Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΝΤΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΝΤΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ξύλινοι άνθρωποι...

Του Τάσου Τσακίρογλου, απο την Εφημεριδα των Συντακτων...
«Η μεγάλη μάζα των ανθρώπων υπηρετούν το κράτος, κυρίως όμως όχι σαν όντα ανθρώπινα, μα με το σώμα τους, σαν μηχανές». Αυτό συμπέραινε το 1849 ο εμβληματικός Αμερικανός στοχαστής Χένρι Ντέιβιντ Θόρο στην πραγματεία του «Αντίσταση στην πολιτική εξουσία».
Θέλοντας μάλιστα να υπερτονίσει την πολιτική αλλοτρίωση που ήδη από εκείνη την εποχή χαρακτήριζε τη (μη) συμμετοχή στα κοινά, έγραφε: «Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν περιθώριο για ελεύθερη άσκηση της κρίσης και του αισθήματος της ηθικής, μα βάζουν τους εαυτούς τους στο ίδιο επίπεδο με το χώμα, τα ξύλα και τις πέτρες. Και ξύλινοι άνθρωποι ίσως και να μπορούν να φτιαχτούν που θα υπηρετούν εξίσου καλά τον ίδιο σκοπό».
Ξύλινοι άνθρωποι, δηλαδή ξόανα, με ξύλινη γλώσσα, που δεν (θέλουν να) ξέρουν τι είναι αυτό που συμβαίνει γύρω τους, τι είναι αυτό που τελικά τούς συμβαίνει. Αυτή είναι ίσως η χειρότερη εκδοχή μιας μισο-συνειδητής πολιτικής αλλοτρίωσης, αφού, βαθιά μέσα μας, σχεδόν όλοι γνωρίζουμε ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν ριζικά. Αφού σχεδόν όλοι ξέρουμε ότι τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η τομή των τελευταίων πέντε χρόνων μεταμόρφωσε τις ζωές, τις πραγματικότητες, τα δεδομένα, την ίδια την ύπαρξή μας. Μια ύπαρξη που, για τους πολλούς, φτωχαίνει όλο και περισσότερο, με εκχωρήσεις κομματιών του εαυτού, τα οποία αντιστοιχούν συμβολικά στις λεγόμενες «εκχωρήσεις κυριαρχίας» σε επίπεδο χώρας. Και εκχώρηση «κυριαρχίας του εαυτού» σημαίνει λιγότερο άνθρωποι, λιγότερο πλούσιοι σε κοινωνικές σχέσεις και, κατά συνέπεια, ακρωτηριασμένες υπάρξεις.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

O Alain Badiou για την Ελλάδα και την Αριστερά...

Ο Badiou στην Gardian, μεσω του Ιστολογιου Μυθος το ξυπνημα...

"Αρχίζω με μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, το οποίο είναι ίσως προσωπικό, ίσως και αδικαιολόγητο, αλλά το οποίο ωστόσο αισθάνομαι, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που έχω στη διάθεσή μου: ένα αίσθημα γενικής πολιτικής ανικανότητας. Αυτό που συμβαίνει αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα είναι κάτι σαν ένα συμπύκνωμα αυτού του συναισθήματος.

Φυσικά, το θάρρος και η ευρηματικότητα στην τακτική των προοδευτικών και των αντι-φασιστών διαδηλωτών είναι αιτία για ενθουσιασμό. Τέτοια πράγματα εξάλλου είναι απολύτως αναγκαία. Αλλά καινούρια; Όχι, καθόλου. Αυτά είναι τα αμετάβλητα χαρακτηριστικά κάθε αληθινού μαζικού κινήματος: η ισότητα, η μαζική δημοκρατία, η επινόηση συνθημάτων, η γενναιότητα, η ταχύτητα των αντιδράσεων ... 
Έχουμε δει όλα αυτά τα ίδια πράγματα να συμβαίνουν με την ίδια ενέργεια - χαρούμενη και πάντα λίγο ανήσυχη - τον Μάη του '68 στη Γαλλία. Τα έχουμε δει πιο πρόσφατα στην πλατεία Ταχρίρ στην Αίγυπτο. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά έχουν αρχίσει να συμβαίνουν ήδη από την εποχή του Σπάρτακου ή του Thomas Münzer.
Ας ορίσουμε όμως προσωρινά ένα άλλο σημείο εκκίνησης.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολύ μεγάλη ιστορία, παγκόσμιας σημασίας. Είναι μια χώρα η αντίσταση της οποίας σε διαδοχικές καταπιέσεις και κατοχές έχει μια ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα. Είναι μια χώρα όπου το κομμουνιστικό κίνημα, και με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, έχει υπάρξει πολύ ισχυρό. Μια χώρα όπου ακόμη και σήμερα η νεολαία δίνει το παράδειγμα με μαζικές και διαρκείς εξεγέρσεις.
Μια χώρα όπου χωρίς αμφιβολία οι κλασικές αντιδραστικές δυνάμεις είναι πολύ καλά οργανωμένες, αλλά όπου υπάρχει επίσης και η θαρραλέα και άφθονη πηγή των μεγάλων λαϊκών κινημάτων. Μια χώρα όπου υπάρχουν ασφαλώς τρομερές φασιστικές οργανώσεις, αλλά και ένα αριστερό κόμμα με μία εμφανώς σταθερή εκλογική και μαχητική βάση.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Να βλέπουμε πάντα προς το Κεμπέκ...

Η ιστορία του Κεμπέκ χαρακτηρίζεται από φαινόμενα που είναι ιδιαίτερα και αμετάκλητα, αλλά ταυτόχρονα έχουν έναν καινοτόμο καθολικό χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Για αυτό θα έλεγα: Να βλέπουμε πάντα προς το Κεμπέκ.

François Gauvin: Ποιές είναι οι σκέψεις σας για τη φοιτητική κινητοποίηση στο Κεμπέκ;
Alain Badiou: Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον πριν απ΄ όλα είναι η κλίμακα και η δυναμική του φαινομένου. Βασικά, αυτό που συμβαίνει στη χώρα σας είναι μια ξαφνική αλλά και ευρεία αντίσταση σε μια τάση που εμφανίζεται παγκόσμια και η οποία προσπαθεί να εφαρμόσει το επιχειρηματικό μοντέλο σε κάθε είδους ανθρώπινη δραστηριότητα. Κατ΄ αντιστοιχία με μια επιχείρηση, το πανεπιστήμιο "πρέπει" να είναι πλήρως αυτοχρηματοδοτούμενο, ανεξάρτητα αν ιστορικά έχει δημιουργηθεί και στηριχθεί σε πολύ διαφορετικούς κανόνες. Η σύγκρουση, προφανώς, ξεκίνησε παίρνοντας πολύ συγκεκριμένη και εντοπισμένη μορφή ως αγώνας κατά της σχεδιαζόμενης αύξησης στα πανεπιστημιακά δίδακτρα και στη συνέχεια γενικεύτηκε σε μια συνολικότερη αντίδραση ενάντια στις πολιτικές της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της κρίσης. Είναι, όμως, σαφές ότι στον πυρήνα της εξέγερσης βρίσκεται ένα υποκείμενο που επαναστατεί στην ιδέα ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι το παράδειγμα για τα πάντα. Και αυτό το πρωταρχικό σημείο αντίστασης εκκινεί μια μεγαλύτερης κλίμακας κινητοποίηση που μας αφορά όλους, και η έκβαση της οποίας δεν είναι προβλέψιμη.
FG: Θα κάνετε μια σύγκριση με τη φοιτητική εξέγερση του Μάη του 1968, όταν συμμετείχατε ως ένας ηγέτης των μαοϊκών και καλούσατε σε επανάσταση;
AB: Ναι, όσον αφορά τους τρόπους δράσης, το στυλ, την εφευρετικότητα. Αυτά τα στοιχεία μου θυμίζουν το Μάη του 68, είναι η πρώτη μεγάλη ηχώ ενός ενεργού, χαρούμενου υποκειμένου που δεν διστάζει να συγκρουστεί, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Ακόμη και αν διχάζει την κοινωνία του Κεμπέκ. Ήταν ακριβώς το ίδιο το 1968. Οι φοιτητές προσέλκυσαν τη συμπάθεια, αλλά όπως είδαμε στις βουλευτικές εκλογές τον Ιούνη του 1968, τις οποίες κέρδισε το κόμμα του Στρατηγού Ντε Γκολ, η γαλλική κοινωνία ήταν εντελώς διχασμένη.
FG: Η συμμετοχή σας στο κίνημα του Κεμπέκ σας πηγαίνει πίσω σε εκείνη την εποχή;
AB: Ναι. Αμέσως μετά τον Μάιο του 1968, πήγα στο Μόντρεαλ ως παρατηρητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τη δίκη των Pierre Vallieres και Charles Gagnon του FLQ (Μέτωπο Απελευθέρωσης του Κεμπέκ). Αυτή ήταν η πρώτη μου πραγματική επαφή, η προσωπική μου εμπειρία από την κοινωνία του Κεμπέκ, που είχε ισχυρή επίδραση πάνω μου.
FG: Στη συνέχεια, θα αφιερώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου σας Λογικές των Κόσμων στο Κεμπέκ. Μήπως το Κεμπέκ λειτούργησε ως καταλύτης για την όλη σύλληψη του κόσμου από εσάς;
ΑΒ: Στο συνολικό επιχείρημα του βιβλίου, το Κεμπέκ λειτουργεί πρώτα απ΄ όλα ως ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Αλλά έχετε δίκιο όταν μιλάτε για καταλύτη. Η ιστορία του Κεμπέκ συνοψίζει πολλά χαρακτηριστικά της παγκόσμιας ιστορίας των τελευταίων αιώνων: μια μακροχρόνια ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, η ταυτόχρονη κυρίαρχη παρουσία δύο παγκόσμιων δυνάμεων όπως η αγγλική και η γαλλική, κλπ. Δεν υπάρχει ισοδύναμο παράδειγμα με αυτό οπουδήποτε αλλού. Και αυτή η συνθήκη δημιούργησε μια κοινωνία, μια υποκειμενικότητα, η οποία συνδυάζει όρους που συνήθως δεν συνδυάζονται. Γι ΄αυτό για εμένα αποτελεί αυτό που ονομάζω «κόσμο». Η ιστορία του Κεμπέκ χαρακτηρίζεται από φαινόμενα που είναι ιδιαίτερα και αμετάκλητα, αλλά ταυτόχρονα έχουν έναν καινοτόμο καθολικό χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Για αυτό θα έλεγα: Να βλέπουμε πάντα προς το Κεμπέκ.
FG: Λέτε ότι Κεμπέκ είναι ένας κόσμος στη διαδικασία "του να γίνει" [devenir-monde]. Αλλά τι σημαίνει ένας κόσμος για εσάς;
AB: Πολύ γενικά, ο κόσμος είναι ένα καθεστώς των σχέσεων μεταξύ ταυτοτήτων και διαφορών. Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε ιδιαίτερα για έναν κόσμο, πρέπει να δούμε τις ταυτότητες και τις διαφορές. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν ανθρώπινο κόσμο, απλουστεύοντας θα λέγαμε ότι οι υπάρχουν ταυτότητες -εθνική, γλωσσική, η κοινή συνείδηση του ανήκειν κλπ- και αντίστοιχα διαφορές. Στην περίπτωση του Κεμπέκ, η γαλλική γλώσσα είναι φυσικά ένα στοιχείο ταυτότητας, αλλά είναι απαραίτητα σε σχέση με το πανταχού παρόν αγγλόφωνο στοιχείο, ενώ υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν οι Αμερινδιάνοι (Ινδιάνοι της Αμερικής) που δεν φέρουν άμεσα αυτή την ταυτότητα. Από την άποψη αυτή, το Κεμπέκ έχει μια απολύτως μοναδική ιστορία. Θεωρώ το Κεμπέκ ως έναν κόσμο "στα σκαριά" [faire-monde] που η πορεία του είναι ακόμα ανοιχτή. Όπως δεν είμαι σίγουρος ότι το Κεμπέκ έχει πραγματικά επιλυθεί το πρόβλημα του κόσμου "στη διαδικασία να γίνει". Η τρέχουσα εξέγερση είναι μέρος αυτού του προβλήματος και έχει ενδιαφέρον για τον καθένα.
FG: Αλλά κάθε κοινωνία δεν είναι ένας κόσμος "στα σκαριά"; Η Γαλλία, για παράδειγμα.
AB: Οι ταυτότητες στη Γαλλία είναι πιο παγιωμένες. Είναι μια χώρα σε λανθάνουσα κρίση, μια πρώην πλανητική υπερδύναμη, με μια συγκεκριμένη καθολικότητα, η οποία δεν ξέρει τι να κάνει με το χαμένο μεγαλείο της. Από αυτή την άποψη, η Γαλλία είναι τόσο ένας κόσμος "σε διάλυση" όσο και ένας κόσμος "στα σκαριά". Πρόταση μου είναι ότι πρέπει να θέσουμε ένα τέλος στη Γαλλία.
FG: Με συγχωρείτε;
AB: Έχω σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό ότι η Γαλλία θα πρέπει να συγχωνευθεί με τη Γερμανία. Είμαι πολύ χαρούμενος, άλλωστε, που σήμερα και άλλοι, όπως ο Michel Serres, μοιράζονται τη γνώμη μου. Δεν υπάρχει μέλλον για τη Γαλλία και μόνο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραπαίει, όπως έχουμε δει με την Ελλάδα, και ο καθένας καταλαβαίνει ότι η Γαλλία και η Γερμανία αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Η συγχώνευση θα επιτρέψει να ανταγωνισθούν τις άλλες οικονομικές μεγάλες δυνάμεις, κάτι που ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία μόνες τους, ούτε η Ευρώπη, ως σύνολο μπορούν να κάνουν σήμερα. Η γαλλική και η γερμανική οικονομία είναι ήδη αλληλένδετες, γι ΄αυτό ας εμφανιστεί αυτός ο σκληρός πυρήνας και στο πολιτικό επίπεδο! Θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός ομοσπονδιακού κράτους, όπως συμβαίνει ήδη με τη Γερμανία.
FG: Και με τον Καναδά... Αλλά οι αυτονομιστικές φωνές ελπίζουν ότι οι διαδηλώσεις αλληλεγγύης που προκάλεσαν οι κρίσεις θα βοηθήσουν τη δικές τους θέσεις. Είναι αυτό η αρχή μιας νέας ιστορίας;
AB: Δεν γνωρίζω αρκετές λεπτομέρειες για την εσωτερική κατάσταση του Κεμπέκ για να το θέσω έτσι. Αλλά έχω μια ορισμένη δυσπιστία απέναντι στους αυτονομιστές. Κατά τα τελευταία είκοσι ή τριάντα χρόνια, έχουμε γίνει μάρτυρες της διάλυσης των εθνικών οντοτήτων, μερικές φορές και του πλήρη κατακερματισμού τους. Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Σομαλία, Κονγκό ... Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί ως προς την πραγματική θέση για διάσπασης ενός κράτους. Είναι αρνητικά φαινόμενα της σύγχρονης ιστορίας, και πολύ συχνά υπεύθυνες [οι διασπάσεις κρατών] για την τραγική κατάσταση των ανθρώπων. Και βεβαία, τώρα θα μου πείτε: «Αλλά το Κεμπέκ δεν είναι έτσι!"
FG: Ακριβώς...
AB: Δεν υποστηρίζω αυθόρμητα μια διαδοχή στο Κεμπέκ, χωρίς πραγματικά ισχυρά επιχειρήματα. Δεν είμαι βέβαιος ότι η πορεία του "κόσμου Κεμπέκ στα σκαριά" χρειάζεται οπωσδήποτε μια απόσχιση. Πιστεύω ότι είναι δυνατό να διαπραγματευτείτε για ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο ομοσπονδιακό κράτος και αυτό αποτελεί την καλύτερη λύση.
Τη συνέντευξη μετέφρασε ο Γιώργος Βελεγράκης από το versobooks

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

«Ρατσισμός» και «λαϊκισμός»...

Τε­λευ­ταία ε­πα­νήλ­θε το ζή­τη­μα του «ρα­τσι­σμού των δια­νου­μέ­νων» (βλ. και το άρ­θρο του Αλέν Μπα­ντιού, «Le racisme des intellectuels», Le Monde, 5.5. 2012), με α­φορ­μή την ε­κλο­γι­κή «ε­πι­βε­βαίω­ση» της α­νό­δου των α­κρο­δε­ξιών κομ­μά­των στην Ευ­ρώ­πη.
Το ζή­τη­μα των σχέ­σεων «με­ρών» και «ό­λου» του κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­κού πε­δίου
κα­θώς και των δια­δο­χι­κών δα­κτύ­λιων που το συν­θέ­τουν εί­ναι ευ­ρύ­τε­ρο. Γε­νι­κό­τε­ρα, πώς α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ο «ξέ­νος» των η­με­ρών μας; Ακρι­βώς τώ­ρα που στην Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση δρα­στη­ριο­ποιού­νται ρα­τσι­στι­κά κόμ­μα­τα ή ε­πιρ­ρε­πή στη ρα­τσι­στι­κή δη­μα­γω­γία, ψη­φί­ζο­νται αυ­στη­ρό­τε­ρα μέ­τρα ε­λέγ­χου των «υ­πο­ψη­φίων» με­τα­να­στών, διευ­κο­λύ­νο­νται πρα­κτι­κές ε­λα­στι­κό­τη­τας στην προ­σφο­ρά ερ­γα­σίας, με ε­πο­χι­κές και αν­θυ­γιει­νές α­σχο­λίες, που ε­πι­φέ­ρουν τη φτη­νή α­να­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζο­μέ­νω­ν/ α­πα­σχο­λού­με­νων και εν­θαρ­ρύ­νουν το δια­χω­ρι­σμό τους με φυ­λε­τι­κά κρι­τή­ρια.
O «ρα­τσι­σμός» λοι­πόν ως σχέ­ση α­νι­σό­τι­μων με­ρών της ί­διας κοι­νω­νίας με­τα­τρέ­πει την «ε­τε­ρό­τη­τα» ή α­πλώς τη «δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα» σε εχ­θρό­τη­τα, με την ε­μπέ­δω­ση «προ­κα­τα­λή­ψεων» και «ξε­νο­φο­βίας» που συ­νε­πά­γε­ται την α­διά­πτω­τη εχ­θρό­τη­τα προς τους ξε­νο­φερ­μέ­νους. Βέ­βαια, τα «praejudicia», ό,τι δη­λα­δή εί­ναι πριν α­πό κά­θε λο­γι­κή κρί­ση και α­πό κά­θε θε­σμό δι­καίου, εκ­πο­ρεύο­νται και δια­χέ­ο­νται με το «ζε­στό» και με το «κρύο» του ί­διου κρου­νού: «εκ των ά­νω», ως στοι­χεία της κυ­ρίαρ­χης ι­δε­ο­λο­γίας ή ως δρα­στι­κό της υ­πο­σύ­νο­λο, με την ε­πε­νέρ­γεια «δια­νοου­μέ­νων», γνω­στών και μη ε­ξαι­ρε­τέων, και «εκ των κά­τω», στο πλαί­σιο των πιε­στι­κών κα­θη­με­ρι­νών α­να­γκών ε­πι­βίω­σης και συμ­βίω­σης.

«Ταυ­τό­τη­τες» και α­νι­σό­τη­τες

Ο ά­νω­θεν κα­τευ­θυ­νό­με­νος ρα­τσι­σμός, βέ­βαια, έ­χει πε­ριο­ρι­σθεί, κα­τά τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, λό­γω μιας ο­ρι­σμέ­νης συ­νταγ­μα­τι­κής α­πο­φόρ­τι­σης και συ­νά­μα έ­χει υ­πο­στεί μια ο­ρι­σμέ­νη με­ταλ­λα­γή. Σ’ αυ­τό έ­παι­ξε ρό­λο η γε­νι­κευ­μέ­νη α­ντί­θε­ση προς τις να­ζι­στι­κές θη­ριω­δίες, η α­πό­πει­ρα α­πώ­θη­σης του «Ολο­καυ­τώ­μα­τος» και η ευ­ρεία θέ­σπι­ση μέ­τρων για την κα­το­χύ­ρω­ση των «αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των». Γι’ αυ­τό και έ­γι­νε λό­γος για «νε­ο­ρα­τσι­σμό», μια και έ­θε­σε σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα τη «φυ­λή», για να προ­τά­ξει τις πο­λι­τι­στι­κές δια­φο­ρές ε­θνι­κών ή ε­θνο­τι­κών ο­μά­δων που α­πό ι­στο­ρι­κό δη­μιούρ­γη­μα α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται ως η δεύ­τε­ρη «φύ­ση» τους. Δια­φο­ρές, λό­γου χά­ρη, γλωσ­σών, ε­θί­μων, θρη­σκειών, νοο­τρο­πιών κλπ. α­πο­τέ­λε­σαν το ε­φαλ­τή­ριο ε­κρα­τσι­σμού του «δι­καιώ­μα­τος στη δια­φο­ρά» και ε­πο­μέ­νως το προ­πύρ­γιο της δια­φύ­λα­ξης των «ταυ­το­τή­των».
Ο εκ των κά­τω φιλ­τρα­ρι­σμέ­νος ρα­τσι­σμός εί­ναι α­εί­ζωος. Και τού­το για­τί δια­κι­νεί­ται στο πε­δίο των πιε­στι­κών κα­θη­με­ρι­νών α­να­γκών ε­πι­βίω­σης και συμ­βίω­σης. Έχει βέ­βαια έ­να η­μι-θε­σμι­κό υ­πό­βα­θρο και ε­ξα­κτι­νώ­νε­ται στο σύ­νο­λο των δια­κρί­σεων που ε­νυ­πάρ­χουν στη δου­λειά, στη στέ­γα­ση, στην εκ­παί­δευ­ση, στην πε­ρί­θαλ­ψη, στην α­σφά­λι­ση. Με δυο λό­για, ό,τι συ­γκρο­τεί το α­δια­πέ­ρα­στο πλέγ­μα των κοι­νω­νι­κών α­νι­σο­τή­των και της ο­μό­τρο­πης κα­τα­πίε­σης.
Αν λοι­πόν οι «μειο­νό­τη­τες» (ο ό­ρος εί­ναι δη­λω­τι­κός των με­τα­τρο­πών της α­ριθ­μη­τι­κής σε κοι­νω­νι­κή «μειο­νε­ξία») ο­ριο­θε­τού­νται ως σχέ­ση α­νι­σό­τι­μων με­ρών της ί­διας κοι­νω­νίας, κα­θί­στα­ται α­να­γνω­ρί­σι­μο για­τί με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται η ε­θνι­κή «δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα» σε εχ­θρό­τη­τα, με την ε­μπέ­δω­ση «προ­κα­τα­λή­ψεων» και κλί­μα­τος «ξε­νο­φο­βίας» που α­πορ­ρέ­ουν α­πό την κυ­ρίαρ­χη ι­δε­ο­λο­γία, στο πλαί­σιο των πιε­στι­κών κα­θη­με­ρι­νών α­να­γκών ε­πι­βίω­σης και συμ­βίω­σης ό­σων έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα, έ­θι­μα, θρη­σκεία, συ­νεί­δη­ση της κα­τα­γω­γής κλπ. Χω­ρίς α­κρι­βώς να α­γνο­εί­ται η δια­φο­ρά της «φυ­λής», ό­πως πριν α­πό λί­γο υ­πο­γράμ­μι­σα, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­νται πο­λι­τι­στι­κές δια­φο­ρές των ε­θνι­κών ή ε­θνο­τι­κών ο­μά­δων που α­πό ι­στο­ρι­κό δη­μιούρ­γη­μα α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται ως η δεύ­τε­ρη «φύ­ση» τους.

Το ό­λον και τα μέ­ρη του

Συ­νο­λι­κά, α­νά­λο­γα με τη θέ­ση του κα­θε­νός μας στον κό­σμο των ι­δεών, μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δεχ­θεί ό­τι το «ό­λο» ι­σού­ται ή ό­χι με το ά­θροι­σμα των «με­ρών» του. Επί­σης, α­νά­λο­γα με την ι­σχύ του «με­τα­φυ­σι­κού» τρό­που σκέ­ψης μπο­ρεί κα­νείς να α­σπά­ζε­ται την ο­ντο­λο­γι­κή α­κι­νη­σία ό­σων συν­θέ­τουν αυ­τή τη σχέ­ση, χω­ρίς κα­μιά προο­πτι­κή με­τα­βο­λής. Προ­φα­νώς, για τους ε­ξου­σια­στές του «πλειο­ψη­φι­κού ε­θνι­κι­σμού» α­πλώς μια α­ντί­λη­ψη του «πο­λι­τι­κώς ορ­θού» εί­ναι σε ι­σχύ. Έτσι που το «μέ­ρος» και α­ντί­στοι­χα το «ό­λο» να δια­τη­ρούν α­νέ­πα­φη τη θέ­ση τους κα­τά την α­μοι­βαία α­να­γνώ­ρι­σή τους. Για τού­το αι­σθά­νο­νται να κλο­νί­ζε­ται η κυ­ριαρ­χία τους, ό­ταν δια­φαί­νε­ται μια α­στα­θής ι­σορ­ρο­πία «με­ρών» και «ό­λου». Ό,τι α­κρι­βώς θα μπο­ρού­σε να ο­δη­γή­σει και σε α­ντι­στρο­φή των ρό­λων τους.
Ο «ο­λι­σμός» πά­ντα εί­χε το έ­να πό­δι στη βιο­λο­γία και στην ι­δέα του «ορ­γα­νι­σμού» ως α­πα­ρά­βα­του συ­ντο­νι­σμού «με­ρών» και «ό­λου», το ο­ποίο δια­θέ­τει την προ­τε­ραιό­τη­τα. Και το άλ­λο πό­δι στη δο­μή του στρα­τεύ­μα­τος, με την ιε­ραρ­χι­κή υ­πό­τα­ξη των «με­ρών» στο «ό­λο». Τώ­ρα έ­χει προ­στε­θεί, ως νοού­με­νο της «globalization», η α­ντί­λη­ψη του «δι­καιώ­μα­τος στη δια­φο­ρά», που μπο­ρεί να ο­λι­σθαί­νει σε «πε­ρι­χα­ρά­κω­ση στη δια­φο­ρά». Κο­ντο­λο­γίς, «φυ­λή» και «πο­λι­τι­σμός» μέ­σα α­πό ό­λες τις μορ­φές α­ντι­με­τα­χώ­ρη­σης και α­να­γω­γής τους α­ντί­στοι­χα στο σύ­νο­λο του «λα­ού», με ό­σα αυ­ταρ­χι­κά μέ­τρα τού­το συ­νε­πά­γε­ται, πε­ρι­βάλ­λουν και νο­μι­μο­ποιούν τους ό­ρους πα­ρα­γω­γής και α­να­πα­ρα­γω­γής της υ­πάρ­χου­σας τα­ξι­κής και ε­τε­ρό­νο­μης κοι­νω­νίας. Κά­θε μορ­φή τα­ξι­νό­μη­σης, που φαί­νε­ται να ε­ξαι­ρεί προς τα «πά­νω» τους ε­ξου­σια­στές και προς τα «κά­τω» να συ­νω­θεί τους ε­ξου­σια­ζό­με­νους, προσ­διο­ρί­ζει κοι­νω­νι­κά κά­θε λο­γής ρα­τσι­σμό, «πα­λαιό­τε­ρο» και «σύγ­χρο­νο».

«Υπεύ­θυ­νοι» και «λαϊκι­στές»

Συ­χνά δη­μο­σιο­λο­γού­ντες με­ρι­μνούν και για τον «μελ­λο­ντι­κό ι­στο­ρι­κό της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης», έ­τους 2050, κα­τα­θέ­το­ντας α­πό τώ­ρα «ι­στο­ρι­κό υ­λι­κό τεκ­μη­ρίω­σης των πε­ρι­γρα­φών, των ερ­μη­νειών και των α­να­λύ­σεων», τις ο­ποίες ο «ι­στο­ρι­κός» αυ­τός με­τά α­πό τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τίες θα α­να­γά­γει σε «ι­στο­ρι­κά τεκ­μή­ρια». Κυ­ρίως ε­πι­μέ­νουν στο πώς οι ί­διοι τώ­ρα «φα­ντά­ζο­νται» την «πυ­ρα­μί­δα» της «πα­γκο­σμιο­ποίη­σης», με την «ε­λίτ ι­σχύος» στην κο­ρυ­φή και στη «βά­ση» της «α­πλά υ­πο­κεί­με­να» ή «α­πλούς κα­τοί­κους». Βέ­βαια, η «ι­στο­ρι­κή α­φή­γη­ση», ό­πως κά­πο­τε υ­πο­στη­ρί­ζουν, «δεν μπο­ρεί πα­ρά να πε­ρι­λαμ­βά­νει» το «στοι­χείο της δια­λε­κτι­κής». Τού­το νο­εί­ται ως «στοι­χείο των αλ­λη­λε­πι­δρά­σεων» α­νά­με­σα σε «ο­ντό­τη­τες» («ε­λί­τ, ορ­γα­νι­σμοί, λα­οί») που α­πλώς «βρί­σκο­νται σε ε­πα­φή»…
Με τη σει­ρά μου, α­πό τώ­ρα, θα κοι­νο­ποιή­σω την «πυ­ρα­μι­δι­κή» θεώ­ρη­ση της κοι­νω­νίας («societes dites pyramidales») σε ό­σους/ες υ­πο­ψιά­ζο­μαι ό­τι θα ε­ξα­κο­λου­θή­σουν να με­λε­τούν το βαθ­μό εκ­με­τάλ­λευ­σης, δη­λα­δή το «λό­γο της υ­πε­ρα­ξίας προς την α­ξία της ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης», για να α­πα­ντή­σουν αν έ­τσι θα τε­θεί σε «τι­μη­τι­κή α­πο­στρα­τεία» το σχή­μα: «Basis»-«άberbau» (σε αρ­κε­τά γερ­μα­νι­κής κα­τα­γω­γής μορ­φω­τι­κά α­γα­θά, ι­δίως στα κεί­με­να του Marx, δεν έ­χω την πρό­θε­ση να κά­νω σα­μπο­τάζ) και ι­δίως με ποιο τρό­πο θα α­πο­δί­δε­ται πλη­ρέ­στε­ρα το κοι­νω­νι­κό χά­σμα α­νά­με­σα σ’ αυ­τούς που πα­ρά­γουν και σ’ ε­κεί­νους που ι­διο­ποιού­νται το πλεό­να­σμα. Μπο­ρώ, πά­ντως, να προ­ε­ξο­φλή­σω ό­τι και με­τά α­πό σα­ρά­ντα χρό­νια θα έ­χουν να α­ντι­πα­ρέλ­θουν κά­θε λο­γής «συ­νω­μο­σιο­λό­γους» και ε­κλαϊκευ­τές του «conspiratorial discourse» που ε­πί­σης θα ε­πι­κα­λού­νται «πυ­ρα­μι­δι­κές» δο­μές μα­σο­νι­κών στοών και λε­σχών (ό­πως αυ­τή του «Bilderberg Club») για να πε­ρι­γρά­ψουν τη «διε­θνή ε­λίτ ι­σχύος» της «νέ­ας φά­σης» της «πα­γκο­σμιο­ποίη­σης».
Μια μορ­φή ε­φαρ­μο­γής του «πυ­ρα­μι­δι­κού» σχή­μα­τος εί­ναι ό,τι α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ως «λαϊκι­σμός» με την κά­τω πλευ­ρά να προο­ρί­ζε­ται για το «λαό» και την κο­ρυ­φή για τις «ε­λίτ»; Πρό­κει­ται για το «fantasme des ιlites»; Πά­ντως, έ­να α­πό τα τρέ­χο­ντα «βα­ρό­με­τρα» κα­τα­νό­η­σης του «λαϊκι­σμού» εί­ναι οι «με­ταρ­ρυθ­μί­σεις»: ό­σοι συ­νη­γο­ρούν για την ε­πι­τυ­χία τους εί­ναι οι «υ­πεύ­θυ­νοι ει­δι­κοί» και ό­σοι τις α­ντι­μά­χο­νται οι «ε­πι­πό­λαιοι λαϊκι­στές». Από τη μια πλευ­ρά οι «ά­ρι­στοι» ως νη­φά­λιοι γνώ­στες της «α­λή­θειας» και α­πό την άλ­λη οι «δη­μα­γω­γοί» και οι «ψευ­δο­λό­γοι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι». Επι­πλέ­ον, οι «φα­να­τι­κοί του πα­νο­ρά­μα­τος» υ­πο­διαι­ρού­νται α­πό ό­σους αι­σθά­νο­νται ό­τι βρί­σκο­νται στη «μέ­ση» και συ­νά­μα «πά­νω» τους σε «ε­θνι­κι­στές» και «μαρ­ξι­στές»; Εξα­κο­λου­θώ να ο­ριο­θε­τώ ως «λαϊκι­σμό» κά­θε πο­λι­τι­κή γε­νί­κευ­ση, τό­σο «α­μυ­ντι­κά» ό­σο και «ε­πι­θε­τι­κά», που έ­χει ως καμ­βά και ό­ριο τον «λαό» ή την «κοι­νή γνώ­μη» και κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη το κόμ­μα [= κό­π-μα] του.



* Ο Πα­να­γιώ­της Νού­τσος δι­δά­σκει Κοι­νω­νι­κή και Πο­λι­τι­κή Φι­λο­σο­φία στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων.

Ροη αρθρων