυτήν. Την έχει υπερασπίσει ακόμη και με βίαια, «αντικοινοβουλευτικά» μέσα που, εκ του αποτελέσματος, αποδείχθηκαν πολύ αποτελεσματικότερα από τη «νομιμόφρονα σιωπή» και τη συνένοχη «μη βία» των αστικών δυνάμεων απέναντι σε αντικοινοβουλευτικές εκτροπές. Αυτό το ιστορικό δεδομένο, άλλωστε, αναγνωρίζεται έμμεσα στην ακροτελεύτια διάταξη του ελληνικού συντάγματος (το περίφημο πρώην 114 και νυν 120), η οποία ορίζει πως η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων «που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Και προφανώς η ίδια η βία μόνο να αποκλειστεί δεν μπορεί από αυτήν την αντίσταση.
Η προσέγγιση δεν είναι ακαδημαϊκή. Πολύ περισσότερο που η τρόικα, οι εταίροι πιστωτές και η συγκυβέρνηση επιχειρούν έναν βίαιο επαναπροσδιορισμό των ορίων της δημοκρατικής και συνταγματικής νομιμότητας, ερήμην του ίδιου του συντάγματος. Κι αντί να είναι απολογούμενοι για την πολύπλευρη κατάλυση της ήδη ανάπηρης νομιμότητας αυτής, επιχειρούν να θέσουν την Αριστερά στη θέση του απολογούμενου για κάθε μορφής κοινωνική αντίδραση. Κατά το γνωστό κλισέ: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Στη θέση των αμήχανων μηρυκασμών που ακούγονται συχνά από την Αριστερά θα έπρεπε να ακουστεί μια ορθή-κοφτή απάντηση, που θα αντέστρεφε τη σχέση εγκαλούντων-απολογούμενων: «Καταδικάζουμε τη μήτρα κάθε μορφής βίας, την πολιτική, ταξική, οικονομική βία που ενσωματώνουν τα μνημόνια. Καταδικάζουμε την πρωταρχική βία που φωλιάζει σ’ όλους τους θεσμούς, τις 'μεταρρυθμίσεις' και τις αποικιοκρατικές σχέσεις που έχουν επιβάλει οι πιστωτές. Καταδικάζουμε την ανομία των γκαουλάιτερ, των επιτρόπων, την κατάλυση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Καταδικάζουμε τη βίαιη κοινωνική γενοκτονία που συντελείται βάσει σχεδίου και όχι εκ 'λάθους', εν ονόματι της 'ανταγωνιστικότητας'. Καταδικάζουμε τη βία των θεσμών που διαβάζουν το σύνταγμα με φακούς ταξικής μυωπίας και μεταμορφώνουν τη δημοκρατία σε αυταρχικό και ανήθικο καθεστώς σε βάρος της τεράστιας κοινωνικής πλειοψηφίας».
Η βία των θεσμών, η βία ενός κράτους που οικοδομήθηκε στα μέτρα του καταρρεύσαντος δικομματισμού, για να εξυπηρετήσει σχέσεις πελατείας με τους κατόχους του πλούτου, σχέσεις εκμαυλισμού με τις υποτελείς τάξεις, σχέσεις υποτέλειας με τα ευρωπαϊκά και διατλαντικά κέντρα εξουσίας, αυτή η βία είναι η πραγματικότητα που θα είχε να αντιμετωπίσει μια Αριστερά με την πρόκληση της διακυβέρνησης ενώπιόν της. Η κατά Μαζάουερ «αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών» προϋποθέτει μια ρήξη τεράστιας έντασης με τους θεσμούς αυτούς, προκειμένου να απαλλαγούν από τη βία που εμπεριέχουν, τις σχέσεις ταξικής κυριαρχίας που ενσωματώνουν και, κυρίως, τους όρους ακρωτηριασμού της κρατικής κυριαρχίας που έχουν αποδεχθεί στο πλαίσιο της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης.
Άλλωστε, μια κυβέρνηση που θέλει να υπερασπίσει τη δημοκρατία υπέρ της λαϊκής πλειοψηφίας δεν έχει απλώς να αποκαταστήσει την «αξιοπιστία» των θεσμών, αλλά να αναμετρηθεί με αυτό που ο Γκράμσι ονόμαζε «καισαρισμό»: δηλαδή τη ροπή των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών προς τον αυταρχισμό στη διάρκεια των μεγάλων καπιταλιστικών κρίσεων, με την υποβάθμιση μέχρι εξευτελισμού των θεσμών που εξαρτώνται από την εκλογική διαδικασία, και την ταυτόχρονη ενίσχυση των «ανεξάρτητων», προστατευμένων από τις επιρροές της κοινής γνώμης θεσμών. Κρατική και ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, Κομισιόν, ΕΚΤ, χρηματοπιστωτικοί όμιλοι, τρόικα, task force... Κατ’ εξοχήν πεδίο άσκησης του ακραίου «καισαρισμού» της Ε.Ε. η Ελλάδα, αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο υπεράσπισης της δημοκρατίας σε ευθεία σύγκρουση με τον «ευρω-καισαρισμό» και τους βίαιους θεσμούς του.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Έρικ Χόμπσμπαουμ: Ο άνθρωπος της ιστορίας...

«Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατος του Έρικ Χόμπσμπαουμ είναι ένα πολύ θλιβερό νέο»
Του Μαρκ Μαζάουερ / The Guardian
Μετάφραση: Δάφνη Μαρία Βουβάλη
Ο θάνατος του Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ηλικία 95 ετών, μας στερεί από έναν μεγάλο ιστορικό, έναν αριστοτέχνη συγγραφέα μιας ρωμαλέας και ευανάγνωστης πρόζας, κι έναν λόγιο, του οποίου η πνευματική περιέργεια και η εμβέλεια δεν έχει σχεδόν κανένα προηγούμενο. Όταν τον γνώρισα, είχε ήδη ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία συνταξιοδότησης – πρώτα στο Πανεπιστήμιο του Μπίρκμπεκ, το πανεπιστήμιο των παλιών εργατών του πνεύματος, για τα ιδανικά των οποίων πάντα υπερηφανευόταν, και ύστερα σε συναντήσεις του Past and Present, του περιοδικού που είχε βοηθήσει να ιδρυθεί. Ωστόσο, ο Χόμπσμπαουμ, παρόλο που είχε ήδη ξεπεράσει τα 80, ήταν ακόμη πολύ δραστήριος.
Δίδασκε στο Μπίρκμπεκ από τα τέλη της δεκαετία του 1940, κι όπως διατηρούσε επί 50 χρόνια εκεί ένα μικρό γραφείο, νομίζω ότι τον πρωτοσυνάντησα στον στενό διάδρομο έξω απ’ αυτό, αδύνατο, κι ελαφρά σκυφτό. Οι ήδη αδύναμοι ώμοι του, κάτω από το σπορ τζάκετ που φορούσε, σε έκαναν να θέλεις να τον προστατέψεις, αλλά το συναίσθημά σου αυτό εξαφανιζόταν μόλις άρχιζε να μιλάει. Ο Χόμπσμπαουμ δεν είχε ανάγκη από προστασία, και το μυαλό του διατηρούσε μια εκπληκτική ενέργεια και διαύγεια μέχρι το τέλος. Κι ύστερα ήταν η φωνή του – αποφασιστική, σχεδόν στρατιωτική, εκείνο το χαρακτηριστικό προστακτικό ερωτηματικό – «δεν είναι και το πρώτο μυαλό, νομίζω;» – που περιέκλειε ολόκληρη την Βρετανία των μέσων του προηγούμενου αιώνα, η οποία έχει πια χαθεί, και η οποία αποτελούσε μέρος του Χόμπσμπαουμ τόσο, όσο και ο ατελείωτος σχολιασμός του Μαρξισμού.
Βέβαια, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλον Μαρξιστή που να άξιζε σε τέτοιο βαθμό τον τίτλο του Μέλους της Τιμής, που του απονεμήθηκε το 1998, όσο ο Χόμπσμπαουμ, διότι όσα αυτός προσέφερε σε τούτη την χώρα, ήταν περισσότερα απ’ όσα του έδωσε εκείνη. Έφτασε στην Αγγλία μαθητής το 1933, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως τότε στην Βιέννη και το Βερολίνο (μια ιστορία που θα αφηγηθεί αργότερα στην καταπληκτική του αυτοβιογραφία Interesting Times), όπου και γνώρισε την άνοδο των Ναζί και ανακάλυψε τον Μαρξισμό. Στο Κέμπριτζ, στο οποίο σπούδασε κατά την δεκαετία του ’30, είχε την φήμη της παντογνωσίας. Την εποχή που διηύθυνε τον τοπικό πυρήνα του Κομμουνιστικού Κόμματος από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, ο νεαρός Χόμπσμπαουμ κλήθηκε να στελεχώσει την κλειστή κοινωνία των Αποστόλων. Ανήκε στην αντιφασιστική γενιά, κι από τη στιγμή που έκανε τις πολιτικές του επιλογές παρέμεινε αφοσιωμένος σ’ αυτές σε ολόκληρη την ζωή του, και ποτέ δεν απολογήθηκε γι’ αυτές.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος άρχισε να ψάχνει για δουλειά, αλλά η προσχώρησή του στο κόμμα του στάθηκε εμπόδιο: ακόμα και στην Αγγλία ένας μικρός Μακκαρθισμός πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Το Κέμπριτζ του γύρισε την πλάτη, αλλά το Μπίρκμπεκ τον καλωσόρισε. Πάνω από το εστιατόριο Γκαριμπάλντι του Σάφρον Χιλ, έγινε μέλος μιας εξαιρετικής λέσχης – της Ομάδας Ιστορικών του Κομμουνιστικού Κόμματος (CPHG). Αν σήμερα οι Βρετανοί ιστορικοί συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εξωστρεφή τμήματα της ακαδημίας, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο του CPHG. Μετά το 1946, τα μέλη του βοήθησαν στην μετεξέλιξη ενός στυφού κύκλου συνταγματολόγων διεπόμενων από την νοοτροπία του βασιλιά και της βασίλισσας, και κατέστησαν δημοφιλή την μελέτη των απλών ανθρώπων, τοποθετώντας την κοινωνική και οικονομική ιστορία στο επίκεντρο του επαγγέλματος.
Το περιοδικό Past and Present ήταν μια όαση, κι ένας αγωγός για νέες ιδέες από το εξωτερικό. Ο τοπικισμός της αγγλικής πνευματικής ζωής άρχισε να υποχωρεί. Όπως αρέσκονταν να λένε κάποτε οι Μαρξιστές, το γεγονός ότι ο Μαρξισμός αποτελούσε την πνευματική γεννήτρια αυτής της επανάστασης, δεν ήταν τυχαίο. Παρείχε μια φυσική γέφυρα σε άλλες κοινωνικές επιστήμες – ιδιαίτερα στην κοινωνιολογία και τα οικονομικά – όπου συνέβαιναν συναρπαστικά πράγματα, ενώ την ίδια στιγμή που έκανε την Αγγλία πατρίδα της βιομηχανικής επανάστασης και το επίκεντρο της ιστορικής δράσης, εμφυσούσε μια παγκόσμια άποψη των πραγμάτων.
Ο Χόμπσμπαουμ βρισκόταν στην καρδιά όλων αυτών. Ακόμη κι αν δεν έπαψε ποτέ ν’ ασχολείται με το άλλο πάθος του, την τζαζ – για την οποία έγραψε πολλά θαυμάσια με το ψευδώνυμο Φράνσις Νιούτον – ταυτοχρόνως σφυρηλατούσε δεσμούς με Γάλλους, Γερμανούς και Ιταλούς ιστορικούς, και άφηνε τις ιδέες και τα ενδιαφέροντά τους να διαμορφώσουν τα δικά του. Ο ιστορικός που είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός με την ιστορία του φαβιανισμού, άρχιζε τώρα να γράφει για τους Ιταλούς χωρικούς και τους Νοτιοαμερικανούς ληστές. Κι ύστερα, ξεκίνησε το εξαιρετικό τετράτομο έργο του, το οποίο αποτελεί ακόμη μια ακαταμάχητη και απαράμιλλη εισαγωγή στην παγκόσμια ιστορία από την Γαλλική Επανάσταση μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, για χιλιάδες αναγνώστες (‘Η Εποχή των Επαναστάσεων’, ‘Η Εποχή του Κεφαλαίου’, ‘Η Εποχή των Αυτοκρατοριών’, ‘Η Εποχή των Άκρων’.)
Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα βιβλία, δεν μπορούμε να μην κατακλυστούμε από την συγγραφική δεινότητα του Χόμπσμπαουμ. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν ιστορικό, είναι να καταστήσει ένα επιχείρημα αναγνώσιμο. Κι αυτό, ο Χόμπσμπαουμ το κάνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Η στροφή στην αφήγηση, η ανάγκη να πει κάποιος ιστορίες, δεν είναι γι’ αυτόν. Ο Χόμπσμπαουμ είναι γεμάτος από ιστορίες. Αλλά οι ιστορίες του μιλούν για τάσεις, κοινωνικές δυνάμεις, και μεγάλης κλίμακας αλλαγές σε μεγάλες αποστάσεις. Το να πει κανείς αυτό το είδος της ιστορίας με τρόπο τόσο συναρπαστικό όσο αν αφηγούνταν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί πραγματική πρόκληση για το ύφος και την σύνθεση. Και στην τετραλογία του, ο Χόμπσμπαουμ μας δείχνει πώς μπορούμε να το πετύχουμε.
Σίγουρα, κάποια κομμάτια λειτουργούν καλύτερα από άλλα. Το ‘Η Εποχή των Αυτοκρατοριών’, παραμένει ένα κατόρθωμα. Κανένας άλλος Ευρωπαϊστής δεν έγραφε από την ίδια του τη χώρα την μια στιγμή για την Νότια Αμερική και την άλλη για την Κίνα.  Αντίθετα, ‘Η Εποχή των Άκρων’ – ο τόμος που αναφέρεται στον 20ό αιώνα, συγκριτικά μειονεκτεί. Αυτό που διηγείται στην πραγματικότητα, είναι η ιστορία η οποία αναδύεται πιο ανοιχτά στην αυτοβιογραφία του Χόμπσμπαουμ, ενώ στην πορεία παρεμβάλλονται και οι πολιτικές του συμπάθειες. Αλλά αν αυτό εξεταστεί εκ των υστέρων, δεν εκπλήσσει σχεδόν καθόλου, ούτε αξίζει τον θόρυβο που προκάλεσε στην αρχή.
Κανείς δεν θα διάβαζε τον Χόμπσμπαουμ για τις διαυγείς εκτιμήσεις των ορίων του κομμουνισμού τις οποίες κάνει, όπως κανείς δεν θα έβρισκε πολλά πράγματα στο έργο του για τον ρόλο του φύλου στην ιστορία (ένα άλλο τυφλό σημείο). Αυτό όμως που αρκετοί από εμάς μπορούμε να επισημάνουμε, είναι το εκπληκτικό του επίτευγμα, ο μετασχηματισμός της ιστορίας σ’ ένα παγκόσμιο μυθιστόρημα (διήγημα, ιστορία), πράγμα στο οποίο ο Χόμπσμπαουμ πρωτοπόρησε. Η κληρονομιά του συνεχίζεται μέσα από ένα ευημερών κι εξωστρεφές επάγγελμα του ιστορικού, κληρονομιά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της οποίας βρίσκεται στο ότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που διόλου ενδιαφερόταν να ιδρύσει δική του σχολή. Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατός του είναι ένα πολύ θλιβερό νέο. Είθε τα βιβλία του να διαβάζονται για πολλά χρόνια ακόμη.

Ροη αρθρων