Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Η πιο μεγάλη ροχάλα της Ιστορίας...

του Μαζεστιξ, απο το Ιστολογιο Τοιχο - Τοιχο...

Μια από τις πιο συγκλονιστικές αφηγήσεις της σύγχρονης ελληνικής
ιστορίας -και ενδεχομένως η πιο συγκλονιστική- είναι η σκηνή που, ενώ η Σμύρνη καίγεται,

οι πρόσφυγες (πλέον) τρέχουν αλλόφρονες να σωθούν από τη φωτιά και το
σπαθί των Τούρκων πίσω τους και προσπαθούν, με όσες δυνάμεις τους έχουν
απομείνει, να πιαστούν από τα ιταλικά και γαλλικά πλοία που πλέουν
εκείνη τη στιγμή στον όρμο της Σμύρνης.

Και, ενώ τα παιδιά την ώρα της Ιστορίας στο σχολείο συνήθως ξύνονται,
όταν διδάσκεται εκείνο το σημείο πάντα αναστατώνονται και
ανατριχιάζουν, ιδίως την ώρα που ο δάσκαλος τους εξιστορεί πως, ενώ οι
πρόσφυγες απλώναν τα χέρια τους και προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν στα
πλοία, οι βάρβαροι, απολίτιστοι και απάνθρωποι ναυτικοί της Γαλλίας και
της Ιταλίας, τους έκοβαν τα χέρια κι οι πρόσφυγες πέφταν στο νερό και πνίγονταν.

Πάντοτε το ερώτημα των μικρών μαθητών είναι "γιατί κυρία το κάνανε αυτό; δεν είναι πολύ απάνθρωπο;"... και η δασκάλα τί να πει για τη βαρβαρότητα; Πώς να την περιγράψει;

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ...

Dies brumalis...
        Κι επειδή στα χρόνια που ζούμε πολιτικές επιλογές και αποφάσεις των κυρίαρχων κέντρων αδιαφορούν για τις ανθρώπινες ζωές που ισοπεδώνουν επικαλούμενοι μάλιστα τη σωτηρία μας, ίσως να μην είναι και τόσο αυθαίρετο να θυμηθούμε ότι και   η μικρασιατική εκστρατεία έγινε εν ονόματι  της εθνικής ενοποίησης και ομογενοποίησης και κατέληξε σε καταστροφή.
        Κι ίσως γι’  αυτό και  οι επισημάνσεις, γραμμένες πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  του Κ. Βάρναλη για τη μικρασιατική καταστροφή μπορούν να βοηθήσουν ακόμα και τώρα στην κατανόηση των αιτιών  εκείνης της καταστροφής… ίσως κάπως σχηματικά και της δικής μας;
      « Μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του κόσμου! Ενας στρατός, ο στρατός ολάκερος ενός κράτους να καταστρέφεται σύρριζα, να σκορπίζεται δεξιά κι αριστερά και να φεύγει τρεχάλα, να ρίχνει τα όπλα του και να «ν’ αρνείται να συνεχίσει τον αγώνα»(θ. Τζάτζαρη, Λεξικόν Ελευθερουδάκη, άρθρ. «Μικρασία») κι όμως να είναι ευχαριστημένος  γι’ αυτό! Και πίσωθέ του να είναι πιο πολύ ευχαριστημένος ο μισός λαός, δηλαδή οι πολιτικού αντίπαλοι της κυβέρνησης, γιατί τώρα θα τήνε ρίχνανε εύκολα, θα διώχνανε από τον τόπο μια δυναστεία, που ήτανε ο ανεύθυνος και απαραβίαστος αρχηγός ενός πολιτικού κόμματος, και θα παίρνανε αυτοί την εξουσία… του Δημόσιου Ταμείου.

        Ούτε λοιπόν η ελληνική κεφαλαιοκρατία είχε καμίαν άλλη φροντίδα σ’ όλην αυτήν την υπόθεση από το να θησαυρίζει όσα μπορούσε περισσότερα και με προμήθειες και καταχρήσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε, μα ούτε και τα δυο μεγάλα  πολιτικά κόμματα, που διαχειριζόντανε τα συμφέροντα της ντόπιας και της ξένης κεφαλαιοκρατίας είχανε άλλη σκέψη από  την εξουσία, ήγουν τις μασέλες τους. Γαυγίζοντας γύρω από το ίδιο κόκκαλο και έχοντας πίσω τους χωρισμένο στα δυο τον ελληνικό λαό και τον ελληνικό στρατό είχανε ρίξει κάθε παραβάν και κάθε ντροπή  μπροστα  στα μάτια του κόσμου. Η εργατιά πολεμούσε στο μέτωπο, η κυρίαρχη τάξη θησαύριζε, οι πολιτικοί τρωγόντουσαν και εξαιτίας αυτηνών των τελευταίων η μισή Ελλάδα ευχότανε τη νίκη του στρατού κι η άλλη μισή την καταστροφή του. Κι αυτή η μισή με τα όργανά της σ’ όλους τους κλάδους της ζωής σαμποτάριζε τον πόλεμο. Η ήττα του στρατού, θα ήτανε ήττα της κυβέρνησης και η ήττα της κυβέρνησης νίκη των αντιπάλων της!

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Με Κατσέλη και Κουβέλη θά ’χουμε πολλά οφέλη...

του Κωστα Κρεμμυδα, απο την Εποχη...
Μάζευε κι ας ειν’ και ρώγες
(Λαϊκή παροιμία)

Την προηγούμενη φορά έγραφα για την πληρότητα που αισθάνονται όλοι αυτοί που τα τελευταία χρόνια είναι επιφορτισμένοι να εμπαίζουν ζωές και να οδηγούν αναίτια –όχι αφιλοκερδώς (γιατί στους μαφιόζους δεν υπάρχει ηθική, αλλά συμφέρον)– μια χώρα στην καταστροφή. Και βέβαια η ευδαιμονία είναι μια αίσθηση υποκειμενική, ανάλογα με τις αξίες, τις ηθικές αναστολές, τον κυνισμό, την αλαζονεία, που ο καθένας επιφυλάσσει στον εαυτό του.
(Ας πούμε, για τα προσφιλή μας τετράποδα ευτυχία είναι να κυλιούνται στον βούρκο). Για τον Βενιζέλο είναι οι στομφώδεις δεκάρικοι, που εκπέμπονται με τη βεβαιότητα ενός μειωμένης αντίληψης ακροατηρίου. Για τον Κουβέλη η πεμπτουσία της υπευθυνότητας. Για την Κατσέλη η ασφάλεια των διαπροσωπικών σχέσεων, αυτή η ομερτά των κομματικών παραγόντων που επιτρέπει, δίχως κανένα κόστος, να πετάνε από «κανάρα σε κανάρα», κατά το γνωστό άσμα του Χρηστάκη. Και να απευθύνουν μηνύματα συμπαράστασης στους απολυμένους της ΕΡΤ. Οι θεομπαίχτες, ή μάλλον οι ανθρωπομπαίχτες.

Τέτοιο κλίμα αγωνιστικότητας, την αποφράδα Τρίτη στην Αγία Παρασκευή, που προς στιγμήν νόμισα πως άκουγα τα τρακτέρ των Μεγαρέων να καταφτάνουν. Μέχρι κι ο Ζουγανέλης πήρε το μικρόφωνο (όχι για να τραγουδήσει τους ύμνους του στον ΒΗΜΑ FM). Δεν χαιρέτισε επίσης και ο πρώην πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ραυτόπουλος. Ελπίζω να το κάνει σε ώρα υψηλής προσέλευσης στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. (Οι κληρώσεις πάντα ευνοούν τους τολμηρούς).

Δεν ξέρω πάλι αν σχετίζεται με το συνέδριο και η λελογισμένη οπισθοχώρηση Κουβέλη, που πάντως επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες και αφήνει ανοιχτά πεδία σε ό,τι σχετίζεται με τις (αφανείς) πολιτικές πρωτοβουλίες των ηγετικών κύκλων, που από γενέσεως κόσμου, πέρα από τετριμμένες διακηρύξεις κι άχρηστες καταστατικές διατάξεις, διατηρούν κοινά χαρακτηριστικά: «Να μη μαθαίνει κανείς το μυστικό ολάκερης της δουλειάς. Βάζουν έναν να κάνει χώρια τις βίδες, άλλος κάνει μόνο τα λάστιχα, άλλος τυλίγει τα σύρματα. Πάντα αυτό. Ώσπου να πεθάνουν. Γιατί αν μάθαιναν σε όλους το χούι της δουλειάς, αυτοί θάχαναν το ψωμί τους», όπως τα έγραφε κι ο Μυριβήλης στην Παναγιά τη Γοργόνα, εξηγώντας γλαφυρά τα μυστικά και τις επιδιώξεις κάθε επαγγέλματος και κάθε μηχανισμού.

Σε λιγότερο από ένα μήνα γνώρισα από κοντά δύο μεγάλες καταστροφές τού ελληνισμού. Όχι εξ αιτίας στρατιωτικής ανεπάρκειας –κανείς πόλεμος δεν κερδίζεται με κανόνια, αυτό το μάθαμε καλά το τελευταίο διάστημα, αλλά ως αποτέλεσμα του πολιτικού αμοραλισμού. Εννοώ τη μικρασιατική και την κυπριακή καταστροφή, που ξεκλήρισε ζωές, κατέστρεψε κοινωνίες και άφησε ανεπανόρθωτα ρήγματα. (Πολλές οι ομοιότητες με το σήμερα).

Δασκάλα, η γιαγιά μου, σπουδαγμένη με την αδελφή της στο Αρσάκειο της Αθήνας, διορισμένες κι οι δύο στη γενέτειρά τους, τις Κυδωνίες, τουρκικά Ayvalik, με πατέρα φούρναρη στη συνοικία του Άη Γιώργη, ή του Ταξιάρχη –βλέπετε η νεότητα δεν ενδιαφέρεται για ρίζες και συνέχεια, κι όταν νοιαστεί στην ωριμότητά της, είναι αργά καθώς ο θάνατος βάζει τα πέπλα του εμπόδιο στην αφήγηση και τις μνήμες των πρωταγωνιστών/θυμάτων– ξεβράστηκαν «ανταλλάξιμοι» απέναντι στα Τσόνια, τη σκάλα της Κλειούς, στη Μυτιλήνη, για να βλέπουν από 'κει τον τόπο τους και να ελπίζουν.
Στην Πέτρα γεννήθηκε η μάνα μου, εκεί στήσανε εκ των ενόντων το σπιτικό τους «οι πρόσφυγες» (που δε διαφέρανε πολύ από τους σύγχρονους μετανάστες, επίσης ξεκληρισμένοι, απροστάτευτοι, χωρίς χαρτιά, και με μια κοινωνία αποστασιοποιημένη, αν όχι εχθρική, στο προσωπικό τους δράμα. Που όσο χανόταν μακριά στο χρόνο, παρέμενε επώδυνο μόνο για τους άμεσα παθόντες). Άλλωστε, ευνοεί την εξουσία ο διαχωρισμός, αφού με τη διαίρεση καταφέρνουν να διοικούν και να εξαπατούν ανά τμήματα τους λαούς. Όπως το βλέπουμε και σήμερα.

Μόλις τακτοποιήθηκαν στο δημόσιο οι πιο «ιδεολόγοι» από τους προσφυγοπατέρες, και το όνειρο του μεγάλου γυρισμού κατέπεσε σε «δημοκοπία», αφού «αι ονειροπολήσεις απεδείχθησαν απατηλαί ως γοητευτικός αντικατοπτρισμός της ερήμου», κατά την εφημερίδα Προσφυγικός Κόσμος, κατανοώντας το αμετάκλητο της καταστροφής, επισημοποιημένο και ως πολιτική συμφωνία, αναζήτησαν στις παράγκες του Ταύρου, στα σφαγεία, μια καλύτερη τύχη. (Τραγικό και οξύμωρο).
«Είμαι απ’ το Ρέθυμνο», μας είπε ο καπετάνιος, σε άπταιστα ελληνικά, παρότι τρίτης γενιάς «ανταλλάξιμος» κι αυτός, που μας έφερε στο Αϊβαλί. Από την Κρήτη κι ένας άλλος που προσπαθούσε να μας βοηθήσει.

«Εγώ από μικρός τ’ αγαπούσα τα γράμματα κι από την άλλη ζούσα και πορευόμουν μόνο με την καρδιά μου. Τι τ’ όφελος; Πάντα μού στάθηκε ένα ακονισμένο μαχαίρι που δε βγήκε απ’ το θηκάρι του. Κι αν βγήκε καμιά φορά, έγινε για να καρφωθεί στην καρδιά μου», ξαναγυρνάω στον Μυριβήλη, κατά κόσμον Στρατή Σταματόπουλο από τη Συκαμνιά (ή Μορέα), όπως ονοματίζει συχνά τον τόπο του, που δανείστηκε το ψευδώνυμό του από την κορυφή «Μεροβίγλι/Μυριβίλι» του όρους Λεπέτυμνου. «Δε βλέπεις τους γραμματισμένους! Απ’ αυτούς βγαίνει η συμφορά του Γένους. Αυτοί σπεκουλάρουν τα χτήματα της Ανταλλαγής, αυτοί υπογράφουν τις ψεύτικες δηλώσεις… Αυτοί βρήκαν και τούτη την άτιμη λέξη “ανταλλαγή”. –Τι ανταλλάζεις μωρέ; Τον Τούρκο με τον Έλληνα αλλάζεις, κεφάλι με κεφάλι, σαν τραγί με τραγί; Την ψυχή ανταλλάζεις με τις μετοχές και με τους παράδες; Τους τάφους τους ιερούς, το σπίτι μου με την κληματαριά στην αυλή, τα βιβλία μου με τα σημάδια, το στασίδι που γυαλίζει το ξύλο στους αγκώνες του μακαρίτη πατέρα μου, δύο χιλιάδων ετών Ελλάδα και πολιτισμό, ανταλλάζονται;»

Συχνά το βάρος συσχετισμών και πορισμάτων πέφτει στον αναγνώστη. Στον συγγραφέα απλά η ευθύνη κατάθεσης ψυχής. Και μέρες που ’ναι, οι καταθέσεις παραμένουν επισφαλείς. Έστω κι έξω απ’ τις τράπεζες.

Κώστας Κρεμμύδας
mandragoras_magazine@yahoo.gr

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Σαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ή πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή;

 Του Γιώργου Τσίπρα, απο τον Δρομο της Αριστερας...
Παραλληλίζεται η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, όπου τελικά η κρίση του 1929 σήμανε και το τέλος της. Ομοιότητες, βέβαια, υπάρχουν, ωστόσο επικρατεί μια επιλεκτικότητα στα στοιχεία που συνδέουν την τότε Γερμανία με τη σύγχρονη Ελλάδα. Δεν παραλείπεται μόνον η επισήμανση ορισμένων διαφορών, αλλά και κάποιων σημαντικών ομοιοτήτων.
Ας πάρουμε, απ’ την άλλη μεριά, την περίοδο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Είναι βέβαια διαφορετική από τη σημερινή, ωστόσο υπάρχουν κοινά στοιχεία. Πρώτο, ακολούθησε μια καταστροφή. Δεύτερο, υπάρχει και σήμερα μια ορισμένη γεωπολιτική διάσταση σε αυτή την πορεία. Τρίτο, η καταστροφή ήταν αποτέλεσμα της τότε Μεγάλης Ιδέας, όπως είναι και σήμερα αποτέλεσμα της «ισχυρής Ελλάδας» του ευρωπαϊσμού και του ευρώ, των Ολυμπιακών Αγώνων, του τουρισμού, των μεγάλων έργων, των υπηρεσιών, της εφόρμησης στα Βαλκάνια. Τέλος, πρόκειται για την ίδια χώρα, την Ελλάδα και αυτό ωθεί να προσγειωθούμε σε ορισμένα πιο πραγματικά δεδομένα. Συγκριτικά με την αναφορά στην επαρχιώτικη Ελλάδα του 1920, ο παραλληλισμός με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την τότε πιο μοντέρνα αστική δημοκρατία στον κόσμο, έχει βέβαια μια γοητεία αλλά ενέχει κινδύνους απογείωσης σε πραγματικότητες που δεν είναι η περίπτωσή μας.
Το εθνικό ζήτημα: ένα στοιχείο ομοιότητας
Ένα στοιχείο ομοιότητας με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης που δεν επισημαίνεται ιδιαίτερα, αλλά βάρυνε καταλυτικά στις εξελίξεις στη Γερμανία και μπλέχτηκε με το κοινωνικό ζήτημα και την οικονομική κρίση του 1929, ήταν ένα ιδιαίτερο εθνικό ζήτημα. Η Γερμανία στη δεκαετία του ’20 τελούσε υπό καθεστώς επιτήρησης, στρατιωτικής και οικονομικής. Οικονομικής λόγω της αποπληρωμής των επανορθώσεων που επέβαλε η ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνέδεσε τη γέννησή της με την υπογραφή αυτής της Συνθήκης. Ο φασισμός στη Γερμανία γεννήθηκε -όπως και αλλού- ως αντι-εξεγερτισμός και αντι-κομμουνισμός, αλλά ανδρώθηκε ειδικά στη Γερμανία τροφοδοτούμενος από την εθνική ταπείνωση και επιτήρηση της Γερμανίας από τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ.
Αυτό το εθνικό ζήτημα δεν άφηνε αδιάφορη την Κομμουνιστική Διεθνή και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΚΚΓ). Κυρίαρχη σκέψη στην πολιτική του ΚΚΓ, εκ γενετής, ήταν η επέκταση της κοινωνικής επανάστασης των σοβιέτ στη Γερμανία, δηλαδή με τα δεδομένα της κατάστασης, η εξέγερση και κατάληψη της εξουσίας. Το κόμμα αυτό είχε γεννηθεί πριν από λίγα μόλις χρόνια ως αιματηρή εξέγερση, είχε ανδρωθεί με τη λογική ότι η επανάσταση ήταν ζήτημα χρόνου να επικρατήσει και στη Γερμανία, έδινε για μεγάλα διαστήματα καθημερινές μάχες με τους φασίστες και την αστυνομία, με νεκρούς και χιλιάδες ανοιγμένα κεφάλια. Ως πραγματικά ζητήματα για τη χώρα που απασχολούσαν το γερμανικό λαό, η εθνική ταπείνωση και η επιτήρηση της χώρας αποτελούσαν πεδίο παρέμβασης για το ΚΚΓ, ζητήματα στα οποία έπαιρνε θέση.
Όταν η Γαλλία κατέλαβε το Ρουρ αρχές του 1923 επειδή η Γερμανία καθυστερούσε τις πολεμικές επανορθώσεις, η σοβιετική κυβέρνηση εξέδιδε ανακοίνωση στην οποία τόνιζε ότι: «Η κυριαρχία του γερμανικού λαού παραβιάζεται. Το δικαίωμα του γερμανικού λαού στην αυτοδιάθεση καταπατείται. Η αποδιοργανωμένη γερμανική οικονομία υφίσταται ένα νέο και ισχυρό χτύπημα. Ακραία φτώχεια και πρωτόγνωρη καταπίεση απειλεί τις εργαζόμενες μάζες της Γερμανίας». Την 1η Ιουνίου το πρωτοσέλιδο στη Rote Fahne του ΚΚΓ που έκανε διμέτωπο ενάντια στη Γαλλία και τη γερμανική κυβέρνηση, έγραφε: «Κάτω η κυβέρνηση της εθνικής ντροπής και της εθνικής προδοσίας». Τον ίδιο μήνα ο Ζινόβιεφ, πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κ.Δ.), ασκούσε κριτική στο ΚΚΓ ότι «δεν τονίζει με την απαιτούμενη ένταση το λεγόμενο εθνικό παράγοντα στην κομμουνιστική του αντίληψη», ενώ ο Ράντεκ, στέλεχος της Κ.Δ. υποστήριζε για τη Γερμανία ότι: «Όλοι νιώθουν πως η σωτηρία βρίσκεται στους κομμουνιστές. Αποτελούμε σήμερα τη μόνη διέξοδο. Η ιδιαίτερη έμφαση στο έθνος στη Γερμανία αποτελεί επαναστατική ενέργεια, όπως και η έμφαση στο έθνος στις αποικίες».
Η σοβαρή διαφορά
Συμπερασματικά, έχουμε από τη μια πλευρά μια ομοιότητα που αφορά τη σύμπλεξη ταξικού και εθνικού ζητήματος, ή του κοινωνικού ζητήματος με το ζήτημα της ανεξαρτησίας. Η σύμπλεξη αυτή εκδηλώνεται ισχυρότερη στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας λόγω του ότι η τελευταία δεν είναι η ίδια μια ιμπεριαλιστική χώρα αλλά είναι, αντίθετα, μια χώρα οργανικά και υποτακτικά προσδεμένη σε ξένα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η άρνηση αυτής της ιδιότητας από τμήμα της Αριστεράς οδηγεί μοιραία σε λάθος προβλέψεις. Από την άλλη πλευρά έχουμε μια έντονα υποκειμενική διαφορά. Αν και καμιά μερίδα της Αριστεράς στη σύγχρονη Ελλάδα δεν θα μπορούσε να υπαινιχθεί καν πως αποζητά την πολιτική ανατροπή περισσότερο από όσο την αποζητούσε το τότε ΚΚΓ στη Γερμανία, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής Αριστεράς επιδεικνύει μια «ταξική» ή κοσμοπολίτικη περιφρόνηση του εθνικού παράγοντα στο σύγχρονο ελληνικό πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι πως αφήνεται, με αυτό τον τρόπο, αδικαιολόγητα ανοιχτό πεδίο στην ακροδεξιά και στους φασίστες να το καπηλεύονται δίχως αντίπαλο.
Αντικειμενικά, οι φασίστες και η ακροδεξιά διαχείριση του πολιτικού προβλήματος στην Ελλάδα σήμερα έχουν ένα μεγάλο περιορισμό, συγκριτικά με τους ναζί της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι τελευταίοι εκπροσωπούσαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μια ορισμένη «λύση», με την έννοια της «διεξόδου» προς την αποκατάσταση μιας ισχυρής ιμπεριαλιστικής Γερμανίας. Σε μια τέτοια «λύση» συνηγορούσε ένα μέρος του εξωτερικού παράγοντα (κυρίως η Βρετανία), η ιμπεριαλιστική οικονομική επιρροή της Γερμανίας στη Μεσευρώπη τουλάχιστον, το γενικό οικονομικό και στρατιωτικό δυναμικό της.
Αντίθετα, στη σημερινή Ελλάδα οι φασίστες, και μια πιο «εθνική» διαχείριση δεν έχουν, και δεν μπορούν αντικειμενικά να προσφέρουν κανενός είδους λύση, με ή χωρίς εισαγωγικά, τέτοια που να περιλαμβάνει «εθνικιστικές» ρήξεις με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και δεσμά οικονομικής εξάρτησης και πολιτικής-γεωπολιτικής υποταγής.
Κανένα στοιχείο από τους ξένους πάτρωνες ή την ντόπια άρχουσα τάξη ή τον οικονομικό δυναμισμό του ελληνικού καπιταλισμού δεν συνηγορεί σε κάτι τέτοιο. Ο εθνικισμός και η ακροδεξιά στην Ελλάδα είναι ιστορικά ταυτισμένοι με τον πιο γραικύλο ραγιαδισμό, από το δωσιλογισμό της Κατοχής, στην Ελλάδα της αμερικανοκρατίας, στην αμερικανοκίνητη χούντα, στη διατεταγμένη τραγωδία της Κύπρου. Η ταύτιση αυτή σχετίζεται με υλικούς και ιστορικούς όρους που είναι καθοριστικοί και σήμερα.
Η Χρυσή Αυγή κραυγάζει αντιμνημονιακά και πετά κορώνες για την εθνική υποταγή. Αλλά στην καλύτερη, για την ίδια, περίπτωση θα αποτελέσει το μακρύ χέρι σιδηράς επιβολής της τάξης των ίδιων που σήμερα, εντός κι εκτός Ελλάδας, κινούν τα νήματα του Μνημονίου και της εθνικής υποταγής. Άλλες ενδιάμεσες δυνάμεις μπορούν μεθαύριο εξίσου να τραβηχτούν σε αντιτροϊκανή, αντιμνημονιακή κατεύθυνση με ηγεμονία της Αριστεράς ή να υπηρετήσουν μια «εθνικά υπερήφανη» εξυπηρέτηση της τροϊκανικής συνέχειας στη χώρα.
Ο εθνικός παράγοντας ενεργεί σήμερα ως διάσταση του οικονομικού προβλήματος και κατά ένα μέρος «φουσκώνει» και αυτός από κοινού πατριωτικές και εθνικιστικές αντιλήψεις και μορφώματα, που μπορεί να απολήγουν στη Χρυσή Αυγή, σε νέα δεξιά μορφώματα όπως του Καμμένου ή σε πατριωτικές κινήσεις όπως του ΕΠΑΜ και της Σπίθας παλαιότερα. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της τάσης μπορούσε να έχει κερδηθεί από μια πατριωτική Αριστερά ή μια Αριστερά που, εκτός από τον εθνικισμό, ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με τον κοσμοπολιτισμό από τη μια και τον εθνικό μηδενισμό από την άλλη.
Συμπερασματικά, μπορούμε να παρατηρήσουμε τρία πράγματα. Το να «χαρίζεται» ο εθνικός παράγοντας στην ακροδεξιά είναι διπλά αδικαιολόγητο, στο βαθμό που ο τροφοδοτούμενος εθνικισμός θα απολήξει μονάχα σε μια πιο αποτελεσματική σκλήρυνση στο εσωτερικό και σε κανενός είδους ρήξη προς τους ισχυρούς, ρήξη που συνεχίζει να αποτελεί προνομιακό πεδίο της Αριστεράς. Η υποτίμηση αυτή οφείλεται στην υπολειπόμενη υποκειμενική βούληση ανατροπής και συγκρότησης γι’ αυτό, του ιστορικά αναγκαίου κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ από την Αριστερά. Παρά το φασιστικό καρκίνωμα, τα χαρακτηριστικά της επικείμενης καταστροφής στη σύγχρονη Ελλάδα προσιδιάζουν περισσότερο στη Μικρασιατική Καταστροφή παρά στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Ροη αρθρων