Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΙΜΑΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΙΜΑΡΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Ο εφιάλτης της Βαϊμάρης...

Ολο και συχνότερα η τραυματική εμπειρία από τη Γερμανία του 1930 ανακαλείται στην επικαιρότητα. Πολλοί διερωτώνται εάν στη χώρα μας ξαναπαίζεται σήμερα το σενάριο που παρέδωσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο ναζισμό στις 30 Ιανουαρίου 1933.
Η σύγκριση δεν είναι αυθαίρετη, ωστόσο ο καθείς επικεντρώνει σε διαφορετικά αίτια, προβλήματα και αποτελέσματα, προκειμένου να αντλεί «συμπεράσματα» που, όπως φαντάζεται, δικαιώνουν τις εκ προοιμίου θέσεις του. Σύγχυση υπάρχει για τον πραγματικό κίνδυνο τόσο για σήμερα όσο και για το Μεσοπόλεμο. Την πτώση της Βαϊμάρης κάποιοι την αποδίδουν στην «ασυδοσία» και «ανευθυνοποίηση των πολιτών», στην «κατάχρηση» δημοκρατικών δικαιωμάτων, που προσχηματικά επικαλέσθηκε η επ' αόριστον αναστολή τους.
Οι επαναλαμβανόμενες απεργίες, διαδηλώσεις, απείθεια πολιτών, τροφοδότησαν από την άλλη πλευρά αιτήματα για πειθάρχηση των πολιτών και τήρηση της τάξης, ακόμη και με μεθόδους αντιδημοκρατικές και ολοκληρωτικές. Ωστόσο, στην περίπτωση της Βαϊμάρης, το δημοκρατικό πολίτευμα δεν ανεστάλη απλά, αλλά πετάχθηκε στον κάλαθο των αχρήστων, αφού σε αυτό ο ναζισμός απέδωσε βασική ευθύνη για τη «σήψη και παρακμή» του πολιτικού συστήματος κατά την περίοδο 1919-1933.
Κι όμως, παρά την «πολιτική χρεοκοπία» της, η Βαϊμάρη παραμένει μέχρι σήμερα υπόδειγμα δημοκρατικού πολιτεύματος. Την άδοξη κατάληξή της δεν την προκάλεσαν η άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι απεργίες και διαδηλώσεις, αλλά οι αντικοινωνικές επιλογές της ηγεσίας του πολιτικού συστήματος, που δημιούργησαν συνθήκες διχασμού και εμφυλίου πολέμου μεταξύ των πολιτών. Βασική επιλογή, που υπονόμευσε την κοινωνική ειρήνη, ήταν η σταθερή και παρατεινόμενη προτίμηση υπέρ του «αποπληθωρισμού» (deflation), από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις, με υποθετικό στόχο την «εξυγίανση» της οικονομίας, αλλά με πρακτική συνέπεια τη βαθιά ύφεση και εκτεταμένη ανεργία.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Το έγκλημα ως πολιτική παρέμβαση...

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, απο το Red NoteBook...
Τους τελευταίους μήνες, και εξαιτίας του αυτοματισμού με τον οποίο συνδέονται στη “μέση” συνείδηση μετανάστες και νεοναζισμός, πέρασε μάλλον απαρατήρητη μια σημαντική εξέλιξη, που δυστυχώς επιβεβαίωσε δραματικά η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

O ναζισμός δεν είναι (μόνο) ρατσισμός

Μέχρι πρότινος φαινόταν να λειτουργεί ένας ιδιότυπος καταμερισμός εργασίας: Από τη μια πλευρά, τμήματα του κρατικού μηχανισμού “πολιτικοποιούνταν” όλο και περισσότερο απέναντι σε κάθε εκδοχή “εσωτερικού εχθρού” – βασανίζοντας και διαπομπεύοντας συλληφθέντες για τρομοκρατία, βασανίζοντας αντιφασίστες, επιστρατεύοντας απεργούς και σφραγίζοντας καταλήψεις· από την άλλη, υποδύομενοι τη φωνή της “σιωπηλής κοινωνίας”, οι νεοναζί αναλάμβαναν τη “διαχείριση” του μεταναστευτικού (την αντιμετώπιση του εσω-εξωτερικού εχθρού), φτάνοντας ως εκεί που το κράτος δεν μπορούσε να φτάσει: πραγματοποιώντας εκατοντάδες επιθέσεις σε όλη την Ελλάδα και τελικά δολοφονώντας, τον περασμένο Ιανουάριο, τον Σαχτζάτ Λουκμάν.

Το τελευταίο διάστημα φαίνεται ο καταμερισμός αυτός να τροποποιείται, με τρόπο που παραπέμπει στην περίοδο μετά το Δεκέμβρη του 2008: Από τη μια πλευρά το κράτος, αφουγκραζόμενο τη “σιωπηλή κοινωνία”, αναλαμβάνει την “ορθολογική” επίλυση του μεταναστευτικού (στρατόπεδα και κράτηση μέχρι θανάτου, συνέχιση του Ξένιου Δία, μπλοκάρισμα της ιθαγένειας)· από την άλλη οι νεοναζί, παρεμβαίνοντας περισσότερο ως κόμμα και λιγότερο ως κίνημα, αναβαθμίζουν τη δράση τους κατά της Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και των κινημάτων αλληλεγγύης, φτάνοντας ως εκεί που το κράτος δεν μπορεί (ακόμα) να φτάσει: επίθεση στα γραφεία και σε στέλεχος του ΝΑΡ τον Ιούνιο, επίθεση στο “Συνεργείο”, στο “Μυρμήγκι” και σε γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ  τον Ιούλιο, επίθεση και πάλι σε γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές του Σεπτέμβρη, ενέδρα σε μέλη του ΚΚΕ προ ημερών, και τελικά δολοφονία του Παύλου Φύσσα, γνωστού αντιφασίστα στο Κερατσίνι.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ενοχή και λήθη...

Της Ζέζας Ζήκου, απο την Καθημερινη...
Ηρθε στην Αθήνα με την αύρα του Μεσσία, αλλά εγώ ήμουν αποκλεισμένη στο σπίτι μου όχι εξαιτίας οικονομικής κατοχής, αλλά αστυνομοκρατίας, και δεν μπόρεσα να τη νιώσω... Οχι, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν εξήγγειλε τη μεγαλεπήβολη «επενδυτική και οικονομική επίθεση για την Ελλάδα» –κοινώς ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ» για τη χώρα μας– διότι ακόμη δεν είμαστε «ώριμοι» (δηλαδή μέχρι σημείου του σάπιου φρούτου) για να δεχθούμε τη γερμανική και όχι την αμερικανική εκδοχή του.
Αντίθετα, ο κ. Σόιμπλε έσπευσε να κλείσει το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, καθώς ερωτηθείς σχετικά είπε: «Δεν υπάρχουν ανοιχτά νομικά ζητήματα για τις γερμανικές αποζημιώσεις». Συγκεκριμένα, στη συνέντευξη Τύπου στο υπουργείο Οικονομικών, αφού ρωτήθηκε από τους Ελληνες δημοσιογράφους ποιες είναι οι προθέσεις της Γερμανίας σε σχέση με το κατοχικό δάνειο και τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις, είπε χαρακτηριστικά: «Οι Γερμανοί αναγνωρίζουμε τη συνεχιζόμενη ευθύνη μας για την κρίση που προκάλεσαν οι ναζί στην Ευρώπη με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και αν οι σημερινοί Γερμανοί δεν έχουν μνήμη, καθώς έχουν γεννηθεί σε μεταγενέστερους χρόνους, η ευθύνη εξακολουθεί να υπάρχει και πρέπει να δούμε πραγματικά τι έγινε στην Ελλάδα εκείνη την εποχή». Αυτό όμως, όπως επισήμανε, είναι ένα θέμα εντελώς διαφορετικό από τις γερμανικές αποζημιώσεις που έχουν διευθετηθεί τελεσίδικα. Υπονοεί ξεκάθαρα ότι το θέμα έχει κλείσει με τη συμφωνία του Λονδίνου.
Ωστόσο, εμείς θα επισημάνουμε τα εξής: Με το άρθρο περί «πολεμικής ενοχής» της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η Γερμανία δεχόταν την ευθύνη για την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την πληρωμή πολεμικών επανορθώσεων. Οι όροι της συνθήκης προκάλεσαν σοκ και οργή στη γερμανική κοινωνία, ενίσχυσαν τις ακραίες φωνές και εντέλει έφεραν στην εξουσία τους οραματιστές μιας δικτατορίας που θα έπαιρνε εκδίκηση για την ήττα των Γερμανών. Είχαν προηγηθεί πολλές κυβερνήσεις συνεργασίας και η εξαθλίωση της μεσαίας τάξης, καθώς η Δημοκρατία της Βαϊμάρης αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο κόστος (κοινωνικό και πολιτικό) της ήττας. Η ειρωνεία είναι ότι στον Μεσοπόλεμο η Γαλλία είχε απαιτήσει την τοποθέτηση επιτηρητών στις κρατικές εταιρείες μεταλλευμάτων και στην κεντρική τράπεζα της Γερμανίας. Η πρόταση είχε θεωρηθεί εθνική ταπείνωση... Πρέπει να ’ναι πολύ βραχεία η ιστορική μνήμη των Γερμανών. Οχι μόνο τα ’χουν ξεχάσει αυτά. Δεν θυμούνται καν τη ρήση του Αντενάουερ ότι «η Ιστορία είναι το σύνολο των πραγμάτων που μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί». Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατόρθωσε να επιζήσει από το 1924 ώς το 1929 αποκλειστικά με δανεικά· τα δε χρήματα για τις πολεμικές αποζημιώσεις του Α΄ Παγκοσμίου, που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, ήταν δανεικά κι αγύριστα. Η αδυναμία της Γερμανίας να πληρώσει τα χρέη αυτά συνέβαλε τα μέγιστα στη Μεγάλη Υφεση του 1929-31. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αμερική επέβαλε, για πολιτικούς λόγους, στους συμμάχους της –εκτός από μερικές εξαιρέσεις– την αξίωση να μη ζητήσουν πολεμικές αποζημιώσεις μέχρι μια μελλοντική επανένωση των δύο Γερμανιών. Οταν έγινε η επανένωση, το 1990, η Γερμανία αρνήθηκε τα πάντα. Η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη που δεν πήραν ούτε πφένιχ!
Πριν ακριβώς από 60 χρόνια, στις 27 Φεβρουαρίου 1953, η Ελλάδα και άλλες χώρες χάριζαν στην ηττημένη Γερμανία μεγάλο μέρος του χρέους της, βοηθώντας την να ορθοποδήσει και να ξαναγίνει οικονομική υπερδύναμη. Με αφορμή την εξηκοστή επέτειο της ιστορικής διάσκεψης του Λονδίνου, Γερμανοί ειδικοί καλούν τώρα τη χώρα τους να φερθεί το ίδιο γενναιόψυχα απέναντι στην Ελλάδα, για το καλό και των δύο. Πόσω μάλλον που τότε η Ελλάδα ανήκε στους δανειστές και αποδέχθηκε κι εκείνη τη διαγραφή του χρέους της τότε Δυτικής Γερμανίας. Χωρίς διαγραφή του επαχθούς χρέους μιας χώρας, δεν επιτυγχάνεται οικονομικό θαύμα, όπως συνέβη στη μεταπολεμική Γερμανία. Η «σεισάχθεια», την οποία εξασφάλισε η Γερμανία με τη συμφωνία του Λονδίνου, την 27η Φεβρουαρίου 1953, της προσέφερε κάτι σπάνιο στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: τη διαγραφή στο ήμισυ των προπολεμικών και μεταπολεμικών χρεών της.
Θα πρέπει να επισημανθεί, επίσης, ότι σταθμός στην έγερση του θέματος των πολεμικών αποζημιώσεων θεωρείται η Ρηματική Διακοίνωση που είχε διαβιβασθεί στη γερμανική πλευρά το 1995, με εντολή του τότε υπουργού Εξωτερικών και νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια. Στη Ρηματική Διακοίνωση αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα δεν έχει παραιτηθεί των αξιώσεών της για τη χορήγηση αποζημιώσεων και επανορθώσεων για τις ζημιές που υπέστη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Σημειωνόταν επίσης πως, επειδή πρόκειται για απαιτήσεις διαφορετικών κατηγοριών, η ελληνική πλευρά προτείνει «προς διευκόλυνση των συνομιλιών» να γίνει ξεχωριστά η εξέταση μιας εκάστης των κατηγοριών των απαιτήσεων αυτών.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Νεοφιλελευθερισμός και νεοφασισμός...

του Νικου Χειλα, απο το Βημα μέσω  TVXS...
Ξέρουν να κάνουν ντόρο. Είτε με πυροβολισμούς στον αέρα κατά ξένων μικροπωλητών, είτε με το ξυλοκόπημα γυναικών-βουλευτών της Αριστεράς, είτε με τη βίαιη έξωση ξένων νοσηλευτών από νοσοκομεία, είτε με «κατηχητικά» στα γραφεία τους και νεοναζιστικές γιάφκες στα σχολεία, τα στελέχη της Χρυσής Αυγής αναστατώνουν καθημερινά τη δημοκρατική Ελλάδα.

Το φαινόμενο αυτό είναι νέο στα μεταπολεμικά χρονικά, έχει όμως πολλές διεθνείς καταβολές. Στη Γερμανία του 1929-1933, για παράδειγμα, ήταν πολύ διαδεδομένο. Οι κοινωνιολόγοι της εποχής επιχείρησαν να το ερμηνεύσουν με έναν όρο-κλειδί: τον «ασυγχρονισμό» (Ungleichzeitigkeit) ο οποίος αποτυπώνει την εισβολή ιστορικά παρωχημένων μορφών συμβίωσης, όπως πρακτικών ωμής βίας, στη σύγχρονη κοινωνία. Έτσι, από την άποψη της κοινωνικής προόδου, τα παλιά («μη ταυτόχρονα» με τα σημερινά) ιστορικά στοιχεία συμπλέκονται με τα σύγχρονα (τα «ταυτόχρονα») - με αποτέλεσμα ένα κοινωνικό και πολιτικό αλαλούμ.
Η έννοια αυτή, που χρησιμοποίησε ως πρώτος ο Έρνστ Μπλοχ, λέει λοιπόν ότι η μοντέρνα  καπιταλιστική κοινωνία είναι κάθε άλλο παρά ομοιογενής. Πολλά γνωρίσματά της έρχονται από μακριά, από αμνημόνευτους χρόνους, και συνιστούν εχθρό των σημερινών. Με αποτέλεσμα μια ισορροπία του τρόμου: Η τεχνολογική πρόοδος συνυπάρχει με την τεχνοφοβία, ο διαφωτισμός με τον αναχρονισμό, ο φεμινισμός με την πατριαρχία, ο κοσμοπολιτισμός με το ρατσισμό, το κράτος δικαίου με την αυτοδικία, η δημοκρατία με αντιδημοκρατικούς θεσμούς.
Υπό «κανονικές» συνθήκες αυτό δεν γίνεται ιδιαίτερα ενοχλητικό, επειδή οι όποιες αντιθέσεις δεν απειλούν τη συνολική ισορροπία του συστήματος. Υπό συνθήκες μεγάλης κρίσης όμως η ισορροπία σπάει. Το σύστημα αρχίζει να τα «παίζει», τα παλιά αντιδραστικά στοιχεία αυτονομούνται θέτοντας υπό αίρεση το δημοκρατικό καθεστώς.
Αυτό ακριβώς συνέβη, κατά τον Μπλοχ, κατά την τελευταία περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το 1929-1933. Η νίκη του ναζισμού, έλεγε, δεν καθορίστηκε μόνο από τα νέα δεδομένα, όπως τη διάσπαση του εργατικού κινήματος (σε Σοσιαλδημοκράτες και Κομμουνιστές), αλλά και από τα «φαντάσματα του παρελθόντος», όπως ο ρατσισμός και ο (μιλιταριστικός) εθνικισμός.
Στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχουν βέβαια παρόμοια φαινόμενα. Η τρέχουσα ξενοφοβία δεν υποκαθιστά πραγματικά το ρατσισμό ούτε σε ατομικό (κάθε ρατσιστής είναι ξενόφοβος, όχι κάθε ξενόφοβος ρατσιστής) ούτε σε κρατικό επίπεδο - ο επιθετικός εθνικισμός παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.
Παρόλα αυτά, όπως έχει ξαναειπωθεί, και οι δυο περιπτώσεις έχουν μια πανίσχυρη κοινή ρίζα: Την πολιτική της λιτότητας. Εκείνη ήταν, στην εκδοχή του καγκελάριου Χάινρχιχ Μπρούνινγκ (1930-1932) που γονάτισε τη δημοκρατία της Βαϊμάρης μέσω της εξαθλίωσης της μεγάλης πλειοψηφίας του γερμανικού λαού. Κι αυτή είναι επίσης, στην τροϊκανή μορφή της, που ματώνει τον ελληνικό πληθυσμό δίνοντας πάτημα και στην ιδεολογία του νεοφασισμού.
Η ιδεολογική βάση της πολιτικής της λιτότητας είναι γνωστή: Ο νεοφιλελευθερισμός. Τα αχώριστα παράγωγά του: περικοπή μισθών και συντάξεων, κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, μερική κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας, αποκρατικοποιήσεις - όλα αυτά στο όνομα της αύξησης της ανταγωνιστικότητας και, μέσω αυτής, της οικονομικής ανάκαμψης.
Πολιτικά, ο νεοφιλελευθερισμός είναι αυτό που λέγεται: πρόγραμμα των αστικών ελευθεριών (ατομικών και πολιτικών). Στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό όμως κυριαρχεί η ελευθερία της αγοράς. Κι αυτό προδικάζει, σε περίπτωση εμβάθυνσης της κρίσης, την όλο και σκληρότερη σύγκρουσή της με τις αστικές ελευθερίες. Μπροστά της, η μέχρι τώρα αντιπαράθεση για τα εργασιακά δικαιώματα θα ήταν σκέτο παιχνιδάκι.
Μόνο που ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι εκ φύσεως σε θέση να λύσει πραγματικά αυτή την αντινομία. Η θεωρία και πράξη του αντιβαίνει σε κάθε σοβαρή εκτροπή στον πολιτικό τομέα. Αυτή θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει μόνο ένα φασιστικό κίνημα. Και αυτό λέγεται, ως γνωστό, Χρυσή Αυγή.
Το μνημόνιο είναι βέβαια μόνο η αρχή. Τα χειρότερα έπονται. Η Ευρώπη, ιδίως η Νότια, αναδομείται εκ βάθρων στη βάση νεοφιλελεύθερων συνταγών με αφετηρία την Ελλάδα. Από «χρηματιστικό προτεκτοράτο» (Ούλριχ Πρόις), η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε οικονομικό - αν εφαρμοστούν όντως τα σχέδια του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων για το μετασχηματισμό της σε Ειδική Οικονομική Ζώνη της Ευρώπης. Σε τέτοια περίπτωση θα ήταν όμως ακόμα μεγαλύτερη η αδυναμία των μνημονιακών κομμάτων να προβούν στις αναγκαίες ρήξεις με το δημοκρατικό πολίτευμα - και αντιστρόφως, ακόμη πιο απαραίτητη η παρέμβαση των νεοφασιστών.
Άθελα λοιπόν, ο νεοφιλελευθερισμός (στο βαθμό που επιμένει στα μνημόνια) ανοίγει το δρόμο στο νεοφασισμό. Ή, ακριβέστερα, τον ανοίγει, παρά την εκπεφρασμένη θέλησή του - δίνοντας του μια αντίστοιχη «παρά θέληση» τραγική νότα.
Η περίπτωση της Ελλάδας δείχνει όμως και κάτι άλλο: Ότι, σε αντίθεση με τον όρο του Μπλοχ, ο μοντέρνος «ασυγχρονισμός» δεν οδηγεί μόνο στην «παρά φύση» σύμμιξη στοιχείων του παρόντος και του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος. Οι πραγματικά άγριες συνταγές του νεοφιλελευθερισμού έρχονται από το αύριο. Αυτό ενθουσιάζει ίσως τις καφετζούδες. Δεν κάνει όμως το μέλλον πιο διαφανές και προβλέψιμο.
Πηγή: Το Βήμα

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Ελλάδα, copy-paste από Βαϊμάρη...

Cynical...
Όσοι έχουν ακόμα αμφιβολίες ότι η Ελλάδα όχι μόνο βαδίζει, αλλά ξεπέρασε κιόλας τη Βαϊμάρη σε καταστροφή, ας ρίξουν μια ματιά στο άρθρο του Γερμανού οικονομολόγου και πολιτικού επιστήμονα Fabian Lindner του ΙΜΚ, "Greece is like Germany's Weimar Republic", το οποίο δημοσιεύτηκε πριν από δυο μέρες στο "Social Europe Journal".

Ο συγγραφέας αρχίζει το άρθρο του δηλώνοντας σοκαρισμένος που σε πρόσφατο συνέδριο που παρακολούθησε στη Γερμανία, οι παρευρισκόμενοι οικονομολόγοι τάχθηκαν σχεδόν ομόφωνα υπέρ της αναγκαιότητας συνέχισης της ύφεσης και των μέτρων λιτότητας, ειδικά στην Ελλάδα, επικαλούμενοι τις φιλοσοφίες του Andrew Mellon, ΥΠΟΙΚ του Herbert Hoover, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης διακήρυττε ότι η λύση για τον τερματισμό της κρίσης ήταν η λήψη μέτρων τα οποία θα την επέτειναν, όπως η "εκκαθάριση της εργασίας, η εκκαθάριση των μετοχών, η εκκαθάριση των επιχειρήσεων, η εκκαθάριση των ακινήτων, η εκκαθάριση της αγροτικής οικονομίας", καθώς και η εκκαθάριση οποιουδήποτε περπατάει, πετάει και κολυμπάει.

80 χρόνια μετά, γράφει ο Lindner, φαίνεται ότι οι Γερμανοί έχουν ξεχάσει τις συνέπειες της δικής τους ύφεσης και στο πού αυτή οδήγησε, τόσο τη χώρα τους, όσο και τον υπόλοιπο κόσμο. Ανάμεσα στη Μεγάλη Ύφεση της Ελλάδας και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης υπάρχουν χτυπητές ομοιότητες: πρώτον, αμφότερες οι χώρες βρέθηκαν παγιδευμένες στο στενό κορσέ σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, στον κανόνα του χρυσού η Βαϊμάρη, στο ευρώ η Ελλάδα, δεύτερον, αμφότερες οι οικονομίες είχαν τεράστια χρέη, προς τους Αμερικάνους οι Γερμανοί, προς τη Γερμανία και Γαλλία, η Ελλάδα, τρίτον, αμφότερες οι οικονομίες βρίσκονταν κάτω από τεράστια πίεση από τις διεθνείς αγορές, και τέταρτον, αμφότερες οι χώρες εφάρμοσαν σκληρή λιτότητα.

Οι ομοιότητες των συνεπειών αποτυπώνονται εύγλωττα στα ακόλουθα διαγράμματα.




Εδώ, συγκρίνονται οι δημόσιες δαπάνες πριν και μετά τα κομβικά έτη της κρίσης, 1929 και 2008. Η μπλε καμπύλη αφορά τη Γερμανία και η κόκκινη την Ελλάδα, και όπως παρατηρούμε, η εξέλιξη είναι ταυτόσημη. Τον πρώτο χρόνο μετά τις αντίστοιχες κρίσεις καταγράφεται αύξηση των δαπανών, λόγω αύξησης των επιδομάτων ανεργίας, κατόπιν όμως, οι δαπάνες πέφτουν δραματικά, με αποτέλεσμα τη δραματική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Ο φαύλος κύκλος λιτότητας και ύφεσης μπαίνει λοιπόν σε κίνηση.



Στο διάγραμμα αυτό αποτυπώνονται τα αποτελέσματα της λιτότητας στην οικονομική δραστηριότητα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία εξελίσσεται χειρότερα από την αντίστοιχη γερμανική της Βαϊμάρης. Ενώ, η γερμανική παίρνει τα πάνω της μετά από τρία χρόνια, η ελληνική συνεχίζει να βυθίζεται. Ενώ, η γερμανική συρρικνώθηκε κατά 15%, η ελληνική έχει μέχρι τώρα συρρικνωθεί κατά 20% και πάνω, χωρίς επιπλέον να υπάρχει το παραμικρό σημάδι ανάκαμψης. Και τότε, όπως και τώρα, οι άνθρωποι υποφέρουν απ' την πείνα.

Έφερε όμως η λιτότητα στη Βαϊμάρη κανένα ευχάριστο αποτέλεσμα; Την απήλλαξε από τις μη-παραγωγικές επιχειρήσεις, όπως πολλοί οικονομολόγοι στη Γερμανία θέλουν να πιστεύουν; Ουδόλως! Στο εύστοχο βιβλίο του σχετικά με τα οικονομικά των Ναζί, "The Wages of Destruction", ο ιστορικός της οικονομίας  Adam Tooze, δείχνει ότι η Μεγάλη Ύφεση γονάτισε σχεδόν ολόκληρη τη βαριά βιομηχανία της Γερμανίας. Γίγαντες, όπως η AEG έφτασε κοντά στη χρεοκοπία, ενώ οι μεγάλες τράπεζες, όπως η Deutsche Bank, σώθηκαν μόνο χάρις στην εθνικοποίησή τους.

Η γερμανική βιομηχανία αρχίζει να ανακάμπτει με την επανάληψη των εξοπλισμών, κι αυτός είναι και ο κύριος λόγος που ο Χίτλερ είχε και τη στήριξη των μεγάλων βιομηχάνων.

Σε προηγούμενη παράγραφο, απαριθμήσαμε τέσσερις λόγους που κάνουν την Ελλάδα να μοιάζει με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Υπάρχει και ένας πέμπτος, ο οποίος παραλήφθηκε. Κι αυτός είναι: Η άνοδος του φασισμού.

Καμία, φυσικά, έκπληξη. Μόνο, που, όπως η οικονομική δυστοκία απειλεί πλέον και τον κύριο εξαγωγέα των πολιτικών αυτών, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι κάποια στιγμή θα απειληθεί και από το φασιστικό τέρας. Κι αν δεν έχει εκεί εύφορο χώμα να πιάσει...

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Οι τραβεστί σφαίρες που καλύπτουν τον φόνο...

του Μαζεστιξ απο το Ιστολογιο Τοιχο Τοιχο...
Τα καλάσνικωφ των τρομοκρατών στόχευσαν στα γραφεία της ΝΔ και αστόχησαν.
Τα νομοθετικά καλάσνικωφ της ΝΔ στόχευσαν στην Ελλάδα και ευστόχησαν.
Τι σχέση έχουν τα μεν καλάσνικωφ με τα δε;
Έχουν άμεση σχέση και θα το δούμε παρακάτω.
Για να δούμε μια ιστορία από τα παλιά που 'χει άμεση σχέση με τις σφαίρες στη Συγγρού:

Βερολίνο, 1933.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 πυρπολείται το Ράιχσταγκ (Κοινοβούλιο). Ως δράστης συνελήφθη ο Ολλανδός Κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe), που κατηγορήθηκε από τους ναζιστές ότι ήθελε έτσι να διαμαρτυρηθεί για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Στον αντιφασιστικό, όμως, κόσμο υπήρχε η πεποίθηση ότι ο εμπρησμός ήταν μια προβοκάτσια της χιτλερικής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικά η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αναφέρει: "Πιστεύεται ευρύτατα ότι ο εμπρησμός στήθηκε από την ίδια τη νεοσχηματισμένη ναζιστική κυβέρνηση για να στρέψει την κοινή γνώμη ενάντια στους αντιπάλους της και να περιβληθεί με έκτακτες εξουσίες (...) Ο Γκέμπελς, υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ, φέρεται να είχε καταστρώσει το σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο δέκα πράκτορες του NSDAP με επικεφαλής τον Καρλ Ερνστ μπήκαν στο Ράιχσταγκ από μια υπόγεια σήραγγα, η οποία συνέδεε το Ράιχσταγκ με την επίσημη κατοικία του Γκέρινγκ". Ο Ερνστ δολοφονείται το 1934, κατά την εκκαθάριση των SA. Στη διαθήκη του ομολογεί την ενοχή του για τον εμπρησμό, που είχε γίνει με διαταγή του Χίτλερ. Με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ δίνεται η ευκαιρία στον Χίτλερ να πείσει τον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει αναγκαστικό διάταγμα βάσει του άρθρου 48 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με αυτό ο Χίντενμπουργκ εξουσιοδοτεί στην ουσία τον Χίτλερ να καταργήσει τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα των Γερμανών για ένα διάστημα και να αρχίσει διωγμούς και συλλήψεις κομμουνιστών και αριστερών.
Καθώς η εξουσιοδότηση που είχε πάρει από τον Χίντεμπουργκ είχε περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, ο Χίτλερ συγκαλεί τη Βουλή και ζητεί να του δοθούν έκτακτες εξουσίες βάσει του «Εξουσιοδοτικού νόμου» (Ermächtigungsgesetz, ο οποίος λέγεται επίσημα και "Νόμος αποτροπής κινδύνου για τον λαό και το Ράιχ") και να παραχωρηθεί όλη η νομοθετική εξουσία στην κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το Ράιχσταγκ. Για ενεργοποίηση του νόμου αυτού ο Χίτλερ χρειάζεται όμως την υποστήριξη τουλάχιστον των δύο τρίτων της Βουλής. Για να το επιτύχει εκμεταλλεύεται την εξουσία του και τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ: οι βουλευτές του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD, 81 άτομα) καταζητούνται ή συλλαμβάνονται (και φυσικά δεν εμφανίζονται στη Βουλή) και οι βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD, σημερινό κυβερνητικό κόμμα, που τότε όμως επικαλούνταν τον μαρξισμό) τρομοκρατούνται από ομάδες των SA, (Sturmabteilung, Τάγματα Εφόδου).
Οι βουλευτές του SPD θα ψηφίσουν παρόλα αυτά κατά του Χίτλερ. Όλοι οι άλλοι βουλευτές όμως (όπως κεντρώοι και φιλελεύθεροι) θα τον υποστηρίξουν. Έτσι, στις 24 Μαρτίου 1933 το Ράιχσταγκ αποφασίζει με βάση τον Εξουσιοδοτικό νόμο (Ermächtigungsgesetz) την παραχώρηση όλης της νομοθετικής εξουσίας στη χιτλερική κυβέρνηση.
Με την απόφαση αυτή αρχίζει στη Γερμανία η περίοδος της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, που προπαγανδιστικά ονομάζεται από τους εθνικοσοσιαλιστές "Τρίτο Ράιχ".
( http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%86%CE%BF%CF%82_%CE%A7%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%B5%CF%81#.CE.9A.CE.B1.CE.B8.CE.B9.CE.AD.CF.81.CF.89.CF.83.CE.B7_.CF.84.CE.B7.CF.82_.CE.B4.CE.B9.CE.BA.CF.84.CE.B1.CF.84.CE.BF.CF.81.CE.AF.CE.B1.CF.82_-_.CE.A4.CE.BF_.CE.A4.CF.81.CE.AF.CF.84.CE.BF_.CE.A1.CE.AC.CE.B9.CF.87 )

Λοιπόν, τα πράγματα είναι παραπάνω από απλά. Είναι προφανή.
Οι σφαίρες στη Συγγρού ήταν τραβεστί.
Ξέρετε, οι τραβεστί έχουν ένα χαρακτηριστικό: έχουν ανδρικό μόριο, αλλά φορούν περούκα και ψεύτικα βυζιά για να εκδίδονται και να προσφέρουν αγοραίο έρωτα, με κάθε πιθανό συνδυασμό.
Χρησιμοποιούν άλλοτε το μόριό τους σε άλλους και άλλοτε το μόριο των άλλων στους εαυτούς τους.
Ανάλογα την παραγγελία.

Έτσι και η ΝΔ απ' την ώρα που μετακόμισε στη Συγγρού άρχισε να πολιτεύεται τραβεστί.
Αν και η ίδια έχει σφαίρες, φοράει την περούκα της και πληρώνει τον πελάτη για να της στείλει τις σφαίρες του.
Και μετά φωνάζει πως τη βίασαν.
Έτσι έχει η ιστορία.
Γάτος γαμεί και γάτος σκούζει, που λένε...

Πίστευαν πολλοί πως ο Αδόλφος έρχεται ραμμένος στα μελανά μπλουζάκια της Χρυσής Αυγής.
Λάθος. Φαίνεται να έρχεται κρατώντας τη δάδα της "φιλοευρωπαϊκής" παράταξης.
Τα ίδια κόλπα χρησιμοποιούνται με τους ίδιους πρωταγωνιστές.
Η διαφορά είναι πως τώρα ξέρουμε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ξέρουμε.

Ο Μανώλης Γλέζος που γνωρίζει πολύ καλά αυτές τις υποθέσεις δήλωσε στη Βουλή:
«Από αυτές τις ενέργειες δεν ωφελείται η αριστερά. Κάποιος άλλος ωφελείται.
Mήπως πρόκειται για παρακρατικές οργανώσεις φίλιες προς τη Νέα Δημοκρατία;»

Το κράτος μας γυρίζει σε εποχές μετεμφυλιακές.
Σήμερα συνελήφθη από άνδρες ασφαλείας του Καμμένου ασφαλίτης που τον παρακολουθούσε.
Αυτά δηλώνουν πως η Νέα Δημοκρατία γύρισε στα πατροπαράδοτά της λημέρια: στο δεξιό της παρακράτος με τους ρουφιάνους, τους ασφαλίτες, τον αντικομμουνισμό, τις προβοκάτσιες κλπ.

Μου διηγούνταν προ καιρού ένας παλιός αστυνομικός (προ Χούντας) ότι ένα βράδυ στο τμήμα έλαβαν εντολή να μοιράσουν κάτι προκηρύξεις σε όλη τη γειτονιά.
Ήταν προκηρύξεις που έγραφαν κάτι αριστερά αντικαθεστωτικά συνθήματα και καλέσματα ανατροπής. Αρχικά απόρησαν οι αστυνομικοί για το σκοπό της πράξης αυτής.
Πράγματι τα μοίρασαν εκείνο το βράδυ.
Το επόμενο πρωί πήραν εντολή να συλλάβουν όλους τους αριστερούς της γειτονιάς με την κατηγορία ότι μοίραζαν προκηρύξεις για ανατροπή του καθεστώτος!
Αυτή είναι η Δεξιά: Καθεστωτική, τρομοκρατική και αντιδημοκρατική.



Τυχαία η επιλογή της εβδομάδας των τρομοκρατικών επιθέσεων;
Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί ακόμη και ηλίθιος.
Προχθές πέρασε το φορολογικό πολύ χαλαρά και ήσυχα, αφού τη συζήτηση μονωπωλούσαν οι βίλλες.
Μεθαύριο γίνετια η ψηφοφορία για την παραπομπή σε προανακριτική των υπευθύνων για την προστασία μεγαλο-φοροφυγάδων της λίστας Λαγκάρντ.

Και σήμερα;
Σήμερα υπογράφεται το λεγόμενο ΦΕΚ 240, ο νόμος του κράτους δηλαδή με τον οποίο επισήμως και αμετακλήτως εκχωρείται στους δανειστές το δικαίωμα να κατάσχουν κάθε κομμάτι δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα (νησιά, μνημεία, παραλίες, μουσεία, έδαφος και υπέδαφος).
Κατάλαβες μαλάκα Έλληνα γιατί σε παραμυθιάζουν με βόμβες, σφαίρες και σφεντόνες;
Για να μην καταλάβεις πως σήμερα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου υποθηκεύεται η Ακρόπολη, το Ζάππειο, ο Λευκός Πύργος, η Ολυμπία, τα δάση της Πάρνηθας, της Χαλκιδικής, της Ηλείας, ο ήλιος κι ο αέρας μας, η Ρόδος, η Κέρκυρα, η Κρήτη και ό,τι βρίσκεται πάνω ή και από κάτω τους!

Κατάλαβες μαλάκα Έλληνα;
Μάλλον είχες μισοκαταλάβει από τις 5/5/2010, ημέρα ψήφισης του πρώτου Μνημονίου, που στο φωνάζουμε ότι υπέγραψαν την αμετάκλητη και άνευ όρων άρση του δικαιώματος της ασυλίας της εθνικής κυριαρχίας.
Αλλά εσύ και τότε μας έγραψες στα τριχωτά σου αρχίδια.
Και τώρα που γίνεται νόμος του κράτους, το ίδιο κάνεις.
Παραδίδεις την Ακρόπολη για να σου στείλει ο Γιούνκερ καμιά επιδοτησούλα μέσω ΕΣΠΑ.
Συγχαρητήρια, ντροπή της Ελλάδας.

Απλά μάθε τουλάχιστον αυτό: ο Χίτλερ έκανε τέτοια πράγματα και οι πίθηκοι που τον άκουγαν χοροπηδούσαν κάθε που τους πέταγε μπανάνες.
Όταν καταναλώσανε σαν ηλίθιοι όμως τις μπανάνες, γλιστρήσανε και πέσανε στις ίδιες τους τις μπανανόφλουδες!

Πρόσεξε μαλάκα μη σε χρησιμοποιήσουν κι εσένα ως τυχαίο θύμα κάποιου "τυφλού τρομοκρατικού χτυπήματος" προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους σχεδιασμούς τους. Είναι αδίστακτοι.
Τότε θα 'χεις χαρεί επειδή δεν θα τα καταφέρουν να 'ρθυν οι αριστεροί να σου πάρουν τα σπίτια.
Αλλά θα κλαις με μαύρο δάκρυ και θα πληρώνεις τις μπανάνες σου για όλη σου τη ζωή. Όση σου αφήσουν, δηλαδή...

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Σαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ή πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή;

 Του Γιώργου Τσίπρα, απο τον Δρομο της Αριστερας...
Παραλληλίζεται η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, όπου τελικά η κρίση του 1929 σήμανε και το τέλος της. Ομοιότητες, βέβαια, υπάρχουν, ωστόσο επικρατεί μια επιλεκτικότητα στα στοιχεία που συνδέουν την τότε Γερμανία με τη σύγχρονη Ελλάδα. Δεν παραλείπεται μόνον η επισήμανση ορισμένων διαφορών, αλλά και κάποιων σημαντικών ομοιοτήτων.
Ας πάρουμε, απ’ την άλλη μεριά, την περίοδο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Είναι βέβαια διαφορετική από τη σημερινή, ωστόσο υπάρχουν κοινά στοιχεία. Πρώτο, ακολούθησε μια καταστροφή. Δεύτερο, υπάρχει και σήμερα μια ορισμένη γεωπολιτική διάσταση σε αυτή την πορεία. Τρίτο, η καταστροφή ήταν αποτέλεσμα της τότε Μεγάλης Ιδέας, όπως είναι και σήμερα αποτέλεσμα της «ισχυρής Ελλάδας» του ευρωπαϊσμού και του ευρώ, των Ολυμπιακών Αγώνων, του τουρισμού, των μεγάλων έργων, των υπηρεσιών, της εφόρμησης στα Βαλκάνια. Τέλος, πρόκειται για την ίδια χώρα, την Ελλάδα και αυτό ωθεί να προσγειωθούμε σε ορισμένα πιο πραγματικά δεδομένα. Συγκριτικά με την αναφορά στην επαρχιώτικη Ελλάδα του 1920, ο παραλληλισμός με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την τότε πιο μοντέρνα αστική δημοκρατία στον κόσμο, έχει βέβαια μια γοητεία αλλά ενέχει κινδύνους απογείωσης σε πραγματικότητες που δεν είναι η περίπτωσή μας.
Το εθνικό ζήτημα: ένα στοιχείο ομοιότητας
Ένα στοιχείο ομοιότητας με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης που δεν επισημαίνεται ιδιαίτερα, αλλά βάρυνε καταλυτικά στις εξελίξεις στη Γερμανία και μπλέχτηκε με το κοινωνικό ζήτημα και την οικονομική κρίση του 1929, ήταν ένα ιδιαίτερο εθνικό ζήτημα. Η Γερμανία στη δεκαετία του ’20 τελούσε υπό καθεστώς επιτήρησης, στρατιωτικής και οικονομικής. Οικονομικής λόγω της αποπληρωμής των επανορθώσεων που επέβαλε η ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνέδεσε τη γέννησή της με την υπογραφή αυτής της Συνθήκης. Ο φασισμός στη Γερμανία γεννήθηκε -όπως και αλλού- ως αντι-εξεγερτισμός και αντι-κομμουνισμός, αλλά ανδρώθηκε ειδικά στη Γερμανία τροφοδοτούμενος από την εθνική ταπείνωση και επιτήρηση της Γερμανίας από τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ.
Αυτό το εθνικό ζήτημα δεν άφηνε αδιάφορη την Κομμουνιστική Διεθνή και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΚΚΓ). Κυρίαρχη σκέψη στην πολιτική του ΚΚΓ, εκ γενετής, ήταν η επέκταση της κοινωνικής επανάστασης των σοβιέτ στη Γερμανία, δηλαδή με τα δεδομένα της κατάστασης, η εξέγερση και κατάληψη της εξουσίας. Το κόμμα αυτό είχε γεννηθεί πριν από λίγα μόλις χρόνια ως αιματηρή εξέγερση, είχε ανδρωθεί με τη λογική ότι η επανάσταση ήταν ζήτημα χρόνου να επικρατήσει και στη Γερμανία, έδινε για μεγάλα διαστήματα καθημερινές μάχες με τους φασίστες και την αστυνομία, με νεκρούς και χιλιάδες ανοιγμένα κεφάλια. Ως πραγματικά ζητήματα για τη χώρα που απασχολούσαν το γερμανικό λαό, η εθνική ταπείνωση και η επιτήρηση της χώρας αποτελούσαν πεδίο παρέμβασης για το ΚΚΓ, ζητήματα στα οποία έπαιρνε θέση.
Όταν η Γαλλία κατέλαβε το Ρουρ αρχές του 1923 επειδή η Γερμανία καθυστερούσε τις πολεμικές επανορθώσεις, η σοβιετική κυβέρνηση εξέδιδε ανακοίνωση στην οποία τόνιζε ότι: «Η κυριαρχία του γερμανικού λαού παραβιάζεται. Το δικαίωμα του γερμανικού λαού στην αυτοδιάθεση καταπατείται. Η αποδιοργανωμένη γερμανική οικονομία υφίσταται ένα νέο και ισχυρό χτύπημα. Ακραία φτώχεια και πρωτόγνωρη καταπίεση απειλεί τις εργαζόμενες μάζες της Γερμανίας». Την 1η Ιουνίου το πρωτοσέλιδο στη Rote Fahne του ΚΚΓ που έκανε διμέτωπο ενάντια στη Γαλλία και τη γερμανική κυβέρνηση, έγραφε: «Κάτω η κυβέρνηση της εθνικής ντροπής και της εθνικής προδοσίας». Τον ίδιο μήνα ο Ζινόβιεφ, πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κ.Δ.), ασκούσε κριτική στο ΚΚΓ ότι «δεν τονίζει με την απαιτούμενη ένταση το λεγόμενο εθνικό παράγοντα στην κομμουνιστική του αντίληψη», ενώ ο Ράντεκ, στέλεχος της Κ.Δ. υποστήριζε για τη Γερμανία ότι: «Όλοι νιώθουν πως η σωτηρία βρίσκεται στους κομμουνιστές. Αποτελούμε σήμερα τη μόνη διέξοδο. Η ιδιαίτερη έμφαση στο έθνος στη Γερμανία αποτελεί επαναστατική ενέργεια, όπως και η έμφαση στο έθνος στις αποικίες».
Η σοβαρή διαφορά
Συμπερασματικά, έχουμε από τη μια πλευρά μια ομοιότητα που αφορά τη σύμπλεξη ταξικού και εθνικού ζητήματος, ή του κοινωνικού ζητήματος με το ζήτημα της ανεξαρτησίας. Η σύμπλεξη αυτή εκδηλώνεται ισχυρότερη στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας λόγω του ότι η τελευταία δεν είναι η ίδια μια ιμπεριαλιστική χώρα αλλά είναι, αντίθετα, μια χώρα οργανικά και υποτακτικά προσδεμένη σε ξένα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η άρνηση αυτής της ιδιότητας από τμήμα της Αριστεράς οδηγεί μοιραία σε λάθος προβλέψεις. Από την άλλη πλευρά έχουμε μια έντονα υποκειμενική διαφορά. Αν και καμιά μερίδα της Αριστεράς στη σύγχρονη Ελλάδα δεν θα μπορούσε να υπαινιχθεί καν πως αποζητά την πολιτική ανατροπή περισσότερο από όσο την αποζητούσε το τότε ΚΚΓ στη Γερμανία, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής Αριστεράς επιδεικνύει μια «ταξική» ή κοσμοπολίτικη περιφρόνηση του εθνικού παράγοντα στο σύγχρονο ελληνικό πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι πως αφήνεται, με αυτό τον τρόπο, αδικαιολόγητα ανοιχτό πεδίο στην ακροδεξιά και στους φασίστες να το καπηλεύονται δίχως αντίπαλο.
Αντικειμενικά, οι φασίστες και η ακροδεξιά διαχείριση του πολιτικού προβλήματος στην Ελλάδα σήμερα έχουν ένα μεγάλο περιορισμό, συγκριτικά με τους ναζί της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι τελευταίοι εκπροσωπούσαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μια ορισμένη «λύση», με την έννοια της «διεξόδου» προς την αποκατάσταση μιας ισχυρής ιμπεριαλιστικής Γερμανίας. Σε μια τέτοια «λύση» συνηγορούσε ένα μέρος του εξωτερικού παράγοντα (κυρίως η Βρετανία), η ιμπεριαλιστική οικονομική επιρροή της Γερμανίας στη Μεσευρώπη τουλάχιστον, το γενικό οικονομικό και στρατιωτικό δυναμικό της.
Αντίθετα, στη σημερινή Ελλάδα οι φασίστες, και μια πιο «εθνική» διαχείριση δεν έχουν, και δεν μπορούν αντικειμενικά να προσφέρουν κανενός είδους λύση, με ή χωρίς εισαγωγικά, τέτοια που να περιλαμβάνει «εθνικιστικές» ρήξεις με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και δεσμά οικονομικής εξάρτησης και πολιτικής-γεωπολιτικής υποταγής.
Κανένα στοιχείο από τους ξένους πάτρωνες ή την ντόπια άρχουσα τάξη ή τον οικονομικό δυναμισμό του ελληνικού καπιταλισμού δεν συνηγορεί σε κάτι τέτοιο. Ο εθνικισμός και η ακροδεξιά στην Ελλάδα είναι ιστορικά ταυτισμένοι με τον πιο γραικύλο ραγιαδισμό, από το δωσιλογισμό της Κατοχής, στην Ελλάδα της αμερικανοκρατίας, στην αμερικανοκίνητη χούντα, στη διατεταγμένη τραγωδία της Κύπρου. Η ταύτιση αυτή σχετίζεται με υλικούς και ιστορικούς όρους που είναι καθοριστικοί και σήμερα.
Η Χρυσή Αυγή κραυγάζει αντιμνημονιακά και πετά κορώνες για την εθνική υποταγή. Αλλά στην καλύτερη, για την ίδια, περίπτωση θα αποτελέσει το μακρύ χέρι σιδηράς επιβολής της τάξης των ίδιων που σήμερα, εντός κι εκτός Ελλάδας, κινούν τα νήματα του Μνημονίου και της εθνικής υποταγής. Άλλες ενδιάμεσες δυνάμεις μπορούν μεθαύριο εξίσου να τραβηχτούν σε αντιτροϊκανή, αντιμνημονιακή κατεύθυνση με ηγεμονία της Αριστεράς ή να υπηρετήσουν μια «εθνικά υπερήφανη» εξυπηρέτηση της τροϊκανικής συνέχειας στη χώρα.
Ο εθνικός παράγοντας ενεργεί σήμερα ως διάσταση του οικονομικού προβλήματος και κατά ένα μέρος «φουσκώνει» και αυτός από κοινού πατριωτικές και εθνικιστικές αντιλήψεις και μορφώματα, που μπορεί να απολήγουν στη Χρυσή Αυγή, σε νέα δεξιά μορφώματα όπως του Καμμένου ή σε πατριωτικές κινήσεις όπως του ΕΠΑΜ και της Σπίθας παλαιότερα. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της τάσης μπορούσε να έχει κερδηθεί από μια πατριωτική Αριστερά ή μια Αριστερά που, εκτός από τον εθνικισμό, ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με τον κοσμοπολιτισμό από τη μια και τον εθνικό μηδενισμό από την άλλη.
Συμπερασματικά, μπορούμε να παρατηρήσουμε τρία πράγματα. Το να «χαρίζεται» ο εθνικός παράγοντας στην ακροδεξιά είναι διπλά αδικαιολόγητο, στο βαθμό που ο τροφοδοτούμενος εθνικισμός θα απολήξει μονάχα σε μια πιο αποτελεσματική σκλήρυνση στο εσωτερικό και σε κανενός είδους ρήξη προς τους ισχυρούς, ρήξη που συνεχίζει να αποτελεί προνομιακό πεδίο της Αριστεράς. Η υποτίμηση αυτή οφείλεται στην υπολειπόμενη υποκειμενική βούληση ανατροπής και συγκρότησης γι’ αυτό, του ιστορικά αναγκαίου κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ από την Αριστερά. Παρά το φασιστικό καρκίνωμα, τα χαρακτηριστικά της επικείμενης καταστροφής στη σύγχρονη Ελλάδα προσιδιάζουν περισσότερο στη Μικρασιατική Καταστροφή παρά στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Άρνε Νταλ: «Ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί σήμερα με όρους μαφίας»...

Ο σημαντικός σουηδός συγγραφέας αστυνομικής λογoτεχνίας μιλά για το lifo.gr, στην Παυλινα Εξαδακτυλου...
Το μπλουζ του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας είναι πένθιμο. Από το σαξόφωνο στάζει αίμα. Οι βάρβαροι είναι εδώ. Ποιος θα τους καθυποτάξει; Μελαγχολικές δημοκρατίες. Hardcore καπιταλισμός. Όλα πωλούνται. Ο καλύτερος κερδίζει.
Να είμαστε αντικείμενα. Να ξεχνάμε. Κι ο φασισμός; «Ότι ο φασισμός θα επέστρεφε ήταν κάτι για το οποίο ήταν αρκετά πεπεισμένος, αλλά αυτό θα γινόταν, πιθανώς, μ' έναν πολύ πιο ύπουλο και έμμεσο τρόπο- θα γλιστρούσε αθόρυβα από την πίσω πόρτα, ενώ εμείς θα κρατούσαμε ορθάνοιχτα τα μάτια μας προς τις πιο αυτονόητες, απλές μορφές του- και ξαφνικά θα καθόμασταν εκεί, απέναντι από έναν άνθρωπο και θα τον βλέπαμε ως αντικείμενο, ως πράγμα, ως μια πιθανή απόδοση»*. Το αφήγημα της κρίσης. Να μη το γεμίσουμε με πόζα (μπορούμε;) Να μη το γεμίσουμε με στυλιστικά στοιχεία (μπορούμε;).
Ο Άρνε Νταλ, για «Τα μπλουζ της Ευρώπης».

Ανάμεσα στις ερωτήσεις παρατίθενται αποσπάσματα από το βιβλίο του Άρνε Νταλ «Τα μπλουζ της Ευρώπης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση του Γρηγόρη Κονδύλη.

Στην Ευρώπη ταιριάζει το μπλουζ; Ο τίτλος είναι επηρεασμένος από το «Kind of blue» του Miles Davis. Το επέλεξα εξαιτίας της αίσθησης της μελαγχολίας που σου αφήνει. Μιλάτε για μελαγχολικές, ευρωπαϊκές δημοκρατίες; Ναι, ακριβώς! Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρχε μια έντονη αισιοδοξία στην Ευρώπη. Πιστεύαμε ότι είχαμε ανακαλύψει ξανά, έπειτα από πολύ καιρό, τη δημοκρατία. Ήταν ένας πολλά υποσχόμενος αιώνας κι όμως, όλα πήγαν στραβά. Δε μιλώ μονάχα για την σημερινή κρίση αλλά για την διαρκή κρίση που βιώνει η Ευρώπη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ποτέ ηρεμία και γαλήνη στην Ευρώπη.
_______________

«Η νέα εποχή τα παρασέρνει όλα και τα τυλίγει στα χρυσά ελάσματα της λήθης».
_______________

Οι λαοί έχουν την τάση να ξεχνούν εύκολα; Η Ιστορία κάνει κύκλους. Ξεχνάμε τα λάθη μας και τα επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά. Δυστυχώς, κάποια στιγμή πιστέψαμε ότι τελειώσαμε με τους Ναζί, εξαιτίας της απίστευτης αγριότητάς τους. Να όμως που τα πράγματα έγιναν αλλιώς. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τα ναζιστικά κόμματα στην Ελλάδα, τη Σουηδία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτήν τη φορά οφείλουμε να είμαστε σε θέση να θυμηθούμε τι συνέβη τότε. Να μην ξεχάσουμε την Ιστορία. Να μην αφήσουμε τη μνήμη να ξεθωριάσει και κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος. Όταν δημιουργείται μια κρίση, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να κατασκευάσεις έναν εχθρό. Να κατηγορήσεις κάποιον άλλο. Κάπως έτσι έρχεται η λήθη. Μπορεί κάποιος να πει πως όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με το Ολοκαύτωμα και τους Ναζί. Δυστυχώς όμως έχουν. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς στάση απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Για τα ίδια κίνητρα. Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε αντικείμενα.
_______________
«...η επιθυμία για εξουσία στην καθαρότερη μορφή της. Ο καθένας ήθελε να έχει δίκιο, ήθελε να νικήσει, και δεν είχε καμία σημασία ούτε η ασημαντότητα του θέματος, ούτε η έλλειψη επιχειρημάτων».
_______________

Ζούμε στην εποχή που η εξουσία ασκείται στην καθαρότερη και σκληρότερη μορφή της; Διανύσαμε μερικές δεκαετίες, κατά τη διάρκεια των οποίων, ο καπιταλισμός λειτουργούσε στην πιο ωμή μορφή του. Όλα ήταν προς πώληση. Όλες οι αξίες είχαν οικονομική βάση. Μάθαμε να ζούμε με την ιδέα ότι ο ισχυρότερος κερδίζει και εκτοπίζει όλους τους άλλους. Σκεφτείτε το νεοφιλελευθερισμό που εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα. Αυτόν που λειτουργεί χωρίς κανέναν απολύτως κανόνα. Που δε γνωρίζει καμία απολύτως ευθύνη. Η μόνη ευθύνη που έχει το άτομο είναι το να κερδίζει. Ο καπιταλισμός έχει γίνει μια πολύ επικίνδυνη ιδεολογία. Δε λέω ότι επιλέγω να ζήσω χωρίς αυτόν αλλά πρέπει να μπει σε άλλη βάση. Πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα των συλλογικοτήτων, της αλληλεγγύης, του ρατσισμού, της ισότητας των φύλων. Οι ελίτ επαναστάτησαν και θέλουν ακόμη περισσότερα; Ναι. Θέλουν κι άλλα χρήματα. Όσο περισσότερα γίνεται. Αναρωτιέμαι γιατί να θέλει κανείς τόσα χρήματα. Πώς μπορεί να τα ξοδέψει σε μια ζωή; Πιστεύω όντως ότι πρόκειται για μια επανάσταση μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Ο καπιταλισμός δε γνωρίζει από ανθρωπισμό, δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γι' αυτό χρειαζόμαστε συλλογικότητες ώστε να κρατηθούμε από αυτές. Για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε από τον καθαρό καπιταλισμό που θέλει τον καθένα να επιβιώνει, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
_______________

«Αυτά ήταν, λοπόν, όσα σκεφτόταν ο επιθεωρητής εκείνο το σωτήριο έτος, όταν το έθνος των Σουηδών καταγγελόταν από τη Διεθνή Αμνηστία για σοβαρή αύξηση της αστυνομικής βίας, κατά τη διάρκεια της οποίας αστυνομικοί κρατούσαν ανάποδα τα κλομπ τους για να χτυπούν με τη σκληρή άκρη...».
_______________
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της αστυνομικής βίας στην Ελλάδα… Στη Σουηδία τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, επειδή δε βιώνουμε μια κρίση αντίστοιχη με την ελληνική. Μαθαίνω όμως ότι εδώ γίνονται αρκετές διαδηλώσεις και ότι οι αστυνομικοί γίνονται επιθετικοί απέναντι στους πολίτες. Πρόκειται για ένα μικρό πόλεμο μέσα στην κοινωνία. Ξέρετε, έχει ανοίξει μια δημόσια συζήτηση σχετικά με το τι είναι βία... Στις δημοκρατίες οι πολιτικοί πρέπει να δέχονται ότι οι πολίτες μπορούν να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους. Η αποδοκιμασία δεν είναι βία. Ο πολιτικός πρέπει να είναι σε θέση να το διαχειριστεί. Μαθαίνω ότι στην Ελλάδα ορισμένοι πολίτες δεν εμπιστεύονται την αστυνομία και ζητούν από ακροδεξιούς να αναλάβουν εκείνοι το ρόλο του αστυνομικού. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Στη Σουηδία υπάρχει ένας βαθμός εμπιστοσύνης στους πολιτικούς και την αστυνομία. Ότι δηλαδή θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Ότι θα εντοπίσουν και θα τιμωρήσουν τους ενόχους. Φανταστείτε την αστυνομική λογοτεχνία χωρίς έναν ελάχιστο βαθμό εμπιστοσύνης στους αστυνομικούς. Δεν θα υπήρχε καν αστυνομική λογοτεχνία. Σίγουρα, αυτήν την στιγμή, στην Ελλάδα οι αστυνομικοί δε μπορούν να αποτελέσουν τους ήρωες –με την έννοια του σωτήρα- ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.
_______________
«Οι γυναίκες αυτές φαινόταν φοβισμένες. Το βλέμμα τους σβηστό. Δεν είχαν καμία ζωντάνια μέσα τους. [...] Η ζωή τις είχε παιδέψει σκληρά-φαινόταν. Προφανώς ήταν πόρνες από την εφηβεία τους, όπως και οι υπόλοιπες πόρνες που πλημμύριζαν τη Σουηδία και την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Μια τρομακτική πλημμυρίδα εξευτελισμού των γυναικών σάρωνε την Ευρώπη, και ο δυτικός κόσμος συμμετείχε ενεργά στη δραστηριότητα αυτή».
_______________

Πριν από μερικούς μήνες ζήσαμε την άγρια διαπόμπευση οροθετικών γυναικών κι έπειτα, δε μάθαμε τίποτε για εκείνες. Για το πού βρίσκονται σήμερα, σε τι κατάσταση είναι. Ακριβώς επειδή δεν τις αντιμετωπίζουν ως ανθρώπους αλλά ως έναν δημόσιο κίνδυνο. Έχω διαβάσει πάρα πολλά άρθρα για το trafficking και συνειδητοποίησα νωρίς ότι πρόκειται για ένα εμπόριο σύγχρονων σκλάβων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αγοράζεις ανθρώπους και τους χρησιμοποιείς μέχρι να πεθάνουν. Έπειτα, αγοράζεις νέους. Στο βιβλίο μου τις βάζω να παίρνουν εκδίκηση. Αυτή είναι και η όλη ιδέα. Ότι κάποια μέρα οι αδύναμοι γίνονται δυνατοί και εκδικούνται.
_______________
«Η Βαϊμάρη ήταν η περυσινή πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης... Το 1919 συστάθηκε στη Βαϊμάρη η πρώτη γερμανική δημοκρατία, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το 1926 ιδρύθηκε στη Βαϊμάρη η χιτλερική νεολαία. [...] Ο τόπος του ευρωπαϊκού παράδοξου».
_______________
Αρκετοί κάνουν λόγο για σημερινές αναβιώσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Συμμερίζεστε την άποψη αυτή ή τη θεωρείτε υπερβολική , ανιστόρητη; Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι πρέπει οι Έλληνες ψηφοφόροι να φροντίσουν να μην ενισχύουν τα κόμματα που μπορεί να οδηγήσουν στο παράδειγμα της Βαϊμάρης.
_______________
«Η βαρβαρότητα καθυποτάσσεται και ο πολιτισμός βγαίνει νικητής. Και οι Ερινύες δαμάζονται. Ενσωματώνονται στην πολιτισμένη κοινωνία και αποκτούν ένα ήρεμο και ήσυχο καταφύγιο».
_______________

Καθυποτάσσεται η βαρβαρότητα; Ναι. Αν οι βάρβαροι δεν εκπολιτιστούν, δεν υπάρχει κοινωνία. Ποιοι είναι σήμερα οι βάρβαροι; Ο νεοφιλελευθερισμός που λειτουργεί σήμερα με όρους μαφίας. Οι νεοφιλελεύθεροι που λειτουργούν όπως οι οικογένειες μαφιόζων. Μιλώ για τη βαρβαρότητα του να πατάς επάνω σε πτώματα. Να σκαρφαλώνεις επάνω στα πτώματα για να φτάσεις όσο ψηλότερα γίνεται. Θέλουμε όμως σίγουρα να τους καθυποτάξουμε; Ο ποιητής αναρωτιέται: «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». Μήπως φοβόμαστε να πάψουμε να είμαστε ανελεύθεροι; Ή καλύτερα, εθελόδουλοι; Υπάρχει μια βαθιά αντίφαση μέσα στην ανθρώπινη φύση. Είναι όντως πολύ δύσκολο να διαχειριστείς την ελευθερία σου.

Τα βιβλία του Άρνε Νταλ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

*Απόσπασμα από τα «Μπλουζ της Ευρώπης»

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και το «αυγό του φιδιού»...

Της  Άννας Καρακατσούλη, εφημεριδα των συντακτων, μεσω του Κοκκινου Σημειωματαριου...
Καθώς οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τα Προεδρικά Διατάγματα υποκαθιστούν στις μέρες μας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στον κοινοβουλευτισμό, θα ήταν σκόπιμο να επαναφέρουμε στη μνήμη μας την κατάληξη ανάλογων πρακτικών από το όχι πολύ μακρινό ευρωπαϊκό παρελθόν.

Στη Γερμανία της περιόδου 1930-1933, όταν η κατακερματισμένη σύνθεση του Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που τόσο προσφιλές σύστημα αναφοράς έχει γίνει τελευταία στη χώρα μας, καθιστούσε απαγορευτική την υπερψήφιση των νόμων που εισηγούνταν οι ασταθείς κυβερνήσεις συνασπισμού, η Καγκελαρία εγκαινίασε την πρακτική της καταφυγής σε προεδρικά διατάγματα με άμεση ισχύ νόμου αναθέτοντας ουσιαστικά το έργο της διακυβέρνησης στον πρόεδρο Χίντεμπουργκ και παρακάμπτοντας την κοινοβουλευτική διαδικασία.

Το σχετικό άρθρο 48 του γερμανικού Συντάγματος, που είχε προβλεφθεί για την άμεση αντίδραση σε ενδεχόμενες κρίσιμες και έκτακτες περιστάσεις απειλητικές για το έθνος, έγινε το μέσο για την αυταρχική άσκηση της εξουσίας, απαλλαγμένης από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η επίκλησή του αναδείχθηκε στην κύρια νομοθετική πρακτική από την άνοιξη του 1930 μέχρι την, υπενθυμίζουμε νόμιμη, άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο 1933 οπότε και καταργήθηκε κάθε πρόσχημα δημοκρατικού πολιτεύματος. Προηγουμένως, η νοθευμένη και προσχηματική λειτουργία του Ράιχσταγκ υπό καθεστώς προεδρικών διαταγμάτων είχε αποστερήσει από την κοινοβουλευτική δημοκρατία τα τελευταία ψήγματα κύρους και νομιμοποίησης που διέθετε ακόμη σε μια κοινωνία εξαντλημένη και απελπισμένη από την αδυναμία αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης του 1929/30.

Η κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική Δεξιά είχε επιδιώξει και επιτύχει την ουσιαστική ακύρωση του Κοινοβουλίου και τη μετάβαση στο προεδρικό σύστημα προκειμένου να συντρίψει το κοινωνικό κράτος της Βαϊμάρης. Το αποτέλεσμα όμως ήταν η απομάκρυνση των πολιτών από μια αδρανοποιημένη και απαξιωμένη δημοκρατία και η αντίστοιχη προσχώρησή τους στο δυναμικό, ανερχόμενο και διεκδικητικό ακροδεξιό ναζιστικό κίνημα. Η πρακτική της παράκαμψης των εθνικών κοινοβουλίων δεν αποτελεί γερμανική επινόηση. Ανάλογες δικλείδες προβλέπονταν, και αξιοποιήθηκαν επίσης στο έπακρο την ίδια περίοδο και υπό την πίεση πάλι της οξείας οικονομικής ύφεσης, από το γαλλικό Σύνταγμα της Γ΄ Δημοκρατίας.

Και στη γαλλική περίπτωση τα προεδρικά διατάγματα σήμαιναν την απεγνωσμένη προσπάθεια των επισφαλών κυβερνήσεων συνεργασίας να αποφύγουν ακόμη μια καταψήφιση της κυβέρνησης και την προσφυγή στις κάλπες, που πάντα όμως ερχόταν αλλά σε μια ατμόσφαιρα σήψης και περιφρόνησης για ένα σύστημα που αδυνατούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Η πολιτική κρίση μετατράπηκε σε ευθεία αμφισβήτηση του κοινοβουλευτισμού με μόνα ωφελημένα τα ακροδεξιά κινήματα που δημαγωγούσαν ανοιχτά υπέρ μιας αυταρχικής λύσης. Τελικά, η επίπλαστη αυτή πολιτική σταθερότητα, τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία, δεν ξεγέλασε κανέναν.

Αντίθετα, υπέσκαψε ολέθρια τα θεμέλια της δημοκρατίας και η κατάρρευση αποδείχθηκε αναπόφευκτη συμπαρασύροντας στη βαρβαρότητα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ολόκληρο το ευρωπαϊκό αξιακό σύστημα.

Το μάλλον ξεχασμένο δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι η δημοκρατία δεν μπορεί  παρά να ασκείται καθ’ολοκληρία, αλλιώς οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι ανυπολόγιστοι.


Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης και η Ελλάδα του 2012: αναλογίες, μεταφορές και διαφορές...

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Ότο Ντιξ, “Ο πωλητής σπίρτων, 1″, 1920
Οι αναλογίες και οι (απειλητικοί) παραλληλισμοί μεταξύ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της σημερινής Ελλάδας επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση. Ξεκινώντας, θα θέλαμε ένα σχόλια επ’ αυτού.
Νομίζω ότι είναι ένα σχήμα, το οποίο ίσως βοηθάει σε κάποια σημεία, όπως όλα τα σχήματα, αλλά είναι παρακινδυνευμένο, ιδίως όταν χρησιμοποιείται με ευκολία. Θυμάμαι, λ.χ., μια από τις πρώτες φορές που το άκουσα, στη συνέλευση του Τμήματός μας, στο Πανεπιστήμιο. Ενώ συζητούσαμε, νομίζω για τον νόμο Διαμαντοπούλου, σηκώθηκε ένας συνάδελφος, έξαλλος, και άρχισε να επισείει τον κίνδυνο της Βαϊμάρης.
Το σχήμα αυτό εντοπίζεται στον κίνδυνο: Βαϊμάρη= κίνδυνος=άνοδος του ναζισμού. Και, επίσης, ως σήμανση της περίφημης θεωρίας των «άκρων», της άποψης ότι η Αριστερά είναι επικίνδυνη, γιατί, παράγοντας οξύτητα, άνοιξε τον δρόμο στον ναζισμό. Βέβαια, πρόκειται για πολύ μερική και επιλεκτική ανάγνωση της Βαϊμάρης. Απουσιάζει, από αυτήν, όλο το τεράστιο κεφάλαιο του πολιτισμού –θα επανέλθω σε αυτό–, όπως απουσιάζουν, επίσης, τα δύο κρισιμότερα ζητήματα που αναδεικνύει η βιβλιογραφία όσον αφορά τη Βαϊμάρη: αφενός η ανοχή των αστικών δυνάμεων –αλλά αρχικά και των επαναστατικών– απέναντι στη ναζιστική ακροδεξιά, αφετέρου, και κυρίως, το ζήτημα της αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας.
Αν θέλει κανείς, ειδικότερα, να κάνει κριτική στην κομμουνιστική Αριστερά της εποχής, αυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αναχθεί στο σχήμα των «άκρων», αλλά στο ότι δεν υπερασπίστηκε τη δημοκρατία στον βαθμό που έπρεπε. Δηλαδή, στο πλαίσιο μιας γενικευμένης αμφισβήτησης –ας μην το ξεχνάμε, η Βαϊμάρη είναι η πρώτη δημοκρατία στη Γερμανία– η Αριστερά δεν εκτίμησε, δεν αντιλήφθηκε ότι αυτό είναι πρωταρχικό. Όπως λέω και στην εισαγωγή του τόμου που εξέδωσε ο «Πουλαντζάς», αν πρέπει να καταλήξουμε σε μια πολιτική υπόθεση εργασίας σήμερα, αυτή είναι το χειραφετητικό αίτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας. Υπεράσπιση της δημοκρατίας, με ταυτόχρονη ανανοηματοδότησή της.
Υποστηρίζεις δηλαδή –και συμφωνώ πλήρως– ότι η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί βασικό πολιτικό καθήκον για την Αριστερά σήμερα.
Μαξ Μπέκμαν, «Μεγάλη νεκρή φύση με μουσικά όργανα», 1926
Από την ευκολία με την οποία παραβιάζεται σήμερα στη χώρα μας το Σύνταγμα, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο κρίσιμος όρος είναι η δημοκρατία. Θα έλεγα ότι, υπερασπιζόμενοι στοιχεία της αστικής δημοκρατίας, μπορούμε σήμερα να κάνουμε επαναστατική δουλειά.
Ας δούμε την περίπτωση του ΕΑΜ — ένας άλλος ιστορικός παραλληλισμός, ακόμα πιο δύσκολος, αλλά εξαιρετικά χρήσιμος, και ίσως γι’ αυτό ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών. Μας δείχνει ότι, όταν φτιάξουμε ένα μέτωπο αντιφασιστικό-δημοκρατικό, το σκέλος της δημοκρατίας θα βαθαίνει από την ίδια τη μάχη που δίνουμε. Και, αν υλοποιηθεί, θα υλοποιηθεί, όπως και τότε, με όρους σχεδόν επαναστατικούς. Αυτό είναι το ενδιαφέρον, το προκλητικό θα έλεγα, που πρέπει να δούμε στο ΕΑΜ. Όχι βέβαια επειδή οι όροι είναι ίδιοι, αλλά επειδή, στη βάση ενός αιτήματος που δεν είναι επαναστατικό από μόνο του, αρχίζεις και συγκροτείς διαδικασίες που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά.
Ταυτόχρονα, ακούμε συχνά, και στον χώρο της Αριστεράς, την άποψη ότι η δημοκρατία είναι ένα κενό γράμμα, δεν έχει νόημα να την υπερασπιστούμε.
Θεωρώ εντελώς λάθος τη λογική ότι η δημοκρατία είναι πλέον ένα «καραγκιοζιλίκι», και άρα δεν την υπερασπιζόμαστε. Είναι ένα παιχνίδι που θα το κερδίσουν οι άλλοι, και ιδίως οι ακροδεξιοί. Η απαξίωση του κοινοβουλευτικού σκηνικού, και ως κατάσταση και ως άποψη, είναι ό,τι χειρότερο. Ασφαλώς πρέπει να δούμε την απαξίωση αυτή, να αναδείξουμε τις αιτίες της, να τις καταγγείλουμε, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά του κοινοβουλευτισμού, το Σύνταγμα, τώρα που άλλοι το καταπατούν. Υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατία και τους όρους της, όρους που επικαιροποιούν τα ανεκπλήρωτα προτάγματα της αστικής επανάστασης, συγκροτούμε μια άλλου είδους δυναμική.
Ένα ακόμα παράδειγμα, διαφορετικό, αλλά σχετικό για τους όρους της κριτικής και της στάσης μας: Δεν μπορούμε να προάγουμε, λ.χ., την καταγγελία της τοκογλυφίας σε βασικό σύνθημα, όπως η Χρυσή Αυγή: σε κάθε ανακοίνωσή της γράφει για τους τοκογλύφους — και η επιλογή δεν είναι τυχαία, οι τοκογλύφοι γι’ αυτήν είναι βέβαια οι Εβραίοι. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να χτυπήσουμε την τοκογλυφία, αλλά το θέμα είναι να αναδείξουμε, πέραν των εύκολων συνθημάτων, τις κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις της εξάρτησης, της κρίσης και της εκμετάλλευσης. Άλλωστε, το κεφάλαιο είναι απέναντί μας, αυτό είναι το μέτωπο και το αντικείμενο της κριτικής μας· και βέβαια στη λογική του κεφαλαίου εμπεριέχεται και η αξιοποίηση του χρήματος που γνωρίζουμε ως τοκογλυφία, και μάλιστα θεσμοποιημένη. Δεν είναι όμως ο κρυμμένος κακός τοκογλύφος ο δικός μας εχθρός. Συμμορίες και συνωμοσίες έβλεπαν πάντα, και βλέπουν και σήμερα, αυτοί που τις οργανώνουν, αυτοί που θέλουν να τις επιβάλουν.
Αναφέρθηκες πριν στους κινδύνους των εύκολων παραλληλισμών. Παρ’ όλα αυτά, οι ιστορικές αναλογίες μπορούν να μας βοηθήσουν σε κάτι;
Στην ημερίδα για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ο Χατζηιωσήφ επέμεινε στην υπόδειξη του κινδύνου που εμπεριέχεται στην υπερβολικά εύκολη χρήση των ιστορικών αναλογιών. Από πλευράς μου, θα μίλαγα μάλλον για τα όρια των αναλογιών αυτών. Πράγματι, οι διαφορές είναι πολύ μεγάλες. Υπάρχουν ωστόσο ενδιαφέροντα στοιχεία αναλογίας, τα οποία όμως δεν είναι εκείνα που ανασύρονται κάθε φορά στη συζήτηση (τα «άκρα» και οι ευθύνες της Αριστεράς). Η αποσύνθεση του πολιτικού σκηνικού, η απαξίωση των πολιτικών, των δημοκρατικών όρων του κοινοβουλευτισμού, λ.χ., θα μπορούσε να είναι μια αφορμή για να ξανασκεφτεί κανείς το σχήμα «Βαϊμάρη».
Κοινό, στις δύο περιπτώσεις, είναι το στοιχείο της κρίσης, αλλά και αυτό όχι σε όλες τις όψεις του. Ένα κοινό στοιχείο που θεωρώ πολύ σημαντικό, παρά τη διάσταση ψυχολογισμού που ενέχει κάθε τέτοια προσέγγιση, είναι το στοιχείο της «στριμωγμένης ταυτότητας». Οι Γερμανοί μετά το 1918 αισθάνονται ότι έχουν χάσει πάρα πολλά, από τμήματα του εδάφους τους μέχρι την πραγματική τους ταυτότητα. Η ελληνική κοινωνία και πολιτική σκηνή παράγει τέτοια στοιχεία «στριμωγμένης ταυτότητας», συχνά και επαναλαμβανόμενα: στοιχεία απειλής (οι Βούλγαροι παλιότερα, μετά οι Τούρκοι, στη συνέχεια οι «Σκοπιανοί»), τα οποία σήμερα, στις συνθήκες της κρίσης, αποκτάνε πιο πραγματικά χαρακτηριστικά. Η περίοδος του Μακεδονικού ήταν ζοφερή, αλλά στο επίπεδο των ιδεών· η απειλή ότι η ΠΓΔΜ θα μας κατακτήσει ήταν φάντασμα, μια γελοιότητα. Τώρα, τα φαντάσματα αποκτούν υλική βάση: όταν διαβάζουμε για τη φτώχεια που επιβάλλεται, που πρέπει δηλαδή να αποδεχτούμε και μας επιβάλλει μέχρι και την εκποίηση ή εγκατάλειψη των νησιών, ανεξάρτητα από τους όρους με τους οποίους λέγονται αυτά, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με φαντάσματα, αλλά και με πραγματικές, υλικά θεμελιωμένες, απειλές.
Και πάλι, οι αναλογίες θέλουν προσοχή: στην Ελλάδα του 2012 δεν έχουμε έναν πόλεμο που χάσαμε ή απώλειες εδαφικές, ούτε η επικράτεια κινδυνεύει άμεσα. Υπάρχουν όμως ειδικοί όροι που φτιάχνουν μια αμφισβητούμενη, επαπειλούμενη ταυτότητα — ή, ορθότερα, μια ταυτότητα που βιώνεται ως επαπειλούμενη. Και αυτή είναι πολύ κακή συνθήκη, πολύ μεγάλο εμπόδιο για μια πολιτική που θέλει και πρέπει να μιλάει με επιχειρήματα, να απευθύνεται στο λογικό.
Είπες, στην αρχή, ότι από την τρέχουσα συζήτηση περί Βαϊμάρης, απουσιάζει, παραδόξως, ο πολιτισμός της Βαϊμάρης.
Στις περισσότερες χώρες, αν πεις «Βαϊμάρη» το πρώτο που σκέφτονται, σχεδόν αυτόματα, είναι ο πολιτισμός. Για τον αγγλόφωνο κόσμο, η παραπομπή είναι αμέσως στο κλασικό βιβλίο του Peter Gay The Weimar Culture (εκδ. Penguin).
Η Βαϊμάρη είναι η πρώτη δημοκρατία στη Γερμανία και, ταυτόχρονα, ένας πλήρης πολιτισμικός, επιστημονικός και φιλοσοφικός οργασμός, μια πρωτοπορία σε όλους τους τομείς, σε διεθνές επίπεδο, ένα πρωτοφανές φαινόμενο — προφανώς, εδώ δεν υπάρχει καμιά αναλογία με την Ελλάδα του 2012.
Είναι σαν να γονιμοποιούνται όλες οι δυνάμεις. Για να το πω με παλαιοκομμουνιστικούς όρους, έχουμε την καλώς νοούμενη αστική πρωτοπορία και ταυτόχρονα, εντός αυτής, αρχίζει να υπάρχει αριστερή κουλτούρα, μαρξισμός, σε πολύ γόνιμο έδαφος. Και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό: μια αριστερή καινοτόμα κουλτούρα προϋποθέτει ένα αντίστοιχο έδαφος.
Και είναι εντυπωσιακό πώς μια κοινωνία που παράγει αυτό τον οργασμό δημιουργικότητας, ταυτόχρονα, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, υποκύπτει, υιοθετεί, αποδέχεται –κι όχι απλώς παθητικά– τον ναζισμό, ο οποίος βέβαια καταστρέφει, διαλύει αυτή την πρωτοπορία. Υπάρχουν ωστόσο κάποιες «γέφυρες». Σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, ίσως είναι ακόμα πιο έντονη η ευκολία του περάσματος ή οι ωσμώσεις. Όπως όμως κι αν προσεγγίσουμε το ζήτημα της ώσμωσης, της μετάβασης, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Πώς σε μια κοινωνία τόσο προχωρημένη πολιτισμικά καλλιεργούνται ταυτόχρονα οι συνθήκες για ό,τι θα ακολουθήσει;
Ας μείνουμε λίγο σε αυτές τις «γέφυρες».
Ο καθηγητής μου, ο Χάιντς Μάους, μαθητής και εκδότης του Χορκχάιμερ, έλεγε –και ήταν πολύ προκλητικό τότε– στις αρχές της δεκαετίας του 1970, στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ, προπύργιο του DKP (του Κομμουνιστικού Κόμματος της Δυτικής Γερμανίας), κάτι που οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ακούσουν. Έλεγε να δούμε τις εκσυγχρονιστικές πλευρές του ναζισμού, λ.χ. τι έκανε η χιτλερική κρατική οργάνωση, με τη βεμπεριανή έννοια του εκσυγχρονισμού μιας κοινωνίας και οικονομίας.
Πρέπει να δούμε αυτό το νήμα σοβαρά, όπως ακριβώς πρέπει να δούμε σοβαρά και τον Καρλ Σμιτ, ως ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι τούτου του νήματος. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση, καθώς έχει παραγίνει, νομίζω, η ευκολία της χρήσης των εννοιών του, όπως εχθρός/φίλος, έκτακτη ανάγκη, κατάσταση εξαίρεσης. Ξαφνικά, στις συνθήκες της κρίσης, βλέπουμε ότι ο Σμιτ όχι μόνο θεωρείται σημαντικός θεωρητικός (που ήταν ανέκαθεν), αλλά πρότυπο, ασκεί ιδιαίτερη έλξη, ιδίως σε νεότερους που ενθουσιάζονται, και στους χώρους μας — συχνά μέσα από τον Αγκάμπεν ή, μάλλον, την ευκολία του «αγκαμπενιανισμού»
Δεν είναι απλό, όταν μέσα από διαδοχικές αναγνώσεις, φτάνεις να κάνεις αναφορά στον σκληρό πυρήνα της θεωρίας του Καρλ Σμιτ. Από το ταμπού της Δυτικής Γερμανίας, που δεν ανάφεραν καν τον Σμιτ, λες και δεν υπήρξε ποτέ, δεν χρειάζεται να περάσουμε στο άλλο άκρο, να τον χρησιμοποιούμε σαν είναι σχεδόν «δικός μας». Και θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν ήμασταν πιο προσεκτικοί με τον χειρισμό των αποσπασμάτων του Αγκάμπεν, που είναι αποσπάσματα του Καρλ Σμιτ, και μεσολαβεί και ένας λίγο παραναγνωσμένος Βάλτερ Μπένγιαμιν — τον Βάλτερ Μπένγιαμιν τον αγαπάω, τον Αγκάμπεν τον διαβάζω με ενδιαφέρον. Αν δούμε πώς επικαιροποιήθηκε, όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, από τον Αγκάμπεν η συζήτηση για την κατάσταση εξαίρεσης, καταλαβαίνουμε και τα όριά της και τους κινδύνους.
Επίσης, εξίσου προβληματική, πολλές φορές, είναι η χρήση του όρου «γυμνή ζωή»: o Αγκάμπεν παίρνει από τον Μπένγιαμιν τη λέξη bloss (που μπορεί να σημαίνει και «γυμνό», αλλά και «απλό» ή «σκέτο») και την τοποθετεί στο επίκεντρο ενός νέου «υποδείγματος», όπως λέει, προσδίδοντάς της έτσι ένα τεράστιο φορτίο, στο οποίο συχνά ο ίδιος ο όρος δεν αντέχει. Και δεν αντέχει κυρίως όταν η παραδειγματική του λειτουργία μετατρέπεται σε κυριολεκτική επίκληση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με την πολιτική του αξιοποίηση. Εννοώ τη χρήση και την κατάχρηση, όπως λ.χ. στο σχήμα των μεταναστών που ζουν τη «γυμνή ζωή», του μετανάστη ή του αστέγου ως homo sacer, μια αγιότητα αλλά και μια σχεδόν μη ανθρώπινη υπόσταση που δεν μπορεί –και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει– να ορίζει την αριστερή πολιτική στο πεδίο του κοινωνικού. Οι εύκολες αναφορές αυτού του είδους μπορεί να είναι ακόμα και επικίνδυνες. Δεν συνιστά αριστερή θεωρία και κριτική η αναφορά στον Καρλ Σμίτ. Δεν κάνεις, φοβάμαι, επαναστατική θεωρία έτσι.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Ανέτε Γκρότ: "Η Ελλάδα είναι η νέα Βαϊμάρη"...

Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη για την Αυγη...


"Σοκαρισμένη" από την επίσκεψη στο κέντρο κράτησης μεταναστών στην Αμυγδαλέζα δήλωσε η Ευρωπαία Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και βουλευτής του κόμματος της Γερμανικής Αριστεράς, Die Linke, Ανέτε Γκροτ. Η Αν. Γκροτ βρέθηκε στην Ελλάδα για τα εγκαίνια του ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, πήγε όμως και στην Αμυγδαλέζα μαζί με αντιπροσωπεία Γερμανών βουλευτών.
Υπενθυμίζεται πως το κέντρο κράτησης στην Αμυγδαλέζα βρίσκεται μέσα στις εγκαταστάσεις της σχολής της αστυνομίας όπου παλιότερα είχαν φιλοξενηθεί σε λυόμενα αστυνομικοί που είχαν έλθει για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων. Το κέντρο στήθηκε ουσιαστικά με απόφαση, αστραπή στις αρχές Απριλίου, με εντολή του τότε υπουργού Μ. Χρυσοχοΐδη, λίγες ημέρες πριν προκηρυχθούν οι εκλογές. Ήταν τότε που η ατζέντα είχε μετακινηθεί προς τα δεξιά, με τη Νέα Δημοκρατία να σιγοντάρει με το σύνθημα "να επανακαταλάβουμε τις πόλεις μας".
* Πείτε μου για την εμπειρία σας στην Αμυγδαλέζα, τι είδατε;
Πρόκειται για χώρο "επιθετικά" περιφραγμένο, δεν πρόκειται για φυσιολογικά περιφραγμένο χώρο έχει παντού αστυνομικούς, συγκεκριμένα 62 σε κάθε βάρδια. Μετά, υπάρχουν οι κρατούμενοι, οι οποίοι προέρχονται αποκλειστικά από το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Εκεί βρίσκονται στοιβαγμένοι περίπου 1.000 άνθρωποι. Μίλησα με πολλούς που κρατούνται εκεί και μου είπαν πως το μεγαλύτερο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη επικοινωνίας, τους έχουν κατασχέσει τα κινητά τους τηλέφωνα και είναι αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο, δεν μπορούν να μιλήσουν ούτε με τους δικούς τους, ούτε με κάποιο δικηγόρο, ενώ δεν γνωρίζουν και πόσο καιρό θα μείνουν εκεί.
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι στερούνται βασικά είδη προσωπικής υγιεινής, δεν έχουν καν σαπούνι. Πολλοί από αυτούς έχουν αναπτύξει δερματικές ασθένειες. Είναι εντυπωσιακό, αλλά κάποιοι δεν είχαν καν ρούχα, κυκλοφορούσαν με ένα t-shirt και με τα εσώρουχα, κάποιος άλλος ήταν ξυπόλυτος. Τώρα που ο καιρός χειροτερεύει, πώς θα βγάλουν τον χειμώνα, χωρίς ζεστά ρούχα και κουβέρτες; Moυ είπαν και κάτι το οποίο με άφησε άφωνη, το 50% αυτών των ανθρώπων θέλουν να γυρίσουν στις χώρες τους διότι δεν αντέχουν αυτήν την κατάσταση.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες η πρεσβεία του Μπαγκλαντές εξέδωσε ταξιδιωτικά έγγραφα -σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει συνήθως, όταν οι αρχές λένε πως δεν έχουν έγγραφα- αλλά δεν μπορεί κανείς να πληρώσει το εισιτήριό τους. Κανονικά, αυτό είναι υποχρέωση της Διεθνούς Υπηρεσίας Μετανάστευσης, όταν όμως ήμουν πριν λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη, μου είπαν πως η ΔΟΜ δεν έχει χρήματα. Πρέπει να μπει στο μικροσκόπιο αυτή η υπόθεση.
Η Σεσίλια Μάλμστρομ, επίτροπος εσωτερικών υποθέσεων, ήταν εδώ στο φυλάκιο, περιμένω λοιπόν να δω την αναφορά της. Προσωπικά, ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα κάνω τα αδύνατα δυνατά να στείλουμε αντιπροσωπεία στην Ελλάδα τον Νοέμβριο για να ελέγξουν αν αυτά τα κέντρα φιλοξενίας είναι τελικά κέντρα κράτησης. Για να προετοιμαστούμε, χρειαζόμαστε πληροφορίες τόσο από την αναφορά της Μάλμστρομ όσο και από την αποστολή του European Refugee Fund όπου δίνει πολλά χρήματα γι' αυτόν τον σκοπό στην ελληνική κυβέρνηση, τα οποία όμως δεν χρησιμοποιούνται εκεί.

* Οι συνθήκες κράτησης θεωρείτε πως είναι νόμιμες με βάση τα στάνταρ της Ε.Ε.;

Σίγουρα όχι. Όμως το ίδιο ισχύει και για κάποια γερμανικά κέντρα φιλοξενίας - κυρίως αυτά όπου φιλοξενούνται ανήλικοι πριν απελαθούν. Από το Συμβούλιο της Ευρώπης έχουν επικρίνει πολλάκις την ελληνική κυβέρνηση για τις πρακτικές της, που είναι γνωστές όχι μόνο σε εμάς, αλλά και σε οργανισμούς που ασχολούνται με ζητήματα μετανάστευσης. Αυτό που με σόκαρε περισσότερο είναι αυτό που μου κατήγγειλαν, πως σπρώχνουν κόσμο στο ποτάμι του Έβρου, αυτό είναι φόνος. Υπάρχουν καταγγελίες για κόσμο που πνίγεται στα ρεύματα του Έβρου, πρόκειται για έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, πρόκειται για φόνο. Όλα αυτά θα τα ελέγξουμε ενδελεχώς.

* Χιλιάδες άνθρωποι αποκλείονται στην Ελλάδα, ενώ θέλουν να πάνε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ποια είναι η λύση. Μήπως οι συμφωνίες τύπου Δουβλίνο II μετατρέπουν την Ελλάδα σε φυλακή;
Αναμφίβολα. Πάντα λέω πως αν η Γερμανία βρισκόταν γεωγραφικά εκεί που είναι η Ελλάδα, το Δουβλίνο θα είχε καταργηθεί πολλά χρόνια πριν. Είναι σαφές πως η Ελλάδα δέχεται κύματα μεταναστών λόγω της θέσης της. Δέχεστε τους περισσότερους που περνούν στην Ευρώπη μέσω θαλάσσης ή από τα τουρκικά σύνορα. Συνεπώς, πρόκειται για εξαιρετικά άδικη κατανομή μεταναστών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο, που ο αριθμός αιτήσεων ασύλου στη Γερμανία έχει μειωθεί σημαντικά. Οι μετανάστες βρίσκονται ή εδώ ή στην Ιταλία.
Η μόνη λύση για το μεταναστευτικό μπορεί να δοθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το συζητάμε συνεχώς στο Συμβούλιο της Ευρώπης, ζητώ και προσωπικά συγγνώμη για την κυβέρνηση της χώρας μου, που υπεραμύνεται και θέλει να κρατήσει το Δουβλίνο II. Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει πως δεν θέλει άλλους μετανάστες διότι έχει ήδη αρκετούς. Δεν πρόκειται για σκουπίδια. Όταν η χώρα μας είναι απο τις πλουσιότερες του κόσμου, πρέπει να είναι προετοιμασμένη να φιλοξενήσει και κάμποσες χιλιάδες προσφύγων.

* Η κυβέρνηση πριν τις εκλογές υιοθέτησε την ατζέντα της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής, μιλούσε για εισβολείς και για την ανάγκη "να επανακαταλάβουμε τις πόλεις μας". Υπάρχει ανάλογη ρητορική στη Γερμανία;
Σαφέστατα, έχουμε αρκετούς νεοναζί και στη Γερμανία, βέβαια δεν τους έχουμε δώσει έδρες στο Κοινοβούλιο. Τους έχουμε δώσει όμως έδρες σε τοπικό επίπεδο, πράγμα που με ανησυχεί ιδιαίτερα όπως με ανησυχεί και η άνοδος της Ακροδεξιάς, όπου και να σημειώνεται, είτε είναι στην Ελλάδα είτε στη Γερμανία είτε στην Ουγγαρία που κυβερνάται από μια υπερδεξιά κυβέρνηση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ατζέντα έχει επίσης μετατοπιστεί.
Αν θέλουμε να διατηρήσουμε τις ελευθερίες μας και τις δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αρχές μας, τότε θα πρέπει να αποβάλουμε την Ουγγαρία από την Ε.Ε. Η ελληνική κυβέρνηση έχει υπογράψει συνθήκες, καλά θα κάνει να τις εφαρμόσει, όπως αυτήν της Γενεύης. Σε περιόδους που η φτώχεια αυξάνεται, ο κόσμος ψάχνει απεγνωσμένα για αποδιοπομπαίο τράγο, συνέβη και στην αρχές του '30, ο κόσμος χρειαζόταν να κατηγορήσει κάποιον για τη δυστυχία του. Ζούμε σε επικίνδυνους καιρούς, στη συνάντησή μας με τον Αλέξη Τσίπρα τόνισα την αναγκαιότητα να παλέψουμε με κάθε μέσο τον φασισμό. Τώρα επιτίθενται στην πιο ευάλωτη μερίδα του πληθυσμού, στους μετανάστες, αύριο θα επιτίθενται στους διαφορετικούς, μετά στους αριστερούς, τους κομμουνιστές κ.ο.κ. Πρέπει να μορφώσουμε τον κόσμο, δεν πρέπει να τους αφήσουμε να παγιδευτούν στην εθνικιστική ρητορική πως "μας κλέβουν τις δουλειές και το φαγητό".

* Είναι η Ελλάδα η νέα Βαϊμάρη;

Φοβάμαι πως ναι. Ανησυχώ και φοβάμαι. Κάποιος μου είπε Ότι ζούμε σε προ-πολεμική περίοδο. Με τη φτώχεια να αυξάνεται, με τον χειμώνα να έρχεται και τον κόσμο να μην έχει λεφτά για πετρέλαιο, τα πράγματα μόνο χειρότερα θα γίνουν. Ήμουν στη Θεσσαλονίκη πριν λίγες μέρες και επισκέφθηκα ένα αγρόκτημα, εκεί η κυρία μου είπε πως δεν έχει μείνει δέντρο στην περιοχή γιατί ο κόσμος τα κόβει για να ζεσταθεί. Δεν τα ξέρουμε αυτά στη Γερμανία. Κάτι πρέπει να γίνει και να γίνει άμεσα.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Μνήμες της Βαϊμάρης...

του Έρικ Χομπσμπάουμ μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος
απο τα Ενθεματα...
Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά  του χρόνια, στο  ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα,  την  άνοδο του Χίτλερ.
Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο  τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς  μου, τα χρόνια 1931-33, ως  γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη  θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Το φθινόπωρο  του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα–  του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου,  προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου,  «ότι είστε  ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης  σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει  δύο  περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».
Άρθουρ Κάουφμαν, «Τρία κορίτσια στο παράθυρο», 1927
Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου,  βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ  πολύ προτού καταλήξει  ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε  δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής»,   στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας,  γεμάτα με  άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων.  Ο λογισμός μας έτρεχε  μάλλον σε  βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.
Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ
Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!–   έλαβαν  χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς  το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για  την άνοδο του Χίτλερ  στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών.  Ο Βάιτς καταλήγει, όπως και πολλοί άλλοι, ότι «η εξέλιξη αυτή δεν ήταν, σε καμιά περίπτωση, αναπόφευκτη. Το Τρίτο Ράιχ δεν δημιουργήθηκε λόγω κάποιας νομοτέλειας», αλλά το ίδιο του το επιχείρημά αφαιρεί σχεδόν κάθε νόημα από αυτή την πρόταση.  Εν πάση περιπτώσει, για όσους ζούσαμε το 1932 ήταν  φανερό ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βρισκόταν στη νεκρική της κλίνη. Το μόνο πολιτικό κόμμα που την υπεράσπιζε με  συνέπεια  είχε συρρικνωθεί στο 1,2%, ενώ οι εφημερίδες που διαβάζαμε σπίτι διερωτώνταν κατά πόσον υπήρχε πολιτικός  χώρος  για τους  υποστηρικτές της.
Ο Χίτλερ, επίσης, ήταν αυτός δημιούργησε την κοινότητα των προσφύγων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στις χώρες που τους υποδέχθηκαν –ρόλο δυσανάλογα μεγάλο με τον αριθμό τους–  και στους οποίους η μνήμη της Βαϊμάρης οφείλει τόσα. Σίγουρα, η επίδρασή τους ήταν πολύ πιο σημαντική –αν εξαιρέσουμε τον κόσμο του μπαλέτου–  σε σχέση με τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Ρωσία μετά το 1917, παρότι εκείνοι ήταν πολύ περισσότεροι. Τα καθιερωμένα παλαιόθεν επαγγέλματα –η ιατρική και η δικηγορία–  έμειναν μάλλον ανεπηρέαστα, ωστόσο  σε πεδία λιγότερο περίκλειστα  και, εν τέλει, στη δημόσια ζωή, η επίδραση των προσφύγων ήταν βαρύνουσα. Στη Βρετανία οι εμιγκρέδες μεταμόρφωσαν την ιστορία της τέχνης και τον πολιτισμό της εικόνας, όπως και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέσω των καινοτομιών που εισήγαγαν οι εκδότες, οι  δημοσιογράφοι, οι φωτογράφοι  και σκιτσογράφοι που ήρθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Η πολιτισμική ακτινοβολία της Βαϊμάρης
Φραντς Μαρκ, «Τα μεγάλα γαλάζια άλογα», 1911
Τα βασικά επιτεύγματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι λόγοι για τους οποίους οι μη Γερμανοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν δεν είναι πολιτικοί, αλλά διανοητικοί και πολιτισμικοί. Ο κόσμος σήμερα θυμάται το κίνημα του Μπαουχάους, τον Τζωρτζ Γκρος, τον Μαξ Μπέκμαν, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον σπουδαίο φωτογράφο Άουγκουστ Ζάντερ, καθώς και μια σειρά αξιόλογες κινηματογραφικές ταινίες. Ο Βάιτς διαλέγει έξι ονόματα: τον Τόμας Μαν, τον Μπρεχτ, τον Κουρτ Βάιλ, τον Χάιντεγκερ, τον λιγότερο γνωστό θεωρητικό Ζήγκφριντ Κρακάουερ και την καλλιτέχνιδα Χάνα Χεχ. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλα ονόματα, όπως, λ.χ.,  τον Καρλ Σμιτ στον χώρο της (τόσο σπάνιας) διανοούμενης Δεξιάς, τον Ερνστ Μπλοχ στην άκρα Αριστερά και τον μέγα Μαξ Βέμπερ στο Κέντρο.
Το 1933, μόνο ο Τόμας Μαν και μερικές κινηματογραφικές ταινίες είχαν καταφέρει να συγκινήσουν αληθινά ένα ευρύτερο κοινό εκτός της Κεντρικής Ευρώπης· κι ίσως εδώ πρέπει να προσθέσουμε  μια  περιορισμένη ομοφυλοφιλική υποκουλτούρα,  η οποία ανακάλυψε τα θέλγητρα του Βερολίνου κατά τα τελευταία χρόνια της Βαϊμάρης. Ο Μαν, φυσικά, ήταν αναγνωρισμένος καλλιτέχνης πολύ πριν το 1914. Κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1929, όχι όμως για το αριστούργημά του, Το μαγικό βουνό, το οποίο έγραψε  την εποχή της Βαϊμάρης, αλλά για το παλαιότερο έργο του Οι Μπούντενμπροκ. Ποιος  όμως είχε ακουστά, στην Αγγλία,  τον Φραντς Μαρκ, τα γαλάζια άλογα του οποίου στόλιζαν τον διάδρομο του γυμνασίου μου,  μέχρι που  το νέο καθεστώς τα απομάκρυνε μαζί με τον  διευθυντή μας,  υποστηρικτή της Δημοκρατίας;
Την εποχή εκείνη το Παρίσι ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα των εικονιστικών τεχνών, ενώ η Βιέννη παρέμενε η γενέτειρα της μουσικής,  τόσο της κλασικής όσο και της ελαφράς. Τα γερμανικά δεν αποτελούσαν πια μια ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στη Δύση, αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους της διασποράς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ούτε και πολυδιαβάζονταν έξω από τον κύκλο των λογίων μελετητών της κλασικής εποχής. Ακόμη και σήμερα, μόνο όσοι μιλούν γερμανικά αναγνωρίζουν τον Μπρεχτ όχι μόνο ως δραματουργό αλλά και ως έναν από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές του 20ού αιώνα. Το μόνο λογοτεχνικό είδος της εποχής της Βαϊμάρης που υπερέβη τα όρια της Κεντρικής Ευρώπης ήταν το αντιπολεμικό μυθιστόρημα του τέλους της δεκαετίας του 1920, με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Κινηματογραφήθηκε φυσικά από την Universal, τη μόνη εταιρεία του Χόλυγουντ με γερμανό ιδιοκτήτη.
Πολιτικά ρεύματα, δημοκρατία και πολιτισμός
Τζορτζ Γκρος, «Ρομπότ της Δημοκρατίας», 1920
Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον πολιτισμό,  αυτής της βραχύβιας  γερμανικής δημοκρατίας, την οποία κανένας δεν είχε επιθυμήσει στ’ αλήθεια  και την οποία οι περισσότεροι Γερμανοί την αποδέχθηκαν, στην καλύτερη περίπτωση,  ως  faute de mieux (το μη χείρον); Κάθε Γερμανός είχε ζήσει τρεις κοσμογονικές εμπειρίες: τον Μεγάλο Πόλεμο· την αυθεντική, αν και αποτυχημένη, γερμανική επανάσταση, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του ηττημένου Κάιζερ·  και τον Μεγάλο Πληθωρισμό του 1923, μια σύντομη ανθρωπογενή καταστροφή,  που  εξευτέλισε ξαφνικά  εντελώς την αξία του χρήματος. Η πολιτική Δεξιά, προσκολλημένη στην παράδοση, αντισημιτική, αυταρχική και οχυρωμένη γερά μέσα στους θεσμούς που επιβίωσαν από το Ράιχ του Κάιζερ (θυμάμαι ακόμη τον τίτλο του βιβλίου του Tέοντορ Πλιβιέ που εκδόθηκε το 1932,O Κάιζερ έφυγε, οι στρατηγοί παρέμειναν), αρνήθηκε πλήρως τη δημοκρατία. Θεωρούσε τη Βαϊμάρη μη νομιμοποιημένη και  τη Συνθήκη των Βερσαλλιών αχρείαστη εθνική ντροπή, κι ο στόχος της ήταν να απαλλάξει,  το ταχύτερο δυνατό,  τη χώρα από τα δύο αυτά δεινά.
Ωστόσο,  όλοι  σχεδόν οι Γερμανοί, συμπεριλαμβανομένων και των κομμουνιστών, ήταν φανατικοί πολέμιοι των Βερσαλλιών και των ξένων κατακτητών. Μπορώ ακόμα να ανακαλέσω στη μνήμη μου το περίεργο συναίσθημα που ένιωθα όταν, παιδί ακόμα, αντίκριζα  από το τρένο τη γαλλική σημαία να κυματίζει στα φρούρια της Ρηνανίας: μου φαινόταν,  κατά κάποιον τρόπο,  αφύσικο. Όντας ταυτόχρονα Άγγλος και Εβραίος (στο σχολείο ήμουν   «der Englaender» [ο Εγγλέζος]), δεν αισθάνθηκα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τον  γερμανικό εθνικισμό των συμμαθητών μου, και πολύ περισσότερο βέβαια για τον ναζισμό, μπορούσα όμως να αντιληφθώ πολύ καλά τη γοητεία που ασκούσαν και οι δυο τους στα αγόρια της Γερμανίας. Όπως δείχνει ο Βάιτς, η αυταρχική Δεξιά αποτελούσε πάντα τον βασικό κίνδυνο,  τόσο  στο πεδίο της πολιτικής όσο και –μέσω της παγιωμένης και διαδεδομένης στον λαό εχθρότητας προς την «Kulturbolschebismus» (την μπολσεβίκικη κουλτούρα)–  στο πεδίο του πολιτισμού.
Οι πιο σημαντικοί διανοητές του Κέντρου –ο Μαν,  o Μαξ Βέμπερ, ο Βάλτερ Ρατενάου, που δεν είχαν μια αυθόρμητη, ενστικτώδη προσήλωση στη δημοκρατία, αλλά ωθούνταν σε αυτή τη κατεύθυνση λόγω του φόβου  της πολεμοχαρούς Δεξιάς– αιτιολογούσαν την αναγκαιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος περιγράφοντάς το ως τον διάδοχο ενός Ράιχ που δεν μπορούσε να παλινορθωθεί. Την ίδια στάση, φυσικά, επέδειξαν και τα κυριότερα κόμματα του συστήματος: η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών, που στην πραγματικότητα δεν είχαν θελήσει την αποπομπή του Κάιζερ, καθώς και το Καθολικό Κέντρο που μετά την επανάσταση μετατράπηκε από ομάδα πίεσης για θρησκευτικά ζητήματα σε κυβερνητικό κόμμα. Πέραν αυτών, η πολιτική Αριστερά, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, συγκροτήθηκε στη βάση της εναντίωσής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη επανάσταση του 1918 και εισπράττοντας  το μίσος της παλιάς άρχουσα τάξη που κατόρθωσε να επιβιώσει– ,  δεν ήταν λιγότερο απορριπτική, έναντι της Δημοκρατίας, από τη Δεξιά. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησαν τα μισά από τα στελέχη που αποχώρησαν από το SPD λόγω της αντίθεσής τους στον πόλεμο, απέκτησε μια μαζική βάση, που πρέσβευε μια αδιάλλακτη αντιπολίτευση της εργατικής τάξης. Αρκετά μεγάλη ώστε να εμποδίσει τη δημιουργία ενός μακρόβιου καθεστώτος που θα απέκλειε τη Δεξιά, το μόνο που συνεισέφερε  τελικά η Αριστερά αυτή στην πολιτική ζωή στάθηκε  η απαρέσκεια για  τη Δημοκρατία.
Για λόγους που μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε, μια σειρά  δημιουργικοί καλλιτέχνες, που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί τόσο από τα δεινά του πολέμου όσο και από την ελπίδα και τη λύσσα που άφησε πίσω της η χαμένη επανάσταση, ελκύονταν από αυτήν· και, πράγματι, τα επιτεύγματα μιας  σειράς προσωπικοτήτων της  Βαϊμάρης βασίζονταν κυρίως στην έντονη απέχθειά τους για τη δημοκρατία. Ακόμη και αληθινά μεγάλα ταλέντα, όπως ο Τζωρτζ Γκρος και ο Κουρτ Βάιλ, έχασαν το νεύρο τους μετά το 1933, όταν μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη βολή τους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για μικρότερης εμβέλειας ταλέντα, στον κύκλο των εξπρεσιονιστών, συγγραφείς και καλλιτεχνείς  οι οποίοι, ωθούμενοι από τον πόνο και την οργή και θέλοντας να αφήσουν το ίχνος τους στην εποχή, έψαχναν τρόπους για να εκφράσουν ένα άκεφο συναίσθημα ως επιστέγασμα των φωνών τους. Και, εν πολλοίς, ενάντια σε  όλους αυτούς, η Βαϊμάρη κατορθώνει να βρει ένα στίγμα που εκφράζει τη δικιά της φωνή, μετά τα χρόνια του Μεγάλου Πληθωρισμού: ένα στίγμα σκληροτράχηλο, μακριά από συναισθηματισμούς,  παθιασμένο, με αυτό το ιδιαίτερο πάθος που έβρισκες στα  καμπαρέ,  στο πλαίσιο του ρεύματος της  «Neue Sachlichkeit» («Νέα Αντικειμενικότητα»). Για μένα, η Βαϊμάρη μιλά ακόμη και σήμερα,  όπως  το 1932, με τη φωνή του Μαχαγκόνυ και της Όπερας της πεντάρας, του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλιν, με τη φωνή του παραγνωρισμένου Έριχ Kέστνερ ή με τα σκαμπρόζικα πολιτικά τραγούδια του Έριχ Βάινερτ.
Μια πολιτισμική πρωτοπορία ευρωπαϊκών διαστάσεων
Η Βαϊμάρη, όμως,  δεν ήταν μονάχα  γερμανικό φαινόμενο. Ο Βάιτς, το βιβλίο του οποίου αποτελεί μια θαυμάσια εισαγωγή στον κόσμο της, μάλλον την καλύτερη που διαθέτουμε, κάνει πολλές καίριες επισημάνσεις: μιλάει για τον βερολινο-κεντρισμό του πολιτισμού της Βαϊμάρης, ο οποίος τον διακρίνει από την προ του 1914 Γερμανία, όπου τα  ακμάζοντα καλλιτεχνικά  κέντρα  ήταν το Μόναχο και η Λειψία. Παρ’ όλα αυτά,  υποτιμά τον ρόλο του πολιτισμού της Βαϊμάρης που λειτούργησε  ως  χωνευτήρι για τον χώρο ο οποίος μετά το 1917 παρήγαγε μια μείζονα πρωτοπορία στο διανοητικό και καλλιτεχνικό πεδίο: της μετεπαναστατικής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το κύρος του Παρισιού, «της πρωτεύουσας του 19ου αιώνα», συσκότιζε το γεγονός ότι κατά τον Μεσοπόλεμο δεν είχε πλέον να προσφέρει κάτι ρηξικέλευθo, σε μείζονα κλίμακα, εκτός από τον υπερρεαλισμό, ο οποίος, σε μεγάλο βαθμό,  προερχόταν από το πολυεθνικό κίνημα του ντανταϊσμού των κεντροευρωπαίων προσφύγων της Ζυρίχης.
Με περισσότερα από 7.000 περιοδικά και 38.000 βιβλία το 1927 και διαθέτοντας την πιο εντυπωσιακή κινηματογραφική βιομηχανία εκτός Χόλυγουντ, η Γερμανία αποτελούσε μια απέραντη αγορά. Με την πτώση της  Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, απορρόφησε, όπως ήταν φυσικό, το ταλέντο που πλεόναζε σε ό,τι είχε απομείνει από την Αυστρία. Τι θα ήταν άραγε οι κινηματογραφικές ταινίες της Βαϊμάρης χωρίς τη Βιέννη, χωρίς τον Φριτς Λανγκ, τον Γκ. Παμπστ, τον Βίλντερ, τον Πρέμινγκερ ή  τον Πέτερ Λορ; Η πλειάδα των πρωταγωνιστών της –ο Κόνραντ Βάιντ, ο Έμιλ Γιάννιγκς η Μάρλεν Ντήτριχ, η Ελίζαμπετ Μπέργκνερ–   μαθήτευσαν κοντά  στον  Βιεννέζο Μαξ Ράινχαρντ, τον άνθρωπο που επηρέασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το γερμανόφωνο θέατρο. Στο Βερολίνο η οικογένειά μου, πρόσφυγες από τη Βιέννη, συνέχισε την κοινωνική της ζωή επικεντρωμένη, σε μεγάλο βαθμό,  γύρω από άλλους εκπατρισμένους Αυστριακούς,  συγγενείς και φίλους.
Για διαφορετικούς αλλά εξίσου προφανείς λόγους,  η Γερμανία αποτελούσε το βασικό παράθυρο της Ρωσίας προς τη Δύση. Το Βερολίνο υπήρξε ταυτόχρονα τόσο το κέντρο των αντισοβιετικών εμιγκρέδων όσο και ο πρώτος σταθμός στις εκδρομές προς τη Δύση των νέων Σοβιετικών διανοουμένων και επαναστατών καλλιτεχνών· κάποιοι απ’ αυτούς, μάλιστα, εξέδωσαν εκεί ένα πολύγλωσσο περιοδικό. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε ότι, όλο το διάστημα που διατηρούνταν η μάταια προσδοκία της επανάστασης στη Γερμανία, η επίσημη γλώσσα της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν ήταν τα ρωσικά αλλά τα γερμανικά.
Αναπόφευκτα, αυτό το πολιτιστικό μείγμα απεδείχθη γόνιμο για  τον πολιτισμό της  Βαϊμάρης και, εν τέλει, της Δύσης. Το Μπαουχάους υπήρξε μια κολεκτίβα Γερμανών, Αυστρο-Ούγγρων, Ρώσων, Ελβετών και Ολλανδών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «Κονστρουκτιβιστική Διεθνής», όπως την ονόμασε ο Τζων Willet, ιδρύθηκε από μια ομάδα Ούγγρων, Ολλανδών, Βέλγων, Ρουμάνων, Σοβιετικών Ρώσων και Γερμανών, σε μια συνάντηση στη Βαϊμάρη, με μελλοντική έδρα το Βερολίνο. Αυτός ήταν ο πολιτισμός που οι Γερμανοί εμιγκρέδες εισήγαγαν στις χώρες όπου βρήκαν άσυλο.
Συχνά, επίσης, παραβλέπουμε σήμερα τον κεντρικό διεθνή ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στο πεδίο της επιστήμης του 20ού αιώνα. Ο Αϊνστάιν και ο Μαξ Πλανκ  προσέδωσαν αίγλη στο Βερολίνο, ενώ το Γκαίτιγκεν υπό τον Μαξ Μπορ, υπήρξε,  μαζί με το Καίμπριτζ, ο καταλύτης της επανάστασης της κβαντικής μηχανικής, της «boy physics» όπως αποκαλούνταν, η κοινή διάλεκτος της οποίας, όπως και η γλώσσα του διεθνούς κομμουνισμού, ήταν τα γερμανικά. Ο Χάιζενμπεργκ, ο Πάουλι, ο Φέρμι, ο Οπενχάιμερ, ο Τέλερ, εργάστηκαν ή σπούδασαν, όλοι τους,  στη Γερμανία. Η πιο λαμπρή απόδειξη για τον κομβικό ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στην επιστήμη,  είναι τα 15 βραβεία Νόμπελ στο πεδίο των επιστημών που απονεμήθηκαν σε Γερμανούς κατά τη διάρκεια των 14 της ετών, αριθμό που οι επίγονοι χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια για να τον ισοφαρίσουν.
Κανένας δεν έδωσε εγκαίρως τη δέουσα σημασία  στον Χίτλερ
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Γερμανία βρέθηκε στο επίκεντρο της νεωτερικότητας και της δυτικής σκέψης. Θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα, εάν στη συνέχεια  δεν αναλάμβανε τα ηνία το πλήρωμα υπό την αρχηγία του Χίτλερ που οδήγησε το σκάφος σε ναυάγιο, αλλά μια πιο παραδοσιακή αντιδραστική κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά,  εκ των υστέρων,  διαπιστώνουμε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν τόσο απίθανο όσο και η προοπτική να εμποδιστεί η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία μέσω της συγκρότησης ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς, ούτε η Δεξιά ούτε το Κέντρο ούτε η Αριστερά, δεν αντελήφθη τις πραγματικές διαστάσεις του εθνικοσοσιαλισμού του Χίτλερ, ενός εντελώς πρωτοφανούς κινήματος, οι στόχοι του οποίου  ήταν πέρα για πέρα ασύλληπτοι  με τη λογική.  Ακόμα και  τα εν δυνάμει θύματά του δεν αναγνώριζαν ολότελα τον κίνδυνο. Μετά τις εκλογές του καλοκαιριού του 1932, στις οποίες οι ναζί αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα χωρίς όμως να διαθέτουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, ο (Εβραίος) εκδότης της Tagebuch, μιας εβδομαδιαίας αριστερής-φιλελεύθερης εφημερίδας που παίρναμε στο σπίτι, δημοσίευσε ένα άρθρο, ο τίτλος του οποίου μου φάνηκε,  από τότε ακόμη,  αυτοκτονικός. Και αυτή τη στιγμή, τον έχω μπρος στα μάτια μου: «Lasst ihn heran!» («Γιατί να μην του δώσουμε την εξουσία;»). Έπειτα από μερικούς μήνες, οι αντιδραστικοί που περιστοίχιζαν τον γηραιό Πρόεδρο Χίντενμπουργκ, με πολύ διαφορετικές προθέσεις,  διευκόλυναν υπογείως τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Όλες οι απόπειρες να παρουσιαστεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ως πιο στέρεη και σταθερή, ακόμα και προτού ξεσπάσει ο παγκόσμιος οικονομικός κατακλυσμός, μοιάζουν με  σφυρίγματα των ιστορικών μες στο σκοτάδι.  Το καθεστώς της Βαϊμάρης διέγραψε μια σύντομη τροχιά, μέσα από τα ερείπια ενός πεθαμένου αλλά άταφου παρελθόντος προς ένα ξαφνικό αλλά αναμενόμενο τέλος και ένα άγνωστο μέλλον. Για τους γονείς μας, αποτελούσε υπόσχεση ενός παρελθόντος  που δεν θα ξαναποκτούσαν ποτέ, ενώ εμείς ονειρευόμασταν ένα σπουδαίο αύριο· οι «Άριοι» συμμαθητές μου –κομμουνιστές, όπως και εγώ–  το οραματίζονταν υπό τη μορφή μιας εθνικής αναγέννησης, καθώς η παγκόσμια επανάσταση είχε αρχίσει τον Οκτώβρη του 1917.
Ακόμη και τα λίγα χρόνια της «κανονικότητας» ερείδονταν στην πρόσκαιρη ηρεμία ενός ηφαιστείου που μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, o Μαξ Ράινχαρντ, το γνώριζε αυτό. «Αυτό που αγαπώ», έλεγε, «είναι η γεύση της παροδικότητας στη γλώσσα –  κάθε χρονιά μπορεί να είναι η τελευταία». Αυτή η αίσθηση, λοιπόν, προσέδιδε στον πολιτισμό της Βαϊμάρης μια γεύση μοναδική: γεννούσε μια αιχμηρή δημιουργικότητα,  μια περιφρόνηση για το παρόν, μια διάνοια που δεν την περιόριζαν οι συμβάσεις, μέχρι τον ξαφνικό και αμετάκλητο θάνατο. Οι στιγμές κατά τις οποίες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ιστορία έχει αλλάξει είναι σπάνιες, αλλά ετούτη ήταν μια απ’ αυτές. Γι’ αυτό τον λόγο βλέπω ακόμη τον εαυτό μου να περπατά από το σχολείο προς το σπίτι, μαζί με την αδερφή μου, το κρύο εκείνο απόγευμα της 30ής Ιανουαρίου 1933 και να αναλογίζεται τι σήμαιναν τα νέα της ανάρρησης του Χίτλερ στο αξίωμα του καγκελαρίου. Μερικές μέρες αργότερα, κάποιος μού έφερε τον πολύγραφο της SSB, της κομμουνιστικής οργάνωσης του σχολείου της οποίας ήμουν μέλος, για να τον κρύψω κάτω απ’  το κρεβάτι μου. Θεωρούσαν ότι στο διαμέρισμα ενός ξένου θα ήταν πιο ασφαλής. Αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά, πουθενά δεν ήταν ασφαλής. Παρ’ όλα αυτά,  ήταν μια παράξενη και υπέροχη εποχή, κατά την οποία ο καθένας μπορούσε να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο σε ένα Βερολίνο που φάνταζε ως η δυνάμει πρωτεύουσα του 20ού αιώνα, μέχρι τη στιγμή που οι βάρβαροι πήραν την εξουσία. Όποτε πηγαίνω σήμερα στο Βερολίνο, αισθάνομαι ακόμη ότι δεν συνήλθε  ποτέ από το 1933.
***

Το κείμενo  του Eric Hobsbawm «Memories of Weimar» δημοσιεύθηκε στο LondonReview of Books, στη μόνιμη στήλη «Ημερολόγιο», στις 24.1.2008.  Είχε πρωτοδημοσιευθεί, με πολύ μικρές περικοπές, στα “Ενθέματα” τον Απρίλιο του 2008. Το βιβλίο του Eric Weitz, στο οποίο αναφέρεται, είναι το Weimar Germany: Promise and Tragedy, Princeton University Press, Πρίνστον 2007.

Ροη αρθρων