Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

O πατέρας μου, Έρικ Χομπσμπάουμ...

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ...
Με την κόρη του Τζούλια, τη μέρα του γάμου της
Ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος ξέροντας ότι θα καταλήξει στο Νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ (λίγα μέτρα πέρα από τον τάφο του Μαρξ). Η ανατολική πτέρυγα του κοιμητηρίου είναι γεμάτη εικονοκλάστες διανοούμενους. Για κάποιον που πέρασε κάθε μέρα της ζωής του διαβάζοντας τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά πράγματα (αγαπούσε την ποίηση του Γ. Χ. Ώντεν και τα μυθιστορήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή του Κάρλος Φουέντες εξίσου με την πολιτική οικονομία) κάναμε τη σκέψη ότι ήταν ταιριαστό να αναπαυθεί ανάμεσα σε συγγραφείς και αγωνιστές με τους οποίους είτε έκανε όντως παρέα όσο ζούσε είτε ευχαρίστως θα έκανε αν τους είχε γνωρίσει. Οι βραδινές μαζώξεις που οργάνωναν οι γονείς μου στο σπίτι μας στο Χάμπστεντ είχαν αφήσει εποχή: τα Χριστούγεννα της δεκαετίας του 1970 τα μοιραζόμασταν πάντα με ακαδημαϊκούς απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι, όπως έλεγε η μητέρα μου, «δεν είχαν πού αλλού να πάνε μέχρι να ξανανοίξει το Βρετανικό Μουσείο». Τα επόμενα χρόνια οι γονείς μου οργάνωναν ετήσια μεσημεριανά πάρτυ στο όμορφο εξοχικό τους στο Μπρέκον Μπίκονς κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Χέι,[1] στο οποίο ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος, για τους περαστικούς από κει συγγραφείς που ήταν και παλιοί τους φίλοι: τον Αμάρτυα Σεν και την Έμμα Ρόθτσιλντ, την Κλαιρ Τόμαλιν και τον Μάικλ Φρέιν, τον αξέχαστο Σερ Τζων Μάντοξ και τη σύζυγό του, συγγραφέα Μπρέντα Μάντοξ. Και τον Τομ Στόπαρντ ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, βάσισε στον πατέρα μου τον χαρακτήρα τού κομμουνιστή καθηγητή του Κέμπριτζ, στο θεατρικό του έργο Ροκ εν Ρολ.[2]

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Οι τελευταίες μέρες του Έρικ Χομπσμπάουμ...

απο το mao.gr..
Οι τελευταίες μέρες του Έρικ Χομπσμπάουμ
Ο μεγάλος ιστορικός με τα μάτια της κόρης του
Περίπου ένα εξάμηνο μετά το θάνατο του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού, η κόρη του, η 49χρονη Τζούλια Χομπσμάουμ, γράφει στους Φαινάνσιαλ Τάιμς, ένα εκπληκτικό κείμενο για τον πατέρα της. Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα:
Ο πατέρας μου πέθανε στα 95 του χρόνια, με πολυάριθμες εκδόσεις των βιβλίων του σε πολλές γλώσσες, με αμέτρητες τιμητικές διακρίσεις και με την αναγνώριση ανθρώπων όλων των ηλικιών και απ’ όλες τις τάξεις. Και στο θάνατό του είχε πολιτικούς εχθρούς, όπως είχε και όσο ήταν εν ζωή καθώς ήταν ένας μαρξιστής ιστορικός που ποτέ δεν αποκήρυξε την ένταξή του στο κομμουνιστικό κόμμα.
[Η τέφρα του Χομπσάουμ θάφτηκε στο κοιμητήριο του Χαϊγκέιτ, σε έναν τάφο πολύ κοντά στον τάφο του Καρλ Μαρξ. Ο τάφος αυτός είχε αγοραστεί πριν από αρκετά χρόνια από τη Μαρλέν, τη σύζυγο του Χομπσμάουμ -«ήταν μια σπάταλη πράξη αγάπης», εξηγεί η Τζούλια Χομπσμπάουμ.] Η μητέρα μου είναι σήμερα 81 ετών και επί 50 χρόνια ήταν η ατραγούδιστη μούσα του πατέρα μου. Φοιτητές, εκδότες, δημοσιογράφοι, κανάλια διεκδικούσαν το χρόνο του πατέρα μου κι αυτή έπρεπε να τους αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, ήταν ο πρώτος γενικός αναγνώστης των έργων του. [...]
Του πατέρα μου του άρεσε που θα κατέληγε στο Χαϊγκέιτ. Η ανατολική πτέρυγα του κοιμητηρίου είναι γεμάτη εικονοκλάστες της διανόησης. Τον φαντάζομαι, με τα γυαλιά τραβηγμένα πάνω από το ψηλό του μετώπο, να κοιτάζει με το πρεσβυωπικό του βλέμμα τον οδηγό που έχει τυπώσει ο Όμιλος Φίλων του Κοιμητηρίου Χαϊγκέιτ και να διαβάζει το δικό του βιογραφικό…
Για κάποιον που διάβαζε διαρκώς και δεν άφησε ούτε μία ημέρα της ζωής του να περάσει χωρίς ανάγνωση (του άρεσε η ποίηση του Γ.Χ. Όντεν και τα μυθιστορήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και του Κάρλος Φουέντες καθώς και τα θεωρητικά κείμενα πολιτικής οικονομίας) φαίνεται ταιριαστός αυτός ο τόπος ανάπαυσης ανάμεσα σε συγγραφείς και πολιτικούς αγωνιστές με τους οποίους είτε είχε κάνει παρέα ενόσω ζούσε είτε θα έκανε ευχαρίστως παρέα αν είχαν γνωριστεί.
[Η Τζούλια Χομπσμάουμ γράφει για το πόσο κοινωνικός ήταν ο πατέρα της και περιγράφει το πώς, στη δεκαετία του ’70, μαζεύονταν κάθε Χριστούγεννα στο σπίτι τους ακαδημαϊκοί από όλο τον κόσμο οι οποίοι, όπως έλεγε η μητέρα της, «δεν είχαν πουθενά αλλού να πάνε μέχρις ότου ξανανοίξει το Βρετανικό Μουσείο». Αργότερα, στο εξοχικό τους, φιλοξενούνταν συγγραφείς και διανοητές όπως ο οικονομολόγος Αμάρτια Σεν,  καθώς και ο θεατρικός συγγραφέας Τομ Στόπαρντ που ο χαρακτήρας του Κόκκινου Πρύτανη του Κέμπριτζ στο έργο του Ροκ εν Ρολ είναι εμπνευσμένος από τον Χομπσμπάουμ.]
Η αγάπη του για το διάβασμα
«Στο μαιευτήριο που γεννήθηκα, το 1964, η μητέρα μου είπε στη μαία ότι για να αναγνωρίσει τον πατέρα μου αρκεί να βγει στο διάδρομο και να βρει εκείνον τον κύριο που αντί να πηγαινοέρχεται πάνω-κάτω όπως όλοι, κάθεται και διαβάζει. Κάποτε, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Σεβίλλη, διάβασε τον τηλεφωνικό κατάλογο κι έφτασε έως το γράμμα Η. Η περιέργειά του ήταν ακόρεστη και αυτό ευχόταν να έχουν τα εγγόνια του: “περιέργεια”. Διάβαζε τα πάντα και συχνά στα ισπανικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά ή τα γαλλικά.
Για δύο χρόνια περίπου ο τάφος που είχαμε αγοράσει έμεινε αχρησιμοποίητος, αν και η ασθένεια και η προχωρημένη ηλικία έφεραν πολλές φορές τον πατέρα μου στο κατώφλι του θανάτου. Τους τελευταίους μήνες κυκλοφορούσε με αναπηρικό καροτσάκι και πηγαινοερχόταν διαρκώς από το σπίτι στο νοσοκομείο. Οι νοσοκόμες και οι γιατροί γοητεύονταν απ’ αυτόν γιατί πάντα ρωτούσε, τον καθένα ξεχωριστά, από ποια χώρα ήταν και έδειχνε ότι ξέρει πολλά οικονομικά στοιχεία για την πατρίδα τους.
[...] Ο ίδιος μεγάλωσε στη Βιέννη. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια μες στη φτώχεια και στην ανασφάλεια. Ο πατέρας του πέθανε σε ηλικία 48 ετών στο κατώφλι του σπιτιού τους, ύστερα από μια ολοήμερη απελπισμένη αναζήτηση δουλειάς ή χρημάτων να δανειστεί. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε από φυματίωση η 36χρονη μητέρα του και ο Χομπσμπάουμ πήγε να μείνει σε συγγενείς του στο Βερολίνο. Βλέποντας από πρώτο χέρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, αποφάσισε να γίνει «κομμουνιστής για όλη μου τη ζωή», όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του Ενδιαφέροντες καιροί. Το 1933 εγκαταστάθηκε σε συγγενείς του στη Βρετανία και το 1936 κέρδισε μια υποτροφία για το Κέμπριτζ.
Όταν είχε κάποιο ραντεβού με γιατρούς στο νοσοκομείο, πάντα είχε μαζί του ένα βιβλίο σε έκδοση τσέπης ώστε να διαβάζει σε περίπτωση που του έκαναν εισαγωγή. Χωρίς φαγητό μπορούσε να ζήσει, όχι όμως χωρίς ιδέες.
Ο Τεν Τεν και το Κορίτσι με το τατουάζ
[...] Αν και επικοινωνούσε μέσω e-mail και χρησιμοποιούσε το Ίντερνετ, δεν έπαυε να είναι άνθρωπος του βιβλίου. Μετά το θάνατό του άρχισα να μαζεύω τα βιβλία που μου είχε χαρίσει [...] Όταν ήμουν εννέα ετών, μου είχε χαρίσει ένα πολύ μεγαλίστικο βιβλίο, τη Μαρία Θηρεσία,  πιστεύοντας ότι ο η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας θα ήταν το ιδανικό βοήθημα για μια σχολική εργασία με θέμα “Οι μεγάλες γυναίκες της Ιστορίας”. Τότε δυσανασχέτησα, σήμερα νιώθω τύψεις.  Ωστόσο, δεν ήταν ο πατέρας που υποχρεωτικά μάς τάιζε “βαριά βιβλία”. Μας είχε διαβάσει μεγαλόφωνα όλα τα τεύχη του Τεν Τεν και μάλιστα μερικές φορές τού άρεσε να λέει ουρλιάζοντας τις βρισιές του Κάπτεν Χάντοκ. [...] Θυμάμαι τον μπαμπά και τα βιβλία του. Τον θυμάμαι πάντα έτοιμο για τα πάντα, πάντα σίγουρο ότι υπήρχε κάτι ενδιαφέρον να ανακαλύψεις.  Τις στερνές του μέρες αυτή η δίψα άρχισε να υποχωρεί. Με τη χαρακτηριστική του ακρίβεια και ευγένεια, είχε ρωτήσει τότε τον αδελφό μου “Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο ή το προτελευταίο;”
Δύο χρόνια πριν πεθάνει, μου τηλεφώνησαν να πάω επειγόντως στο σπίτι για να βοηθήσω στη μεταφορά του στο νοσοκομείο -η πρώτη του πνευμονία. Φαινόταν να είναι στα τελευταία του κι έμοιαζε να το ξέρει. Με πολύ κόπο τον κατεβάσαμε στο ισόγειο. Όμως εκεί κοντοστάθηκε. Έτοιμος να πέσει, άπλωσε το χέρι του και πήρε ένα βιβλίο από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης στο μπροστινό δωμάτιο. Ένα κομψό δερματόδετο βιβλίο που του το είχε χαρίσει η πολυαγαπημένη του μαμά στη Βιέννη πριν 80 χρόνια.
Χάρη στα αντιβιοτικά, σε δύο μέρες συνήλθε. Του τηλεφώνησα στο κινητό του και τον ρώτησα αν ήθελε να του φέρω κάτι. Του άρεσαν τα γλυκά και περίμενα ότι θα μου ζητούσε λίγα ζελεδάκια από φρούτα ή μαύρη σοκολάτα. “Πήρα μαζί μου ένα βιβλίο κάπως βαρύ. Μπορείς να μου φέρεις κάτι πιο ανάλαφρο;” Όπως αποδείχτηκε, το βιβλίο που είχε διαλέξει, υποθέτοντας ότι θα ήταν το τελευταίο που θα έπιανε στα χέρια του, ήταν μια γερμανική έκδοση των Αδελφών Καραμαζόφ και, στη δοσμένη κατάσταση, δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτόν. Ήξερα ότι του άρεσαν τα αστυνομικά -ένας τοίχος της βιβλιοθήκης του ήταν γεμάτος αστυνομικά σε εκδόσεις Penguin με πράσινες ράχες, τα παλιά του αστυνομικά του Εd Mcbains και, τα πιο πρόσφατα, τα μυθιστορήματα του Έλμορ Λέοναρντς. Έτσι, του πήγα Το κορίτσι με το τατουάζ του Στιγκ Λάρσον. Μάλιστα αυτό προκάλεσε μια ζωηρή και πιπεράτη συζήτηση για το πόσα πολλά εξωσυζυγικά κρεβατώματα περιείχε το βιβλίο -«υπερβολικά πολλά», σύμφωνα με τον πατέρα μου.
[...] Το τελευταίο μας αντίο σαν οικογένεια το δώσαμε σιωπηλοί, ένα κρύο πρωινό του Οκτώβρη στο Κοιμητήριο του Χαϊγκέιτ. Λίγο νωρίτερα, καθώς αγόραζα ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια για να το αφήσω στον τάφο, ένιωσα μια ισχυρή ανάγκη να δώσω στον πατέρα μου, για τελευταία φορά, κάτι να έχει να διαβάζει -μου φαινόταν αδιανόητο το να μην έχει “ιδέες να αναπνεύσει”. Αγόρασα το London Review of Books, με το οποίο συνεργαζόταν τακτικά σε όλη του τη ζωή και τώρα φιλοξενούσε τη νεκρολογία του, γραμμένη από τον φίλο του, τον Καρλ Μίλερ. Ακουμπήσαμε το τεύχος, φρεσκοτυπωμένο και διπλωμένο, πάνω στο φέρετρο και ύστερα ο νεκροθάφτης ολοκλήρωσε τη δουλειά του.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

H απολίτικη καταδίκη της βίας...

Του Κώστα Θεολόγου*, απο την Αυγη...
Πόσο ανόητη και απολίτικη μου φαίνεται η έκφραση «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται;». Αν δεν διακρίνουμε τις βίαιες συμπεριφορές, δεν μπορούμε να τις εντάξουμε σε ορθολογικό πλαίσιο και να τις περιορίσουμε σε διαδικασίες κοινωνικής μάθησης.
Κατ’ αρχάς, αυτοί που διατυπώνουν την καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται- ως άσπιλες θεούσες της ενορίας μας- δεν έχουν συλλογιστεί ποτέ τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται σε αναμετρήσεις μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων; Είναι πάντα το δίκαιο και ηθικό; Είναι πάντα το νόμιμο και δίκαιο; Είναι πάντα το νόμιμο και ηθικό; Διότι, αν δεν τα συλλογίζονται και αυτά, τότε είναι μάλλον μωρές, ει μη μόνον, απολίτικες παρθένες. Ας θυμίσουμε και τον Χριστό με βούρδουλα να τα κάνει λίμπα στον Ναό του Σολομώντα, επειδή τον είχαν καταντήσει αγοραίο χώρο οι κάθε λογής έμποροι. Αλλά αυτή η θεάρεστη εικόνα αποτελεί για τον σεβασμιώτατο Αμβρόσιο το πρότυπο συχώρεσης για την αρβύλα του νεοναζιστή που κλοτσάει τις παραμάτειες των έγχρωμων και τους ίδιους τους έγχρωμους - παιδιά ενός κατώτερου ή διαφορετικού θεού.
Όσοι διατείνονται ότι επί της αρχής κάθε βία είναι κακή, στην πράξη δεν μπορούν να κάνουν καμία συστηματική διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικά είδη βίας, ή να αναγνωρίσουν τα αποτελέσματά τους σε εκείνους που την υφίστανται και σε εκείνους που την ασκούν. Να κατανοήσουμε, λοιπόν, τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να διακρίνουμε τους διαφορετικούς τύπους της βίαιης δραστηριότητας και να διατυπώσουμε συστηματικούς κανόνες γι’ αυτήν.
1. Η σύγχρονη φιλελεύθερη κουλτούρα μας υπερασπίζεται ως αλήθεια την πεποίθηση ότι κάθε βία είναι χειρότερη από τη μη βία σε κανονικές συνθήκες. Όμως, δεν είναι έτσι ακριβώς.
Στο ποινικό δίκαιο αθωώνεται ακόμη και ο ανθρωποκτόνος, όταν διαπράττει το έγκλημά του εν αμύνη. Μια γυναίκα που αντιστέκεται στον βιαστή της, ένα παιδί που κλοτσάει στα αχαμνά έναν κλέφτη του χαρτζιλικιού του, ένας συνταξιούχος που τρώει γκλομπιές από αστυνομικό και αντιστέκεται (ο γέροντας) ρωμαλέα με γροθιές, ένας ταύρος που σκίζει με τα κέρατά του τα σκέλια ενός ταυρομάχου. Είναι και αυτές περιπτώσεις βίας που πρέπει να καταδικάσουμε; Αλλά ας περιοριστούμε στη βία μεταξύ των ανθρώπων.
Η βία είναι, εν ολίγοις, μια κατάσταση που στερείται παντελώς ηθικών αρχών και ηθικών πρακτικών. Η βία ως πόλεμος φαίνεται πως είναι αποφασιστικά ανήθικη. Γι’ αυτό ίσως ο Τόμας Χομπς (1588-1679) περιέγραψε τη ζωή των ανθρώπων εκτός των ορίων του νόμου και της ηθικής, ως «πόλεμο όλων εναντίον όλων».
2 Αφ’ ης στιγμής τα συμφέροντα στον αναπάντεχο πόλεμο των πανίσχυρων τραπεζών και βιομηχανιών εις βάρος ή έναντι των αδυνάτων λαών του κόσμου είναι τόσο μεγάλα, μήπως είναι εύλογο να δικαιούνται οι άνθρωποι να παραβλέπουν οποιαδήποτε ηθική απαγόρευση στη διάρκεια ενός τέτοιου πολέμου, μιας τέτοιας αναμέτρησης, μιας τέτοιας ασύμμετρης απειλής και να αντιστέκονται στην «άοπλη», αλλά ολοκληρωτική βία που τους ασκείται;
Η σύγκρουση μεταξύ των ανθρώπων συνιστά πανάρχαιο κοινωνικό φαινόμενο. Ως πόλεμος, δηλαδή ως ακραιφνής εκδοχή της βίας, προϋποθέτει κοινωνική οργάνωση, νομιμοποίηση, χρηματοδότηση, βιομηχανία κ.λπ. Όπως κι άλλα πράγματα που κανονικά θεωρούνται ότι υπόκεινται στο φάσμα της ηθικής, η βία του πολέμου επιφέρει σοβαρές συνέπειες στους άλλους και στον κόσμο όλο.
Σε πολλές περιπτώσεις, αναμφίβολα, η ηθική στάση απαιτεί θυσίες. Εξαιτίας της ηθικής διάστασης της βίας, της βαρύτητας των συνεπειών της και των απαιτήσεων της ηθικής, ακόμη και ενώπιον του θανάτου, ο πόλεμος και η βία μάλλον συνιστούν φαινόμενα που εντέλει ανταποκρίνονται διακεκριμένα στην ηθική μομφή και καταδίκη. Όσοι, λοιπόν, καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται, δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα κριτήρια του δίκαιου πολέμου και της δικαιολογημένης βίας και φαίνεται να υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο να πεθαίνουμε (=ηθικά) υποταγμένοι, παρά να ζούμε (=ανήθικα) αντιστεκόμενοι.
3. Ας επιλέξει, λοιπόν, ο καθένας τι θα μάθει στα παιδιά του.

1. Θυμίζω κείμενο της Θεοδώρας Κοτσακά-Καλαϊτζιδάκη, 2008, «Περί βίας: οι απόψεις του Ε. Χομπσμπάουμ», στον ιστότοπο: http://syrizalesvou.blogspot.gr/2008/12/blog-post_29.html
2. Hobbes, Th., 1651, De Cive.
3.Για τις αρχές του δίκαιου πολέμου πρβλ. Baggini J-Fosl P, The Ethics Toolkit, A Compendium of Ethical Concepts and Methods, Blackwell, 2007, σ. 179-184. Για τους κανόνες της βίας πρβλ. Hobsbawm, Eric. 2008, Επαναστάτες, μτφ. Π. Μπουρλάκης, Αθήνα, Θεμέλιο.
* Ο Κώστας Θεολόγου διδάσκει στο ΕΜΠ και στο ΕΑΠ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Μνήμες της Βαϊμάρης...

του Έρικ Χομπσμπάουμ μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος
απο τα Ενθεματα...
Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά  του χρόνια, στο  ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα,  την  άνοδο του Χίτλερ.
Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο  τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς  μου, τα χρόνια 1931-33, ως  γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη  θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Το φθινόπωρο  του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα–  του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου,  προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου,  «ότι είστε  ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης  σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει  δύο  περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».
Άρθουρ Κάουφμαν, «Τρία κορίτσια στο παράθυρο», 1927
Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου,  βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ  πολύ προτού καταλήξει  ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε  δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής»,   στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας,  γεμάτα με  άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων.  Ο λογισμός μας έτρεχε  μάλλον σε  βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.
Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ
Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!–   έλαβαν  χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς  το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για  την άνοδο του Χίτλερ  στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών.  Ο Βάιτς καταλήγει, όπως και πολλοί άλλοι, ότι «η εξέλιξη αυτή δεν ήταν, σε καμιά περίπτωση, αναπόφευκτη. Το Τρίτο Ράιχ δεν δημιουργήθηκε λόγω κάποιας νομοτέλειας», αλλά το ίδιο του το επιχείρημά αφαιρεί σχεδόν κάθε νόημα από αυτή την πρόταση.  Εν πάση περιπτώσει, για όσους ζούσαμε το 1932 ήταν  φανερό ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βρισκόταν στη νεκρική της κλίνη. Το μόνο πολιτικό κόμμα που την υπεράσπιζε με  συνέπεια  είχε συρρικνωθεί στο 1,2%, ενώ οι εφημερίδες που διαβάζαμε σπίτι διερωτώνταν κατά πόσον υπήρχε πολιτικός  χώρος  για τους  υποστηρικτές της.
Ο Χίτλερ, επίσης, ήταν αυτός δημιούργησε την κοινότητα των προσφύγων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στις χώρες που τους υποδέχθηκαν –ρόλο δυσανάλογα μεγάλο με τον αριθμό τους–  και στους οποίους η μνήμη της Βαϊμάρης οφείλει τόσα. Σίγουρα, η επίδρασή τους ήταν πολύ πιο σημαντική –αν εξαιρέσουμε τον κόσμο του μπαλέτου–  σε σχέση με τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Ρωσία μετά το 1917, παρότι εκείνοι ήταν πολύ περισσότεροι. Τα καθιερωμένα παλαιόθεν επαγγέλματα –η ιατρική και η δικηγορία–  έμειναν μάλλον ανεπηρέαστα, ωστόσο  σε πεδία λιγότερο περίκλειστα  και, εν τέλει, στη δημόσια ζωή, η επίδραση των προσφύγων ήταν βαρύνουσα. Στη Βρετανία οι εμιγκρέδες μεταμόρφωσαν την ιστορία της τέχνης και τον πολιτισμό της εικόνας, όπως και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέσω των καινοτομιών που εισήγαγαν οι εκδότες, οι  δημοσιογράφοι, οι φωτογράφοι  και σκιτσογράφοι που ήρθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Η πολιτισμική ακτινοβολία της Βαϊμάρης
Φραντς Μαρκ, «Τα μεγάλα γαλάζια άλογα», 1911
Τα βασικά επιτεύγματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι λόγοι για τους οποίους οι μη Γερμανοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν δεν είναι πολιτικοί, αλλά διανοητικοί και πολιτισμικοί. Ο κόσμος σήμερα θυμάται το κίνημα του Μπαουχάους, τον Τζωρτζ Γκρος, τον Μαξ Μπέκμαν, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον σπουδαίο φωτογράφο Άουγκουστ Ζάντερ, καθώς και μια σειρά αξιόλογες κινηματογραφικές ταινίες. Ο Βάιτς διαλέγει έξι ονόματα: τον Τόμας Μαν, τον Μπρεχτ, τον Κουρτ Βάιλ, τον Χάιντεγκερ, τον λιγότερο γνωστό θεωρητικό Ζήγκφριντ Κρακάουερ και την καλλιτέχνιδα Χάνα Χεχ. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλα ονόματα, όπως, λ.χ.,  τον Καρλ Σμιτ στον χώρο της (τόσο σπάνιας) διανοούμενης Δεξιάς, τον Ερνστ Μπλοχ στην άκρα Αριστερά και τον μέγα Μαξ Βέμπερ στο Κέντρο.
Το 1933, μόνο ο Τόμας Μαν και μερικές κινηματογραφικές ταινίες είχαν καταφέρει να συγκινήσουν αληθινά ένα ευρύτερο κοινό εκτός της Κεντρικής Ευρώπης· κι ίσως εδώ πρέπει να προσθέσουμε  μια  περιορισμένη ομοφυλοφιλική υποκουλτούρα,  η οποία ανακάλυψε τα θέλγητρα του Βερολίνου κατά τα τελευταία χρόνια της Βαϊμάρης. Ο Μαν, φυσικά, ήταν αναγνωρισμένος καλλιτέχνης πολύ πριν το 1914. Κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1929, όχι όμως για το αριστούργημά του, Το μαγικό βουνό, το οποίο έγραψε  την εποχή της Βαϊμάρης, αλλά για το παλαιότερο έργο του Οι Μπούντενμπροκ. Ποιος  όμως είχε ακουστά, στην Αγγλία,  τον Φραντς Μαρκ, τα γαλάζια άλογα του οποίου στόλιζαν τον διάδρομο του γυμνασίου μου,  μέχρι που  το νέο καθεστώς τα απομάκρυνε μαζί με τον  διευθυντή μας,  υποστηρικτή της Δημοκρατίας;
Την εποχή εκείνη το Παρίσι ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα των εικονιστικών τεχνών, ενώ η Βιέννη παρέμενε η γενέτειρα της μουσικής,  τόσο της κλασικής όσο και της ελαφράς. Τα γερμανικά δεν αποτελούσαν πια μια ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στη Δύση, αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους της διασποράς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ούτε και πολυδιαβάζονταν έξω από τον κύκλο των λογίων μελετητών της κλασικής εποχής. Ακόμη και σήμερα, μόνο όσοι μιλούν γερμανικά αναγνωρίζουν τον Μπρεχτ όχι μόνο ως δραματουργό αλλά και ως έναν από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές του 20ού αιώνα. Το μόνο λογοτεχνικό είδος της εποχής της Βαϊμάρης που υπερέβη τα όρια της Κεντρικής Ευρώπης ήταν το αντιπολεμικό μυθιστόρημα του τέλους της δεκαετίας του 1920, με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Κινηματογραφήθηκε φυσικά από την Universal, τη μόνη εταιρεία του Χόλυγουντ με γερμανό ιδιοκτήτη.
Πολιτικά ρεύματα, δημοκρατία και πολιτισμός
Τζορτζ Γκρος, «Ρομπότ της Δημοκρατίας», 1920
Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον πολιτισμό,  αυτής της βραχύβιας  γερμανικής δημοκρατίας, την οποία κανένας δεν είχε επιθυμήσει στ’ αλήθεια  και την οποία οι περισσότεροι Γερμανοί την αποδέχθηκαν, στην καλύτερη περίπτωση,  ως  faute de mieux (το μη χείρον); Κάθε Γερμανός είχε ζήσει τρεις κοσμογονικές εμπειρίες: τον Μεγάλο Πόλεμο· την αυθεντική, αν και αποτυχημένη, γερμανική επανάσταση, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του ηττημένου Κάιζερ·  και τον Μεγάλο Πληθωρισμό του 1923, μια σύντομη ανθρωπογενή καταστροφή,  που  εξευτέλισε ξαφνικά  εντελώς την αξία του χρήματος. Η πολιτική Δεξιά, προσκολλημένη στην παράδοση, αντισημιτική, αυταρχική και οχυρωμένη γερά μέσα στους θεσμούς που επιβίωσαν από το Ράιχ του Κάιζερ (θυμάμαι ακόμη τον τίτλο του βιβλίου του Tέοντορ Πλιβιέ που εκδόθηκε το 1932,O Κάιζερ έφυγε, οι στρατηγοί παρέμειναν), αρνήθηκε πλήρως τη δημοκρατία. Θεωρούσε τη Βαϊμάρη μη νομιμοποιημένη και  τη Συνθήκη των Βερσαλλιών αχρείαστη εθνική ντροπή, κι ο στόχος της ήταν να απαλλάξει,  το ταχύτερο δυνατό,  τη χώρα από τα δύο αυτά δεινά.
Ωστόσο,  όλοι  σχεδόν οι Γερμανοί, συμπεριλαμβανομένων και των κομμουνιστών, ήταν φανατικοί πολέμιοι των Βερσαλλιών και των ξένων κατακτητών. Μπορώ ακόμα να ανακαλέσω στη μνήμη μου το περίεργο συναίσθημα που ένιωθα όταν, παιδί ακόμα, αντίκριζα  από το τρένο τη γαλλική σημαία να κυματίζει στα φρούρια της Ρηνανίας: μου φαινόταν,  κατά κάποιον τρόπο,  αφύσικο. Όντας ταυτόχρονα Άγγλος και Εβραίος (στο σχολείο ήμουν   «der Englaender» [ο Εγγλέζος]), δεν αισθάνθηκα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τον  γερμανικό εθνικισμό των συμμαθητών μου, και πολύ περισσότερο βέβαια για τον ναζισμό, μπορούσα όμως να αντιληφθώ πολύ καλά τη γοητεία που ασκούσαν και οι δυο τους στα αγόρια της Γερμανίας. Όπως δείχνει ο Βάιτς, η αυταρχική Δεξιά αποτελούσε πάντα τον βασικό κίνδυνο,  τόσο  στο πεδίο της πολιτικής όσο και –μέσω της παγιωμένης και διαδεδομένης στον λαό εχθρότητας προς την «Kulturbolschebismus» (την μπολσεβίκικη κουλτούρα)–  στο πεδίο του πολιτισμού.
Οι πιο σημαντικοί διανοητές του Κέντρου –ο Μαν,  o Μαξ Βέμπερ, ο Βάλτερ Ρατενάου, που δεν είχαν μια αυθόρμητη, ενστικτώδη προσήλωση στη δημοκρατία, αλλά ωθούνταν σε αυτή τη κατεύθυνση λόγω του φόβου  της πολεμοχαρούς Δεξιάς– αιτιολογούσαν την αναγκαιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος περιγράφοντάς το ως τον διάδοχο ενός Ράιχ που δεν μπορούσε να παλινορθωθεί. Την ίδια στάση, φυσικά, επέδειξαν και τα κυριότερα κόμματα του συστήματος: η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών, που στην πραγματικότητα δεν είχαν θελήσει την αποπομπή του Κάιζερ, καθώς και το Καθολικό Κέντρο που μετά την επανάσταση μετατράπηκε από ομάδα πίεσης για θρησκευτικά ζητήματα σε κυβερνητικό κόμμα. Πέραν αυτών, η πολιτική Αριστερά, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, συγκροτήθηκε στη βάση της εναντίωσής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη επανάσταση του 1918 και εισπράττοντας  το μίσος της παλιάς άρχουσα τάξη που κατόρθωσε να επιβιώσει– ,  δεν ήταν λιγότερο απορριπτική, έναντι της Δημοκρατίας, από τη Δεξιά. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησαν τα μισά από τα στελέχη που αποχώρησαν από το SPD λόγω της αντίθεσής τους στον πόλεμο, απέκτησε μια μαζική βάση, που πρέσβευε μια αδιάλλακτη αντιπολίτευση της εργατικής τάξης. Αρκετά μεγάλη ώστε να εμποδίσει τη δημιουργία ενός μακρόβιου καθεστώτος που θα απέκλειε τη Δεξιά, το μόνο που συνεισέφερε  τελικά η Αριστερά αυτή στην πολιτική ζωή στάθηκε  η απαρέσκεια για  τη Δημοκρατία.
Για λόγους που μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε, μια σειρά  δημιουργικοί καλλιτέχνες, που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί τόσο από τα δεινά του πολέμου όσο και από την ελπίδα και τη λύσσα που άφησε πίσω της η χαμένη επανάσταση, ελκύονταν από αυτήν· και, πράγματι, τα επιτεύγματα μιας  σειράς προσωπικοτήτων της  Βαϊμάρης βασίζονταν κυρίως στην έντονη απέχθειά τους για τη δημοκρατία. Ακόμη και αληθινά μεγάλα ταλέντα, όπως ο Τζωρτζ Γκρος και ο Κουρτ Βάιλ, έχασαν το νεύρο τους μετά το 1933, όταν μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη βολή τους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για μικρότερης εμβέλειας ταλέντα, στον κύκλο των εξπρεσιονιστών, συγγραφείς και καλλιτεχνείς  οι οποίοι, ωθούμενοι από τον πόνο και την οργή και θέλοντας να αφήσουν το ίχνος τους στην εποχή, έψαχναν τρόπους για να εκφράσουν ένα άκεφο συναίσθημα ως επιστέγασμα των φωνών τους. Και, εν πολλοίς, ενάντια σε  όλους αυτούς, η Βαϊμάρη κατορθώνει να βρει ένα στίγμα που εκφράζει τη δικιά της φωνή, μετά τα χρόνια του Μεγάλου Πληθωρισμού: ένα στίγμα σκληροτράχηλο, μακριά από συναισθηματισμούς,  παθιασμένο, με αυτό το ιδιαίτερο πάθος που έβρισκες στα  καμπαρέ,  στο πλαίσιο του ρεύματος της  «Neue Sachlichkeit» («Νέα Αντικειμενικότητα»). Για μένα, η Βαϊμάρη μιλά ακόμη και σήμερα,  όπως  το 1932, με τη φωνή του Μαχαγκόνυ και της Όπερας της πεντάρας, του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλιν, με τη φωνή του παραγνωρισμένου Έριχ Kέστνερ ή με τα σκαμπρόζικα πολιτικά τραγούδια του Έριχ Βάινερτ.
Μια πολιτισμική πρωτοπορία ευρωπαϊκών διαστάσεων
Η Βαϊμάρη, όμως,  δεν ήταν μονάχα  γερμανικό φαινόμενο. Ο Βάιτς, το βιβλίο του οποίου αποτελεί μια θαυμάσια εισαγωγή στον κόσμο της, μάλλον την καλύτερη που διαθέτουμε, κάνει πολλές καίριες επισημάνσεις: μιλάει για τον βερολινο-κεντρισμό του πολιτισμού της Βαϊμάρης, ο οποίος τον διακρίνει από την προ του 1914 Γερμανία, όπου τα  ακμάζοντα καλλιτεχνικά  κέντρα  ήταν το Μόναχο και η Λειψία. Παρ’ όλα αυτά,  υποτιμά τον ρόλο του πολιτισμού της Βαϊμάρης που λειτούργησε  ως  χωνευτήρι για τον χώρο ο οποίος μετά το 1917 παρήγαγε μια μείζονα πρωτοπορία στο διανοητικό και καλλιτεχνικό πεδίο: της μετεπαναστατικής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το κύρος του Παρισιού, «της πρωτεύουσας του 19ου αιώνα», συσκότιζε το γεγονός ότι κατά τον Μεσοπόλεμο δεν είχε πλέον να προσφέρει κάτι ρηξικέλευθo, σε μείζονα κλίμακα, εκτός από τον υπερρεαλισμό, ο οποίος, σε μεγάλο βαθμό,  προερχόταν από το πολυεθνικό κίνημα του ντανταϊσμού των κεντροευρωπαίων προσφύγων της Ζυρίχης.
Με περισσότερα από 7.000 περιοδικά και 38.000 βιβλία το 1927 και διαθέτοντας την πιο εντυπωσιακή κινηματογραφική βιομηχανία εκτός Χόλυγουντ, η Γερμανία αποτελούσε μια απέραντη αγορά. Με την πτώση της  Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, απορρόφησε, όπως ήταν φυσικό, το ταλέντο που πλεόναζε σε ό,τι είχε απομείνει από την Αυστρία. Τι θα ήταν άραγε οι κινηματογραφικές ταινίες της Βαϊμάρης χωρίς τη Βιέννη, χωρίς τον Φριτς Λανγκ, τον Γκ. Παμπστ, τον Βίλντερ, τον Πρέμινγκερ ή  τον Πέτερ Λορ; Η πλειάδα των πρωταγωνιστών της –ο Κόνραντ Βάιντ, ο Έμιλ Γιάννιγκς η Μάρλεν Ντήτριχ, η Ελίζαμπετ Μπέργκνερ–   μαθήτευσαν κοντά  στον  Βιεννέζο Μαξ Ράινχαρντ, τον άνθρωπο που επηρέασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το γερμανόφωνο θέατρο. Στο Βερολίνο η οικογένειά μου, πρόσφυγες από τη Βιέννη, συνέχισε την κοινωνική της ζωή επικεντρωμένη, σε μεγάλο βαθμό,  γύρω από άλλους εκπατρισμένους Αυστριακούς,  συγγενείς και φίλους.
Για διαφορετικούς αλλά εξίσου προφανείς λόγους,  η Γερμανία αποτελούσε το βασικό παράθυρο της Ρωσίας προς τη Δύση. Το Βερολίνο υπήρξε ταυτόχρονα τόσο το κέντρο των αντισοβιετικών εμιγκρέδων όσο και ο πρώτος σταθμός στις εκδρομές προς τη Δύση των νέων Σοβιετικών διανοουμένων και επαναστατών καλλιτεχνών· κάποιοι απ’ αυτούς, μάλιστα, εξέδωσαν εκεί ένα πολύγλωσσο περιοδικό. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε ότι, όλο το διάστημα που διατηρούνταν η μάταια προσδοκία της επανάστασης στη Γερμανία, η επίσημη γλώσσα της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν ήταν τα ρωσικά αλλά τα γερμανικά.
Αναπόφευκτα, αυτό το πολιτιστικό μείγμα απεδείχθη γόνιμο για  τον πολιτισμό της  Βαϊμάρης και, εν τέλει, της Δύσης. Το Μπαουχάους υπήρξε μια κολεκτίβα Γερμανών, Αυστρο-Ούγγρων, Ρώσων, Ελβετών και Ολλανδών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «Κονστρουκτιβιστική Διεθνής», όπως την ονόμασε ο Τζων Willet, ιδρύθηκε από μια ομάδα Ούγγρων, Ολλανδών, Βέλγων, Ρουμάνων, Σοβιετικών Ρώσων και Γερμανών, σε μια συνάντηση στη Βαϊμάρη, με μελλοντική έδρα το Βερολίνο. Αυτός ήταν ο πολιτισμός που οι Γερμανοί εμιγκρέδες εισήγαγαν στις χώρες όπου βρήκαν άσυλο.
Συχνά, επίσης, παραβλέπουμε σήμερα τον κεντρικό διεθνή ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στο πεδίο της επιστήμης του 20ού αιώνα. Ο Αϊνστάιν και ο Μαξ Πλανκ  προσέδωσαν αίγλη στο Βερολίνο, ενώ το Γκαίτιγκεν υπό τον Μαξ Μπορ, υπήρξε,  μαζί με το Καίμπριτζ, ο καταλύτης της επανάστασης της κβαντικής μηχανικής, της «boy physics» όπως αποκαλούνταν, η κοινή διάλεκτος της οποίας, όπως και η γλώσσα του διεθνούς κομμουνισμού, ήταν τα γερμανικά. Ο Χάιζενμπεργκ, ο Πάουλι, ο Φέρμι, ο Οπενχάιμερ, ο Τέλερ, εργάστηκαν ή σπούδασαν, όλοι τους,  στη Γερμανία. Η πιο λαμπρή απόδειξη για τον κομβικό ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στην επιστήμη,  είναι τα 15 βραβεία Νόμπελ στο πεδίο των επιστημών που απονεμήθηκαν σε Γερμανούς κατά τη διάρκεια των 14 της ετών, αριθμό που οι επίγονοι χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια για να τον ισοφαρίσουν.
Κανένας δεν έδωσε εγκαίρως τη δέουσα σημασία  στον Χίτλερ
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Γερμανία βρέθηκε στο επίκεντρο της νεωτερικότητας και της δυτικής σκέψης. Θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα, εάν στη συνέχεια  δεν αναλάμβανε τα ηνία το πλήρωμα υπό την αρχηγία του Χίτλερ που οδήγησε το σκάφος σε ναυάγιο, αλλά μια πιο παραδοσιακή αντιδραστική κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά,  εκ των υστέρων,  διαπιστώνουμε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν τόσο απίθανο όσο και η προοπτική να εμποδιστεί η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία μέσω της συγκρότησης ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς, ούτε η Δεξιά ούτε το Κέντρο ούτε η Αριστερά, δεν αντελήφθη τις πραγματικές διαστάσεις του εθνικοσοσιαλισμού του Χίτλερ, ενός εντελώς πρωτοφανούς κινήματος, οι στόχοι του οποίου  ήταν πέρα για πέρα ασύλληπτοι  με τη λογική.  Ακόμα και  τα εν δυνάμει θύματά του δεν αναγνώριζαν ολότελα τον κίνδυνο. Μετά τις εκλογές του καλοκαιριού του 1932, στις οποίες οι ναζί αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα χωρίς όμως να διαθέτουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, ο (Εβραίος) εκδότης της Tagebuch, μιας εβδομαδιαίας αριστερής-φιλελεύθερης εφημερίδας που παίρναμε στο σπίτι, δημοσίευσε ένα άρθρο, ο τίτλος του οποίου μου φάνηκε,  από τότε ακόμη,  αυτοκτονικός. Και αυτή τη στιγμή, τον έχω μπρος στα μάτια μου: «Lasst ihn heran!» («Γιατί να μην του δώσουμε την εξουσία;»). Έπειτα από μερικούς μήνες, οι αντιδραστικοί που περιστοίχιζαν τον γηραιό Πρόεδρο Χίντενμπουργκ, με πολύ διαφορετικές προθέσεις,  διευκόλυναν υπογείως τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Όλες οι απόπειρες να παρουσιαστεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ως πιο στέρεη και σταθερή, ακόμα και προτού ξεσπάσει ο παγκόσμιος οικονομικός κατακλυσμός, μοιάζουν με  σφυρίγματα των ιστορικών μες στο σκοτάδι.  Το καθεστώς της Βαϊμάρης διέγραψε μια σύντομη τροχιά, μέσα από τα ερείπια ενός πεθαμένου αλλά άταφου παρελθόντος προς ένα ξαφνικό αλλά αναμενόμενο τέλος και ένα άγνωστο μέλλον. Για τους γονείς μας, αποτελούσε υπόσχεση ενός παρελθόντος  που δεν θα ξαναποκτούσαν ποτέ, ενώ εμείς ονειρευόμασταν ένα σπουδαίο αύριο· οι «Άριοι» συμμαθητές μου –κομμουνιστές, όπως και εγώ–  το οραματίζονταν υπό τη μορφή μιας εθνικής αναγέννησης, καθώς η παγκόσμια επανάσταση είχε αρχίσει τον Οκτώβρη του 1917.
Ακόμη και τα λίγα χρόνια της «κανονικότητας» ερείδονταν στην πρόσκαιρη ηρεμία ενός ηφαιστείου που μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, o Μαξ Ράινχαρντ, το γνώριζε αυτό. «Αυτό που αγαπώ», έλεγε, «είναι η γεύση της παροδικότητας στη γλώσσα –  κάθε χρονιά μπορεί να είναι η τελευταία». Αυτή η αίσθηση, λοιπόν, προσέδιδε στον πολιτισμό της Βαϊμάρης μια γεύση μοναδική: γεννούσε μια αιχμηρή δημιουργικότητα,  μια περιφρόνηση για το παρόν, μια διάνοια που δεν την περιόριζαν οι συμβάσεις, μέχρι τον ξαφνικό και αμετάκλητο θάνατο. Οι στιγμές κατά τις οποίες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ιστορία έχει αλλάξει είναι σπάνιες, αλλά ετούτη ήταν μια απ’ αυτές. Γι’ αυτό τον λόγο βλέπω ακόμη τον εαυτό μου να περπατά από το σχολείο προς το σπίτι, μαζί με την αδερφή μου, το κρύο εκείνο απόγευμα της 30ής Ιανουαρίου 1933 και να αναλογίζεται τι σήμαιναν τα νέα της ανάρρησης του Χίτλερ στο αξίωμα του καγκελαρίου. Μερικές μέρες αργότερα, κάποιος μού έφερε τον πολύγραφο της SSB, της κομμουνιστικής οργάνωσης του σχολείου της οποίας ήμουν μέλος, για να τον κρύψω κάτω απ’  το κρεβάτι μου. Θεωρούσαν ότι στο διαμέρισμα ενός ξένου θα ήταν πιο ασφαλής. Αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά, πουθενά δεν ήταν ασφαλής. Παρ’ όλα αυτά,  ήταν μια παράξενη και υπέροχη εποχή, κατά την οποία ο καθένας μπορούσε να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο σε ένα Βερολίνο που φάνταζε ως η δυνάμει πρωτεύουσα του 20ού αιώνα, μέχρι τη στιγμή που οι βάρβαροι πήραν την εξουσία. Όποτε πηγαίνω σήμερα στο Βερολίνο, αισθάνομαι ακόμη ότι δεν συνήλθε  ποτέ από το 1933.
***

Το κείμενo  του Eric Hobsbawm «Memories of Weimar» δημοσιεύθηκε στο LondonReview of Books, στη μόνιμη στήλη «Ημερολόγιο», στις 24.1.2008.  Είχε πρωτοδημοσιευθεί, με πολύ μικρές περικοπές, στα “Ενθέματα” τον Απρίλιο του 2008. Το βιβλίο του Eric Weitz, στο οποίο αναφέρεται, είναι το Weimar Germany: Promise and Tragedy, Princeton University Press, Πρίνστον 2007.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Έρικ Χόμπσμπαουμ: Ο άνθρωπος της ιστορίας...

«Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατος του Έρικ Χόμπσμπαουμ είναι ένα πολύ θλιβερό νέο»
Του Μαρκ Μαζάουερ / The Guardian
Μετάφραση: Δάφνη Μαρία Βουβάλη
Ο θάνατος του Έρικ Χόμπσμπαουμ σε ηλικία 95 ετών, μας στερεί από έναν μεγάλο ιστορικό, έναν αριστοτέχνη συγγραφέα μιας ρωμαλέας και ευανάγνωστης πρόζας, κι έναν λόγιο, του οποίου η πνευματική περιέργεια και η εμβέλεια δεν έχει σχεδόν κανένα προηγούμενο. Όταν τον γνώρισα, είχε ήδη ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία συνταξιοδότησης – πρώτα στο Πανεπιστήμιο του Μπίρκμπεκ, το πανεπιστήμιο των παλιών εργατών του πνεύματος, για τα ιδανικά των οποίων πάντα υπερηφανευόταν, και ύστερα σε συναντήσεις του Past and Present, του περιοδικού που είχε βοηθήσει να ιδρυθεί. Ωστόσο, ο Χόμπσμπαουμ, παρόλο που είχε ήδη ξεπεράσει τα 80, ήταν ακόμη πολύ δραστήριος.
Δίδασκε στο Μπίρκμπεκ από τα τέλη της δεκαετία του 1940, κι όπως διατηρούσε επί 50 χρόνια εκεί ένα μικρό γραφείο, νομίζω ότι τον πρωτοσυνάντησα στον στενό διάδρομο έξω απ’ αυτό, αδύνατο, κι ελαφρά σκυφτό. Οι ήδη αδύναμοι ώμοι του, κάτω από το σπορ τζάκετ που φορούσε, σε έκαναν να θέλεις να τον προστατέψεις, αλλά το συναίσθημά σου αυτό εξαφανιζόταν μόλις άρχιζε να μιλάει. Ο Χόμπσμπαουμ δεν είχε ανάγκη από προστασία, και το μυαλό του διατηρούσε μια εκπληκτική ενέργεια και διαύγεια μέχρι το τέλος. Κι ύστερα ήταν η φωνή του – αποφασιστική, σχεδόν στρατιωτική, εκείνο το χαρακτηριστικό προστακτικό ερωτηματικό – «δεν είναι και το πρώτο μυαλό, νομίζω;» – που περιέκλειε ολόκληρη την Βρετανία των μέσων του προηγούμενου αιώνα, η οποία έχει πια χαθεί, και η οποία αποτελούσε μέρος του Χόμπσμπαουμ τόσο, όσο και ο ατελείωτος σχολιασμός του Μαρξισμού.
Βέβαια, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλον Μαρξιστή που να άξιζε σε τέτοιο βαθμό τον τίτλο του Μέλους της Τιμής, που του απονεμήθηκε το 1998, όσο ο Χόμπσμπαουμ, διότι όσα αυτός προσέφερε σε τούτη την χώρα, ήταν περισσότερα απ’ όσα του έδωσε εκείνη. Έφτασε στην Αγγλία μαθητής το 1933, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως τότε στην Βιέννη και το Βερολίνο (μια ιστορία που θα αφηγηθεί αργότερα στην καταπληκτική του αυτοβιογραφία Interesting Times), όπου και γνώρισε την άνοδο των Ναζί και ανακάλυψε τον Μαρξισμό. Στο Κέμπριτζ, στο οποίο σπούδασε κατά την δεκαετία του ’30, είχε την φήμη της παντογνωσίας. Την εποχή που διηύθυνε τον τοπικό πυρήνα του Κομμουνιστικού Κόμματος από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, ο νεαρός Χόμπσμπαουμ κλήθηκε να στελεχώσει την κλειστή κοινωνία των Αποστόλων. Ανήκε στην αντιφασιστική γενιά, κι από τη στιγμή που έκανε τις πολιτικές του επιλογές παρέμεινε αφοσιωμένος σ’ αυτές σε ολόκληρη την ζωή του, και ποτέ δεν απολογήθηκε γι’ αυτές.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος άρχισε να ψάχνει για δουλειά, αλλά η προσχώρησή του στο κόμμα του στάθηκε εμπόδιο: ακόμα και στην Αγγλία ένας μικρός Μακκαρθισμός πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Το Κέμπριτζ του γύρισε την πλάτη, αλλά το Μπίρκμπεκ τον καλωσόρισε. Πάνω από το εστιατόριο Γκαριμπάλντι του Σάφρον Χιλ, έγινε μέλος μιας εξαιρετικής λέσχης – της Ομάδας Ιστορικών του Κομμουνιστικού Κόμματος (CPHG). Αν σήμερα οι Βρετανοί ιστορικοί συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εξωστρεφή τμήματα της ακαδημίας, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο του CPHG. Μετά το 1946, τα μέλη του βοήθησαν στην μετεξέλιξη ενός στυφού κύκλου συνταγματολόγων διεπόμενων από την νοοτροπία του βασιλιά και της βασίλισσας, και κατέστησαν δημοφιλή την μελέτη των απλών ανθρώπων, τοποθετώντας την κοινωνική και οικονομική ιστορία στο επίκεντρο του επαγγέλματος.
Το περιοδικό Past and Present ήταν μια όαση, κι ένας αγωγός για νέες ιδέες από το εξωτερικό. Ο τοπικισμός της αγγλικής πνευματικής ζωής άρχισε να υποχωρεί. Όπως αρέσκονταν να λένε κάποτε οι Μαρξιστές, το γεγονός ότι ο Μαρξισμός αποτελούσε την πνευματική γεννήτρια αυτής της επανάστασης, δεν ήταν τυχαίο. Παρείχε μια φυσική γέφυρα σε άλλες κοινωνικές επιστήμες – ιδιαίτερα στην κοινωνιολογία και τα οικονομικά – όπου συνέβαιναν συναρπαστικά πράγματα, ενώ την ίδια στιγμή που έκανε την Αγγλία πατρίδα της βιομηχανικής επανάστασης και το επίκεντρο της ιστορικής δράσης, εμφυσούσε μια παγκόσμια άποψη των πραγμάτων.
Ο Χόμπσμπαουμ βρισκόταν στην καρδιά όλων αυτών. Ακόμη κι αν δεν έπαψε ποτέ ν’ ασχολείται με το άλλο πάθος του, την τζαζ – για την οποία έγραψε πολλά θαυμάσια με το ψευδώνυμο Φράνσις Νιούτον – ταυτοχρόνως σφυρηλατούσε δεσμούς με Γάλλους, Γερμανούς και Ιταλούς ιστορικούς, και άφηνε τις ιδέες και τα ενδιαφέροντά τους να διαμορφώσουν τα δικά του. Ο ιστορικός που είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός με την ιστορία του φαβιανισμού, άρχιζε τώρα να γράφει για τους Ιταλούς χωρικούς και τους Νοτιοαμερικανούς ληστές. Κι ύστερα, ξεκίνησε το εξαιρετικό τετράτομο έργο του, το οποίο αποτελεί ακόμη μια ακαταμάχητη και απαράμιλλη εισαγωγή στην παγκόσμια ιστορία από την Γαλλική Επανάσταση μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, για χιλιάδες αναγνώστες (‘Η Εποχή των Επαναστάσεων’, ‘Η Εποχή του Κεφαλαίου’, ‘Η Εποχή των Αυτοκρατοριών’, ‘Η Εποχή των Άκρων’.)
Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα βιβλία, δεν μπορούμε να μην κατακλυστούμε από την συγγραφική δεινότητα του Χόμπσμπαουμ. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν ιστορικό, είναι να καταστήσει ένα επιχείρημα αναγνώσιμο. Κι αυτό, ο Χόμπσμπαουμ το κάνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Η στροφή στην αφήγηση, η ανάγκη να πει κάποιος ιστορίες, δεν είναι γι’ αυτόν. Ο Χόμπσμπαουμ είναι γεμάτος από ιστορίες. Αλλά οι ιστορίες του μιλούν για τάσεις, κοινωνικές δυνάμεις, και μεγάλης κλίμακας αλλαγές σε μεγάλες αποστάσεις. Το να πει κανείς αυτό το είδος της ιστορίας με τρόπο τόσο συναρπαστικό όσο αν αφηγούνταν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί πραγματική πρόκληση για το ύφος και την σύνθεση. Και στην τετραλογία του, ο Χόμπσμπαουμ μας δείχνει πώς μπορούμε να το πετύχουμε.
Σίγουρα, κάποια κομμάτια λειτουργούν καλύτερα από άλλα. Το ‘Η Εποχή των Αυτοκρατοριών’, παραμένει ένα κατόρθωμα. Κανένας άλλος Ευρωπαϊστής δεν έγραφε από την ίδια του τη χώρα την μια στιγμή για την Νότια Αμερική και την άλλη για την Κίνα.  Αντίθετα, ‘Η Εποχή των Άκρων’ – ο τόμος που αναφέρεται στον 20ό αιώνα, συγκριτικά μειονεκτεί. Αυτό που διηγείται στην πραγματικότητα, είναι η ιστορία η οποία αναδύεται πιο ανοιχτά στην αυτοβιογραφία του Χόμπσμπαουμ, ενώ στην πορεία παρεμβάλλονται και οι πολιτικές του συμπάθειες. Αλλά αν αυτό εξεταστεί εκ των υστέρων, δεν εκπλήσσει σχεδόν καθόλου, ούτε αξίζει τον θόρυβο που προκάλεσε στην αρχή.
Κανείς δεν θα διάβαζε τον Χόμπσμπαουμ για τις διαυγείς εκτιμήσεις των ορίων του κομμουνισμού τις οποίες κάνει, όπως κανείς δεν θα έβρισκε πολλά πράγματα στο έργο του για τον ρόλο του φύλου στην ιστορία (ένα άλλο τυφλό σημείο). Αυτό όμως που αρκετοί από εμάς μπορούμε να επισημάνουμε, είναι το εκπληκτικό του επίτευγμα, ο μετασχηματισμός της ιστορίας σ’ ένα παγκόσμιο μυθιστόρημα (διήγημα, ιστορία), πράγμα στο οποίο ο Χόμπσμπαουμ πρωτοπόρησε. Η κληρονομιά του συνεχίζεται μέσα από ένα ευημερών κι εξωστρεφές επάγγελμα του ιστορικού, κληρονομιά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της οποίας βρίσκεται στο ότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που διόλου ενδιαφερόταν να ιδρύσει δική του σχολή. Για όλους όσοι αγαπούν την ιστορία, ο θάνατός του είναι ένα πολύ θλιβερό νέο. Είθε τα βιβλία του να διαβάζονται για πολλά χρόνια ακόμη.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Η κατανόηση του κόσμου είναι προϋπόθεση για την αλλαγή του ...

ΕΝΘΕΜΑΤΑ...
Με αφετηρία το βιβλίο του Ε. Χομπσμπάουμ «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο»
Η ελληνική έκδοση της συλλογής δοκιμίων του Έρικ Χομπσμπάουμ Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Ιστορίες του Μαρξ και του μαρξισμού (μετ.: Μάνια Μεζίτη, εκδ. Θεμέλιο) παρουσιάστηκε την Τρίτη 20.12, από τον Σπ. Ι. Ασδραχά, τον Γ. Βούλγαρη, τον Π. Ιωακειμίδη, τον Ν. Καραπιδάκη, τον Η. Νικολακόπουλο και τον Κ. Τσουκαλά. Στο προηγούμενο φύλλο δημοσιεύσαμε τον χαιρετισμό του Ε. Χομπσμπάουμ (η ομιλία του Σπ. Ι. Ασδραχά δημοσιεύθηκε στην Εποχή, 25.12.2011)· συνεχίζουμε σήμερα με την ομιλία του Κ. Τσουκαλά. Το κείμενο προέρχεται από απομαγνητοφώνηση και διατηρεί τον προφορικό χαρακτήρα του λόγου. Ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων».
ΕΝΘΕΜΑΤΑ
του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Έργο του Roger de La Fresnaye
Αρχίζω από τον τίτλο του βιβλίου: Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Αναφέρεται, το ξέρουμε όλοι, στη γνωστή θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ: οι φιλόσοφοι δεν αρκεί απλώς να κατανοήσουν τον κόσμο, πρέπει να τον αλλάξουν. Πρόκειται βέβαια για ένα σύνθημα, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και το ερώτημα πώς να αλλάξουμε τον κόσμο είναι, σήμερα, εξαιρετικά επείγον.
Το βιβλίο θέτει ορισμένα κεφαλαιώδη ερωτήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι ή ποια μπορεί να είναι τα νέα συλλογικά υποκείμενα. Θα είναι οι τάξεις; Ο Χομπσμπάουμ μας λέει κάπου ότι η ερμηνεία των συγκρούσεων πρέπει να είναι ταξική, ακόμα και αν δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τις τάξεις. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, ξεπερνάει όλη αυτή τη μεγάλη φιλολογία, η οποία απασχόλησε έντονα τη μαρξιστική επιστήμη, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σχετικά με το τι είναι τάξη· δεν τον ενδιαφέρει τόσο τι είναι τάξη, αλλά το ότι εάν δεν αντιληφθούμε τις συγκρούσεις των ανθρώπων ως ταξικές δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε πώς κινείται η Ιστορία. Και, μέσα από την ιδιοφυΐα και την ιστορική του ευαισθησία, αντιπαρέρχεται όλες αυτές τις, σε ένα βαθμό, σχολαστικές αλτουσεριανές συζητήσεις.
Ποιες είναι οι τάξεις σήμερα; Το προλεταριάτο, ο Χομπσμπάουμ το λέει ρητά, δεν υπάρχει πια ως σημαίνον συλλογικό υποκείμενο. Τίθεται επίσης το μείζον ερώτημα κατά πόσον είναι δυνατόν, στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, να επιζήσουν ως συλλογικά υποκείμενα τα έθνη-κράτη. Και, ακόμα, αυτή η περίφημη κατηγορία της αστικής κοινωνιολογίας, τα λεγόμενα μεσαία στρώματα, τα οποία υπήρξαν ως τώρα το στήριγμα της δημοκρατίας και της καλώς νοούμενης δυτικής κοινωνίας απειλούνται, σε σημείο που κινδυνεύουν να εκλείψουν.
Εμείς οι Έλληνες βρισκόμαστε, ίσως, από αναλυτικής απόψεως, σε πλεονεκτική θέση: συμβαίνουν στην Ελλάδα εκείνα που πολύ πιθανόν να επισυμβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αύριο. Ο Μαρξ, στην εισαγωγή του στη γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου, λέει: εξετάζω την Αγγλία, αλλά απευθύνομαι στους Γερμανούς. Κι αν ο γερμανός αναγνώστης μου πει ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά στη χώρα του, τότε πρέπει να του φωνάξω «De te fabula naratur!» [σε σένα αναφέρεται η αφήγηση].
Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται σήμερα είναι πώς θα αλλάξει ο κόσμος. Και πιστεύω, ακριβώς, ότι η κατανόηση του κόσμου, όπως την εννοεί ο Μαρξ, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση: αλλιώς δεν είναι δυνατόν να χαραχθεί οποιαδήποτε πολιτική εξόδου από αυτή την κρίση.
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή, θα έλεγα, στην ιστορία, διαδικασία ανακατανομής των πόρων υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος των εργαζομένων. Αυτό είναι το κύριο πρόταγμα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, το οποίο επικρατεί ουσιαστικά σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, ξέρουμε πολύ καλά ότι το πρόταγμα της προόδου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί εσωτερικευμένη προϋπόθεση του δυτικού πολιτισμού, αρχίζει να καταρρέει. Ένας από τους λόγους είναι ότι ενώ η επιστήμη και η τεχνολογία αναπτύσσονταν με αλματώδεις ρυθμούς, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης των εθνικών εισοδημάτων ήταν συνεχείς, παρ’ όλα αυτά, ακόμα και πριν την κρίση, το ποσοστό που πήγαινε στους εργαζόμενους ελαττωνόταν. Και, βέβαια, αυτή η δυσαναλογία εντείνεται ακόμα περισσότερο υπό το κράτος της κρίσης.
Αυτή η αστάθεια, την οποία ο Χομπσμπάουμ επισημαίνει ήδη το 2008, έχει γίνει σήμερα δομικό στοιχείο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν ξέρω αν θα καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Αλλά δεν είναι δυνατόν να αλλάξουμε τον κόσμο, αν δεν κατανοήσουμε τις νέες δυνάμεις, οι οποίες φαίνεται να διαμορφώνουν ένα σύστημα που δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτό που γνωρίσαμε. Καπιταλισμός βέβαια υπάρχει. Εκείνο που αλλάζει είναι, πρώτα-πρώτα, οι ιδεολογικές, αξιακές και ηθικές μορφές, οι οποίες αναπτύσσονται στο λεγόμενο, μαρξικά, εποικοδόμημα. Ιδέες όπως η επιείκεια, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανακατανομή του εισοδήματος, η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου, όλα αυτά που αποτελούσαν θεμελιώδες μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού και Διαφωτισμού τα τελευταία διακόσια χρόνια, έχουν περίπου εξαφανιστεί από την πολιτική γλώσσα. Και αν ακόμα ορισμένοι αναφέρονται σ’ αυτά, είτε δεν τα πιστεύουν είτε λειτουργούν σαν άλλοθι. Δεν υπάρχει πρόταγμα προς καλύτερες και πιο δίκαιες κοινωνίες· συμβαίνει το αντίθετο: η δυναμική της Ιστορίας σήμερα, σε όλο τον κόσμο, είναι η αύξηση των ανισοτήτων, η αύξηση της αδικίας, η ένταση των ταξικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ένα κεφάλαιο που κινείται ελεύθερα σε όλο τον κόσμο και τους εργαζόμενους.
Πού θα καταλήξει όλο αυτό; Δεν ξέρω, αλλά θα ήθελα να επισημάνω και έναν άλλον κίνδυνο, ο οποίος για μένα είναι πολύ σημαντικός. Σήμερα, μέσα στο παγκόσμιο σύστημα, όλοι μας, δημοκράτες και μη, ανεπτυγμένοι και φτωχοί, Κίνα, Ινδία, Αμερική, Ευρώπη, όλοι ζούμε υπό τον αστερισμό της ανταγωνιστικότητας. Αυτή είναι η θαυμαστή λέξη που φαίνεται να κινεί τα πάντα: η ανταγωνιστικότητα. Στις επιταγές της οφείλουν να υποκλιθούν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι άλλες αξιακές προδιαγραφές της Δύσης. Εάν λοιπόν σκεφτούμε ότι η μεσαία τάξη, ακόμα και αν δεν εξαφανίζεται, φθίνει (στο σύνολό της: είτε των υπαλλήλων είτε των μικροαστών είτε εκείνων που είναι μικροεπιχειρηματίες και μικροεπιτηδευματίες), τότε, επίσης, φοβούμαι, φθίνει και η εσωτερική συνοχή της θεμελιώδους αξίας που κουβαλάμε όλοι μας: της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, από την εποχή του Ρουσώ σημαίνει συναίνεση, κοινωνικό συμβόλαιο, μια κοινωνία που συμφωνεί βασικά στις προϋποθέσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Από τη στιγμή όμως που αυτές οι προϋποθέσεις δεν έχουν μέσα τους το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και της ανακατανομής, τότε κινδυνεύει να καταρρεύσει η συναίνεση. Δεν ξέρω ποια θα είναι η κατάληξη. Ούτε ξέρουμε, κι αυτό το τονίζει ο Χομπσμπάουμ, ποιες μπορεί να είναι οι νέες μορφές συλλογικών υποκειμένων, οι οποίες θα κινήσουν την Ιστορία.
Εάν δεν κατανοήσουμε –και με αυτό θέλω να κλείσω– τις εξαιρετικά σύνθετες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών, την εξέλιξη των ιδεών και των αξιών και στη διαφαινόμενη εξέλιξη των πολιτικών συστημάτων (για να γυρίσω πάλι στον Μαρξ, αυτό είναι στοιχειώδες κομμάτι της σφαιρικής αντιμετώπισής του, της ιστορίας δηλαδή του γίγνεσθαι)· εάν δεν γίνει κατανοητή η εξαιρετικά περίπλοκη αυτή σχέση η οποία μας απομακρύνει ολοένα και περισσότερο από τις ηθικές και αξιακές αφετηρίες του Διαφωτισμού, μέρος των οποίων είναι και ο μαρξισμός, τότε φοβάμαι ότι θα βρεθούμε προ εκπλήξεων. Η δημοκρατία προϋποθέτει συναίνεση. Αν χάσουμε τη συναίνεση, αν η οικονομική απληστία και αλαζονεία των λεγόμενων αγορών οδηγήσει σε μείωση ή παρακμή της συνοχής των κοινωνιών, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πού θα πάει το πράγμα. Και –εγώ δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος– σε αυτή την ανάγκη αναδιατύπωσης και ανακατανόησης των νέων πραγματικοτήτων στο οικονομικό, το πολιτικό, το αξιακό πεδίο έγκειται και η αναγκαία προϋπόθεση για να αλλάξουμε τον κόσμο, όπως μας λέει ο Χομπσμπάουμ, ενενήντα πέντε χρονών σήμερα, και μας πείθει ότι πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια.
Από την άποψη αυτή, καθώς και εγώ παραμένω αμετανόητος μαρξιστής, η πίστη του Χομπσμπάουμ λειτούργησε, κατά κάποιον τρόπο, ως βάλσαμο μέσα μου. Εις πείσμα των καιρών, εις πείσμα της εξαιρετικά δυσάρεστης συγκυρίας, δεν χρειάζεται, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς, να μετανιώνουμε που όταν ήμασταν νέοι ελπίζαμε στο μέλλον.

Ροη αρθρων